Αριθμός 2103/2013 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ B1' Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Λυκούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ανδρέα Δουλγεράκη, Νικόλαο Πάσσο, Δημήτριο Κόμη και Στυλιανή Γιαννούκου, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 5 Νοεμβρίου 2013, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ: Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Ευθυμία Γκαράνη, Πάρεδρο ΝΣΚ, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ. Της αναιρεσίβλητης: Μ. Ξ. του Β., κατοίκου ..., η οποία παραστάθηκε με την πληρεξούσια δικηγόρο της Μαρία Ασημακοπούλου. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30-10-2007 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης και της Ε. Δ., που δεν είναι διάδικος στην παρούσα δίκη, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 36/2010 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 6091/2012 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 13-3-2013 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ανδρέας Δουλγεράκης διάβασε την από 24-10-2013 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης. Η πληρεξούσια της αναιρεσίβλητης ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη. ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Από το συνδυασµό των διατάξεων των άρθρων 648, 649, 669, 672 ΑΚ προκύπτει, ότι σύµβαση εργασίας αορίστου χρόνου υπάρχει, όταν οι συμβαλλόμενοι δεν έχουν συμφωνήσει ορισμένη διάρκεια για την παροχή της εργασίας, ούτε η χρονική αυτή διάρκεια συνάγεται από το είδος και το σκοπό της εργασίας. Αντίθετα, η σύµβαση εργασίας είναι ορισµένου χρόνου όταν συνομολογείται η διάρκεια αυτής µέχρις ορισµένου χρονικού σηµείου ή µέχρις την επέλευση ορισµένου μέλλοντος και βεβαίου γεγονότος ή την εκτέλεση ορισμένου έργου, µετά την περάτωση του οποίου ή την επέλευση του βεβαίου γεγονότος ή του χρονικού σηµείου, παύει να ισχύει αυτοδικαίως. Εποµένως, η διάρκεια της σύµβασης εργασίας ορισµένου χρόνου είναι σαφώς καθορισμένη, είτε γιατί συμφωνήθηκε, ρητά ή σιωπηρά, είτε γιατί προκύπτει από το είδος και το σκοπό της σύμβασης εργασίας. Χαρακτηριστικό της σύµβασης εργασίας ορισµένου χρόνου είναι ότι τα µέρη γνωρίζουν επακριβώς το χρονικό σηµείο της λήξης της. Η σύµβαση αυτή παύει αυτοδικαίως, σύµφωνα µε το άρθ. 669 § 1 ΑΚ, όταν λήξει ο χρόνος για τον οποίο συνομολογήθηκε, χωρίς να χρειάζεται καταγγελία της και καταβολή αποζημίωσης. Εξάλλου, ο χαρακτηρισμός μιας σχέσης ως σύμβασης έργου ή εξαρτημένης ή ανεξάρτητης εργασίας ορισμένου ή αορίστου χρόνου δεν εξαρτάται από το χαρακτηρισμό που δίνουν σ' αυτήν οι δικαιοπρακτούντες ή ο νόμος, διότι ο χαρακτηρισμός αυτός, ως κατ' εξοχήν έργο της δικαιοδοτικής λειτουργίας, όπως οριοθετείται από τις διατάξεις των άρθ. 26 § 3 και 87 § 2 του Συντάγματος, ανήκει στο δικαστήριο, το οποίο, αξιολογώντας τα πραγματικά περιστατικά που εκτίθενται στο δικόγραφο της αγωγής και εφόσον στη συνέχεια προκύψουν και κατά την αποδεικτική διαδικασία, προσδίδει τον ορθό νομικό χαρακτηρισμό στη σύμβαση, κρίση η οποία στη συνέχεια ελέγχεται αναιρετικά στα πλαίσια της διάταξης του άρθ. 