Αριθμός 1353/2007 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Z΄ ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Κυριτσάκη, Αντιπρόεδρο, Γρηγόριο Μάμαλη-Εισηγητή και Θεοδώρα Γκοϊνη, Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Στέλιου Γκρόζου, (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου. Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 2 Μαΐου 2007, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση της αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης: ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Κοψιδά, περί αναιρέσεως του υπ' αριθμ. 3170/2006 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 20 Δεκεμβρίου 2006 αίτησή του αναιρέσεως, που καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 93/2007. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Στέλιος Γκρόζος, εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρότασή του, με αριθμό 149/11-4-2007, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: "Εισάγω, σύμφωνα με το άρθρο 476 παρ. 1 Κ.Π.Δ., την υπ΄αριθμ. 174/20-12-2006 αίτηση αναιρέσεως της κατηγορουμένης ..., η οποία ασκήθηκε στο όνομα και για λογαριασμό της από τον δικηγόρο Αθηνών Σπυρίδωνα Ανδρικόπουλο του Παναγιώτη, δυνάμει της προσαρτημένης στην αίτηση και νομίμως θεωρημένης από 12-12-2006 εξουσιοτήσεως και στρέφεται κατά του υπ΄αριθμ. 3170/2006 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, εκθέτω δε τα ακόλουθα: Κατά τη διάταξη του άρθρου 463 Κ.Π.Δ. ένδικο μέσο μπορεί να ασκήσει μόνο εκείνος που ο νόμος του δίνει ρητά αυτό το δικαίωμα, κατά δε το άρθρο 476 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, το ένδικο μέσο απορρίπτεται ως απαράδεκτο, εκτός των άλλων περιπτώσεων που αναφέρονται στη διάταξη αυτή και όταν ασκήθηκε εναντίον βουλεύματος, για το οποίο δεν προβλέπεται. Εξ΄άλλου από τη διάταξη του άρθρου 476 παρ. 2 του αυτού ως άνω Κώδικα, που πριν από την τροποποίησή της με το άρθρο 38 Ν.3160/2003 όριζε ότι "κατά της απόφασης ή του βουλεύματος που απορρίπτει το ένδικο μέσο ως απαράδεκτο επιτρέπεται μόνο αναίρεση" και μετά την εν λόγω τροποποίηση απαλείφθηκε η φράση "ή του βουλεύματος", προκύπτει ότι δεν προβλέπεται πλέον αναίρεση κατά του βουλεύματος που απορρίπτει το ένδικο μέσο ως απαράδεκτο (ΑΠ 776/2006, ΑΠ 297/2006). Πρέπει στο σημείο αυτό να τονισθεί ότι η ανωτέρω διάταξη του άρθρου 476 παρ. 2 Κ.Π.Δ., που, μετά την αντικατάστασή της με το άρθρο 38 Ν.3160/2003, περιορίζει το δικαίωμα ασκήσεως αναιρέσεως εναντίον βουλεύματος που απορρίπτει την έφεση ως απαράδεκτη, συμπορεύεται με τα άρθρα 4 παρ. 1 και 20 παρ. 1 του Συντάγματος, αφού ούτε άνιση ρύθμιση περιέχει, που να συνεπάγεται δυσμενή μεταχείριση ορισμένων διαδίκων, ούτε στερεί τον διάδικο από το δικαίωμα παροχής έννομης προστασίας από τα δικαστήρια, όπως αβασίμως υποστηρίζει η αναιρεσείουσα, δοθέντος μάλιστα και του ότι ο κοινός νομοθέτης δεν υποχρεούται από το Σύνταγμα να θεσπίζει ένδικα μέσα κατά των αποφάσεων και, ως εκ τούτου, ο διάδικος μπορεί και οφείλει να υπολογίζει, κατά την εκδίκαση της υποθέσεώς του, ότι είναι ενδεχόμενο η μέλλουσα να εκδοθεί απόφαση να μην υπόκειται σε ένδικα μέσα, παρά το γεγονός ότι αυτά επιτρέπονταν κατά την έναρξη και κατά τη διάρκεια της δίκης (ή της ποινικής διώξεως). ΄Οπου κρίθηκε αναγκαία η καθιέρωση ενδίκου μέσου υπήρξε ρητή αποτύπωση της βουλήσεως του συντακτικού νομοθέτη