Αριθμός 359/2013 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Α1' Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Λυκούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ιωάννη Σίδερη, Νικόλαο Λεοντή, Γεώργιο Γεωργέλλη και Δημήτριο Κράνη, Αρεοπαγίτες. Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 4 Φεβρουαρίου 2013, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Κοκκίνη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Του αναιρεσείοντος: Κ. Π. του Β., κατοίκου ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο. Των αναιρεσιβλήτων: 1) Γ. Δ. του Ζ., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε αυτοπροσώπως λόγω της ιδιότητάς του ως δικηγόρου και 2) Α. Ι. του Σ., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε μετά του ως άνω αναφερόμενου δικηγόρου. Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 21-3-2002 και 21-1-2003 αγωγές των ήδη αναιρεσιβλήτων που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4622/2007 οριστική του ιδίου δικαστηρίου και 826/2010 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 21-12-2010 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης, Ιωάννης Σίδερης, ανέγνωσε την από 23-2-2012 έκθεσή, του ήδη αποχωρήσαντος από την Υπηρεσία Αρεοπαγίτη Δημητρίου Τίγγα, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως. Ο αυτοπροσώπως παραστάς πρώτος αναιρεσίβλητος και πληρεξούσιος δικηγόρος του δευτέρου αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης και την καταδίκη του αντιδίκου του στην δικαστική δαπάνη. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Ι). Κατά την έννοια του άρθρου 576 Κ.Πολ.Δ, εάν κατά την συζήτηση της αναιρέσεως δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος κάποιος από τους διαδίκους, ο Άρειος Πάγος ερευνά αυτεπαγγέλτως αν ο απολειπόμενος διάδικος επέσπευσε εγκύρως τη συζήτηση, οπότε συζητεί την υπόθεση σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι, ή, αν τη συζήτηση επέσπευσε ο αντίδικος του απολειπόμενου διαδίκου, οπότε εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα. Αν η κλήση για τη συζήτηση επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα ο Άρειος Πάγος προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Στην προκειμένη περίπτωση όπως προκύπτει από την υπ' αριθ. 6661/26.11.2012 έκθεση επιδόσεως της δικ. επιμελητρίας του Πρωτοδικείου Αθηνών ..., ακριβές αντίγραφο της από 11.8.2005 αιτήσεως, μετά της πράξεως ορισμού δικασίμου για την εκδίκαση της αναιρέσεως και κλήσεως προς παράσταση, επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως στον αναιρεσείοντα, δια θυροκολλήσεως, τηρηθεισών των νομίμων διατυπώσεων του άρθρου άρθρο 128 παρ. 4 ΚΠολΔ, για τη σημερινή δικάσιμο της 4.2.2013. Ο αναιρεσείων όμως δεν εμφανίσθηκε κατά τη συζήτηση της κρινόμενης αίτησης. Επομένως, σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία του αναιρεσείοντος, σαν να ήταν και αυτός παρών. ΙΙ). Από τις συνδυασμένες, διατάξεις των άρθρων 57, 59, 299, 914, 920, 330 εδ. β' και 932 του ΑΚ, σαφώς συνάγεται ότι σε περίπτωση προσβολής της προσωπικότητας φυσικού προσώπου ή της φήμης νομικού προσώπου από παράνομη και υπαίτια πράξη του προσβάλλοντος μπορεί να επιδικασθεί χρηματική ικανοποίηση, αν εξαιτίας της προσβολής αυτής επήλθε οποιαδήποτε προσβολή της προσωπικότητας ή της φήμης. Επί προσβολής της προσωπικότητας και εφόσον αυτή είναι παράνομη, ο νόμος καθιερώνει αντικειμενική ευθύνη του προσβάλλοντος μόνον ως προς την αξίωση για την άρση της προσβολής, ενώ για την αξίωση αποζημίωσης, καθώς και για τη χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης εκείνου που έχει προσβληθεί, ο νόμος απαιτεί η προσβολή να είναι παράνομη και υπαίτια, αρκούντος κάθε είδους υπαιτιότητας, από δόλο ή από αμέλεια (Ολ.Α.Π, 2/2008). Παράνομη είναι η συμπεριφορά που αντίκειται σε απαγορευτικό ή επιτακτικό κανόνα δικαίου, ο οποίος προστατεύει δικαίωμα ή συγκεκριμένο συμφέρον του ζημιωθέντος, μπορεί δε να συνίσταται σε θετική ενέργεια ή παράλειψη οφειλόμενης ενέργειας από διάταξη νόμου ή από προηγούμενη συμπεριφορά του δράστη ή από υπάρχουσα έννομη σχέση μεταξύ αυτών ή από την καλή πίστη κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη, δηλαδή η παράνομη συμπεριφορά συντελείται χωρίς δικαίωμα ή κατ' ενάσκηση δικαιώματος το οποίο όμως από άποψη έννομης τάξης είναι μικρότερης σπουδαιότητας, είτε ασκείται υπό περιστάσεις που καθιστούν την άσκηση αυτού καταχρηστική, σύμφωνα με το άρθρο 281 του Α.