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ. Η δυνατότητα του ορθού χαρακτηρισμού από το δικαστήριο της έννομης σχέσης ως σύμβασης έργου ή εργασίας ορισμένου ή αορίστου χρόνου δεν αποκλείεται στις εργασιακές σχέσεις του δημόσιου (και του ευρύτερου δημόσιου) τομέα. Περαιτέρω, η Οδηγία 1999/70/ΕΚ του Συμβουλίου της 28-6-1999 (που άρχισε να ισχύει από 10-7-2001) έχει ως σκοπό την αποτροπή της κατάχρησης σύναψης διαδοχικών συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας ορισμένου χρόνου με τη λήψη από τα κράτη μέλη, όταν δεν υπάρχουν ισοδύναμα μέτρα για την πρόληψη των καταχρήσεων, συγκεκριμένων μέτρων προσαρμογής (ρήτρα 5 του παραρτήματος αυτής), η Οδηγία δε αυτή ενσωματώθηκε στην ελληνική έννομη τάξη με τα ΠΔ 81/2003 και 164/2004, που εφαρμόζονται στους εργαζομένους με συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου στο δημόσιο τομέα, η ισχύς των οποίων άρχισε από τη δημοσίευσή τους στην Εφημερίδα της Κυβέρνησης την 2-4-2003 και 19-7-2004, αντίστοιχα. Ανεξάρτητα από την Οδηγία αυτή, στην ελληνική έννομη τάξη η διασφάλιση των εργαζομένων από την καταστρατήγηση των δικαιωμάτων τους, με την προσχηματική επιλογή της σύμβασης έργου ή εργασίας ορισμένου αντί αορίστου χρόνου, αντιμετωπιζόταν µε το άρθ. 8 § 3 ν. 2112/1920 (σε συνδυασµό µε τα άρθ. 281, 671 ΑΚ, 25 §§ 1 και 3 του Συντάγματος), το οποίο εφαρµόζεται σε όλες τις περιπτώσεις συµβάσεων ιδιωτικού δικαίου, ανεξάρτητα αν έχουν συναφθεί στον ιδιωτικό ή δημόσιο τοµέα, και ορίζει ότι οι διατάξεις του νόµου αυτού εφαρμόζονται και επί συμβάσεων εργασίας µε ορισμένη χρονική διάρκεια, αν ο καθορισμός της διάρκειας αυτής δεν δικαιολογείται από τη φύση της σύμβασης, αλλά τέθηκε σκόπιµα προς καταστρατήγηση των διατάξεων του ίδιου νόμου, περί υποχρεωτικής καταγγελίας της υπαλληλικής σύμβασης. Η διάταξη αυτή αξιοποιήθηκε, γενικότερα, για τον ορθό νομικό χαρακτηρισμό των συμβάσεων εργασίας ως ορισμένης ή αόριστης χρονικής διάρκειας, µε πληρέστερη μάλιστα προστασία έναντι εκείνης της μεταγενέστερης ως άνω κοινοτικής Οδηγίας, εφόσον πρόκειται για διαδοχικές συμβάσεις έργου ή εργασίας ορισµένου χρόνου, που καλύπτουν πραγματικά πάγιες και όχι πρόσκαιρες ή απρόβλεπτες ανάγκες της υπηρεσίας, και τούτο διότι ο ορθός νοµικός χαρακτηρισµός ορισμένης σχέσης και δη της σύµβασης έργου ή εργασίας, ως ορισµένου ή αορίστου χρόνου, αποτελεί κατεξοχήν έργο της δικαιοδοτικής λειτουργίας των δικαστηρίων, ανεξάρτητα από τον εκ του νόµου χαρακτηρισµό της συµβατικής σχέσης ως ορισµένου χρόνου (Ολ.ΑΠ 6/2001, 7 και 8/2011), χωρίς παράλληλα ο ορθός αυτός νοµικός χαρακτηρισµός εκ µέρους του δικαστηρίου, όταν συντρέχουν οι ουσιαστικές προϋποθέσεις των καλυπτομένων αναγκών, να συνιστά ανεπίτρεπτη "μετατροπή" του ισχύοντος νοµικού καθεστώτος απασχόλησης από ορισµένου χρόνου σε αόριστου (Ολ.ΑΠ 18/2006). Συνάγεται, περαιτέρω, από τα προαναφερθέντα, ότι επί διαδοχικών συµβάσεων έργου ή εργασίας ορισµένου χρόνου, που καταρτίσθηκαν με το Δημόσιο κ.