Αριθμός 250/2013 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ε' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χαράλαμπο Δημάδη Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βιολέττα Κυτέα, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Αικατερίνη Βασιλακοπούλου-Κατσαβριά και Δήμητρα Λεοντάρη-Μπουρνάκα - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 12 Οκτωβρίου 2012, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αναστασίου Κανελλόπουλου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Γεράσιμου Βάλσαμου, για να δικάσει την αίτηση των αναιρεσειόντων -κατηγορουμένων: 1) V. P. του K., κάτοικο ..., που δεν παρέστη, 2) Θ. Λ. του Γ., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Παναγιώτη Αθανασόπουλο, 3) Ν. Κ. του Σ., κατοίκου ..., που παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Παπαδάκη και 4) Ν. Τ. του Γ., κατοίκου ..., που παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Γιαννακόπουλο, για αναίρεση της υπ' αριθ. 2360, 2883/2010 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και οι αναιρεσείοντες-κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στις από 21 Οκτωβρίου 2011, 18 Οκτωβρίου 2011, 10 Οκτωβρίου 2011 και 17 Οκτωβρίου 2011 αιτήσεις αναιρέσεως των V. P., Θ. Λ., Ν. Κ. και Ν. Τ. αντίστοιχα, οι οποίες καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1135/2011. Αφού άκουσε Τους πληρεξούσιους δικηγόρους των αναιρεσειόντων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε: α)να απορριφθεί ως ανυποστήρικτη η από 21 Οκτωβρίου 2011 αίτηση αναίρεσης του κατηγορουμένου V. P. και β)να απορριφθούν οι προκείμενες αιτήσεις αναίρεσης των κατηγορουμένων Θ. Λ., Ν. Κ. και Ν. Τ.. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Εισάγονται ενώπιον του Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου οι από 21-10-2011, 18-10-2011, 10-10-2011 και 17-10-2011 τέσσερις αιτήσεις αναιρέσεως των V. P. του K., Θ. Λ., Ν. Κ. και Τ. Ν., αντίστοιχα, κατά της υπ' αριθμ. 2360 και 2883/2010 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, οι οποίες είναι συναφείς και πρέπει να συνεκδικασθούν. Κατά το άρθρο 513 παρ 1 εδ γ ΚΠοινΔ ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου κλητεύει τον αναιρεσείοντα και τους λοιπούς διαδίκους στο ακροατήριο του Δικαστηρίου του Αρείου πάγου. Η κλήση αυτή γίνεται με επίδοση σύμφωνα με τα άρθρα 155-161 και μέσα στην προθεσμία του άρθρου 166. Εξάλλου, σύμφωνα με αυτή που ορίζονται από το άρθρο 515 παρ 1 του ίδιου κώδικα, αν αναβληθεί η συζήτηση της υποθέσεως σε ρητή δικάσιμο, όλοι οι διάδικοι οφείλουν να εμφανισθούν σ' αυτήν χωρίς νέα κλήτευση και αν ακόμη δεν ήταν παρόντες, όταν δημοσιεύθηκε η απόφαση για αναβολή. Τέλος, κατά το άρθρο 511 εδ α ΚΠοινΔ, εάν ο αιτών την αναίρεση δεν εμφανισθεί, η αίτησή του απορρίπτεται. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα με ημερομηνία 15-11-2011 και 24-1-2012 δύο αποδεικτικά επιδόσεως του υπαρχιφύλακα ... του Α.Τ Λάρισας το πρώτο και του δικαστικού επιμελητή της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου ... το δεύτερο, ο πρώτος αναιρεσείων κλητεύθηκε από τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου νόμιμα και εμπρόθεσμα, για να εμφανισθεί στη συνεδρίαση της 16-3-2012. Τότε αναβλήθηκε η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης για τη συνεδρίαση που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας απόφασης. Ο αναιρεσείων, όμως, δεν εμφανίσθηκε κατ' αυτήν και την εκφώνηση της υποθέσεως ενώπιον του δικαστηρίου τούτου. Κατά συνέπεια η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης ως προς τον πρώτο αναιρεσείοντα πρέπει να απορριφθεί και να καταδικασθεί ο ανωτέρω αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρ. 583 παρ 1 ΚΠοινΔ). Κατά τη διάταξη του άρθρου 351 παρ 1,2,4 περ δ του ΠΚ "όποιος με τη χρήση βίας, απειλής ή άλλου εξαναγκαστικού μέσου ή την επιβολή ή κατάχρηση εξουσίας προσλαμβάνει, μεταφέρει ή προωθεί εντός ή εκτός της Επικράτειας, κατακρατεί, υποθάλπει, παραδίδει με ή χωρίς αντάλλαγμα σε άλλον ή παραλαμβάνει από άλλον πρόσωπο με σκοπό να προβεί ο ίδιος ή άλλος στη γενετήσια εκμετάλλευσή του τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα (10) ετών και χρηματική ποινή, δέκα χιλιάδων (10.000) έως πενήντα χιλιάδων (50.000) ευρώ" Κατά την παράγραφο 2 της ανωτέρω διατάξεως "Με την ποινή της προηγούμενης παραγράφου τιμωρείται ο υπαίτιος αν, για να πετύχει τον ίδιο σκοπό, αποσπά την συναίνεση προσώπου με τη χρήση απατηλών μέσων ή το παρασύρει εκμεταλλευόμενος την ευάλωτη θέση του θύματος με υποσχέσεις και κατά την παράγραφο 4 περ δ της ίδιας διάταξης ορίζεται ότι "Με κάθειρξη τουλάχιστον δέκα ετών και χρηματική ποινή πενήντα χιλιάδων (50.000) έως εκατό χιλιάδων (100.000) ευρώ τιμωρείται ο υπαίτιος, σύμφωνα με τις προηγούμενες παραγράφους, αν η πράξη α) ... β) ... γ) ... δ) τελέστηκε κατ' επάγγελμα". Από την ανωτέρω διάταξη προκύπτει ότι το έγκλημα της σωματεμπορίας είναι υπαλλακτικώς μικτό, οι μορφές με τις οποίες εμφανίζεται μπορούν να εναλλαχθούν μεταξύ τους, αλλά η συνδρομή περισσοτέρων μορφών, εφόσον το παθόν πρόσωπο είναι ένα, στοιχειοθετεί ένα έγκλημα, οι λοιπές δε μορφές λαμβάνονται υπόψη, κατά