Κ. ή το άρθρο 25 παρ. 3 του Συντάγματος (Α.Π. 50/2002, 331/2005). Προσβολή της προσωπικότητας συντελείται με οποιαδήποτε πράξη ή παράλειψη τρίτου, με την οποία διαταράσσεται η κατάσταση που υπάρχει σε μια ή περισσότερες εκφάνσεις της σωματικής, ψυχικής, πνευματικής και κοινωνικής ατομικότητας του προσβαλλόμενου, αφού τα έννομα αυτά αγαθά δεν αποτελούν αυτοτελή δικαιώματα, αλλά επιμέρους εκδηλώσεις του ενιαίου δικαιώματος της προσωπικότητας. Τέτοια προστατευόμενα αγαθά είναι, μεταξύ άλλων η τιμή, δηλαδή η ηθική αξία και η υπόληψη, δηλαδή η κοινωνική αξία κάθε ανθρώπου, αντικατοπτρισμένες στην αντίληψη και την εκτίμηση που έχουν οι άλλοι γι' αυτόν, η ψυχική υγεία και ο συναισθηματικός κόσμος του ατόμου. Κατά τον προσδιορισμό του ποσού της αιτούμενης χρηματικής ικανοποιήσεως το δικαστήριο λαμβάνει υπόψη τα πραγματικά περιστατικά που οι διάδικοι έθεσαν υπόψη του, ήτοι το βαθμό, πταίσματος του υπόχρεου, το είδος και τη βαρύτητα της προσβολής, την ηλικία του δικαιούχου και την κοινωνική και οικονομική κατάσταση των μερών, ενώ συνεκτιμάται και το τυχόν συντρέχον πταίσμα του δικαιούχου (Α.Π. 654/2009). Οι ως άνω συμπαρομαρτούσες συνθήκες λαμβάνονται υπόψη για να καθορισθεί το εύλογο χρηματικό ποσό για την ικανοποίηση του παθόντος και δεν αποτελούν ιδιαίτερα, και αυτοτελή στοιχεία, των οποίων η παράθεση να είναι αναγκαία για την πληρότητα της αιτιολογίας, αλλά το δικαστήριο αποφασίζει για αυτά με μη υποκείμενη σε αναιρετικό έλεγχο ελεύθερη κρίση (Α.Π. 1166/2009), που δεν πρέπει να υπερβαίνει τα ακραία λογικά όρια της διακριτικής του ευχέρειας (Α.Π. 79/2010). Περαιτέρω κατά το άρθρο 367 παρ. 1 περ. α'- δ' ΠΚ το άδικο των προβλεπόμενων στα άρθρα 361 επ. του ίδιου Κώδικα πράξεων αίρεται, μεταξύ των άλλων περιπτώσεων που προβλέπονται στο άρθρο αυτό, και όταν πρόκειται για εκδηλώσεις που γίνονται για την εκτέλεση νόμιμων καθηκόντων, την άσκηση νόμιμης εξουσίας ή για τη διαφύλαξη (προστασία) δικαιώματος ή από άλλο δικαιολογημένο ενδιαφέρον ή σε ανάλογες περιπτώσεις (περ. γ' και δ1). Η τελευταία αυτή διάταξη (ΠΚ 367), για την ενότητα δικαίου της έννομης τάξης εφαρμόζεται αναλογικά και στο χώρο του ιδιωτικού δικαίου, όπως αυτός οριοθετείται από τις προαναφερόμενες διατάξεις των άρθρων 57-59 και 914 επ. Α.Κ. Επομένως, εφόσον αίρεται ο άδικος χαρακτήρας των προαναφερόμενων αξιόποινων πράξεων, αποκλείεται και το στοιχείο του παρανόμου της επιζήμιας συμπεριφοράς ως όρος της αντίστοιχης αδικοπραξίας του αστικού δικαίου, εκτός αν περιέχουν τα στοιχεία της συκοφαντικής δυσφημήσεως, καθώς και όταν από τον τρόπο της εκδήλωσης ή από τις περιστάσεις υπό τις οποίες τελέσθηκε η πράξη προκύπτει, σκοπός εξυβρίσεως. Τέτοιος σκοπός θεωρείται ότι υπάρχει, όταν ο τρόπος εκδήλωσης δεν ήταν πραγματικά αναγκαίος για να αποδοθεί, όπως έπρεπε, το περιεχόμενο της σκέψης του δράστη προς προστασία δικαιολογημένου ενδιαφέροντος και ο τελευταίος, μολονότι γνώριζε την έλλειψη αναγκαιότητας του τρόπου αυτού, εν τούτοις τον χρησιμοποίησε για να προσβάλει την τιμή άλλου. Η προβολή περιπτώσεως του άρθρου 367 παρ. 1 του ΠΚ αποτελεί αυτοτελή ισχυρισμό, καταλυτικό της αγωγής του προσβληθέντος στην προσωπικότητα του (ένσταση), λόγω άρσεως του παρανόμου της προσβολής. Η προβολή δε από τον προσβληθέντα περιπτώσεως από το άρθρο 367 παρ. 2 του ΠΚ αποτελεί αντένσταση κατά της, ενστάσεως εκ του άρθρου 367 παρ.2 Π.Κ. (Α.Π. 1573/2005). Εξάλλου κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.ικ. αναίρεση επιτρέπεται, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίον περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται είτε με ψευδή ερμηνεία, δηλαδή με την απόδοση σ' αυτόν έννοιας μη αληθινής (μη αρμόζουσας), είτε με εσφαλμένη (μη ορθή) εφαρμογή, που υπάρχει όταν ο κανόνας δικαίου εφαρμόζεται ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή δεν εφαρμόζεται ενώ συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και όταν εφαρμόζεται εσφαλμένα (ΟλΑΠ 7/2006,4/2005). Κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολ.Δ λόγος αναιρέσεως για έλλειψη νόμιμης βάσης της αποφάσεως ιδρύεται, όταν από τις αιτιολογίες της δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είναι αναγκαία για να κριθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συντρέχουν οι νόμιμοι όροι της ουσιαστικής διατάξεως που εφαρμόσθηκε ή δεν συντρέχουν, ώστε να αποκλείεται η εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες ως προς το νομικό χαρακτηρισμό των περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (Ολ.