Αριθμός 2181/2013 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Δ' Πολιτικό Τμήμα ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Νικόλαο Λεοντή, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βασιλική Θάνου-Χριστοφίλου, Δημητρούλα Υφαντή, Ιωάννα Πετροπούλου και Γεώργιο Σακκά, Αρεοπαγίτες. ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 18 Οκτωβρίου 2013, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει μεταξύ: Των αναιρεσειόντων:1. Σ. Π. του Γ., 2 Χ. συζ. Σ. Π., το γένος Χ. Λ., οι οποίοι παραστάθηκαν μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου τους Ανδρέα Τσώκου και κατέθεσαν προτάσεις, 3 Γ. Π., του Σ., 4 Α. Π. του Σ. και 5 Γ. Π. του Θ., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν δια του πληρεξουσίου δικηγόρου τους Ανδρέα Τσώκο και κατέθεσαν προτάσεις. Των αναιρεσιβλήτων:1 D. B. του D., κατοίκου ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε και δεν εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο, 2. Της ανώνυμης τεχνικής εταιρίας με την επωνυμία "ΚΕΡΚΕΤΕΥΣ Α.Τ.Ε." που εδρεύει στον … θέση "…" και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία δεν εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο και 3. Του Νομικού Προσώπου Ιδιωτικού Δικαίου, που εδρεύει στην Αθήνα με την επωνυμία "ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΕΥΘΥΝΗΣ ΑΠΟ ΑΤΥΧΗΜΑΤΑ ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΩΝ" νόμιμα εκπροσωπούμενου, ως ειδικού διαδόχου, της ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "ΔΙΕΘΝΗΣ ΕΝΩΣΙΣ Α.Α.Ε." της οποίας ανακλήθηκε η άδεια λειτουργίας της, το οποίο εκπροσωπήθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου του Γεωργίου Μανουσάκη και κατέθεσε προτάσεις. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 21-7-2007 αγωγή της 2ης ήδη αναιρεσιβλήτου και την από 14-5-2008 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις:999/2009 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου. Με την από 1-9-2010 αίτηση προσώπου που δεν είναι διάδικο στην παρούσα δίκη, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, εκδόθηκε η απόφαση 255/2011 του ιδίου Δικαστηρίου, η οποία διόρθωσε την 999/2009 απόφαση του ιδίου Δικαστηρίου και η 564/2012 απόφαση του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 25-2-2012 αίτησή τους. Εκδόθηκε η 866/2013 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία έκρινε την συζήτηση της υπόθεσης απαράδεκτη. Την υπόθεση επανέφεραν για εκ νέου συζήτηση οι αναιρεσείοντες με την από 14-5-2013 κλήση τους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ιωάννα Πετροπούλου, ανέγνωσε την από 19-2-2013 έκθεση του ήδη αποχωρήσαντος από την υπηρεσία Αρεοπαγίτη Μιλτιάδη Σπυρόπουλου, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή της αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος της 3ης των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Επειδή κατά την έννοια των διατάξεων του άρθρου 576 ΚΠολΔ εάν κατά τη συζήτηση της αναίρεσης δεν εμφανιστεί, ή εμφανιστεί αλλά, δεν λάβει μέρος, με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, κάποιος από τους διαδίκους, ο 'Αρειος Πάγος ερευνά αυτεπαγγέλτως αν ο απολειπόμενος διάδικος επέσπευσε εγκύρως τη συζήτηση, οπότε συζητεί την υπόθεση σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι ή αν τη συζήτηση επέσπευσε ο αντίδικος του απολειπόμενου διαδίκου, οπότε εξετάζεται αυτεπαγγέλτως αν κλήθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα. Αν η κλήση για τη συζήτηση δεν επιδόθηκε καθόλου ή δεν επιδόθηκε νόμιμα ή εμπρόθεσμα, ο 'Αρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση και η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση με νέα κλήτευση. Στην αντίθετη περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τις υπ' αρ. .../5-7-2013 και .../5-7-2013 εκθέσεις επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας του Πρωτοδικείου Αθηνών …, τις οποίες προσκομίζουν οι αναιρεσείοντες που επισπεύδουν τη συζήτηση της από 25-2-2012 αίτησης