λπ. πριν από την έναρξη ισχύος 1) της ως άνω Οδηγίας 1999/70/ ΕΚ, 2) των παραγράφων 7 και 8 του άρθ. 103 του Συντάγματος, που προστέθηκαν κατά την αναθεώρηση του έτους 2001, ισχύουν από 18-4-2001 και απαγορεύουν την, ακόμη και από το νόμο, μονιμοποίηση του προσλαμβανομένου ως άνω προσωπικού ή τη μετατροπή των συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου σε συμβάσεις αορίστου χρόνου ακόμη και σε περίπτωση που οι εργαζόμενοι με συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου καλύπτουν πάγιες και διαρκείς ανάγκες του Δημοσίου και 3) των άρθ. 5 και 11 του ΠΔ 164/2004, που άρχισε να ισχύει από 19-7-2004 και διαγράφει τις προϋποθέσεις μετατροπής των, κατά την έναρξη της ισχύος του, ενεργών συμβάσεων ορισμένου χρόνου σε αορίστου, συνεχίζονται δε και είναι ενεργές κατά το χρόνο έναρξης της ισχύος τους και μετά ταύτα και καλύπτουν κατά τη φύση τους πάγιες και διαρκείς ανάγκες, δεν εφαρμόζονται οι ως άνω διατάξεις, διότι αυτές (συμβάσεις έργου ή εργασίας) είχαν προσλάβει ήδη κατά το χρόνο που εκτείνεται η έννομη σχέση και το αντικείμενό της, δηλ. και πριν την έναρξη ισχύος των ως άνω συνταγματικών και άλλων διατάξεων, το χαρακτήρα της σύμβασης αορίστου χρόνου, κατ' ορθό νομικό χαρακτηρισμό, παρά την τυχόν απαγόρευση από το νόμο της σύναψής τους ως τέτοιων (αορίστου χρόνου), τον οποίο διατηρούν και μετά ταύτα, δηλ. και μετά την έναρξη ισχύος των πιο πάνω διατάξεων, ως ενιαίες πλέον συμβάσεις αορίστου χρόνου (ΟΛ.ΑΠ. 7 και 8/2011). Ενόψει όλων των ανωτέρω, αν η πρόσληψη του προσωπικού του δημοσίου με διαδοχικές συμβάσεις, διαρκώς ανανεούµενες, που καταρτίστηκαν πριν την ισχύ των ως άνω συνταγματικών και άλλων διατάξεων, έγινε προσχηματικά, με συμβάσεις ορισμένου χρόνου, στην πραγματικότητα όμως για την κάλυψη πάγιων και διαρκών αναγκών, η άσκηση του διευθυντικού αυτού δικαιώματος, ως εργοδότη, εκ μέρους των οργάνων του γίνεται προς καταστρατήγηση των από το άρθρο 8 παρ. 1 του Ν. 2112/1920 δικαιωμάτων των εργαζομένων, που απορρέουν από τις διατάξεις για την υποχρεωτική καταγγελία της υπαλληλικής σύμβασης, κατά προφανή υπέρβαση από μέρους του εργοδότη των ορίων που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του διευθυντικού αυτού δικαιώματος και ως εκ τούτου είναι καταχρηστική (άρθρο 281 ΑΚ), ακόμη και αν, κατά την πρόσληψη ή την κατάρτιση των συµβάσεων, παραβιάσθηκαν οι διατάξεις τις κείμενης νοµοθεσίας, που διέπει την πρόσληψη ή την κατάρτιση της σύμβασης, των ΠΥΣ 236/94 και 55/98, καθώς και οι διατάξεις του άρθρου 21 του Ν. 2190/1994 και του άρθρου 6 του Ν. 2527/1997. Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε τα παρακάτω, κρίσιμα για την έρευνα των λόγων αναίρεσης, πραγματικά περιστατικά: Η αναιρεσίβλητη προσλήφθηκε από το αναιρεσείον με αλλεπάλληλες συμβάσεις εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου, καταρτισθείσες μεταξύ αυτής και των νομίμων εκπροσώπων του τελευταίου ήτοι των Διευθυντών της ΚΑ' Εφορείας Προϊστορικών και Κλασσικών Αρχαιοτήτων, με την ειδικότητα του φύλακα αρχαιοτήτων. Με τις συμβάσεις αυτές παρείχε τις υπηρεσίες της στην ως άνω δημόσια υπηρεσία του Υπουργείου Πολιτισμού, ασκώντας καθήκοντα φύλαξης και ασφάλειας των αρχαιολογικών χώρων και μουσείων αρμοδιότητας αυτών, από 6-7-1999 έως 19-7-2007, οπότε και υπέγραψε νέα σύμβαση εργασίας διάρκειας τεσσάρων (4) μηνών, κατά τα αναφερόμενα πιο κάτω χρονικά διαστήματα, προσφέροντας εργασία όμοια με αυτήν