Α.Π. 1/1999, 28/1997, 12/1995). Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως του νομικού συλλογισμού προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα του ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως, έστω και με συνοπτικές αιτιολογίες, από τις παραδοχές της αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες οι ελλείψεις που ανάγονται στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα στην αξιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς (Ολ.Α.Π. 861/1984). Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, με την οποία απορρίφθηκε η έφεση του αναιρεσείοντος εναγομένου κατά της πρωτόδικης απόφασης, με την οποία έγινε κατά ένα μέρος δεκτή η αγωγή των αναιρεσιβλήτων εναγόντων για επιδίκαση σ' αυτούς χρηματικής ικανοποιήσεως της ηθικής βλάβη τους λόγω προσβολής της προσωπικότητας τους, το Εφετείο, ύστερα από ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων, δέχθηκε τα ακόλουθα ενδιαφέροντα την κρινόμενη υπόθεση περιστατικά: "Ο ενάγων- εναγόμενος δικηγόρος Αθηνών Γ. Δ., κατ' εντολήν του πελάτη του Α. Ι., που είχε νομίμως εκλεγεί διαχειριστής της συνιδιοκτησίας της επί της οδού ... αριθμ. 55, στην ..., τετραόροφης πολυκατοικίας, συνέταξε και κατέθεσε την υπ' αριθμ. καταθ. 8696/1996, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, αγωγή, εναντίον των εναγομένων Κ. και Έ. Π., συνιδιοκτητών της οροφοκτησίας. Αιτήματα της αγωγής, πλην των άλλων, ήταν α) να αναγνωρισθεί ότι είναι παράνομη και αντίκειται στις απορρέουσες από τη σχέση της συνιδιοκτησίας και τον κανονισμό αυτής, η εκ μέρους των εναγομένων εκμίσθωση της, υπό στοιχείο 4,οριζοντίου ιδιοκτησίας του πρώτου ορόφου, προς χρήση καταστήματος και η δημιουργία ανοίγματος στην πλάκα μεταξύ ισογείου και πρώτου ορόφου και η κατασκευή εσωτερικής κλίμακας, β) να αποκαταστήσει τα πράγματα στην πρότερα κατάσταση και γ) να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι να καταβάλουν τα αναφερόμενα ποσά, λόγω κατάπτωσης συμφωνηθείσης ποινικής ρήτρας: Επ' αυτής εκδόθηκαν οι υπ' αριθμ. 4086/97 και 2396/98 αποφάσεις του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και του Δικαστηρίου τούτου αντιστοίχως, με τις οποίες κρίθηκε τελεσιδίκως ότι οι ως άνω ενέργειες και επεμβάσεις των εναγομένων συνιδιοκτητών, που είχαν λάβει χώρα το θέρος του έτους 1995, είναι παράνομες και υποχρεώθηκαν οι τελευταίοι να προβούν στην επαναφορά των πραγμάτων στην πρότερα κατάσταση με καθαίρεση της εσωτερικής κλίμακας και αποκατάσταση του ανοίγματος της πλάκας, επ' απειλή χρηματικής ποινής και προσωπικής κράτησης, παράλληλα δε καταψηφίστηκε σε βάρος τους και υπέρ της συνιδιοκτησίας το ποσό των 500.000 δραχμών, σ' ολόκληρο, λόγω καταπεσούσης ποινικής ρήτρας για παράβαση του Κανονισμού. Μετά την έκδοση της εφετειακής αποφάσεως και λόγω του ότι οι εναγόμενοι, ως ηττηθέντες, εκδήλωσαν την πρόθεση να ασκήσουν αναίρεση, οι διάδικοι συμφώνησαν να μην εκτελεστεί η απόφαση κατά το σκέλος της επαναφοράς των πραγμάτων στην πρότερα κατάσταση, που θα δημιουργούσε κατάσταση δυσχερώς αναστρέψιμη και οικονομικώς ασύμφορη, για την περίπτωση αποδοχής της αναίρεσης. Πράγματι οι εναγόμενοι άσκησαν αναίρεση, την οποία συνέταξε και υπέγραψε η δικηγόρος Ιωάννα Καράμπελα και η οποία, μετ' αναβολή προσδιορίστηκε τελικά να συζητηθεί στις 18-10-2000. Την προτεραία της ως άνω δικασίμου, οι αναιρεσείοντες κατέθεσαν στον Άρειο Πάγο αίτηση, με την οποία ισχυρίστηκαν ότι η πληρεξούσια δικηγόρος τους παραιτήθηκε της υποθέσεως και επειδή ο νέος δικηγόρος που διόρισαν, τον οποίο δεν κατονομάζουν δεν είχε ικανό χρόνο να ενημερωθεί, ζήτησαν αναβολή. Προς τούτο, την επομένη, ημέρα της δικασίμου, εμφανίστηκαν στο ακροατήριο, με τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους (ήδη ενάγοντα-εναγόμενο) Δ. Λ., ο οποίος κατόπιν προφορικού αιτήματος, πέτυχε την αναβολή της υποθέσεως για τη δικάσιμο της 1-11-2000. Μία ημέρα πριν από τη συζήτηση της υποθέσεως, ο πρώτος εναγόμενος Κ. Π. κατέθεσε στον Εισαγγελέα Πρωτοδικών Αθηνών την από 30-10-2000 μήνυση, κατά του ενάγοντος διαχειριστή, αλλά και του πληρεξουσίου δικηγόρου τούτου Γ. Δ., καταμηνύοντας αυτούς για πλείστα ατιμωτικά αδικήματα, σχετιζόμενα με την πορεία της πιο πάνω αστικής υποθέσεως, και δη για απάτη επί δικαστηρίου, για υπεξαγωγή εγγράφων και για νόθευση πρακτικών της Γενικής Συνέλευσης των συνιδιοκτητών. Ειδικότερα, σύμφωνα με το περιεχόμενο της μηνύσεως του, οι