αναιρέσεως, ακριβές αντίγραφο της αίτησης αυτής με πράξη ορισμού δικασίμου κατά την αρχικά ορισθείσα δικάσιμο της 22-2-2013 καθώς και της από 14-5-2013 κλήσης για συζήτηση της ως άνω αιτήσεως αναιρέσεως κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσης δικάσιμο, μετά την έκδοση της 866/2013 απόφασης του Αρείου Πάγου η οποία κήρυξε απαράδεκτη τη συζήτηση της υπόθεσης, επιδόθηκαν αντίστοιχα νομότυπα και εμπρόθεσμα στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου για τον αγνώστου διαμονής πρώτο αναιρεσίβλητο D. B., περίληψη δε των ως άνω εκθέσεων επιδόσεως, δημοσιεύθηκε σε δύο επιδιδόμενες στην Αθήνα ημερήσιες εφημερίδες "Γενική Δημοπρασιών" [αρ. φύλλου 10825/16-7-2013] και "Εφημερίς Δημοπρασιών και Πλειστηριασμών (αρ. φύλλου 25858/16-7-2013) σύμφωνα με τις διατυπώσεις των άρθρων 134 και 135 ΚΠολΔ. Περαιτέρω, όπως προκύπτει από τις υπ. αρ.../26-10-2012 και .../4-7-2013 εκθέσεις επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας του Πρωτοδικείου Αθηνών …, τις οποίες προσκομίζουν οι αναιρεσείοντες που επισπεύδουν τη συζήτηση της από 25-2-2012 αίτησης αναιρέσεως, ακριβές αντίγραφο της αίτησης αυτής με πράξη ορισμού δικασίμου κατά την αρχικά ορισθείσα δικάσιμο της 22-2-2013 καθώς και της από 14-5-2013 κλήσης για συζήτηση της ως άνω αιτήσεως αναιρέσεως κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσης δικάσιμο, μετά την έκδοση της ως ανωτέρω 866/2013 απόφασης του Αρείου Πάγου επιδόθηκαν αντίστοιχα στη δεύτερη αναιρεσίβλητη ανώνυμη τεχνική εταιρία με την επωνυμία "ΚΕΡΚΕΤΕΥΣ Α.Τ.Ε.". Κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσης δικάσιμο, οπότε εκφωνήθηκε η υπόθεση από τη σειρά του πινακίου, οι ως άνω αναιρεσίβλητοι, δεν εμφανίστηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν με δήλωση πληρεξουσίου δικηγόρου, κατά τα άρθρα 242 παρ.2 και 573 παρ.1 ΚΠολΔ. Επομένως, και σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 576 παρ.1 και 3 ΚΠολΔ, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση που επισπεύδεται από τους αναιρεσείοντες, παρά την απουσία των πιο πάνω αναιρεσιβλήτων (πρώτου και δεύτερης). Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει απολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική απολογία (Ολ. ΑΠ 1/1999). Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες (ΑΠ622/1983). Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες (ΑΠ 413/1993). Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων κα γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (Ολ. ΑΠ 861/1984). Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς, και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΑΠ 1547/1997 ΕλλΔνη 1997 σελ. 1573). Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος (ΑΠ 465/1988). Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 561 παράγραφος 1 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι από τον 'Αρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, εκ του περιεχομένου του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 43/1990, ΑΠ 2105/2009). Περαιτέρω από τις διατάξεις των άρθρων 10 του Ν ΓΠΝ/1911, 297, 298, 299, 330 εδ. β, 914 και 932 του ΑΚ προκύπτει ότι σε περίπτωση συγκρούσεως μεταξύ δύο ή περισσότερων αυτοκινήτων η ευθύνη προς αποζημίωση προϋποθέτει συμπεριφορά παράνομη και υπαίτια, επέλευση ζημίας και ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συμπεριφοράς του οδηγού και της ζημίας. Μορφή υπαιτιότητας είναι και η αμέλεια, η οποία υπάρχει, όταν δεν καταβάλλεται n επιμέλεια, που απαιτείται στις συναλλαγές, δηλαδή αυτή που, αν είχε καταβληθεί, με μέτρο τη συμπεριφορά του μέσου συνετού και επιμελούς οδηγού αυτοκινήτου, θα καθιστούσε δυνατή την αποτροπή της συγκρούσεως. Αιτιώδης σύνδεσμος υπάρχει, όταν η, παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά του οδηγού ήταν, σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας, ικανή, κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων, να επιφέρει τη ζημία και την επέφερε στη συγκεκριμένη περίπτωση. Η