με τις ειδικές προβλέψεις των άρθρων 95 παρ. 1 β΄ (αναίρεση τελεσιδίκων αποφάσεων των διοικητικών δικαστηρίων για υπέρβαση εξουσίας ή παράβαση νόμου) και 96 παρ. 2 Συντάγματος (έφεση στο αρμόδιο τακτικό δικαστήριο κατά των αποφάσεων αστυνομικών αρχών και αρχών αγροτικής ασφάλειας). Δεν είναι δε αντίθετες οι ανωτέρω διατάξεις και προς το άρθρο 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ, που κατοχυρώνει την αρχή της δίκαιης δίκης, από την οποία δεν συνάγεται υποχρέωση του εθνικού νομοθέτη δια καθιέρωση ενδίκων μέσων, αλλά ούτε και στο άρθρο 26 του Συντάγματος, το οποίο καθιερώνει την αρχή της διακρίσεως των εξουσιών (ΑΠ 1486/2005). Στην προκειμένη περίπτωση από τα έγγραφα της δικογραφίας, τα οποία επιτρεπτώς επισκοπεί ο ΄Αρειος Πάγος για την έρευνα του παραδεκτού της αιτήσεως αναιρέσεως, προκύπτουν τα εξής: Το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Αθηνών με το υπ΄αριθμ. 2820/2006 παρέπεμψε στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών την αναιρεσείουσα ..., προκειμένου να δικασθεί ως υπαίτια της αξιόποινης πράξεως της συκοφαντικής δυσφημήσεως κατ' εξακολούθηση. Κατά του βουλεύματος αυτού η αναιρεσείουσα άσκησε έφεση, η οποία κηρύχθηκε απαράδεκτη με το προσβαλλόμενο υπ' αριθ. 3170/2006 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Κατά του ως άνω όμως βουλεύματος δεν επιτρέπεται, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, να ασκηθεί αναίρεση. Με τα δεδομένα αυτά καθίσταται φανερό ότι η αναιρεσείουσα άσκησε αναίρεση κατά βουλεύματος, εναντίον του οποίου δεν επιτρέπεται να ασκηθεί τέτοιο ένδικο μέσο, δηλαδή άσκησε μη επιτρεπόμενο σ' αυτή ένδικο μέσο. Επομένως η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως πρέπει, κατ' εφαρμογή της διατάξεως του άρθρου 476 παρ. 1 Κ.Π.Δ. να απορριφθεί ως απαράδεκτη και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Προτείνω: Α) Να απορριφθεί ως απαράδεκτη η υπ΄αριθ. 174/20-12-2006 αίτηση αναιρέσεως της κατηγορουμένης ..., κατά του υπ' αριθ. 3170/2006 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Και Β) Να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα. Αθήνα 28 Φεβρουαρίου 2007 Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Στέλιος Κ. Γκρόζος Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά τη διάταξη της παρ. 2 του άρθρου 476 ΚΠοινΔ, όπως αυτή αντικαταστάθηκε από το άρθρο 38 του ν. 3160/2003, "κατά της απόφασης που απορρίπτει το ένδικο μέσο ως απαράδεκτο επιτρέπεται μόνο αναίρεση". Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι δεν παρέχεται πλέον η δυνατότητα ασκήσεως αναιρέσεως από τους διαδίκους κατά βουλεύματος, το οποίο απέρριψε την έφεσή τους κατά του πρωτόδικου βουλεύματος ως απαράδεκτη. Δηλαδή, αναίρεση επιτρέπεται πλέον μόνο κατά αποφάσεως που απορρίπτει το ένδικο μέσο ως απαράδεκτο, και όχι και κατά βουλεύματος που επίσης απορρίπτει αυτό ως απαράδεκτο. Το αντίθετο δεν συνάγεται από το ότι κατά το άρθρο 138 παρ. 1 εδ. τελευταίο του ΚΠοινΔ "η απόφαση του δικαστικού συμβουλίου ονομάζεται βούλευμα", αφού η πιο άνω παράγραφος 2 του άρθρου 476 ΚΠοινΔ, πριν αντικατασταθεί κατά τα προεκτιθέμενα, όριζε ότι "κατά της απόφασης ή του βουλεύματος που απορρίπτει το ένδικο μέσο ως απαράδεκτο επιτρέπεται μόνο αναίρεση" και έτσι, με την αντικατάσταση αυτή, εκφράσθηκε ρητά η βούληση του νομοθέτη για αποκλεισμό της αναιρέσεως κατά βουλεύματος, που