εγκαλούμενοι: Α) προέβησαν σ' εξαπάτηση τόσο του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών που δίκασε κατά τη διαδικασία του άρθρου 17 παρ. 2 ΚΠολΔ, όσο και του Εφετείου Αθηνών, αλλά και των Πολεοδομικών Αρχών, καθώς και των ιδίων των εκκαλούντων και συγκεκριμένα α) απέκρυψαν δολίως από το δικαστήριο ότι κατά τη δεκαετία του 1980 ο ίδιος συνιδιοκτήτης Κ. Π. είχε καθαιρέσει τις προσόψεις δύο άλλων ιδιοκτησιών που κατέχει στο ισόγειο μετατρέποντας τες σε κατάστημα, ότι η συνιδιοκτησία, μολονότι πέτυχε σε βάρος του την έκδοση τελεσίδικης απόφασης για επαναφορά των πραγμάτων στην προηγούμενη κατάσταση, τελικώς συμβιβάστηκαν μεταξύ τους και με το υπ' αριθμ. .../1986 συμβολαιογραφικό έγγραφο τροποποιήσεως του Κανονισμού που συνέταξε ο συμβολαιογράφος Αθηνών Νικ. Κοτρώτσος, όλοι οι συνιδιοκτήτες δέχθηκαν την αλλαγή χρήσης των δύο συγκεκριμένων ισογείων ιδιοκτησιών του εναγομένου με την καταβολή εκ μέρους του ποσού 1.200.000 δραχμών υπέρ του αποθεματικού της πολυκατοικίας β) απέκρυψαν από το δικαστήριο την ύπαρξη της υπ' αριθμ. .../1977 άδειας της Πολεοδομίας περί μετατροπής της προσόψεως του ισογείου, γ) εξαπάτησαν την Διεύθυνση Πολεοδομίας του Δήμου Αθηναίων, προσκομίζοντας, κατά την υποβολή της υπ' αριθμ. .../12-12-1996, αναφοράς απατηλά στοιχεία και αποκρύπτοντας την πιο πάνω άδεια αλλαγής χρήσης των ισογείων δ) με τη μεθόδευση απατηλών ενεργειών, ο διαχειριστής μαζί με το δικηγόρο του τους εξαπάτησαν, αφού ενώ ο διαχειριστής ενθάρρυνε αυτόν στη δημιουργία της εσωτερικής κλίμακας και τη συνένωση των ιδιοκτησιών του και μάλιστα επέβλεπε τις εργασίες κατασκευής του, με αποτέλεσμα οι εγκαλούντες να εφησυχάσουν και να μην προβούν εγκαίρως σε έκδοση αδείας από την Πολεοδομία, αίφνης κατά τη Γενική Συνέλευση της 18-12-1995 απαίτησαν συγκεκριμένη άδεια με πλήρη στατική μελέτη και ε) απέκρυψαν από το Δικαστήριο ότι το υπ' αρ. 4 διαμέρισμα είχε πάψει να χρησιμοποιείται σαν κατοικία και είχε ήδη διαμορφωθεί σε ενιαία αίθουσα που προοριζόταν για διαγνωστικό κέντρο πριν από το 1988 που το αγόρασαν, Β) Από κοινού προέβησαν στην υπεξαγωγή των εγγράφων των περιεχομένων στον υπ' αριθμ. πρωτ. .../17-3-1997 φάκελο του εγκαλούντος που είχε κατατεθεί στην Πολεοδομία Αθηνών, προκειμένου να εκδοθεί άδεια αλλαγής χρήσης του πρώτου ορόφου από διαμέρισμα σε κατάστημα και ότι ακολούθως υφάρπαξαν την υπ' αριθμ. .../97 βεβαίωση της Πολεοδομίας, με την οποία βεβαιωνόταν ότι δεν βρέθηκε ο πιο πάνω φάκελος, την οποία, βεβαίωση, στη συνέχεια, προσκόμισαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο, κατά την εκδίκαση της υπόθεσης και Γ) Από κοινού παραποίησαν και πλαστογράφησαν τα πρακτικά των Γενικών Συνελεύσεων "όπως τους κάπνιζε και βόλευε" για τα δικαστήρια και θέτουν υπογραφές άλλων συνιδιοκτητών και συγκεκριμένα νόθευσαν τα πρακτικά της Γενικής Συνέλευσης της 15ης-12-1995. Τους ίδιους ακριβώς ισχυρισμούς περιέλαβαν και στις από 31-10-2000 προτάσεις που κατέθεσαν ενώπιον του Αρείου Πάγου, στις 6-11-2000 και οι οποίες υπογράφονται, εκτός από τον πιο πάνω εγκαλούντα, και από τη σύζυγο του Έ. Π.. Και στα δύο πιο πάνω δικόγραφα (μήνυση και προτάσεις), εκτός από τους προαναφερόμενους ισχυρισμούς, προέβησαν και σε χαρακτηρισμούς, αποδίδοντας στον αντίδικο τους, αλλά και στο δικηγόρο του ότι "ασκούν τον από το παρελθόν γνώριμο οικονομικό εκβιασμό των" ότι προβαίνουν σε "αθέμιτες μεθοδεύσεις" ότι είναι "αντικοινωνικά και ποινικά κολάσιμα άτομα", ότι "εάν είχαν ίχνος εντιμότητας θα παραιτούντο από την αγωγή", ότι διαπράττουν "και πολλά άλλα ακαταλόγιστα", ότι επιδίδονται σε "καταχθόνιες ενέργειες", ότι αποτελούν "επικίνδυνο δίδυμο", ότι "δεν ήταν δυνατόν να μην πλανηθεί ο δικαστής με την αριστοτεχνικά μεθοδευμένη απάτη, καλοστημένη και ανεπανάληπτη στα δικαστικά χρονικά παγίδα", ότι "τους έτυχε διαχειριστής με το σύνδρομο του να ψοφήσει η κατσίκα του γείτονα", ότι "ο αναιρεσίβλητος μαζί με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του κ. Δ. και με το φίλο τους στην Επιτροπή αγγίζουν καν τα όρια του άρθρου 187 ΠΚ περί συστάσεως συμμορίας", ότι "ο αναιρεσίβλητος είχε δόλο και εσκεμμένη σκοπιμότητα μαζί με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του, που αναμφισβήτητα συνεργάστηκαν και μεθόδευσαν αθέμιτους τρόπους και μεθόδους για να παραπλανήσουν τους δικαστές, μη διστάζοντες προ ουδενός" και ότι "με την ταχύτητα που έτρεχε ο αναιρεσίβλητος γλίστρησε σε πλείστα όσα ποινικά αδικήματα, μη δ ι στα ζω ν προ ουδενός". Οι