παράβαση των διατάξεων του Κώδικα Οδικής Κυκλοφορίας (ΚΟΚ) δεν θεμελιώνει αυτή καθ' αυτή υπαιτιότητα στην επέλευση αυτοκινητικού ατυχήματος, αποτελεί, όμως στοιχείο, η στάθμιση του οποίου από το δικαστήριο της ουσίας θα κριθεί σε σχέση με την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συγκεκριμένης παραβάσεως και του ζημιογόνου αποτελέσματος. Εξάλλου, οι ανωτέρω έννοιες της υπαιτιότητας και του αιτιώδους συνδέσμου είναι νομικές κι επομένως η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ως προς τη συνδρομή ή όχι υπαιτιότητας του εμπλακέντος σε σύγκρουση οχημάτων οδηγού και του αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συμπεριφοράς του και του ζημιογόνου αποτελέσματος υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου κατά τις διατάξεις του άρθρου 559 αρ. 1 εδ. α και 19 του ΚΠολΔ για ευθεία και εκ πλαγίου παράβαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου. Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη 564/2012 απόφασή του, ύστερα από αξιολόγηση των αποδείξεων, μεταξύ των άλλων δέχθηκε ότι αποδεικνύονται τα ακόλουθα περιστατικά: "Την 4/1/2007 και ώρα 11:50 ο D. B. οδηγούσε το με αριθμό κυκλοφορίας ... Ι.Χ.Φ. αυτοκίνητο ιδιοκτησίας της εταιρείας με την επωνυμία "ΚΕΡΚΕΤΕΥΣ Α.Ε.", το οποίο ήταν ασφαλισμένο για τις προς τρίτους ζημιές στην ασφαλιστική εταιρεία ΔΙΕΘΝΗΣ ΕΝΩΣΙΣ Α.Α.Ε., που εδρεύει στην Αθήνα, στην Παλαιά Εθνική Οδό (Π.Ε.Ο.) Αθηνών - Κορίνθου με κατεύθυνση προς Κόρινθο. Τον ίδιο χρόνο ο Χ. Π. οδηγούσε το με αριθμό κυκλοφορίας ... Ι.Χ.Ε. αυτοκίνητο, μάρκας CITROEN SAXO, ιδιοκτησίας του πατέρα του Σ. Π., που ήταν ασφαλισμένο για τις προς τρίτους ζημιές στην ασφαλιστική εταιρεία με την επωνυμία "VICTORIA Α.Α.Ε.Ζ.", που εδρεύει στην …, στην ίδια Π.E.O. Αθηνών - Κορίνθου με κατεύθυνση προς Αθήνα. Η Π.Ε.Ο. Αθηνών - Κορίνθου είναι οδός διπλής κατευθύνσεως συνολικού πλάτους οδοστρώματος 9,20 μέτρων, διαθέτει μία λωρίδα κυκλοφορίας ανά ρεύμα πορείας πλάτους 4,60 μ., τα δύο ρεύματα κυκλοφορίας διαχωρίζονται δια διπλής διαχωριστικής γραμμής, το ανώτατο δε επιτρεπτό όριο ταχύτητος ήταν 70 χιλιόμετρα ωριαίως. Στο 38,50 χιλιόμετρο η παραπάνω οδός (Π.Ε.Ο.Α.Κ.) έχει ελαφρά καμπύλη δεξιόστροφη στην πορεία του φορτηγού και αριστερόστροφη στην πορεία του επιβατικού. Παρουσιάζει κατωφέρεια με μικρή κλίση, και στην πορεία του φορτηγού υπάρχει πινακίδα Κ-15 (επικίνδυνη στροφή δεξιά άρθρο 4 παρ. 2 Ν. 2696/1999). Στο σημείο αυτό της Π.Ε.Ο.Α.Κ. ο οδηγός του επιβατικού αυτοκινήτου απώλεσε τον έλεγχο του αυτοκινήτου του, το οποίο οδηγούσε με ταχύτητα μεγαλύτερη των 100 χιλιομέτρων ανά ώρα, και πλαγιολισθαίνοντας εισήλθε στο ρεύμα πορείας του φορτηγού αυτοκινήτου, το οποίο εκινείτο με ταχύτητα 72 χιλιομέτρων ανά ώρα στη μέση περίπου της λωρίδας του. Αφού διέσχισε το επιβατικό αυτοκίνητο πλαγιολισθαίνοντας απόσταση 12 μέτρων, έφθασε στο σημείο της λωρίδος, όπου εκινείτο το φορτηγό και με την εμπρόσθια πλευρά του επέπεσε στην εμπρόσθια δεξιά πλευρά του φορτηγού. Αποτέλεσμα αυτής της σύγκρουσης ήταν η ολοσχερής καταστροφή του επιβατικού αυτοκινήτου, ο θανάσιμος τραυματισμός του οδηγού του επιβατικού αυτοκινήτου, οι σοβαρές υλικές ζημίες του φορτηγού αυτοκινήτου στο εμπρόσθιο δεξιό τμήμα, στο εμπρόσθιο τμήμα, στο δεξιό φτερό, στη μάσκα, στον προφυλακτήρα, στη μετώπη και στο εμπρόσθιο αριστερό φανάρι και οι υλικές ζημιές σε τρίτο επιβατικό αυτοκίνητο που εκινείτο όπισθεν του φορτηγού και συγκεκριμένα στο εμπρόσθιο αριστερό τμήμα, φτερό, μάσκα, καπώ, φανάρι, το οποίο δεν ήλθε σε επαφή με τα άλλα δύο οχήματα αλλά υπέστη υλικές ζημιές συνεπεία εκτίναξης θραυσμάτων από τη σύγκρουση. Αποκλειστικά υπαίτιος για τη σύγκρουση των δύο αυτοκινήτων ήταν ο οδηγός του επιβατικού αυτοκινήτου Χ. Π.. Ο τελευταίος από αμέλεια, δηλαδή από έλλειψη της προσοχής, την οποία όφειλε και ηδύνατο να επιδείξει ως μέσος συνετός οδηγός, δεν προέβλεψε τον κίνδυνο που μπορούσε να προέλθει από την οδήγηση του αυτοκινήτου με υπερβολική ταχύτητα, δεν οδηγούσε με σύνεση, και διαρκώς τεταμένη την προσοχή, ούτε