την επιμέτρηση της ποινής. Για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της σωματεμπορίας πρέπει ο δράστης χρησιμοποιώντας κάποιον από τους ανωτέρω τρόπους, να εξαναγκάζει άτομο άρρεν ή θήλυ, ενήλικο ή ανήλικο, αν πρόκειται περί ανηλίκου εφαρμόζονται οι επιβαρυντικές περιστάσεις της παραγράφου 4, ή να το παραπείθει να εκπορευτεί. Το έγκλημα της σωματεμπορίας είναι τετελεσμένο με την αποτελεσματική χρήση των εξαναγκαστικών και παραπειστικών μέσων χωρίς να είναι αναγκαίο να πραγματωθεί και η επίτευξη του σκοπού της γενετήσιας εκμετάλλευσης. Προστατευόμενο έννομο αγαθό με το έγκλημα της σωματεμπορίας είναι το δημόσιο συμφέρον που έγκειται στην καταπολέμηση της εκμεταλλεύσεως της ακολασίας. Ο δράστης του εγκλήματος αυτού με τη χρησιμοποίηση βίας (σωματικής ή ψυχολογικής) ή απειλές κάμπτει την αντίσταση του θύματος και επιτυγχάνει τη γενετήσια εκμετάλλευσή του. Κατά το άρθρο 349 παρ3 εδ α του ΠΚ, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 7 του ν. 3064/2002, όποιος κατ' επάγγελμα ή από κερδοσκοπία προάγει στην πορνεία γυναίκες τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον δεκαοκτώ μηνών και χρηματική ποινή. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, η προαγωγή στην πορνεία συνίσταται στην παρακίνηση με οποιονδήποτε τρόπο, γυναίκας, που δεν έχει ακόμη πορνευθεί, να παρέχει κατά συνήθεια σαρκικές ηδονές σε αόριστο αριθμό προσώπων αντί χρημάτων ή άλλης αμοιβής, χωρίς να απαιτείται και το άμεμπτο των ηθών της ή η ανηλικότητά της. Ο δράστης ενεργεί κατ' επάγγελμα, σύμφωνα με το άρθρο 13 εδ στ' του ΠΚ, όταν, από την επανειλημμένη τέλεση της πράξης ή από την υποδομή που έχει διαμορφώσει με πρόθεση επανειλημμένης τέλεσης της πράξης, προκύπτει σκοπός του για πορισμό εισοδήματος ενώ από κερδοσκοπία ενεργεί αυτός, όταν αποβλέπει σε πορισμό εισοδήματος, που αρκεί να προέρχεται και από μία μόνο γυναίκα, ανήλικη ή ενήλικη, έστω και μια φορά. Μεταξύ των εγκλημάτων που προβλέπονται και τιμωρούνται από τις ανωτέρω διατάξεις, προκύπτει ότι υφίσταται αληθινή συρροή, λόγω του ότι κανένα από αυτά δεν αποτελεί συστατικό στοιχείο, ούτε επιβαρυντική περίσταση, ούτε αναγκαίο μέσο τελέσεως του άλλου, οπότε κανένα απ' αυτά δεν απορροφάται από το άλλο. Περαιτέρω κατά την έννοια της διατάξεως του άρθρου 187 παρ 3 ΠΚ, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 1 του ν. 2928/2001 συμμορία είναι η ένωση με άλλον (δηλ. συμφωνία δύο τουλάχιστον προσώπων) προς διάπραξη ενός τουλάχιστον μη προσδιοριζομένου κακουργήματος ή πλημμελήματος τιμωρουμένου με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους και με το οποίο επιδιώκεται οικονομικό ή άλλο υλικό όφελος ή η προσβολή της ζωής, της σωματικώς ακεραιότητας ή της γενετήσιας ελευθερίας. Υποκειμενικά απαιτείται δόλος, ο οποίος ενέχει τη γνώση και τη θέληση της συμφωνίας για την τέλεση κακουργήματος ή πλημμελήματος αρκεί δε και ενδεχόμενος δόλος. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη κατά τα άρθρα 93 παρ 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ 1 στοιχ Δ του ιδίου κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις (αποδεικτικά μέσα) που τα θεμελίωσαν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών, στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο, σύνολο. Ως προς τα αποδεικτικά μέσα αρκεί να αναφέρονται γενικώς κατά το είδος τους και δεν απαιτείται αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τι προκύπτει από το καθένα, ούτε είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση μεταξύ τους ή να προσδιορίζεται η αποδεικτική βαρύτητα εκάστου, αρκεί να προκύπτει με βεβαιότητα ότι η προσβαλλόμενη απόφαση έλαβε υπόψη το σύνολο αυτών, εκ του ότι δε δόθηκε διαφορετική αποδεικτική αξία σε ορισμένα από αυτά, δεν συνάγεται ότι δεν λήφθηκαν υπόψη ούτε εκτιμήθηκαν τα άλλα. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Τέλος, λόγο αναιρέσεως, κατά το άρθρο 510 παρ 1 περίπτ. Ε του ΚΠΔ, συνιστά και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει σ' αυτή διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υφίσταται όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε σωστά τα περιστατικά, που δέχθηκε, στη διάταξη που εφαρμόσθηκε. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει και όταν η παραβίαση αυτής γίνεται εκ πλαγίου, γιατί δεν αναφέρονται στην απόφαση με σαφήνεια, πληρότητα και ορισμένο τρόπο τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν, κατά την κρίση του δικαστηρίου, από την ακροαματική διαδικασία ή κατά την έκθεση αυτών υπάρχει αντίφαση , είτε στην ίδια αιτιολογία, είτε μεταξύ της αιτιολογίας και του διατακτικού, ώστε να μην είναι εφικτός ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο για την ορθή ή μη εφαρμογή του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει, από τα επισκοπούμενα παραδεκτώς πρακτικά της προσβαλλόμενης απόφασης το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, που δίκασε κατ' έφεση, δέχθηκε κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, με επιτρεπτή αλληλοσυμπλήρωση σκεπτικού και διατακτικού, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των κατ' είδος αναφερομένων στην εν λόγω απόφαση αποδεικτικών μέσων, ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά σε σχέση με τις αποδιδόμενες στους αναιρεσείοντες πράξεις της σωματεμπορίας και της μαστροπείας κατ' επάγγελμα και της συμμορίας. "Από την αποδεικτική διαδικασία που έγινε στο ακροατήριο του Δικαστηρίου τούτου και ειδικότερα από τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας και υπερασπίσεως, από τα έγγραφα, τα οποία αναγνώσθηκαν στο ακροατήριο, από τις εκθέσεις που αναγνώσθηκαν στο ακροατήριο από την αιτιολογία των κατηγορουμένων και γενικά από όλη τη συζήτηση της υποθέσεως αποδείχθηκαν τα εξής: Οι κατηγορούμενοι Σ., Κ., Μ., Λ., Κ. και V. P. από κοινού με άλλους όπως οι Κ. Φ. και A. A., με σκοπό να διαπράττουν επανειλημμένως το κακούργημα της σωματεμπορίας σε βάρος αλλοδαπών γυναικών και να πορίζονται εξ αυτού εισόδημα λειτουργούσαν οργανωμένο γραφείο με ηλεκτρονικό υπολογιστή και με τηλέφωνα σε διαμέρισμα του έκτου ορόφου της οικοδομής επί της οδού ... στη ..., το οποίο χρησιμοποιούσαν για προγραμματισμό των ερωτικών συναντήσεων των γυναικών με άνδρες πελάτες. Μάλιστα κατά τις τελευταίες 19 ημέρες πριν από τη σύλληψη των κατηγορουμένων ρυθμίστηκαν 645 ερωτικές συναντήσεις αλλοδαπών γυναικών και οι εισπράξεις του γραφείου, ανήλθαν στο ποσό των 56.950 ευρώ. Δεν απεδείχθη ότι υπήρξε ιεραρχική δομή οργανώσεως ούτε ότι κατενεμήθη ιδιαίτερος ρόλος κάθε μέλους, εκτός του ότι οι Κ. Φ. και A. M. A., ασχολούντο με την στρατολόγηση γυναικών και αποσπούσαν τη συναίνεσή τους με τη χρήση απατηλών μέσων και συγκεκριμένα υποσχόμενοι σε άλλες δωρεάν διακοπές στην Ελλάδα και σε άλλες εξασφάλιση εργασίας ως χορεύτριες και τις έστελναν στη συνέχεια στην Ελλάδα, όπου τις παραλάμβαναν κυρίως οι Σ., Κ., Μ., Λ. και Κ. και χρησιμοποιώντας ως και ο V. P. εξαναγκαστικά κυρίως μέσα (βία, απειλή, κατακράτηση, ξυλοδαρμό, βιασμό), αλλά και απατηλά μέσα και εκμεταλλευόμενοι επίσης την ευάλωτη θέση τους, καθώς βρίσκονταν μόνες σε ξένη χώρα και παρέμεναν παρανόμως, τις εξανάγκασαν να εκδίδονται. Τα χρήματα που έπαιρναν από τους πελάτες περιέρχονταν στον Τ., ο οποίος τα παρέδιδε στον Κ. και εκείνος τα παρέδιδε στον Ν.. Η κατηγορουμένη L. I. και η κατηγορουμένη Ι. Γ., απλώς οργάνωναν τηλεφωνικά τις ερωτικές συναντήσεις, τις οποίες και καταχώριζαν σε σχετικές καταστάσεις, μάλιστα δε πρώτη από αυτές είχε μισθώσει το διαμέρισμα στην οδό ... στη ... όπου λειτουργούσε το "γραφείο". Οι κατηγορούμενοι Β. Κ., Δ. Ζ. και ο Σ. Κ., καθώς και ο Ν. Σ. ως οδηγοί μετέφεραν με αυτοκίνητα τις αλλοδαπές στις ερωτικές συναντήσεις και εισέπρατταν από αυτές τις αμοιβές, τις οποίες παρέδιδαν στον Τ. προς περαιτέρω προώθηση κατά τα ανωτέρω. Οι ως άνω Κ. Φ. και η σύζυγός του A.- M. A. που διέμεναν στη Ρουμανία, στρατολογούσαν νεαρές αλλοδαπές, υποσχόμενοι σε άλλες δωρεάν διακοπές στην Ελλάδα και σε άλλες εξασφάλιση εργασίας στη Ελλάδα ως χορεύτριες, ενώ ο πραγματικός σκοπός τους ήταν η γενετήσια εκμετάλλευσή τους και με απατηλά αυτά μέσα αποσπούσαν τη συναίνεση των γυναικών αυτών να έλθουν στην Ελλάδα (Αθήνα), όπου τις παραλάμβαναν οι άνω κατηγορούμενοι και δη οι εκ των τούτων Σ., Κ. Κ., Μ., Λ. οι οποίοι με εξαναγκαστικά κυρίως, αλλά και απατηλά σε προηγούμενο στάδιο μέσα, τις ανάγκαζαν να πραγματοποιούν ερωτικές συναντήσεις με άνδρες επ' αμοιβή. Τις συναντήσεις αυτές τις ρύθμιζαν τηλεφωνικά οι άνω κατηγορούμενες L. I. και Ι. Γ., οι οποίες αντίστοιχα ήταν σύζυγοι των Ν. και Κ.. Μάλιστα οι κατηγορούμενοι αυτοί (Σ., Κ., Μ., Λ. και Κ.) είχαν οργανώσει και το "γραφείο" από το οποίο ρυθμίζονταν οι ερωτικές συναντήσεις, υπήρχαν δε σε αυτό και ηλεκτρονικός υπολογιστής όπου καταχωρίζονταν οι ερωτικές συναντήσεις και τα τηλέφωνα των πελατών, σε μερικά δε τηλέφωνα υπήρχαν δίπλα και ενδείξεις όπως μπάτσος, Αλβανός, ναρκομανής κλπ. Ο λόγος που καταχωρίζονταν οι ενδείξεις αυτές ήταν για την ασφάλεια και του "γραφείου" και των γυναικών, έτσι ώστε να μην στείλουν γυναίκα στον αστυνομικό και αποκαλυφθούν ή στον Αλβανό και στον τοξικομανή και κινδυνεύσουν οι γυναίκες ή τις κακομεταχειριστούν. Επίσης υπήρχαν στο "γραφείο" και πολλά φορητά τηλέφωνα με τα οποία κλείνονταν οι συναντήσεις και συνεννοούνταν οι οδηγοί των γυναικών. Στο "γραφείο" αυτό που λειτουργούσε σε 24ωρη βάση απασχολούνταν η L. I. και Ι. Γ. και η Ε. Α., όμως δεν απεδείχθη ότι οι εκ των κατηγορουμένων L. I. Β. Κ. και Ι. Γ. γνώριζαν πως οι ερωτικές συναντήσεις που ρύθμιζαν ήταν αποτέλεσμα χρήσεως απατηλών και εξαναγκαστικών μέσων προς τις εκδιδόμενες γυναίκες. Ο αριθμός των αλλοδαπών γυναικών, στη γενετήσια εκμετάλλευση των οποίων προέβησαν οι κατηγορούμενοι, παραμένει άγνωστος, περιλαμβάνονται όμως οπωσδήποτε σ' αυτές οι τρείς Ρουμάνες, η I. O. G., η F. R. και η R.-F. N.. Στην πρώτη από αυτές οι άνω Κ. Φ. και η σύζυγος του A.- M. A. υποσχέθηκαν δωρεάν διακοπές στην Ελλάδα και έτσι απέσπασαν τη συναίνεσή της να έλθει στην Αθήνα, όπου την παρέλαβε ο πρώτος κατηγορούμενος Π. Σ. υπό το όνομα Τ., ο οποίος τη μετέφερε σε διαμέρισμα πολυκατοικίας σε άγνωστη οδό και την παρακρατούσε παρανόμως κλειδώνοντάς την και αφαιρώντας και τα ταξιδιωτικά της έγγραφα καθιστώντας έτσι παράνομη την παραμονή της στη χώρα και της ζήτησε να εκδίδεται. Αυτή αρνήθηκε και εκείνος, προκειμένου να κάμψει της αντίστασή της και να δεχτεί να εκδίδεται, πήγαινε στο σπίτι επί τρεις ημέρες διάφορους άνδρες, οι οποίοι τη βίαζαν διαδοχικά, μεταξύ δε των εννιά ανδρών που διαδοχικά τη βίασαν ήταν και ο κατηγορούμενος V. P.. Στις άλλες δύο από τις ανωτέρω Ρουμάνες, οι Κ. Φ. και η σύζυγός του A.