αναφερόμενοι στα πιο πάνω δικόγραφα χαρακτηρισμοί είναι προσβλητικοί για την τιμή και την υπόληψη του ενάγοντος διαχειριστή και του δικηγόρου του, αφού εμφανίζουν αυτούς ως άτομα ανέντιμα, δολοπλόκα, χωρίς ηθικές αναστολές που μετέρχονται παράνομες και ανήθικες μεθόδους, προκειμένου να επιτύχουν το σκοπό τους, ο δε δικηγόρος, προκειμένου να ωφελήσει τον πελάτη του σε βάρος των αντιδίκων του, προβαίνει σε οποιαδήποτε ενέργεια, εκθέτοντας έτσι την πίστη, το επάγγελμα και το μέλλον τούτου. Περαιτέρω, όλα τα πιο πάνω δυσφημιστικά γεγονότα τα οποία ισχυρίστηκαν οι Κ. και Έ. Π. στα δικόγραφα τους (δηλαδή οι ισχυρισμοί περί απάτης, υπεξαγωγής εγγράφων και πλαστογραφίας) αποδείχθηκε ότι δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα. Ειδικότερα όσον αφορά τα υπό στοιχείο (Α) ως άνω περιστατικά εξαπάτησης δεν αποδείχθηκε ότι ο ενάγων διαχειριστής προσκόμισε στο δικαστήριο πλαστά έγγραφα ή ότι απέκρυψε με δόλο περιστατικά ουσιώδη για την έκβαση εκείνης της δίκης, αφού η κατά το παρελθόν γενόμενη τροποποίηση του Κανονισμού αφορούσε αποκλειστικά την πρόσοψη της πολυκατοικίας και την αλλαγή χρήσης του ισογείου, η δε καταβολή χρημάτων από τον εναγόμενο ήταν αποτέλεσμα συμφωνίας, ως αντιστάθμισμα της επαύξησης της αξίας της περιουσίας του και δεν είχε καμία απολύτως επιρροή στην έκβαση της μεταγενέστερης δίκης που αφορούσε την ιδιοκτησία του πρώτου ορόφου, όπως έκριναν τα αρμόδια αστικά δικαστήρια, και μάλιστα η εφετειακή απόφαση εκτίμησε τη γενόμενη τροποποίηση του Κανονισμού με πλήρη αιτιολογία ως ενοχική σύμβαση, άλλωστε στα πλαίσια του συζητικού συστήματος ο εναγόμενος μπορούσε να προβάλλει τους ισχυρισμούς του και να προσκομίζει κάθε κρίσιμο για αυτόν έγγραφο, ενώ αντιθέτως το περιεχόμενο της αγωγής ανήκει στην ευθύνη του συντάσσοντος δικηγόρου. Επίσης, δεν αποδείχθηκε ότι ο ενάγων διαχειριστής, στα πλαίσια των αναφορών που έκανε προς τις Πολεοδομικές Αρχές, προσκόμισε οποιοδήποτε "απατηλό" όπως ισχυρίζεται ο εναγόμενος, στοιχείο, αλλά νομίμως προέβη σ' αυτές για την υποστήριξη των δικαιωμάτων της συνιδιοκτησίας και την ασφάλεια της οικοδομής. Ωσαύτως αποδείχθηκε ψευδής ο ισχυρισμός του εναγομένου ότι ο διαχειριστής συνήνεσε στην εκ μέρους του παραβίαση του Κανονισμού και ότι επέβλεπε τις εργασίες, αφού πλήρως βεβαιώθηκε από τα προσκομιζόμενα στοιχεία ότι όλοι οι συνιδιοκτήτες, και ο διαχειριστής, απουσίαζαν από την πολυκατοικία το καλοκαίρι του 1995 που έλαβαν χώρο οι εργασίες διάτρησης της πλάκας. Τέλος πλήρως αναληθής αποδεικνύεται και ο ισχυρισμός του ότι το υπ' αριθμ. 4 διαμέρισμα του πρώτου ορόφου, που αγόρασε το 1988 από τους κληρονόμους του γιατρού Δ., ήταν μία ενιαία αίθουσα χωρίς κουζίνα, χώλ, κ.λ.π. (υπολαμβάνοντας ότι είχε πάψει ήδη να χρησιμοποιείται ως διαμέρισμα) και αντίκειται σε κάθε λογική και συναλλακτική πρακτική και ο περαιτέρω ισχυρισμός του ότι τούτο το διαπίστωσε "έκπληκτος", μετά την αγορά, όταν το άνοιξε και είδε τους τοίχους γκρεμισμένους. Αλλά και τα υπό στοιχ. (β), περί υπεξαγωγής εγγράφων, εκτιθέμενα περιστατικά αποδεικνύονται αναληθή, εφόσον, μετά την καταγγελλόμενη υπεξαγωγή, για την οποία μάλιστα, ο εναγόμενος, προς υποστήριξη, ανέφερε ψευδώς ότι είδε στο κυλικείο της Πολεοδομίας το διαχειριστή με το δικηγόρο του να κρατούν το φάκελο του στα χέρια τους, ο φάκελος ανευρέθη, μετά από επιμελέστερο έλεγχο και χορηγήθηκε στον εναγόμενο η υπ' αριθμ. .../3-6-3997 βεβαίωση περί υπάρξεως του φακέλου. Επομένως κανένα έγγραφο δεν είχε υπεξαχθεί από τους ενάγοντες. Τέλος, αναληθείς, αποδείχθηκαν και οι υπό στοιχείο (Γ), περί νοθεύσεως των πρακτικών, ισχυρισμοί του εναγομένου, αφού δεν βεβαιώθηκαν από κανένα αποδεικτικό στοιχείο, ούτε στα πλαίσια της ποινικής διαδικασίας, όπου επισταμένως διερευνήθηκε τούτο, κατόπιν ειδικής εισαγγελικής παραγγελίας για συμπληρωματική προανάκριση. Στην ίδια κρίση κατέληξε και το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Αθηνών, το οποίο με το υπ' αριθμ. 111/2002 βούλευμα έπαυσε οριστικά, λόγω παραγραφής, την ποινική δίωξη κατά των εναγόντων Α. Ι. και Γ. Δ., για την αποδοθείσα πράξη της πλαστογραφίας, αποφάνθηκε να μη γίνει κατηγορία εναντίον τους για τις πράξεις της απάτης στο δικαστήριο, της υπεξαγωγής εγγράφων και της χρήσης πλαστού εγγράφου και περαιτέρω, επειδή έκρινε ότι η από 30-10-2000 υποβληθείσα μήνυση είναι εντελώς ψευδής, γενόμενη τουλάχιστον από βαριά αμέλεια, καταδίκασε τον εγκαλούντα στα δικαστικά έξοδα από 73,37 ευρώ. Κατόπιν εφέσεως το ως άνω βούλευμα επικυρώθηκε με το υπ' αριθμ. 