ασκούσε τον πλήρη έλεγχο και την εποπτεία του οχήματός του, ώστε να μπορεί σε κάθε στιγμή να εκτελεί τους απαιτούμενους χειρισμούς με αποτέλεσμα να χάσει τον έλεγχο του αυτοκινήτου του και πλαγιολισθαίνοντας απόσταση 12 μέτρων να εισέλθει στο ρεύμα πορείας όπου εκινείτο το φορτηγό και δη στο δεξιό άκρο του ρεύματος, οπότε και συγκρούσθηκε με τη δεξιά πλευρά του φορτηγού. Συνεπεία της σφοδρότητος της σύγκρουσης το επιβατικό αυτοκίνητο εκτοξεύθηκε στη δεξιά άκρη του ρεύματος προς Κόρινθο, ενώ οι τροχοί του, που είχαν αποσπασθεί από το όχημα αυτό ευρέθησαν σε παρακείμενο αγρό. Ότι το σημείο σύγκρουσης των δύο οχημάτων ήταν αυτό του δεξιού μέρους του ρεύματος προς Κόρινθο και όχι η διπλή διαχωριστική γραμμή των δύο ρευμάτων κυκλοφορίας, όπως οι εκκαλούντες στην από 23/4/2010 έφεση ισχυρίζονται, αποδεικνύεται από τα ίχνη πλαγιολίσθησης που άφησε το επιβατικό αυτοκίνητο στο οδόστρωμα της Π.Ε.Ο.Α.Κ. Τα ίχνη αυτά ξεκινούν από μέσο της λωρίδος κυκλοφορίας προς Αθήνα, δηλαδή της λωρίδας κυκλοφορίας του επιβατικού αυτοκινήτου και τελειώνουν στο άκρο δεξιό τμήμα του ρεύματος προς Κόρινθο και συγκεκριμένα 3,05 μέτρα μετά τη διπλή διαχωριστική γραμμή, και προς τα δεξιά, όταν το όλο ρεύμα κυκλοφορίας προς Κόρινθο έχει πλάτος, όπως αναφέρθηκε 4,60 μ. Τα παραπάνω, όπως περιγράφηκαν, ίχνη πλαγιολίσθησης, αποτυπώνονται σαφώς στο πρόχειρο σχεδιάγραμμα, που συνετάγη από το αρμόδιο όργανο του Τμήματος Τροχαίας Μεγάρων, αμέσως μετά το ατύχημα. Να σημειωθεί ότι στην από 18/3/2008 έκθεση ανάλυσης συνθηκών του Δ. Κ., που προσκομίζουν οι εκκαλούντες στην από 23/4/2010 έφεση τα ανωτέρω ίχνη πλαγιολίσθησης δεν αναφέρονται ούτε αιτιολογούνται δεν αμφισβητείται όμως η ύπαρξή τους και η καταγραφή τους στο πρόχειρο σχεδιάγραμμα της Τροχαίας Μεγάρων. Η παραπάνω πλαγιολίσθηση του επιβατικού αυτοκινήτου αποδεικνύει το γεγονός ότι αυτό εξετράπη της πορείας του και εισήλθε στο ρεύμα πορείας του φορτηγού. Εάν αυτό εκινείτο κανονικά με ταχύτητα 70 χλμ. ανά ώρα και εισερχόταν στο ρεύμα πορείας του φορτηγού για να αποφύγει τη σύγκρουση με το φορτηγό αυτοκίνητο, το οποίο είχε εισέλθει στο δικό του ρεύμα πορείας του, με αποτέλεσμα τη σύγκρουση των δύο οχημάτων σε σημείο πλησίον της διπλής διαχωριστικής γραμμής, όπως οι εκκαλούντες στην από 23/4/2010 έφεση ισχυρίζονται, τότε αυτά τα ίχνη πλαγιολίσθησης δεν θα υπήρχαν αφού το επιβατικό αυτοκίνητο με κανονικές συνθήκες πορείας θα έκανε ελιγμό για να εισέλθει στο άλλο ρεύμα. Ίσως δε τέτοια ίχνη πλαγιολίσθησης να υπήρχαν στην πορεία του φορτηγού εάν αυτό, έμφορτο ως ήταν, εισήρχετο στο ρεύμα του επιβατικού επ' ολίγον και μετά επανήρχετο στο ρεύμα κυκλοφορίας του, ως οι άνω εκκαλούντες ισχυρίζονται. Επί πλέον για το γεγονός ότι όλως αιφνιδίως το επιβατικό αυτοκίνητο εισήλθε στο ρεύμα κυκλοφορίας του φορτηγού αυτοκινήτου μετά λόγου γνώσεως κατέθεσε ο οδηγός του τρίτου εμπλακέντος αυτοκινήτου, στην από 4/1/2007 ένορκη εξέταση του, χωρίς η κατάθεση του να αντικρούεται με πειστικότητα από την από 16/2/2007 ένορκη κατάθεση του μάρτυρα Ε. Α., ο οποίος αν και δεν καταγράφεται ως αυτόπτης μάρτυς στην έκθεση αυτοψίας τροχαίου ατυχήματος, που συνετάγη από το τμήμα Τροχαίας Μεγάρων, κατέθεσε ότι οι συνθήκες του ένδικου τροχαίου ατυχήματος, ήταν αυτές που οι εκκαλούντες στην από 23/4/2010 έφεσή τους επικαλούνται. Σημειώνεται ότι ο άνω μάρτυς στην από 16/2/2007 ένορκη κατάθεσή του ανέφερε εντελώς λανθασμένα την τελική θέση του επιβατικού αυτοκινήτου μετά τη σύγκρουσή του με το φορτηγό αυτοκίνητο. Εξ άλλου, εάν ο οδηγός του τρίτου αυτοκινήτου δεν είχε τηρήσει απόσταση ασφαλείας με το φορτηγό αυτοκίνητο και οι υλικές βλάβες της εμπροσθίας πλευράς του αυτοκινήτου του οφείλονταν σε τούτο και όχι σε εκτοξευθέντα θραύσματα όπως ο άνω Δ. Κ. ισχυρίζεται στην έκθεσή του, τότε λόγω μη τήρησης αποστάσεως ασφαλείας θα είχε συγκρουσθεί με το προπορευόμενο φορτηγό, γεγονός που δεν συνέβη, αφού βλάβες στην οπισθία πλευρά του φορτηγού δεν ανευρέθησαν. Και η τήρηση αποστάσεως από προπορευόμενο όχημα επιβάλλεται από τον Κ.