- M. A. υποσχέθηκαν ότι δήθεν τους εξασφάλισαν εργασία στην Αθήνα ως χορεύτριες σε κλαμπ και έτσι απέσπασαν τη συναίνεσή τους να έλθουν στην Αθήνα και να καταλύσουν στο ξενοδοχείο "..." όπου τους είχαν κλείσει δωμάτια. Εκεί εμφανίστηκε σ' αυτές ως δήθεν εργοδότης και ιδιοκτήτης του κλαμπ όπου θα εργάζονταν, ο κατηγορούμενος Θ. Λ. με το ψευδώνυμο "Λ.". Την 28-11-2003 εμφανίστηκαν στο ξενοδοχείο αυτό και κατηγορούμενοι Σ. και Μ., οι οποίοι με εντολή του κατηγορουμένου Κ. τις μετέφεραν στο διαμέρισμα του κατηγορουμένου Κ. στην οδό ... στο ..., όπου τους περίμενε ο Κ.. Εκεί ο Π. Σ., παρουσία και των άλλων δύο (Μ. και Κ.) τους εδήλωσε ότι θα εκδίδονται σε άνδρες πελάτες με αμοιβή για να εξοφλήσουν δήθεν τα χρήματα που είχαν διαθέσει για να τις φέρουν στην Ελλάδα και όταν αυτές αντέδρασαν τις απειλούσε συγχρόνως δε τις χτύπησε, ενώ στη συνέχεια αυτός και οι άνω κατηγορούμενοι κλείδωσαν αυτές στο διαμέρισμα κατακρατώντας αυτές κατά τα εις το διατακτικό. Με τον ανωτέρω τρόπο αναγκάστηκαν οι δύο τελευταίες ως άνω Ρουμάνες να εκδίδονται σε άνδρες πελάτες, ενώ η πρώτη κατάφερε να αποδράσει και πήγε στο αεροδρόμιο όπου αφηγήθηκε στους αστυνομικούς τις ανωτέρω ενέργειες των κατηγορουμένων. Ο κατηγορούμενος Κ. οδηγώντας αυτοκίνητο μετέφερε τις γυναίκες στους τόπους των ερωτικών συναντήσεων και τις περίμενε μπροστά από κάθε σπίτι όπου πήγαιναν και παραλάμβανε από αυτές τα χρήματα της αμοιβής, τα οποία καθημερινά παρέδιδε ο Κ. στον Τ. και αυτός τα παρέδιδε στη συνέχεια στον Κ., ο οποίος τα παρέδιδε με τη σειρά του στον Ν.. Ο λόγος που παρέδιδε ο Τ. τα χρήματα στον Κ. και όχι απευθείας στον Ν. είναι ότι ο Κ. είναι πρώτος εξάδελφος του Ν. και με το να πηγαίνει συνέχεια στο σπίτι του Ν. για να του παραδίδει τα χρήματα δεν θα δημιουργούσε υποψίες όπως θα δημιουργούσαν οι επισκέψεις του Τ. που ήταν ξένος. Όμως παρ' ότι μεταφορά έκανε και ο κατηγορούμενος Κ., δεν απεδείχθη ότι ο Κ., εγνώριζε ότι οι άνω γυναίκες εξεδίδοντο, μάλιστα δε απεδείχθη ότι μόνον μία φορά τυχαίως μετέφερε μία τούτων. Δεν απεδείχθη ο τρόπος με τον οποίο κατανέμονταν τα χρήματα από τη γενετήσια εκμετάλλευση των γυναικών, πάντως φαίνεται ότι ο Ν. ήταν και ο τελευταίος φανερός αποδέκτης των χρημάτων. Ειδικότερα αποδείχθηκε ότι ο κατηγορούμενος Π. Σ., παρέλαβε από το αεροδρόμιο Αθηνών την υπήκοο Ρουμανίας I. O.-G., στην οποία εμφανίσθηκε με το όνομα Τ. και την οποία είχαν αποστείλει στην Ελλάδα οι Κ. Φ. και A.-M. A. με την απατηλή υπόσχεση παροχής σ' αυτή δωρεάν διακοπών στην Ελλάδα και στη συνέχεια, ενεργώντας από κοινού με τους κατηγορουμένους Ν. Κ., V. P. και Ι. K. στην Αθήνα κατά το χρονικό διάστημα από τις αρχές Νοεμβρίου του 2003 μέχρι 25-11-2003, με σκοπό να προβεί ο ίδιος και οι παραπάνω συγκατηγορούμενοί του στη γενετήσια εκμετάλλευσή της, αφού της αφήρεσε τα ταξιδιωτικά της έγγραφα με σωματική βία και με την απειλή βίας την κατακράτησαν άπαντες παράνομα σε άγνωστο διαμέρισμα πολυκατοικίας των Αθηνών, όπου την κλείδωσαν και προκειμένου να την εξαναγκάσουν να εκδίδεται για λογαριασμό αυτών επειδή δε αυτή δεν έστεργε προς τούτο ο πρώτος κατηγορούμενος μετέφερε στο διαμέρισμα αυτό επί τρεις ημέρες άγνωστους άνδρες αλλά οι οποίοι τη βίασαν για να κάμψουν την αντίστασή της και έτσι να πεισθεί να εκδίδεται. Με σκοπό αυτό την βίασε και ο εκ των κατηγορουμένων V. P.. Εις την άνω σωματεμπορία εις βάρος της I. O.-G. δεν απεδείχθη ότι είχαν οποιαδήποτε συμμετοχή οι κατηγορούμενοι Α. Μ. και Θ. Λ.. Περαιτέρω από τα άνω αποδεικτικά μέσα απεδείχθη ότι στην Αθήνα κατά το χρονικό διάστημα από τις αρχές Νοεμβρίου του 2003 μέχρι 1-12-2003, ο Π. Σ. με τους Ν. Κ., Α. Μ., Θ. Λ. και Ι. Κ., παρέλαβε στις 28-11-2013 από το ξενοδοχείο "..." τις υπηκόους Ρουμανίας F. R. και N. R.-F., τις οποίες είχαν αποστείλει στην Ελλάδα οι Κ. Φ. και A.-M. A. με την απατηλή υπόσχεση ότι θα εργασθούν ως χορεύτριες σε κλάμπ του Θ. Λ., ο οποίος εμφανίσθηκε σ' αυτές ως ιδιοκτήτης του κλάμπ και εργοδότης τους και στη συνέχεια, με σκοπό να προβούν στη γενετήσια εκμετάλλευσή τους, τις μετέφεραν με τον Α. Μ. σε διαμέρισμα του 2ου ορόφου της επί της οδού ... οικοδομής στο ..., στο οποίο διέμενε ο Ν. Κ. και εκεί με σωματική βία και με απειλή βίας που άσκησε εναντίον τους τις κατακράτησαν άπαντες παράνομα, κλειδώνοντας αυτές στο διαμέρισμα τις εξανάγκασαν δε να προβούν με αντάλλαγμα η πρώτη σε τρεις και η δεύτερη σε δύο γενετήσιες συνευρέσεις σε άνδρες. Όλες τις παραπάνω πράξεις τους τέλεσαν κατ' επάγγελμα, καθόσον από την επανειλημμένη τέλεση αυτών και από την υποδομή που είχαν διαμορφώσει με την χρήση αυτοκινήτων, του άνω ειδικώς μισθωμένου ως τηλεφωνικό κέντρο γραφείου με εξειδικευμένο στην σχετική επικοινωνία με τους άνδρες πελάτες προσωπικού με πρόθεση επανειλημμένης τέλεσης αυτών, προκύπτει σκοπός του προς πορισμό εισοδήματος. Απεδείχθη περαιτέρω ότι οι ανωτέρω Π. Σ., Ν. Κ., Α. Μ., Θ. Λ., Ι. Κ., Κ. Φ., A.