970/2002 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, ως προς όλα τα κεφάλαια, πλην αυτού της δικαστικής δαπάνης, το οποίο μεταρρυθμίστηκε και ο μηνυτής απηλλάγη των εξόδων. Απ' όλα τα πιο πάνω περιστατικά, κατά την κρίση του Δικαστηρίου αποδείχθηκε ότι ο εναγόμενος Κ. Π. γνώριζε ότι όλα τα πιο πάνω περιστατικά που ανέφερε σε βάρος των εναγόντων ήταν ψευδή και παρόλα αυτά τα διέλαβε στα παραπάνω δικόγραφα (μήνυση καν προτάσεις) με σκοπό να τους συκοφαντήσει. Από τα ίδια αποδεικτικά στοιχεία αποδείχθηκε, αφενός μεν, ότι οι αποδέκτες των πιο πάνω εγγράφων έλαβαν γνώση των ισχυρισμών αυτών, που αφορούν γεγονότα τα οποία είναι πρόσφορα να βλάψουν την τιμή και την υπόληψη των εναγόντων, αφετέρου δε, ότι υπήρξε δολία προαίρεση του εναγομένου, η οποία περιλαμβάνει τη γνώση του ότι τα ισχυριζόμενα γεγονότα δύνανται να βλάψουν την τιμή και την υπόληψη των πρώτων και τη θέληση του να ισχυρισθεί τους ως άνω βλαπτικούς ισχυρισμούς, μόνο και μόνο για να επιτύχει την αποδοχή της αιτήσεως αναιρέσεως και την ανατροπή του σε βάρος του δυσμενούς δεδικασμένου, εμφανίζοντας τον εαυτό του ως θύμα σκευωρίας αδίστακτου αντιδίκου, συμπλέοντας και του πληρεξουσίου του δικηγόρου, οι οποίοι πέτυχαν, με εξαπάτηση των δικαστηρίων να επιτύχουν την υφαρπαγή άδικης αποφάσεως. Επομένως, ο ισχυρισμός του εναγόμενου που, κατ' εκτίμηση, προβάλλεται με τον τρίτο λόγο έφεσης του, ότι δηλαδή δεν συντρέχει στο πρόσωπο του ο απαιτούμενος, για την υποκειμενική στοιχειοθέτηση του αδικήματος της συκοφαντικής δυσφήμισης, άμεσος δόλος, εφόσον, όπως ισχυρίζεται ο ίδιος δεν γνώριζε την αναλήθεια όλων των πιο πάνω ψευδών περιστατικών που περιέλαβε στα δικόγραφα του, είναι απορριπτέος, αφού από κανένα απολύτως στοιχείο δεν βεβαιωνόταν η αλήθεια τους, όπως π.χ. γνώριζε πολύ καλά ότι δεν είχε τη συναίνεση του διαχειριστή για τις επεμβάσεις που έκανε ή κανένα στοιχείο δεν είχε, ώστε να οδηγηθεί στο συμπέρασμα ότι οι ενάγοντες αφαίρεσαν παρανόμως από την Πολεοδομία το φάκελο που είχε καταθέσει αφού ήδη αυτός είχε ανευρεθεί ή ότι είχαν πλαστογραφήσει τις αποφάσεις της Γενικής Συνελεύσεως. Ειδικότερα, ως προς τα καταγγελόμενα περί υπεξαγωγής εγγράφων, ενώ η πράξη φέρεται να τελέστηκε το Μάρτιο του 1997, μέχρι το Μάιο που ανευρέθη ο φάκελος χρονικό διάστημα κατά το οποίο θα μπορούσε να υποστηριχθεί έλλειψη δόλου -κανένα τέτοιο ισχυρισμό περί υπεξαγωγής δεν προέβαλε ο εναγόμενος, ούτε με τα εξώδικα που απέστειλε, ούτε με την υποβληθείσα στην Πολεοδομία ένσταση ή ανάσυρση όμως, αυτού του ισχυρισμού μετά τριετία και η προβολή του για πρώτη φορά, την προηγουμένη ημέρα συζητήσεως της αναιρέσεως, όταν ήδη ο φάκελος είχε ανευρεθεί, καταδεικνύει τον άμεσο δόλο τούτου, να συκοφαντήσει και καταμηνύσει ψευδώς τους ενάγοντες προκειμένου να επιτύχει, κατά την άποψη του, αίσια έκβαση της δίκης στον Άρειο Πάγο. Γι' αυτό και με την υπ' αριθμ. 2256/2004 τελεσίδικη απόφαση του Β' Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, καταδικάσθηκε για τις πιο πάνω πράξεις της ψευδούς καταμήνυσης και της συκοφαντικής δυσφήμησης σε φυλάκιση έξι (6) μηνών για την καθεμία. Ενόψει τούτων, κατά το μέρος που οι από 21-1-2003 και 21-3-2002 αγωγές των Α. Ι. και Γ. Δ. στηρίζονται στους προεκτεθέντες δυσφημιστικούς ισχυρισμούς του πρώτου εναγομένου Κ. Π. και την συνεπεία τούτων προσβολή της προσωπικότητας των εναγόντων, πρέπει να απορριφθεί η βασιζόμενη στο άρθρο 367 παρ. Ι Π.Κ. ένσταση του εναγομένου, την οποία προέβαλε στο πρωτόδικο δικαστήριο και επαναφέρει και στο δικαστήριο τούτο με τους δύο πρώτους λόγους έφεσης, αφού αποδείχθηκε ουσία βάσιμος ο καθ' υποφορά περιληφθείς στις αγωγές ισχυρισμός των εναγόντων περί συκοφαντικής δυσφήμησης και ειδικού σκοπού εξύβρισης. Αντίθετα, όπως δέχθηκε και η υπ' αριθμ. 