απορρίπτει το ένδικο μέσο ως απαράδεκτο. Σημειώνεται ότι η ανωτέρω διάταξη του άρθρου 476 παρ. 2 ΚΠοινΔ συμπορεύεται με τα άρθρα 4 παρ. 1 και 20 παρ. 1 του Συντάγματος, αφού ούτε άνιση ρύθμιση περιέχει, που να συνεπάγεται δυσμενή μεταχείριση ορισμένων μόνο διαδίκων, ούτε στερεί το διάδικο από το δικαίωμα παροχής έννομης προστασίας από τα Δικαστήρια, δοθέντος μάλιστα και του ότι ο κοινός νομοθέτης δεν υποχρεούται από το Σύνταγμα να θεσπίζει ένδικα μέσα κατά των αποφάσεων και, ως εκ τούτου, ο διάδικος μπορεί και οφείλει να υπολογίζει, κατά την εκδίκαση της υποθέσεώς του, ότι είναι ενδεχόμενο η μέλλουσα να εκδοθεί απόφαση να μην υπόκειται σε ένδικα μέσα, παρά το γεγονός ότι αυτά επιτρέπονταν κατά την έναρξη και κατά τη διάρκεια της δίκης (ή της ποινικής διώξεως). Δεν είναι δε αντίθετη η ανωτέρω διάταξη ως προς το άρθρο 6 παρ.1 της ΕΣΔΑ που κατοχυρώνει την αρχή της δίκαιης δίκης, από την οποία δεν συνάγεται υποχρέωση του εθνικού νομοθέτη για καθιέρωση ενδίκων μέσων, αλλ' ούτε και στο άρθρο 26 του Συντάγματος, το οποίο καθιερώνει την αρχή της διακρίσεως των εξουσιών. Τέλος, κατά το άρθρο 476 παρ. 1 ΚΠοινΔ, όπως αντικαταστάθηκε από το άρθρο 2 παρ. 18 του ν. 2408/1996, το ένδικο μέσο απορρίπτεται ως απαράδεκτο, εκτός άλλων περιπτώσεων, και όταν ασκήθηκε εναντίον βουλεύματος για το οποίο δεν προβλέπεται. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα έγγραφα της δικογραφίας, η αναιρεσείουσα κατηγορουμένη ..., Δικηγόρος, με το 2820/2006 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών παραπέμφθηκε στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών για το δικασθεί για την αξιόποινη πράξη της συκοφαντικής δυσφημήσεως κατ' εξακολούθηση. Κατά του εν λόγω παραπεμπτικού βουλεύματος η κατηγορουμένη άσκησε την από 20-10-2006 έφεση, η οποία όμως απορρίφθηκε ως απαράδεκτη με το 3170/2006 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, για το λόγο ότι "υφισταμένης παραπομπής της κατηγορουμένης (στο ακροατήριο του αρμόδιου Δικαστηρίου) μόνο για πλημμέλεια δεν συγχωρείται στην προκειμένη περίπτωση η άσκηση εφέσεως απ' αυτήν". Κατά του βουλεύματος δε αυτού (3170/2006) η κατηγορουμένη άσκησε την υπό κρίση από 20-12-2006 αίτηση αναιρέσεως. Όμως, κατά τα εκτιθέμενα στη νομική σκέψη, δεν επιτρέπεται αναίρεση, σύμφωνα με το άρθρο 476 παρ. 2 ΚΠοινΔ, κατά του πιο πάνω 3170/2006 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω και σύμφωνα με όσα προεκτέθηκαν στη νομική σκέψη, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως ως απαράδεκτη και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα (άρθρα 476 παρ. 1 και 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ). Σημειώνεται ότι για την απόρριψη της αιτήσεως αυτής ως απαράδεκτης κλήθηκε να προσέλθει και να εκθέσει τις απόψεις του στο Συμβούλιο τούτο ο αντίκλητος της αναιρεσείουσας (άρθρο 476 παρ. 1 εδ. τελευταίο ΚΠοινΔ), όπως προκύπτει από τη σχετική επισημείωση του αρμόδιου γραμματέα επί του φακέλου της δικογραφίας. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 20-12-2006 αίτηση της ... για αναίρεση του 3170/2006 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Και Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ. Κρίθηκε, αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 12 Ιουνίου 2007. Εκδόθηκε στην Αθήνα την 15 Ιουνίου 2007. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