-M. A. και V. P. στην Αθήνα κατά το χρονικό διάστημα από τις αρχές Νοεμβρίου του 2003 μέχρι 1-12-2003 ενώθηκαν μεταξύ των για να διαπράξουν το κακούργημα της σωματεμπορίας και συγκεκριμένα στον παραπάνω αναφερόμενο τόπο και χρόνο ενώθηκαν για να διαπράξουν τα παραπάνω υπό το στοιχείο Α αναφερόμενο κακουργήματα της σωματεμπορίας. Περαιτέρω απεδείχθη ότι οι κατηγορούμενοι Ν. Ν., Ν. Κ. και Ν. Τ. στην Αθήνα κατά το χρονικό διάστημα από τις αρχές Νοεμβρίου του 2003 μέχρι 1-12-2003, ενεργώντας από κοινού προήγαγαν κατ' επάγγελμα στην πορνεία γυναίκες και συγκεκριμένα: κατά το χρονικό διάστημα από τις αρχές Νοεμβρίου του 2003 μέχρι 25-11-2003, παραλάμβαναν από τον τόπο της διαμονής της την υπήκοο Ρουμανίας I. O.-G. και στη συνέχεια την προήγαγαν στην πορνεία πείθοντας αυτή να εκδίδεται σε άνδρες με αντάλλαγμα, μετέφεραν δε αυτή προς τούτο στον τόπο των γενετησίων συνευρέσεών της με άνδρες επ' ανταλλάγματι ενώ κατά το χρονικό διάστημα από τις αρχές Νοεμβρίου του 2003 μέχρι 1-12-2003, παραλάμβαναν από τον τόπο της διαμονής τους τις υπηκόους Ρουμανίας F. R. και N. R.-F. και στη συνέχεια τις προήγαγαν στην πορνεία πείθοντας αυτές να εκδίδονται σε άνδρες με αντάλλαγμα, μετέφεραν δε αυτές προς τούτο στον τόπο των γενετησίων συνευρέσεών τους με άνδρες επ' ανταλλάγματι. Τις παραπάνω πράξεις τους ετέλεσαν κατ' επάγγελμα, καθόσον από την επανειλημμένη τέλεση αυτών και από την υποδομή που είχαν διαμορφώσει με την χρήση αυτοκινήτων και του άνω τηλεφωνικού κέντρου με πρόθεση επανειλημμένης τέλεσης αυτών, προκύπτει σκοπός του προς πορισμό εισοδήματος. Περαιτέρω απεδείχθη ότι αυτοί στην Αθήνα κατά το χρονικό διάστημα από τις αρχές Νοεμβρίου του 2003 μέχρι 1-12-2003 ενώθηκαν μεταξύ των για να διαπράξουν πλημμέλημα και συγκεκριμένα για να διαπράξουν τα παραπάνω αναφερόμενα πλημμελήματα της κατ' επάγγελμα μαστροπείας, το οποίο αποτελεί προσβολή της γενετήσιας ελευθερίας. Τις ανωτέρω πράξεις της σωματεμπορίας και της μαστροπείας, αντιστοίχως, ετέλεσαν οι τελέσαντες αυτάς ως άνω κατηγορούμενοι κατ' επάγγελμα, γιατί από την επανειλημμένη τέλεσή των και από την υποδομή που είχαν διαμορφώσει με πρόθεση επανειλημμένης τέλεσης, προκύπτει σκοπός τους για πορισμό εισοδήματος, το οποίο και πορίζονταν. Επομένως οι ανωτέρω κατηγορούμενοι πρέπει να κηρυχθούν ένοχοι των πράξεων αυτών, οι οποίες αναλύονται ειδικότερα στο διατακτικό. Με βάση τις παραδοχές αυτές το Δικαστήριο της ουσίας κήρυξε ένοχους τους αναιρεσείοντες των ανωτέρω πράξεων και ειδικότερα: κήρυξε ένοχο: 1) τον πρώτο κατηγορούμενο Ν. Κ. του Σ. του ότι: Α) Στην Αθήνα κατά το χρονικό διάστημα από τις αρχές Νοεμβρίου του 2003 μέχρι 1-12-2003, ενεργώντας από κοινού με άλλους, με περισσότερες από μία πράξεις κατακράτησε με τη χρήση βίας και απειλής βίας τρεις αλλοδαπές γυναίκες με σκοπό να προβεί ο ίδιος και άλλοι στη γενετήσια εκμετάλλευσή τους, τέλεσε δε τις πράξεις αυτές κατ' επάγγελμα και συγκεκριμένα: α) Στην Αθήνα κατά το χρονικό διάστημα από τις αρχές Νοεμβρίου του 2003 μέχρι 25-11-2003, ενεργώντας από κοινού με τους συγκατηγορουμένους του Π. Σ., Ι. Κ. και V. P., με σκοπό να προβεί ο ίδιος και οι παραπάνω συγκατηγορούμενοί του στη γενετήσια εκμετάλλευση της υπηκόου Ρουμανίας I. O. - G. την οποία είχε παραλάβει από το αεροδρόμιο Αθηνών ο συγκατηγορούμενός του Π. Σ., ο οποίος εμφανίσθηκε σ' αυτή με το όνομα Τ. και την οποία είχαν αποστείλει στην Ελλάδα οι Κ. Φ. και A.-M. A. με την απατηλή υπόσχεση παροχής σ' αυτή δωρεάν διακοπών στην Ελλάδα, με σωματική βία και με απειλή βίας την κατακράτησε παράνομα σε άγνωστο διαμέρισμα πολυκατοικίας των Αθηνών, όπου την κλείδωσε και προκειμένου να την εξαναγκάσει να εκδίδεται για λογαριασμό αυτού και των άλλων συγκατηγορουμένων του, μετέφερε στο διαμέρισμα αυτό επί τρεις ημέρες άγνωστους άνδρες και τον συγκατηγορούμενό του V. P., οι οποίοι τη βίασαν για να κάμψουν την αντίστασή της και έτσι να πεισθεί να εκδίδεται. β) Στην Αθήνα κατά το χρονικό διάστημα από τις αρχές Νοεμβρίου του 2003 μέχρι 1-12-2003, ενεργώντας από κοινού με τους συγκατηγορουμένους του Π. Σ., Α. Μ., Θ. Λ. και Ι. Κ., παρέλαβε στις 28-11-2003 από το ξενοδοχείο "..." τις υπηκόους Ρουμανίας F. R. και N. R.-F., τις οποίες είχαν αποστείλει στην Ελλάδα οι Κ. Φ. και A.-M. A. με την απατηλή υπόσχεση ότι θα εργασθούν ως χορεύτριες σε κλαμπ του Θ. Λ., ο οποίος εμφανίσθηκε σ' αυτές ως ιδιοκτήτης του κλαμπ και εργοδότης τους και στη συνέχεια, με σκοπό να προβεί ο ίδιος και οι παραπάνω συγκατηγορούμενοί του στη γενετήσια εκμετάλλευσή τους, τις κατακράτησε παράνομα στο διαμέρισμα του 2ου ορόφου της επί της οδού ... οικοδομής στο ..., κλειδώνοντας αυτές στο διαμέρισμα, στο οποίο διέμενε και ο ίδιος και στο οποίο τις είχαν μεταφέρει από κοινού ο Π. Σ. με τον Α. Μ. και εκεί με σωματική βία και με απειλή βίας που άσκησε εναντίον τους τις εξανάγκασε να προβούν με αντάλλαγμα η πρώτη σε τρεις και η δεύτερη σε δύο γενετήσιες συνευρέσεις σε άνδρες. Τις παραπάνω πράξεις του τέλεσε κατ' επάγγελμα, καθόσον από την επανειλημμένη τέλεση αυτών και από την υποδομή που είχε διαμορφώσει με πρόθεση επανειλημμένης τέλεσης αυτών, προκύπτει σκοπός του προς πορισμό εισοδήματος. Β) Στην Αθήνα κατά το χρονικό διάστημα από τις αρχές Νοεμβρίου του 2003 μέχρι 1-12-2003 ενώθηκε με άλλους για να διαπράξουν κακούργημα και συγκεκριμένα στον παραπάνω αναφερόμενο τόπο και χρόνο ενώθηκε με τους συγκατηγορουμένους του Π. Σ., Α. Μ., Θ. Λ., Ι. Κ., Κ. Φ., A.