58984/2003 απόφαση του Τριμελούς Πλημ/κείου Αθηνών, η οποία κήρυξε την εναγομένη Έ. Π. αθώα της αποδιδομένης σ' αυτή πράξης της συκοφαντικής δυσφήμησης, δεν αποδείχθηκε ότι η τελευταία τέλεσε την πράξη αυτή και ότι είχε γνώση του περιεχομένου των προτάσεων που κατατέθηκαν στις 31-10-2000 στον Άρειο Πάγο, τις οποίες είχε συντάξει μόνος ο σύζυγος της. Η ίδια, ναι μεν γνώριζε την αντιδικία που υπήρχε μεταξύ του συζύγου της και του ενάγοντος διαχειριστή, δεδομένου μάλιστα ότι συχνά συμμετείχε και στις γενικές συνελεύσεις των συνιδιοκτητών πλην όμως είχε άγνοια του περιεχομένου των προτάσεων και δη ότι αυτές περιείχαν ισχυρισμούς δυσφημιστικούς για τους ενάγοντες και άρα δεν εμφορείτο από δόλο συκοφαντικής δυσφήμησης ή απλής δυσφήμησης ή και εξύβρισης έστω. Η συνυπογραφή δε των προτάσεων εκ μέρους της οφείλεται απλώς στην τυπική ιδιότητα της ως αναγκαίας διαδίκου, συνιδιοκτήτριας εξ αδιαιρέτου με τον εγκαλούντα σύζυγο της. Η διαφορετική βουλητική στάση αυτής, σε σχέση με αυτή του συζύγου της, προκύπτει και από το ότι: α) η ένδικη μήνυση, που κατατέθηκε προς ενίσχυση της βαρύτητας των προτάσεων, υποβλήθηκε μόνο από το σύζυγο της, μολονότι είχαν κοινά συμφέροντα στην πολιτική δίκη και β) η ίδια δεν υπέγραψε την παρά πόδας των προτάσεων ειδική ρήτρα ότι αναλαμβάνει την ευθύνη των καταγγελλομένων, όπως έπραξε ο πρώτος αναιρεσείων. Το πρωτόδικο δικαστήριο, που έκρινε ομοίως, για τη διαμόρφωση της κρίσης του, συνεκτίμησε όλα τα αποδεικτικά στοιχεία, μεταξύ των οποίων και την κατάθεση του μάρτυρα Δ. Μ., χωρίς να στηριχθεί αποκλειστικά στην κατάθεση του τελευταίου, όπως ισχυρίζονται οι εκκαλούντες. Τέλος, οι ισχυρισμοί των εκκαλούντων ότι η χρήση πληθυντικού αριθμού στη διατύπωση των προτάσεων, και ότι μόνη η συνυπογραφή των προτάσεων από τη δεύτερη εναγομένη καθιστούν αυτή αυτουργό της σε βάρος τους δυσφήμησης, ελέγχονται ως αβάσιμοι, αφού στην προκειμένη περίπτωση, που οι αγωγές θεμελιώνονται στην προσβολή της προσωπικότητας δια δυσφημήσεως, κρίσιμη είναι η υποκειμενική στάση του δράστη έναντι των καταγγελλομένων. Επομένως, ορθώς η εκκαλουμένη απέρριψε τις από 21-1-2003 και 21-3-2002 αγωγές κατά το μέρος που στρέφονταν εναντίον της Έ. Π. (δεύτερης εναγομένης) και άρα πρέπει να απορριφθεί ως κατ' ουσία αβάσιμος ο ταυτόσημος πρώτος λόγος των εφέσεων του Α. Ι. και του Γ. Δ., που υποστηρίζουν τα αντίθετα. Ενόψει των πιο πάνω ουσιαστικών παραδοχών της παρούσης, και με βάση τους κανόνες της κοινής πείρας και λογικής, το δικαστήριο κρίνει ότι από την πιο πάνω άδικη πράξη του πρώτου εναγομένου που είχε ως συνέπεια την αμφισβήτηση της ηθικής και κοινωνικής αξίας του προσώπου των εναγόντων προσεβλήθη η προσωπικότητα αυτών και ως εκ τούτου υπέστησαν ηθική βλάβη, για την αποκατάσταση της οποίας προσήκει, ως χρηματική ικανοποίηση, το ποσό των 10.000 ευρώ σε κάθε ενάγοντα, το οποίο, μετά στάθμιση όλων των κατά νόμο στοιχείων κρίνεται εύλογο και δίκαιο, λαμβανομένης υπόψη ιδίως του είδους και της βαρύτητας της προσβολής, της βαρύτητας του πταίσματος του υπαιτίου, των συνεπειών της αδικοπραξίας, της κοινωνικοοικονομικής κατάστασης των διαδίκων μερών και των συγκεκριμένων συνθηκών τέλεσης της πράξης. Κατ' ακολουθία, η εκκαλουμένη που προσδιόρισε το οφειλόμενο ποσό χρηματικής ικανοποίησης στο πιο πάνω ποσό, δεν έσφαλε και άρα πρέπει να απορριφθούν ο δεύτερος λόγος της από 21-2-2009 εφέσεως και ο τέταρτος της από 22-5-2008 όμοιας, που υποστηρίζουν τα αντίθετα". Έτσι όπως έκρινε το Εφετείο και απέρριψε την έφεση του αναιρεσείοντος- εναγομένου κατά της 4622/2007 αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών με την οποία υποχρεώθηκε αυτός να καταβάλει στον καθένα από τους αναιρεσίβλητους-ενάγοντες το ποσό των 10.000 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση της ηθικής βλάβης τους, λόγω προσβολής της προσωπικότητας τους με ψευδείς (συκοφαντικούς) ισχυρισμούς περιλαμβανόμενους σε μηνυτήρια αναφορά του προς τον Εισαγγελέα Πλημ/κών Αθηνών, δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου τις ουσιαστικές διατάξεις των άρθρων 57, 59, 914, 330 εδ. β', 932 ΑΚ, 361, 363 και 367 του ΠΚ, τις οποίες εφάρμοσε, καθ' όσον διέλαβε στον υπαγωγικό συλλογισμό του σαφείς, επαρκείς και μη αντιφατικές αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο της ορθής εφαρμογής των ανωτέρω διατάξεων. Ειδικώτερα αναφέρεται: 1) Η από τον αναιρεσείοντα ψευδής, εν γνώσει της αναληθείας, καταμήνυση των αναιρεσιβλήτων, στις 30-10-2000 ενώπιον του Εισαγγελέα Πλημ/κών Αθηνών, για απάτη ενώπιον Δικαστηρίου, υπεξαγωγή εγγράφων και νόθευση πρακτικών γενικής συνελεύσεως των συνιδιοκτητών της επί της οδού ... αρ. 55 στην Αθήνα πολυκατοικίας, 2) Τα περιστατικά από τα οποία προέκυπτε ο άμεσος δόλος του αναιρεσείοντος να βλάψει την τιμή και την υπόληψη των αναιρεσιβλήτων, δηλαδή η γνώση του για το ψευδές των καταγγελιών του, ως λόγος αποκρούσεως της ενστάσεως του (αναιρεσείοντος) από το άρθρο 367 παρ. 1 ΠΚ ότι ενήργησε από δικαιολογημένο ενδιαφέρον να προστατεύσει τα δικαιώματα του σε αυτοτελή οριζόντια ιδιοκτησία του επί της αναφερόμενης πολυκατοικίας, αλλά και η ύπαρξη ειδικού σκοπού εξύβρισης των