που εκτελούσαν οι μόνιμοι υπάλληλοι φύλαξης αρχαιοτήτων του εναγομένου. Ειδικότερα, η αρχική πρόσληψή της έγινε με την από 6-7-1999 σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου, που καταρτίστηκε μεταξύ αυτής και της Διευθύντριας της ΚΑ' Εφορείας Προϊστορικών και Κλασσικών Αρχαιοτήτων Κυκλάδων και Σάμου, νομίμου εκπροσώπου του εναγομένου και απασχολήθηκε μέχρι την 31-10-1999, προσφέροντας τις υπηρεσίες της στο εναγόμενο με την ειδικότητα του ημερήσιου φύλακα αρχαιοτήτων, στη συνέχεια δε με αντίστοιχες συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου, προσλήφθηκε στην ίδια υπηρεσία και προσέφερε την εργασία της με την ίδια ειδικότητα, κατά τα χρονικά διαστήματα από 1-11-1999 έως 31-12-1999, από 30-6-2000 έως 30-6-2001, η οποία παρατάθηκε δύο φορές, αρχικά έως 30-9-2001 και στη συνέχεια έως 31-12-2001, από 10-1-2002 έως 21-3-2002 και ακολούθως έως 31-12-2002, από 26-5-2003 έως 20-8-2003 και ακολούθως έως 21-8-2003 έως 19-10-2003 και ακολούθως έως 31-12-2003, από 2-1-2004 έως 23-1-2004, από 10-2-2001 έως 31-12-2004, από 25-1-2005 έως 21-4-2005, από 22-4-2005 έως 14-10-2005, από 19-1-2006 έως 28-4-2006 και ακολούθως έως 31-12-2006 και από 19-7-2007 έως 31-10-2007, απασχολούμενη με πλήρες ωράριο εργασίας. Η ενάγουσα, με την ως άνω προσφορά της εργασίας της στο εναγόμενο, ανεξαρτήτως του ότι δεν ήταν πάντοτε συνεχής, για τόσο μεγάλο χρονικό διάστημα, ήτοι οκτώ (8) και πλέον έτη, κατά το οποίο απασχολήθηκε κυρίως με την ειδικότητα του ημερήσιου φύλακα αρχαιοτήτων στο Αρχαιολογικό Μουσείο Άνδρου, προσφέροντας τις ίδιες υπηρεσίες με αυτές των μονίμων υπαλλήλων του εναγομένου, κάλυπτε μόνιμες και διαρκείς ανάγκες του Υπουργείου Πολιτισμού. Η ορισμένη διάρκεια των παραπάνω συμβάσεων, που καταρτίστηκαν πριν από την έναρξη ισχύος της Οδηγίας 1999/70/ΕΚ, των παραγράφων 7 και 8 του άρθρου 103 του Συντάγματος και του Π.Δ. 164/2004 και ήταν ενεργές κατά τα χρονικά αυτά σημεία και μετά ταύτα, δεν δικαιολογείται από τη φύση, το είδος ή το σκοπό της εργασίας που παρείχε η ενάγουσα, αλλά ούτε και από κάποιο άλλο αντικειμενικό λόγο, όπως είναι η προσωρινή αναπλήρωση εργαζομένου, η εκτέλεση παροδικού χαρακτήρα εργασίας ή άλλες ανάγκες του εργαζομένου, αλλά τέθηκε προς καταστρατήγηση των δικαιωμάτων της ενάγουσας. Εξάλλου, από τον παραπάνω χρόνο απασχόλησής της προκύπτει ότι αυτή προσέφερε τις υπηρεσίες της στο εναγόμενο κατά διάφορα χρονικά διαστήματα, όλους τους μήνες του έτους και όχι αποκλειστικά τους θερινούς μήνες, για την αντιμετώπιση των αυξημένων αναγκών φύλαξης, λόγω αυξημένης τουριστικής κίνησης και του διευρυνόμενου ωραρίου λειτουργίας των μουσείων και των αρχαιολογικών χώρων κατά την περίοδο αυτή, όπως αβάσιμα υποστηρίζει το εναγόμενο, ούτε από το γεγονός ότι η απασχόλησή της δεν ήταν συνεχής, προκύπτει ότι αυτή κάλυπτε παροδικές και έκτακτες ανάγκες των ως άνω υπηρεσιών του Υπουργείου Πολιτισμού. Συνεπώς, οι ως άνω ένδικες συμβάσεις αποτελούν μία ενιαία σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, καταρτισθείσα την 6-7-1999, που συνεχίζει να υφίσταται και μετά τη συμφωνημένη λήξη της, κατ' εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 8 παρ. 3 του Ν. 