-M. A. και V. P. για να διαπράξουν τα παραπάνω υπό το στοιχείο Α αναφερόμενα κακουργήματα της σωματεμπορίας. 2) Τον κατηγορούμενο Θ. Λ. του Γ. του ότι στους παρακάτω αναφερόμενους τόπους και χρόνους με περισσότερες από μία πράξεις τέλεσε περισσότερα από ένα εγκλήματα τιμωρούμενα από το νόμο με πρόσκαιρες στερητικές της ελευθερίας ποινές και με χρηματικές ποινές και ειδικότερα: Α) Στην Αθήνα κατά το χρονικό διάστημα από τις αρχές Νοεμβρίου του 2003 μέχρι 1-12-2003, ενεργώντας από κοινού με άλλους, με περισσότερες από μία πράξεις κατακράτησε με τη χρήση βίας και απειλής βίας δύο αλλοδαπές γυναίκες με σκοπό να προβεί ο ίδιος και άλλοι στη γενετήσια εκμετάλλευσή τους, τέλεσε δε τις πράξεις αυτές κατ' επάγγελμα και συγκεκριμένα στην Αθήνα κατά το χρονικό διάστημα από τις αρχές Νοεμβρίου του 2003 μέχρι 1-12-2003, ενεργώντας από κοινού με τους συγκατηγορουμένους του Π. Σ., Ν. Κ., Α. Μ. και Ι. Κ., παρέλαβε στις 28-11-2003 από το ξενοδοχείο "..." τις υπηκόους Ρουμανίας F. R. και N. R.-F., τις οποίες είχαν αποστείλει στην Ελλάδα οι Κ. Φ. και A.-M. A. με την απατηλή υπόσχεση ότι θα εργασθούν ως χορεύτριες σε κλάμπ εκμεταλλεύσεως δικής του και στις οποίες εμφανίσθηκε ως ιδιοκτήτης του κλαμπ και εργοδότης τους και στη συνέχεια, με σκοπό να προβεί ο ίδιος και οι παραπάνω συγκατηγορούμενοί του στη γενετήσια εκμετάλλευσή τους, τις κατακράτησε παράνομα σε διαμέρισμα του 2ου ορόφου της επί της οδού ... οικοδομής στο ..., στο οποίο διέμενε ο Ν. Κ. και στο οποίο τις είχαν μεταφέρει από κοινού ο Π. Σ. με τον Α. Μ. και εκεί με σωματική βία και με απειλή βίας που άσκησε εναντίον τους, κλειδώνοντας αυτές στο διαμέρισμα, τις εξανάγκασε να προβούν με αντάλλαγμα η πρώτη σε τρεις και η δεύτερη σε δύο γενετήσιες συνευρέσεις σε άνδρες. Τις παραπάνω πράξεις του τέλεσε κατ' επάγγελμα καθόσον από την επανειλημμένη τέλεση αυτών και από την υποδομή που είχε διαμορφώσει με πρόθεση επανειλημμένης τέλεσης αυτών, προκύπτει σκοπός του προς πορισμό εισοδήματος. Β) Στην Αθήνα κατά το χρονικό διάστημα από τις αρχές Νοεμβρίου του 2003 μέχρι 1-12-2003 ενώθηκε με άλλους για να διαπράξουν κακούργημα και συγκεκριμένα στον παραπάνω αναφερόμενο τόπο και χρόνο ενώθηκε με τους συγκατηγορουμένους του Π. Σ., Ν. Κ., Α. Μ., Ι. Κ., Κ. Φ., A.-M. A. και V. P. για να διαπράξουν τα παραπάνω υπό το στοιχείο Α αναφερόμενο κακουργήματα της σωματεμπορίας. 3) Κατά πλειοψηφία τον κατηγορούμενο Ν. Τ. του Γ. του ότι στους παρακάτω αναφερόμενους τόπους και χρόνους με περισσότερες από μία πράξεις τέλεσε περισσότερα από ένα εγκλήματα τιμωρούμενα από το νόμο με πρόσκαιρες στερητικές της ελευθερίας ποινές και με χρηματικές ποινές και ειδικότερα: Α) Στην Αθήνα κατά το χρονικό διάστημα από τις αρχές Νοεμβρίου του 2003 μέχρι 1-12-2003, ενεργώντας από κοινού με άλλον, με περισσότερες από μία πράξεις προήγαγε κατ' επάγγελμα στην πορνεία γυναίκες και συγκεκριμένα: α) Στην Αθήνα κατά το χρονικό διάστημα από τις αρχές Νοεμβρίου του 2003 μέχρι 25-11-2003, ενεργώντας από κοινού με τους συγκατηγορουμένους του Ν. Ν. και Ν. Κ., παραλάμβανε από τον τόπο της διαμονής της την υπήκοο Ρουμανίας I. O. - G. και στη συνέχεια την προήγαγε στην πορνεία πείθοντας αυτή να εκδίδεται σε άνδρες με αντάλλαγμα, μετέφερε δε αυτή προς τούτο στον τόπο των γενετησίων συνευρέσεών της με άνδρες επ' ανταλλάγματι. β) Στην Αθήνα κατά το χρονικό διάστημα από τις αρχές Νοεμβρίου του 2003 μέχρι 1-12-2003, ενεργώντας από κοινού με τους συγκατηγορουμένους του Ν. Ν. και Ν. Κ., παραλάμβανε από τον τόπο της διαμονής τους τις υπηκόους Ρουμανίας F. R. και N. R.-F. και στη συνέχεια τις προήγαγε στην πορνεία πείθοντας αυτές να εκδίδονται σε άνδρες με αντάλλαγμα, μετέφερε δε αυτές προς τούτο στον τόπο των γενετησίων συνευρέσεών τους με άνδρες επ' ανταλλάγματι. Τις παραπάνω πράξεις του τέλεσε κατ' επάγγελμα, καθόσον από την επανειλημμένη τέλεση αυτών και από την υποδομή που είχε διαμορφώσει με πρόθεση επανειλημμένης τέλεσης αυτών, προκύπτει σκοπός του προς πορισμό εισοδήματος. Β) Στην Αθήνα κατά το χρονικό διάστημα από τις αρχές Νοεμβρίου του 2003 μέχρι 1-12-2003 ενώθηκε με άλλους για να διαπράξουν πλημμέλημα και συγκεκριμένα στον παραπάνω αναφερόμενο τόπο και χρόνο ενώθηκε με τους συγκατηγορουμένους του Ν. Ν. και Ν. Κ. για να διαπράξουν τα παραπάνω υπό το στοιχείο Α αναφερόμενα πλημμελήματα της κατ' επάγγελμα μαστροπείας, το οποίο αποτελεί προσβολή της γενετήσιας ελευθερίας". Με αυτά που δέχθηκε το δικάσαν Πενταμελές Εφετείο, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του, την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτήν κατά την παραδεκτή ως άνω αλληλοσυμπλήρωση σκεπτικού και διατακτικού, με σαφήνεια πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν από την αποδεικτική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των πιο πάνω εγκλημάτων, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς με τους οποίους, έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 13στ, 94, 98, 349 παρ. 3, 351 παρ. 1, 2 4 περ. δ και στη