αναιρεσιβλήτων και 3) Η με τους αντικειμενικά πρόσφορους για συκοφαντική δυσφήμηση και εξύβριση ως άνω ισχυρισμούς του αναιρεσείοντος επέλευση βλάβης στην τιμή και την υπόληψη των αναιρεσιβλήτων, δηλαδή στην ηθική και κοινωνική αξία αυτών και η προσβολή με τον τρόπο αυτό της προσωπικότητα τους που δικαιολογούσε το επιδικασθέν προς χρηματική ικανοποίηση της ηθικής βλάβης τους ποσό. Επομένως οι αντίθετοι από το άρθρο 559 αρ. 19 και 1 του ΚΠολΔικ πρώτος και δεύτερος, όπως εκτιμάται κατά το οικείο μέρος του, λόγοι αναιρέσεως είναι αβάσιμοι, κατά το μέρος δε που υπό την επίκληση των λόγων αυτών αναιρέσεως πλήσσεται η εκτίμηση από το Εφετείο πραγματικών γεγονότων και η αξιολόγηση των αποδείξεων είναι απαράδεκτοι (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔικ.). ΙΙΙ). Κατά το άρθρο 559 αρ. 12 του Κ.Πολ.Δικ. "αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο παραβίασε τους ορισμούς του νόμου ως προς τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων". Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής θεμελιώνεται λόγος αναιρέσεως, αν το δικαστήριο κατά το σύστημα της θεωρίας των νομικών αποδείξεων, έχει υποχρέωση να προσδώσει δύναμη πλήρους αποδείξεως, στην οποία δεν χωρεί ανταπόδειξη, σε κάποιο από τα αναφερόμενα στις διατάξεις των όρθρων 339 και 270 παρ.2 του Κ.Πολ.Δικ αποδεικτικά μέσα, στα οποία δεν εμπίπτουν οι δικαστικές αποφάσεις άλλης δίκης ως προς τις αιτιολογίας τους ούτε συνιστούν αυτές αποδεικτικά έγγραφα, κατά την έννοια των άρθρων 438-439 του Κ.Πολ.Δικ. Συνεπώς ιδρύεται ο ως άνω λόγος αναιρέσεως, όταν το δικαστήριο της ουσίας, κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, προσέδωσε σε αποδεικτικό μέσο αυξημένη αποδεικτική δύναμη που δεν την είχε κατά νόμο ή δεν του προσέδωσε τέτοια δύναμη, μολονότι την είχε κατά νόμο, όχι δε αν έκρινε περισσότερο ή λιγότερο αξιόπιστο ένα από τα πολλά ισοδύναμα, κατά νόμο, αποδεικτικά μέσα (ΑΠ 31/1999, 1376/1996). Εξάλλου τα έγγραφα έχουν αυξημένη αποδεικτική δύναμη μόνον αν παράγουν πλήρη απόδειξη και όχι όταν εκτιμώνται ως δικαστικά τεκμήρια (Α.Π. 1243/1996), ενώ δεν ελέγχεται η κρίση για το περιεχόμενο εγγράφου, εφόσον αυτά εκτιμώνται ελεύθερα (Α.Π. 562/1985,763/1985), εκτός αν υφίσταται παραμόρφωση του περιεχομένου του εγγράφου. Με τον δεύτερο, κατά το οικείο μέρος του, από το άρθρο 559 αφ. 12 του ΚΠολΔικ, όπως εκτιμάται, λόγο αναιρέσεως, αποδίδεται στο Εφετείο η αιτίαση ότι παραβίασε τους ορισμούς του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων (και το βάρος αποδείξεως) με το να δεχθεί στο αποδεικτικό του πόρισμα ότι το 970/2002 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών δεν απήλλαξε απλώς τον αναιρεσείοντα από τα δικαστικά έξοδα, όπως δέχεται η προσβαλλόμενη, αλλά αναφέρει ρητά ότι η επίμαχη μήνυση δεν υποβλήθηκε από δόλο ούτε από βαριά αμέλεια και ότι ευλόγως υπελάμβανε ο αναιρεσείων τα καταγγελλόμενα ως αληθή. Κατά συνέπεια, εφόσον το προαναφερόμενο βούλευμα του ποινικού Εφετείου Αθηνών δεν αποτελούσε στη δίκη, κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση αποδεικτικό έγγραφο, κατά την έννοια των άρθρων 439 επ. ΚΠολΔικ, με αυξημένη αποδεικτική δύναμη έναντι των λοιπών αποδεικτικών μέσων της πολιτικής δίκης, το Εφετείο δεν παραβίασε τους ορισμούς του νόμου ως προς τη δύναμη αυτού του αποδεικτικού μέσου και ο εκ του άρθρου 559 αρ. 12 του ΚΠολΔικ, όπως εκτιμάται δεύτερος κατά το οικείο μέρος του, λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος. Επίσης με το να δεχθεί το Εφετείο κατά την ανάλυση των αποδείξεων, ότι αποδείχθηκαν τα αναγκαία περιστατικά που προσέδιδαν στους ισχυρισμούς του αναιρεσείοντος το χαρακτήρα συκοφαντικής δυσφημίσεως και δεν απέδειξε τους ισχυρισμούς του ο αναιρεσείων ότι ήταν αληθή όσα ισχυρίσθηκε για τους αναιρεσίβλητους, δεν εφάρμοσε εσφαλμένα τους ορισμούς του νόμου περί βάρους αποδείξεως και ο αντίθετος δεύτερος, κατά το οικείο μέρος του, όπως εκτιμάται, εκ του άρθρου 559 αρ.13. του Κ.Πολ.Δικ λόγος αναιρέσεως είναι απαράδεκτος Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως εξ' ολοκλήρου. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 21.12.2010 αίτηση αναίρεσης του Κ. Π., για αναίρεση της 826/2010 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσίβλητων, την οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 18 Φεβρουαρίου 2013. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 4 Μαρτίου 2013. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