Ο.Κ. για να αποφευχθεί η σύγκρουση με αυτό σε περίπτωση αιφνιδίας ακινητοποιήσεως του προπορευόμενου οχήματος (άρθρο 19 παρ. 7 Ν. 2696/1999) και όχι για να αποφευχθούν βλάβες από εκτοξευθέντα θραύσματα. Τέλος, για υπερβολική ταχύτητα του επιβατικού αυτοκινήτου αναφέρει και ο πραγματογνώμων Ε. Δ. Μ. στην από 19/6/2007 έκθεση πραγματογνωμοσύνης, που του ανέθεσε το τμήμα Τροχαίας Μεγάρων, εκτιμώντας τη διάλυση του Ι.X.E. αυτοκινήτου και τις σοβαρές ζημιές που υπέστη το Ι.Χ.Φ. αυτοκίνητο στην εμπροσθία πλευρά του, ενώ η ταχύτητα που έχει αποτυπωθεί στη συσκευή του ταχογράφου του Ι.Χ.Φ. αυτοκινήτου ήταν αυτή των 72 χλμ./ώρα. Για ταχύτητα του Ι.Χ.Φ. αυτοκινήτου 77 χλμ./ώρα αναφέρθηκε ο Δ. Κ. στην έκθεσή του, πλην όμως δεν δημιουργείται δικανική πεποίθηση από την έκθεση αυτή για την ανάλυση των ταχυτήτων των δύο οχημάτων. 'Αλλωστε σ' αυτήν αναφέρεται ως ταχύτης του επιβατικού αυτή των 70 χλμ. ανά ώρα. Περαιτέρω δεν αποδείχθηκε υπαιτιότητα του οδηγού του Ι.Χ.Φ. αυτοκινήτου για το ένδικο τροχαίο ατύχημα, αφού ο τελευταίος έχοντας στην πορεία του πινακίδα για επικίνδυνη δεξιά στροφή οδηγούσε το φορτηγό αυτοκίνητο μόλις 1,60 μ. από το δεξιό άκρο της λωρίδας του, καταλείποντας 3,05 μ. της λωρίδας του από τη διπλή διαχωριστική γραμμή και δεξιότερα στους οδηγούς που εκινούντο στο αντίθετο ρεύμα και εχρειάζοντο μέρος του οδοστρώματος του δικού του ρεύματος, στο σημείο της στροφής. Η κατά δύο χιλιόμετρα υπέρβαση του επιτρεπόμενου ορίου ταχύτητος από τον οδηγό του Ι.Χ.Φ. αυτοκινήτου, το οποίο ήταν έμφορτο, όχι όμως υπέρβαρο, κατά την κρίση του Δικαστηρίου δεν συνδέεται αιτιωδώς με το ένδικο ατύχημα. Κατά την κρίση του Δικαστηρίου αυτού ουδεμία επίδραση στην επέλευση του τροχαίου ατυχήματος είχε η κατά δύο χιλιόμετρα ωριαίως υπέρβαση του ορίου ταχύτητας από τον οδηγό του φορτηγού αυτοκινήτου. Αλλά και οι συνέπειες του ενδίκου ατυχήματος δεν θα ήταν διάφορες εάν ο οδηγός του φορτηγού αυτοκινήτου είχε μειώσει κατά δύο χιλιόμετρα την ταχύτητά του. Εξ άλλου δεν αποδείχθηκε ότι ο οδηγός του Ι.Χ.Φ. αυτοκινήτου δεν έκαμε κίνηση τροχοπέδησης του αυτοκινήτου, ευθύς ως αντελήφθη από το αντίθετο ρεύμα το Ι.Χ.Ε. αυτοκίνητο να εισέρχεται στο ρεύμα πορείας του, η οποία βέβαια δεν έφερε αποτελέσματα λόγω της εντελώς αιφνιδίας σύγκρουσης. Έσφαλε, επομένως, η εκκαλουμένη, που έκρινε τον οδηγό του Ι.Χ.Φ. αυτοκινήτου συνυπαίτιο κατά 30%, επειδή 1) το Ι.Χ.Φ. αυτοκίνητο εκινείτο πλησίον της διπλής διαχωριστικής γραμμής, γεγονός που δεν αποδείχθηκε κατά τα άνω, και με μεγάλη ταχύτητα, κρίνοντας την κατά 2 χιλιόμετρα ανά ώρα απόκλιση από το επιτρεπόμενο όριο ως "μεγάλη ταχύτητα", και 2) ο ίδιος δεν τροχοπέδησε ευθύς ως αντελήφθη το επιβατικό αυτοκίνητο να εισέρχεται στο ρεύμα πορείας του. Δεν αποδείχθηκε όμως ότι ο οδηγός του φορτηγού είχε τη δυνατότητα να τροχοπεδήσει μόλις το επιβατικό αυτοκίνητο εισήλθε στο ρεύμα του. Και από την κατάθεση του Β. Δ., που κατέθεσε "ξαφνικά αντιλαμβάνομαι μια σκιά μαύρη από το αντίθετο ρεύμα να πέφτει εμπρός στο φορτηγό, που προπορεύετο από εμένα", προκύπτει το όλως αιφνίδιο της εκτροπής του επιβατικού και της σύγκρουσής του με το φορτηγό. Να σημειωθεί ακόμη ότι απολογούμενος ο οδηγός του Ι.Χ.Φ. αυτοκινήτου ανέφερε ότι "πάτησε φρένο και έκανε ελιγμό ακόμη δεξιότερα, αλλά ήταν αδύνατο να αποφύγω τη σύγκρουση". Συνεπώς, πρέπει, αφού γίνει δεκτή ως ουσία βάσιμη η από 8-1-2010 έφεση, απορριφθεί ως ουσία αβάσιμη, η από 23-4-2010 έφεση, απορριφθεί ως ουσία αβάσιμη η από 7-2-2011 έφεση και γίνει δεκτή ως ουσία βάσιμη η με τις προτάσεις στο ακροατήριο ασκηθείσα αντέφεση, να εξαφανισθεί η εκκαλούμενη απόφαση. 'Ετσι που έκρινε το Εφετείο διέλαβε στην απόφασή του πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο της ορθής ή μη εφαρμογής των αναφερόμενων στη μείζονα σκέψη κανόνων ουσιαστικού δικαίου αναφορικά με την υπαιτιότητα του οδηγού του υπ' αρ. ... ΙΧΕ αυτοκινήτου περί την πρόκληση του ένδικου ατυχήματος. Ειδικότερα: α) Αναφέρονται σαφώς τα χαρακτηριστικά της παλαιάς εθνικής οδού (Π.Ε.