διάταξη του άρθρου 187 παρ. 3 ΠΚ, όπως η τελευταία αντικαταστάθηκε με το ν. 2928/2001 και ισχύει από 27-6-2001, τις οποίες διατάξεις, κατά τα εκτεθέντα, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει είτε ευθέως είτε εκ πλαγίου και χωρίς να στερήσει έτσι την απόφασή του νομίμου βάσης. Ειδικότερα, αναφέρονται στην αιτιολογία τα αποδεικτικά μέσα κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα, και απολογία κατηγορουμένων) από τα οποία το Δικαστήριο συνήγαγε τα περιστατικά που εκτέθηκαν και οδηγήθηκε στην καταδικαστική του κρίση, ενώ δεν υπήρχε, κατά νόμο, ανάγκη να τα παραθέσει αναλυτικά και να εκθέσει τι προκύπτει χωριστά από το καθένα από αυτά. Επαρκώς και πλήρως αιτιολογείται, κατά τις αναφερόμενες στην προσβαλλόμενη απόφαση διακρίσεις, η εκ μέρους των αναιρεσειόντων σύσταση, συμμορίας, των δύο πρώτων αναιρεσειόντων (Θ. Λ. και Ν. Κ.) για διάπραξη σωματεμποριών και του τρίτου αναιρεσείοντος (Ν. Τ.) μετ' άλλων προσώπων, τα οποία δεν είναι αναιρεσείοντες, για διάπραξη μαστροπειών, εκ των οποίων επιδιώκεται οικονομικό όφελος συνιστάμενο, στην απόκτηση, χρημάτων από την τέλεση αυτών. Εξειδικεύεται η δράση του αναιρεσείοντος Θ. Λ., ο οποίος, κατά τις παραδοχές της απόφασης, όπως αυτές προκύπτουν από την αλληλοσυμπλήρωση σκεπτικού και διατακτικού, εμφανίσθηκε στις αλλοδαπές υπηκόους Ρουμανίας F. R. και N. R.-F., ως ιδιοκτήτης κλάμπ και εργοδότης τους και αφού τις κατακράτησε παράνομα στο διαμέρισμα, στο οποίο διέμενε ο αναιρεσείων Ν. Κ., κλειδώνοντας αυτές στο διαμέρισμα, με σωματική βία (ξυλοδαρμό) και με απειλή βίας που άσκησε εναντίον τους τις εξανάγκασε να προβούν με αντάλλαγμα σε γενετήσιες συνευρέσεις με άνδρες, χωρίς να χρειάζεται για την πληρότητα της αιτιολογίας να προσδιορίζεται το περιεχόμενο των απειλών και να εξειδικεύεται ο τρόπος με τον οποίον πραγματοποιήθηκαν αυτές. Αναφέρεται ο τρόπος με τον οποίον ο εκ των αναιρεσειόντων Ν. Τ. προώθησε τις ανωτέρω αλλοδαπές στην πορνεία, αφού κατά τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, τις έπεισε να εκδίδονται σε αόριστο αριθμό ανδρών έναντι αμοιβής. Αιτιολογείται πλήρως η κατ' επάγγελμα τέλεση των πράξεων της σωματεμπορίας και της μαστροπείας, αφού γίνεται δεκτό, ότι τις ως άνω πράξεις άπαντες οι αναιρεσείοντες τέλεσαν επανειλημμένα με σκοπό πορισμού εισοδήματος και περιγράφεται η υποδομή που είχαν διαμορφώσει (λειτουργία οργανωμένου γραφείου με ηλεκτρονικό υπολογιστή και με τηλέφωνα στο επί της οδού ... στη ... διαμέρισμα, το οποίο χρησιμοποιούσαν για προγραμματισμό ερωτικών συναντήσεων γυναικών και χρήση αυτοκινήτου για τη μεταφορά των γυναικών σε ερωτικά ραντεβού), η οποία φανερώνει πρόθεση για επανειλημμένη τέλεση της πράξεως από την οποία προκύπτει σκοπός για πορισμό εισοδήματος (γίνεται αναφορά για εισπράξεις ποσού 56.950 ευρώ και πραγματοποίηση 645 ερωτικών συναντήσεων). Περαιτέρω ουδεμία ασάφεια δημιουργείται ως προς το χρόνο τελέσεως των πράξεων που αποδίδονται στον Θ. Λ. εκ του ότι αρχικά αναφέρεται ως χρόνος τελέσεως αυτών το διάστημα από 1-11-2003 έως 1-12-2003 και κατόπιν εξειδικεύεται ο χρόνος αυτός αναφορικά με τις σωματεμπορίες από 28-11-2003 έως 1-12-2003. Η ειδικότερη αιτίαση του εκ των αναιρεσειόντων Ν. Τ. ότι η προσβαλλόμενη ενέχει αντίφαση από το ότι αυτός μεν κηρύχθηκε ένοχος για την πράξη της μαστροπείας οι δε συγκατηγορούμενοι του για το έγκλημα της σωματεμπορίας είναι αβάσιμη, αφού, όπως λέχθηκε, παραπάνω, τα δύο αυτά αδικήματα συρρέουν αληθινά και κανένα από δεν αποτελεί αναγκαίο μέσο για την τέλεση του άλλου, ενώ κατά τις παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως οι συγκατηγορούμενοι του προώθησαν τις αλλοδαπές σ' αυτόν με σκοπό τη γενετήσια εκμετάλλευση τους ο σκοπός δε αυτός επετεύχθη με την προαγωγή τους στην πορνεία, την οποία υλοποίησε ο αναιρεσείων, ο οποίος τις έπεισε, να εκδίδονται σε αόριστο αριθμό ανδρών με αντάλλαγμα μεταφέροντας αυτές στον τόπο των γενετησίων συνευρέσεων τους. Κατ' ακολουθίαν τούτων οι από το άρθρο 510 παρ. 1 Δ' και Ε' ΚΠΔ σχετικοί λόγοι της αιτήσεως αναιρέσεως όλων των αναιρεσειόντων, με τους οποίους, υποστηρίζονται τα αντίθετα, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι. Όλες οι λοιπές αιτιάσεις των αναιρεσειόντων, με τις οποίες, υπό την επίκληση του λόγου της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, πλήττεται η από το Δικαστήριο της ουσίας εκτίμηση των αποδείξεων, πρέπει να απορριφθούν ως απαράδεκτες, αφού ανάγονται στην αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου. Κατά τη διάταξη του άρθρου 365 παρ. 1 του ΚΠΔ, προκύπτει ότι, ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο, η οποία ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' του ίδιου κώδικα λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως, προκαλείται, όταν, παρά την υποβολή σχετικής αιτήσεως από τον κατηγορούμενο ή τον εισαγγελέα, δεν αναγνωσθεί η ληφθείσα κατά την προδικασία ένορκη κατάθεση μάρτυρα, του οποίου η εμφάνιση στο ακροατήριο είναι αδύνατη, για λόγους που αναφέρονται στη διάταξη αυτή. Δεν δημιουργείται όμως καμία ακυρότητα, όπως προκύπτει από την προαναφερθείσα διάταξη, σε συνδυασμό και με τις διατάξεις του άρθρου 354 του ΚΠΔ, όταν το δικαστήριο