2112/1920, καθόσον η σύμβαση αυτή, ως σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, κατ' ορθό χαρακτηρισμό της, ανταποκρίνεται στις περιστάσεις και τις ανάγκες του εναγομένου και ειδικότερα της ΚΑ' Εφορείας Προϊστορικών και Κλασσικών Αρχαιοτήτων του Υπουργείου Πολιτισμού και συγκεκριμένα τις ανάγκες φύλαξης και ασφάλειας των αρχαιολογικών χώρων και του Αρχαιολογικού Μουσείου της νήσου Άνδρου αρμοδιότητος αυτών, που είναι πάγιες και διαρκείς, αλλά και ήταν απαραίτητες. Με τις παραδοχές αυτές, δέχθηκε ότι η αγωγή της αναιρεσίβλητης είναι νόμιμη, στηριζόμενη στις διατάξεις των άρθρων 648 επ., 671 και 281 Α.Κ. και αυτές του άρθρου 8 παρ. 3 του Ν. 2112/1920, 25 παρ. 1 και 3 του Συντάγματος και ακολούθως, δέχθηκε αυτήν και κατ' ουσία και αναγνώρισε ότι η αναιρεσίβλητη συνδέεται με το αναιρεσείον με ενιαία σύμβαση εργασίας, αορίστου χρόνου, από την πρόσληψή της. Κρίνοντας, έτσι το Εφετείο, δεν παραβίασε 1) με τη μη εφαρμογή τους, τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 4, 22, 103 παρ. 2 του Συντάγματος και 21 ν. 2190/1994, αφού δεν ήταν εφαρμοστέες και 2) με την εφαρμογή τους, τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 8 παρ. 3 του Ν. 2112/1920 και 281, 671 του Α.Κ. και 25 παρ. 1 και 3 του Συντάγματος, οι οποίες ήταν εφαρμοστέες, διότι οι επίμαχες διαδοχικές σχέσεις εργασίας της αναιρεσίβλητης, σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν, καταρτίστηκαν πριν την 18-4-2001, και μπορούσαν να προσλάβουν, ενιαία, κατά το χρόνο που εκτείνεται η ένδικη έννομη σχέση και το αντικείμενό της, το χαρακτήρα της σύμβασης εργασίας αορίστου χρόνου, κατ' ορθό νομικό χαρακτηρισμό, εφόσον, σύμφωνα με τις παραδοχές της απόφασης, από τη φύση τους κάλυπταν μόνιμες και διαρκείς ανάγκες του αναιρεσείοντος, ο δε καθορισμός του είδους των, ως συμβάσεων ορισμένου χρόνου, εξακολουθητικά, δεν δικαιολογείται από τη φύση τους, αλλά τέθηκε προς καταστρατήγηση των δικαιωμάτων της αναιρεσίβλητης μισθωτού από τη σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου και κατά κατάχρηση του διευθυντικού δικαιώματος του αναιρεσείοντος, να ρυθμίζει τη διάρκεια εργασίας τους, και ανεξάρτητα από τις ρυθμίσεις της 1999/70 Οδηγίας και των παρ. 7 και 8 του άρθρου 103 του Συντάγματος, οι οποίες δεν έχουν στην προκειμένη περίπτωση εφαρμογή. Εποµένως, ο, περί του αντιθέτου, από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 KΠολΔ, μοναδικός, λόγος αναίρεσης, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης, να καταδικαστεί δε το αναιρεσείον, ως ηττώμενο, στα περιοριζόμενα, κατά το μέτρο του άρθρου 22 παρ. 1 του Ν. 3693/1957, δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, σύμφωνα με τα άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ, όπως ειδικότερα ορίζονται στο διατακτικό. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την, από 13-3-2013, αίτηση του αναιρεσείοντος, για την αναίρεση της 6091/2012 απόφασης του Εφετείου Αθηνών. Και Καταδικάζει το αναιρεσείον στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 19 Νοεμβρίου 2013. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 3 Δεκεμβρίου 2013. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