Ο.) Αθηνών - Κορίνθου όπου έλαβε χώρα το ένδικο τροχαίο ατύχημα (οδός διπλής κατεύθυνσης με συνολικό πλάτος οδοστρώματος 9,20 μ. με μια λωρίδα κυκλοφορίας ανά ρεύμα πορείας πλάτους 4,60 μ. ανά κατεύθυνση διαχωριζόμενα με διπλή διαχωριστική γραμμή η οποία στο 38,50 χιλιόμετρο εμφανίζει ελαφρά δεξιόστροφη καμπύλη στην πορεία του φορτηγού και αριστερόστροφη στην πορεία του επιβατικού), καθώς και οι συνθήκες κυκλοφορίας ήτοι η ύπαρξη πινακίδας Κ-15 στην πορεία του φορτηγού με ανώτατο επιτρεπτό όριο ταχύτητας 70 Χ/Ω. β) Αναφέρεται σαφώς η οδική συμπεριφορά του οδηγού του υπ. αρ. ... ΙΧΕ αυτοκινήτου, ο οποίος, δεν οδηγούσε με σύνεση και διαρκώς τεταμένη την προσοχή, ούτε ασκούσε τον έλεγχο και την εποπτεία του οχήματός του ώστε να εκτελεί τους απαιτούμενους χειρισμούς λαμβάνοντας υπόψη και τις επικρατούσες συνθήκες της οδού, με αποτέλεσμα κινούμενος με ταχύτητα μεγαλύτερη των 100 Χ/Ω να απωλέσει τον έλεγχο του οχήματός του και πλαγιολισθαίνοντας απόσταση 12 μέτρων να εισέλθει στο ρεύμα πορείας όπου εκινείτο το φορτηγό, να συγκρουσθεί με τη δεξιά πλευρά αυτού και να εκτοξευθεί στη συνέχεια στη δεξιά άκρη του ρεύματος προς Κόρινθο, οι δε τροχοί του συνεπεία της σφοδρότητας της σύγκρουσης να αποσπαστούν του οχήματός του και να καταλήξουν σε παρακείμενο αγρό. και γ) Αναφέρεται σαφώς η οδική συμπεριφορά του οδηγού του ... ΙΧΦ αυτοκινήτου, ο οποίος εκινείτο σε απόσταση 1,60 μ. από το δεξιό άκρο του προς Κόρινθο ρεύματος πορείας της ανωτέρω οδού, καταλείποντας 3,05 μ. της λωρίδας του από τη διπλή διαχωριστική γραμμή χωρίς η κατά δύο χιλιόμετρα υπέρβαση του επιτρεπόμενου ορίου ταχύτητας να συνδέεται αιτιωδώς με το ένδικο ατύχημα, ενόσω οι συνέπειες αυτού, δεν θα ήταν διάφορες εάν ο οδηγός του είχε μειώσει την ταχύτητά του κατά δύο χιλιόμετρα. Εξ άλλου, η παραδοχή της προσβαλλόμενης απόφασης "Εάν το επιβατικό αυτοκίνητο εκινείτο κανονικά με ταχύτητα 70 χλμ ανά ώρα και εισερχόταν στο ρεύμα πορείας του φορτηγού για να αποφύγει τη σύγκρουση μετ' αυτού, το οποίο είχε εισέλθει στο δικό του ρεύμα πορείας ... τότε δεν θα υπήρχαν τα ίχνη πλαγιολίσθησης αφού το επιβατικό αυτοκίνητο με κανονικές συνθήκες πορείας θα έκανε ελιγμό για να εισέλθει στο άλλο ρεύμα" καθώς και η έτερη "'Ισως δε τέτοια ίχνη πλαγιολίσθησης να υπήρχαν στην πορεία του φορτηγού εάν αυτό, έμφορτο ως ήταν, εισήρχετο στο ρεύμα του επιβατικού επ' ολίγον και μετά επανήρχετο στο ρεύμα κυκλοφορίας του", συνιστούν επιχειρήματα του Εφετείου που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων προς απόκρουση του ισχυρισμού των εκκαλούντων και ήδη αναιρεσειόντων στην από 23-4-2010 έφεσή τους περί της κινήσεως του φορτηγού κατά ένα τμήμα και εντός του ρεύματος πορείας του επιβατικού ως ανωτέρω αυτοκινήτου με οδηγό τον θανατηφόρα τραυματισθέντα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν αιτιολογία της απόφασης, ώστε στο πλαίσιο της διάταξης του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ να επιδέχεται η προσβαλλόμενη απόφαση μομφή για ανεπάρκεια και αντιφατικότητα με τη μορφή των ενδοιαστικών αιτιολογιών. Πρέπει επομένως κατά το μέρος αυτό, ο πρώτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ να απορριφθεί ως αβάσιμος. Πέραν τούτων, η παραδοχή του Εφετείου α) ότι "δεν αποδείχθηκε ότι ο οδηγός του ΙΧΦ αυτοκινήτου δεν έκανε κίνηση τροχοπέδησης" δεν αντιφάσκει με την έτερη ότι "δεν αποδείχθηκε ότι ο οδηγός του φορτηγού είχε τη δυνατότητα να τροχοπεδήσει μόλις το επιβατικό αυτοκίνητο εισήλθε στο ρεύμα του", β) η παραδοχή ότι "το ΙΧΦ αυτοκίνητο εκινείτο με 72 Χ/Ω στη μέση περίπου της λωρίδας του" δεν αντιφάσκει με την παραδοχή ότι "ο οδηγός του ... ΙΧΕ αυτοκινήτου εισήλθε στο ρεύμα πορείας του ... ΙΧΦ αυτοκινήτου και δη στο δεξιό άκρο του ρεύματος αυτού", ανεξαρτήτως του ότι η κίνηση του φορτηγού στη μέση ή στο δεξιό άκρο του ρεύματος πορείας του δεν συνδέεται αιτιωδώς με την επέλευση του ενδίκου ατυχήματος, λόγω της εισόδου, πλαγιολισθαίνοντας εντός του ρεύματος αυτού, κατά τις παραδοχές της προσβαλλόμενης, του ΙΧΕ ως ανωτέρω