αυτεπαγγέλτως αναγνώσει την ένορκη κατάθεση μάρτυρα της προδικασίας, έστω και αν εναντιωθεί στην ανάγνωση της καταθέσεώς του ο κατηγορούμενος, αφού, όμως προηγουμένως, κρίνει αιτιολογημένα, ότι η εμφάνιση του μάρτυρα στο ακροατήριο είναι αδύνατη για κάποιον από τους αναφερόμενους στο άρθρο 365 παρ. 1 του ΚΠΔ λόγους, ούτε δε προσκρούει η ανάγνωση αυτή στη διάταξη του άρθρου 6 παρ. 3 εδ. δ' της ΕΣΔΑ, κατά την οποία ο κατηγορούμενος έχει το δικαίωμα να εξετάσει ή να ζητήσει να εξετασθούν οι μάρτυρες κατηγορίας και να επιτύχει την πρόσκληση και εξέταση των μαρτύρων υπερασπίσεως, καθόσον, το τελευταίο, προϋποθέτει, ότι η εμφάνιση του μάρτυρα στο ακροατήριο είναι δυνατή. Αντίθετη εκδοχή θα οδηγούσε στην εκ μέρους του κατηγορουμένου απόλυτη επιλογή των μαρτυρικών καταθέσεων που λήφθηκαν ενόρκως κατά την προδικασία και τη μη αξιολόγηση και αχρήστευση των καταθέσεων της προδικασίας, που δεν θα επιθυμούσε να ληφθούν υπόψη. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της δίκης, επί της οποίας εκδόθηκε η απόφαση, ο εκ των αναιρεσειόντων κατηγορουμένων Ν. Κ. ζήτησε από το Δικαστήριο να εμφανιστεί και εξεταστεί στο ακροατήριο η απολειπομένη μάρτυρας F. R. και το Δικαστήριο με την προσβαλλόμενη απόφασή του απέρριψε το αίτημα αυτό με της εξής αιτιολογία: "Επειδή εν προκειμένω από τα αναγνωσθέντα έγγραφα ιδία δε από το αναγνωσθέν σε νόμιμη μετάφραση υπ' αριθμ. 909222/651 από 8.1.10 έγγραφο το οποίο υπογράφεται από τη Διευθύντρια της Διευθύνσεως Διεθνούς Δικαίου και συνθηκών της Ρουμανίας V. O. αποδεικνύεται ότι η κλήτευση και εμφάνιση της μάρτυρος F. R. είναι αδύνατος λόγω της ανεπαρκείας προσδιορισμού της δηλωθείσης διευθύνσεως κατοικίας της εις τη Ρουμανία. Συνεπώς πρέπει να αναγνωσθούν οι καταθέσεις της εις την προδικασίαν λόγω του ανεφίκτου της προσελεύσεώς της". Η αιτιολογία αυτή είναι, σύμφωνα με τις προαναφερθείσες διατάξεις, ειδική και εμπεριστατωμένη, αφού πλήρως αιτιολογείται, γιατί η εμφάνιση της μάρτυρος στο ακροατήριο είναι αδύνατη και συνεπώς ο εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠΔ σχετικός λόγος της ένδικης αίτησης αναίρεσης των εκ των αναιρεσειόντων Ν. Κ. και Ν. Τ., με τον οποίον προβάλλονται αντίθετες αιτιάσεις είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Στη συνέχεια δε, παρά τις προς τούτο αντιρρήσεις του συνηγόρου υπεράσπισης του εκ των αναιρεσειόντων Ν. Κ., αναγνώσθηκαν αυτεπαγγέλτως οι ένορκες καταθέσεις στην προδικασία της ως άνω απολειπομένης μάρτυρος. Με την ανάγνωση αυτή της αναφερομένης καταθέσεως της μάρτυρος F. R., μετά δηλαδή τη διαπίστωση του αδυνάτου της εμφάνισής της στο ακροατήριο, ουδεμία, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα ακυρότητα επήλθε. Συνεπώς ο εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Α' ΚΠΔ σχετικός λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως του εκ των αναιρεσειόντων Ν. Κ. με τον οποίον προβάλλονται αντίθετες αιτιάσεις είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Β' του ΚΠΔ λόγος αναιρέσεως της αποφάσεως είναι η έλλειψη της ακροάσεως κατά το άρθρο 170 παρ. 2, η οποία επιφέρει ακυρότητα της διαδικασίας. Η ακυρότητα αυτή επέρχεται κατά τη διάταξη του άρθρου 170 παρ. 2 στοιχ. α' του ΚΠΔ στην περίπτωση που ο κατηγορούμενος ή ο συνήγορός του ζήτησαν να ασκήσουν δικαίωμα που ρητά τους παρέχεται από το νόμο και το δικαστήριο τους αρνήθηκε ή παρέλειψε να αποφανθεί για τη σχετική αίτηση. Δεν αποτελεί έλλειψη ακροάσεως η μη απάντηση του δικαστηρίου σε επιχειρήματα ή αρνητικούς της κατηγορίας ισχυρισμούς. Στην προκειμένη περίπτωση η αιτίαση του αναιρεσείοντος Ν. Κ., ότι το δικαστήριο δεν απάντησε στον ισχυρισμό του, ότι η πράξη έφερε τον χαρακτήρα όχι της σωματεμπορίας αλλά της διευκόλυνσης της αλλοτρίας ακολασίας δεν ήταν αυτοτελής αλλ' αρνητικός της κατηγορίας και ως εκ τούτου το Δικαστήριο δεν είχε υποχρέωση να απαντήσει, ανεξαρτήτως του ότι η αιτιολογία της αποφάσεως για την ενοχή εμπεριέχει και την αιτιολογία για του αρνητικό αυτόν ισχυρισμό. Επομένως, δεν επήλθε έλλειψη της ακροάσεως κατά το άρθρο 170 παρ. 2 ΚΠΔ, η οποία επιφέρει ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο και ο σχετικός από τις διατάξεις του άρθρου 510 παρ. 1β λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως του αναιρεσείοντος Ν. Κ. είναι αβάσιμος και πρέπει ν' απορριφθεί. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω και ενόψει του ότι δεν υπάρχουν άλλοι λόγοι αναιρέσεως, πρέπει όλες οι συνεκδικαζόμενες αιτήσεις να απορριφθούν και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα (άρθρ. 583 παρ. 1 ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει τις από 21/10/2011, 18-10-2011, 10-10-2011 17-10-2011 αιτήσεις (δηλώσεις) των V. P. του K., κατοίκου ..., Θ. Λ. του Γ., κατοίκου ..., Ν. Κ. του Σ., κατοίκου ... και Ν. Τ., κατοίκου ..., αντίστοιχα, για αναίρεση της με αριθμ. 2360 και 2883/2010 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Και Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ για τον καθένα. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 11 Ιανουαρίου 2013. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 15 Φεβρουαρίου 2013. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