αυτοκινήτου. γ) η παραδοχή ότι αποτέλεσμα της σύγκρουσης ήταν η ολοσχερής καταστροφή του επιβατικού αυτοκινήτου και η πρόκληση σοβαρών υλικών ζημιών στο εμπρόσθιο δεξιό τμήμα του φορτηγού δεν αντιφάσκει με εκείνη ότι το ΙΧΕ αυτοκίνητο πλαγιολισθαίνοντας εισήλθε στο ρεύμα πορείας του φορτηγού, οπότε και συγκρούστηκε με τη δεξιά πλευρά αυτού. Πρέπει επομένως, ο περί του αντιθέτου πρώτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως από τον αριθμό 19 του ίδιου ως ανωτέρω άρθρου και κώδικα να απορριφθεί ως αβάσιμος. Πέραν των όσων αναπτύχθηκαν παραπάνω, ο πρώτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως με τον οποίο προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, της παραβίασης των διατάξεων ουσιαστικού δικαίου που προαναφέρθηκαν, διότι α) δεν εξειδικεύει το λόγο για τον οποίο επιχειρήθηκε πλαγιολίσθηση από τον οδηγό του ΙΧΕ αυτοκινήτου, β) δεν διευκρινίζει αν η κατωφέρεια που εμφανίζει η Π.Ε.Ο. Αθηνών Κορίνθου στη 38,50 Χ/Θ βρίσκεται στην πορεία του φορτηγού ή του ΙΧΕ αυτοκινήτου, γ) το μέγεθος των προκληθέντων ζημιών στα εμπλακέντα στο ένδικο ατύχημα οχήματα δεν αποτελεί ασφαλές κριτήριο εκτιμήσεως της ταχύτητάς τους, όπως αναφέρει στην από 19-6-2007 έκθεση πραγματογνωμοσύνης ο πραγματογνώμων Ε. Μ., δ) λαμβανομένου υπόψη του πλάτους του φορτηγού από 2,49 μέτρα το ελεύθερο τμήμα του προς Κόρινθο ρεύματος πορείας της ΠΕΟ Αθηνών-Κορίνθου ανέρχεται σε 0,51 μέτρα και ε) ενόψει του ότι το φορτηγό αυτοκίνητο ήταν έμφορτο, έπρεπε να κινείται με ταχύτητα 50Χ/Ω, πρέπει να απορριφθεί αναφορικά με την υπό στοιχείο α αιτίαση ως αβάσιμος, διότι σαφής μνεία στην προσβαλλόμενη απόφαση γίνεται περί του λόγου της πλαγιολίσθησης εντός του ρεύματος πορείας του φορτηγού, αναφορικά με την υπό στοιχείο β αιτίαση ως απαράδεκτος, διότι πρόκειται για έλλειψη που ανάγεται στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα, στην ανάλυση και αιτιολόγηση του συναχθέντος εξ αυτών και σαφώς διατυπωμένου στην απόφαση αποδεικτικού πορίσματος, αναφορικά με την υπό στοιχείο γ αιτίαση ως απαράδεκτος ωσαύτως, διότι πρόκειται περί επιχειρήματος του εφετείου το οποίο σχετίζεται με την εκτίμηση των αποδείξεων και αναφορικά με τις λοιπές αιτιάσεις πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος διότι πρόκειται περί επιχειρημάτων των αναιρεσειόντων προς επιστήριξη του ισχυρισμού τους ότι δεν βαρύνει υπαιτιότητα περί την πρόκληση του ατυχήματος τον οδηγό του ... ΙΧΕ αυτοκινήτου. Επειδή, από τις διατάξεις των άρθρων 106, 335, 338, 340 και 346 του ΚΠολΔ προκύπτει, ότι το δικαστήριο της ουσίας προκειμένου να σχηματίσει το αποδεικτικό πόρισμα αναφορικώς με τους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και έχουν ανάγκη αποδείξεως υποχρεούνται να λάβει υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα το οποία νομίμως επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, χωρίς να είναι ανάγκη να γίνεται χωριστή αξιολόγηση του καθενός. Η παραβίαση της υποχρεώσεως αυτής ιδρύει τον προβλεπόμενο από το άρθρο 559 αρ. 11 περ. γ του ΚΠολΔ λόγο αναιρέσεως. Ο λόγος όμως αυτός απορρίπτεται ως αβάσιμος κατ' ουσίαν, όταν το δικαστήριο βεβαιώνει στην απόφασή του ότι έλαβε υπόψη τα συγκεκριμένα αποδεικτικά μέσα για τα οποία προτείνεται ο λόγος αναιρέσεως, ή προκειμένου περί εγγράφων, όταν έλαβε υπόψη όλα τα με επίκληση προσκομισθέντα από τους διαδίκους έγγραφα, έστω και χωρίς να γίνεται ειδική μνεία ή αξιολόγηση καθενός από αυτά, εκτός αν παρά τη διαβεβαίωση αυτή, από το περιεχόμενο της αποφάσεως και ιδίως από τις αιτιολογίες της καταλείπονται αμφιβολίες για τη συνεκτίμηση όλων ή ορισμένων εγγράφων, οπότε και μόνον είναι κατ' ουσία βάσιμος ο πιο πάνω λόγος αναιρέσεως. Στην προκειμένη περίπτωση, με το δεύτερο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 11γ του άρθρου 559 ΚΠολΔ, διότι το Εφετείο προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό πόρισμα περί της αποκλειστικής υπαιτιότητας του οδηγού του ... ΙΧΕ αυτοκινήτου περί την πρόκληση του ένδικου ατυχήματος και τον επελθόντα συνεπεία αυτού θανάσιμο τραυματισμό του, δεν έλαβε υπόψη: α) το κατηγορητήριο βάσει του οποίου ο οδηγός του ... ΙΧΦ αυτοκινήτου D. B. παραπέμφθηκε να δικασθεί για την αξιόποινη πράξη της ανθρωποκτονίας από αμέλεια του οδηγού του ... ΙΧΕ αυτοκινήτου ενώπιον του Τριμελούς Πλημ/κείου Αθηνών, στο οποίο σαφής αναφορά γίνεται περί των συνθηκών του ενδίκου ατυχήματος, β) την υπ. αρ. 30500/2011 απόφαση του Τριμελούς Πλημ/κείου Αθηνών με την οποία ο προαναφερθείς οδηγός του ΙΧΦ αυτοκινήτου καταδικάστηκε σε ποινή φυλάκισης έξι (6) μηνών για την αξιόποινη ως ανωτέρω πράξη, η οποία επικυρώθηκε με την εκδοθείσα μετά τη συζήτηση της υποθέσεως ενώπιον του Εφετείου υπ. αρ. 11820/2011 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου (Πλημ/των) Αθηνών, γ) την ένορκη κατάθεση του εξετασθέντος ενώπιον του Πρωτοβαθμίου δικαστηρίου μάρτυρα Δ. Κ. και δ) την από 18-3-2008 τεχνική έκθεση συνθηκών του ατυχήματος που συνετάγη από τον πρωτοβαθμίως εξετασθέντα μάρτυρα Δ. Κ.. Ο αναιρετικός αυτός λόγος πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος αναφορικά με τις υπό στοιχεία α, γ και δ αιτιάσεις καθ' όσον, όπως προκύπτει από την επισκόπηση παραδεκτώς (άρθρ. 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) της προσβαλλόμενης απόφασης, το Εφετείο, για την κατάρτιση του αποδεικτικού ως ανωτέρω πορίσματος σε σχέση με τις συνθήκες του ατυχήματος και την υπαιτιότητα ή μη των οδηγών των εμπλακέντων στο ένδικο ατύχημα οχημάτων, έλαβε υπόψη εκτός άλλων, και τις καταθέσεις των μαρτύρων οι οποίοι εξετάσθηκαν στο ακροατήριο του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου και περιέχονται στα ταυτάριθμα με την εκκαλούμενη πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης αυτού καθώς και τα έγγραφα της σχηματισθείσας ποινικής δικογραφίας, στην οποία εμπεριέχεται και το κατηγορητήριο, ενώ εξ άλλου, σαφής αναφορά στην προσβαλλόμενη απόφαση γίνεται και της από 18-3-2008 έκθεση ανάλυσης συνθηκών που προσκομίζεται από τους εκκαλούντες στην από 23-4-2010 έφεση. Τέλος αναφορικά με την υπό στοιχείο β αιτίαση ο ίδιος ως άνω αναιρετικός λόγος πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος διότι από τη διαλαμβανόμενη στην προσβαλλόμενη απόφαση γενική διαβεβαίωση ότι για τη διαμόρφωση της ουσιαστικής κρίσεώς του έλαβε υπόψη όλα τα έγγραφα που οι διάδικοι προσκομίζουν και επικαλούνται είτε για να χρησιμεύσουν ως δικαστικά τεκμήρια, είτε για να ληφθούν υπόψη ως αυτοτελή αποδεικτικά μέσα, σε συνδυασμό και με τις αιτιολογίες της δεν καταλείπονται αμφιβολίες για τη συνεκτίμηση και της επικαλούμενης ως ανωτέρω 30500/2011 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημ/κείου Αθηνών. Η αιτίαση αυτή δεν προσήκει για την 11820/14-12-2011 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου (Πλημ/των) Αθηνών, η οποία δημοσιεύθηκε μετά τη συζήτηση της υποθέσεως στις 5-5-2011, της οποίας επακολούθησε η έκδοση της προσβαλλόμενης αποφάσεως. Επειδή, με βάση τα προεκτιθέμενα, πρέπει να απορριφθεί η από 25-2-2012 αίτηση αναιρέσεως της 564/2012 απόφασης του Εφετείου Αθηνών και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες, ως ηττηθέντες, στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσίβλητου Ν.Π.Δ.Δ. με την επωνυμία "ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΕΥΘΥΝΗΣ ΑΠΟ ΑΤΥΧΗΜΑΤΑ ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΩΝ" κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό (άρθρ. 183 ΚΠολΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 25-2-2012 αίτηση αναιρέσεως της 564/2012 απόφασης του Εφετείου Αθηνών. Και Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσίβλητου ΝΠΔΔ με την επωνυμία "ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΕΥΘΥΝΗΣ ΑΠΟ ΑΤΥΧΗΜΑΤΑ ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΩΝ" που ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε, στην Αθήνα, στις 27 Νοεμβρίου 2013. Δημοσιεύθηκε, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 11 Δεκεμβρίου 2013. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