Αριθμός 1706/2023 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Α1' Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χρήστο Τζανερρίκο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιωάννα Κλάπα - Χριστοδουλέα, Χρήστο Κατσιάνη, Ασημίνα Υφαντή και Βρυσηίδα Θωμάτου - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες. ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 18 Οκτωβρίου 2021, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Των αναιρεσειόντων: 1) Ν. Τ. του Π., κατοίκου ….., 2) Α. Σ. του Ε., 3) Χ. Τ. του Ν., κατοίκων …….., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ιωάννη Καραγκούνη και κατέθεσαν προτάσεις, 4) Ε. συζύγου Σ. Κ., η οποία δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο, 5) Ά. - Χ. Λ. του Ι., κατοίκου ….., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Καραγκούνη και κατέθεσε προτάσεις. Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "Α. Μ. Α.Ε..", που εδρεύει στην ….. και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Μαρία Κυριακού με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις, 2) Θ. Τ. του Ε., κατοίκου ……., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αλέξανδρο Λιούτα και κατέθεσε προτάσεις, 3) Ανώνυμης Κατασκευαστικής Εταιρείας Κοινοπραξίας/Joint Venture με την επωνυμία "Α. - I. - A. T. - S. - A.", που εδρεύει στην ….. και εκπροσωπείται νόμιμα, 4) Δ. Κ. του Γ., κατοίκου ……, 5) Οργανισμού Αστικών Συγκοινωνιών …. (Ο.Α.Σ.Θ….) που εδρεύει στη …… και εκπροσωπείται νόμιμα, οι οποίοι δεν εκπροσωπήθηκαν στο ακροατήριο, 6) Ανώνυμης Ασφαλιστικής Εταιρείας με την επωνυμία "G. H. I. Α. Α. Ε.", που εδρεύει στην …… και εκπροσωπείται νόμιμα, όπως μετονομάστηκε η αρχικά αναιρεσίβλητη Ανώνυμη Ασφαλιστική Εταιρείας με την επωνυμία "Α. Α. Α.Ε.", η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αντώνιο Τσαβδαρίδη και κατέθεσε προτάσεις, 7) Κοινοπραξίας με την επωνυμία "Α. - S. - I. - A. S. - S. - H. R. I." όπως μετονομάστηκε η αρχικά αναιρεσίβλητη Κοινοπραξία με την επωνυμία "Α. Κ. - I. - A. - S. - A.", που εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα, 8) Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "Α. Α. Ε. Γ. Κ. Κ. Ν. Τ. Γ. Κ. Δ. Ε.", που εδρεύει στην ….. και εκπροσωπείται νόμιμα, οι οποίες εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Αλέξανδρο Λιούτα και κατέθεσαν προτάσεις. Στο σημείο αυτό, ο συνήγορος των ως άνω αναιρεσειόντων, αφού έλαβε το λόγο από τον Πρόεδρο, δήλωσε ότι η υπό στοιχείο 4 αναιρεσείουσα Ε. σύζυγος Σ. Κ. απεβίωσε στις 6/7/2020 σύμφωνα με την προσκομισθείσα υπ' αριθμό …./…/2020 ληξιαρχική πράξη θανάτου της ληξιάρχου του Δήμου ..., και την παρούσα δίκη συνεχίζουν οι μοναδικοί εξ αδιαθέτου κληρονόμοι αυτής 1) Σ. Κ. του Μ., 2) Α. Σ. του Ε., κάτοικοι ……, 3) Μ. σύζυγος Γ. Κ., το γένος Ε. Σ., κάτοικος ….., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον ίδιο ως άνω δικηγόρο και κατέθεσαν προτάσεις. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30/4/2012 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, την από 20/7/2012 ανακοίνωση δίκης - προσεπίκληση - παρεμπίπτουσα αγωγή της πρώτης ήδη αναιρεσιβλήτου, την από 25/2/2012 ανακοίνωση δίκης - προσεπίκληση - παρεμπίπτουσα αγωγή των δεύτερου και τρίτης των αναιρεσιβλήτων και τις από 22/3/2013 πρόσθετες παρεμβάσεις της πέμπτης των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο ... και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 10773/2014 εν μέρει οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 10773/2014 του Μονομελούς Εφετείου .... Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 10/3/2018 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος των παραστάντων αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Με την κρινόμενη, από 14-4-2022 (αριθμ. καταθ. …./30-4-2018) αίτηση αναίρεσης, προσβάλλονται, α) η με αριθμό 758/2017 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου ..., που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων, επί ασκηθεισών από τους διαδίκους εφέσεων, κατά της 10773/2014 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου ..., εκδοθείσας κατά την τακτική διαδικασία, επί της από 30-4-2012 αγωγής των αναιρεσειόντων και β) η ως άνω, με αριθμό 10773/2014, οριστική απόφαση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων, 566 παρ. 1, 577 και 118 αριθμ. 3 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι το δικόγραφο της αναίρεσης πρέπει να αναφέρει, εκτός από τα άλλα απαιτούμενα στοιχεία, και το όνομα, το επώνυμο και το πατρώνυμο όλων των διαδίκων, και αν πρόκειται για νομικά πρόσωπα, την επωνυμία και τη διεύθυνση της έδρας τους, έτσι ώστε να μη γεννάται αμφιβολία για την ταυτότητα αυτών. Η τυχόν εσφαλμένη αναγραφή ενός από τα στοιχεία αυτά στο δικόγραφο, εφόσον δεν δημιουργείται εντεύθεν αμφιβολία ως προς την ταυτότητα του διαδίκου, δεν επάγεται ακυρότητα του δικογράφου αυτού (ΑΠ 1298/2022, ΑΠ 575/2020, ΑΠ 938/2018). Στην προκείμενη περίπτωση, το δικόγραφο της άνω, από 10-3-2018 αίτησης αναίρεσης, απευθύνεται μεταξύ άλλων, και κατά των, Ανώνυμης Κατασκευαστικής Εταιρείας Κοινοπραξίας / Joint Venture (Τζόιντ Βέντσιαρ), με την επωνυμία, "ΑΕΓΕΚ, Ι., A. T. S. F., S., A." (Α., Ι., Α. Τ. Σ. Φ., Σ., Α.) και, Κοινοπραξίας, με την επωνυμία, "Κ. Α. Κ. Ι. - A. - S., A.", τρίτης και έβδομης των αναιρεσίβλητων, αντίστοιχα, από τις οποίες, όπως προκύπτει από τα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά, η πρώτη δεν εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο από πληρεξούσιο δικηγόρο, κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο, ενώ η δεύτερη παραστάθηκε στο ακροατήριο, εκπροσωπηθείσα από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της. Η τελευταία (έβδομη αναιρεσίβλητη), όπως δήλωσε ο πληρεξούσιος δικηγόρος της στο ακροατήριο, δήλωση την οποία επανέλαβε με την προσθήκη των προτάσεών της, ήδη φέρει τη νέα επωνυμία, "Κ. Α. /W./H. R. S." και το διακριτικό τίτλο, "Κ. Μ. Θ.", μετά από διαδοχική αλλαγή της επωνυμίας αυτής, από τις προηγούμενες επωνυμίες, "Κ. Α./W./H. R. S. H. R.", "Κ. Α./ S. - Ι. H. R. S./H. R.'', "Κ. Α./S. - Ι. A. S./H. R. I.'', "Κ. Α. Κ., Ι./ A. S./ S./ H. R. I." και πιο πριν, "Κ. Α. Κ., Ι./ A. S./ S./ A.". Από τις προσκομιζόμενες από την ίδια συμβολαιογραφικές πράξεις τροποποίησης της πράξης σύστασης Κοινοπραξίας, σε συνδυασμό και με τα λοιπά διαδικαστικά έγγραφα της δίκης, ιδίως δε την αγωγή, την πρωτόδικη απόφαση, την κατ' αυτής έφεση των εναγόντων και την ήδη προσβαλλόμενη απόφαση, προκύπτει ότι, η Κοινοπραξία, με την επωνυμία, "Α., Ι. A. T. S. F., S., A." (τρίτη αναιρεσίβλητη), η οποία με την επωνυμία αυτή υπήρξε διάδικος τόσο στο πρωτοβάθμιο, όσο και στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, ως τρίτη εναγομένη - τρίτη εφεσίβλητη, αντίστοιχα, παρασταθείσα στο ακροατήριο του Εφετείου, με την νέα επωνυμία, "Κ. Α. Κ., Ι./ A. S./ S./ A.", ως αποτελούσα τη μοναδική Ανάδοχο του έργου, "Μ. Θ.'', είναι το ίδιο νομικό πρόσωπο με την παρασταθείσα στο ακροατήριο του παρόντος δικαστηρίου, έβδομη αναιρεσίβλητη, με τη νέα αυτής επωνυμία, "Κ. Α. /W./ H. R. S.", επωνυμία που προέκυψε μετά τις πιο πάνω διαδοχικές αλλαγές της, μεταξύ των οποίων, η επωνυμία, "Κ. Α. Κ., Ι./ A. S./ S./ A.", υπό την οποία, όπως αναφέρθηκε η άνω αναιρεσίβλητη παραστάθηκε στο Εφετείο. Επομένως, πρόκειται για την ίδια διάδικο (διπλοεγγραφή διαδίκου). Από την εσφαλμένη δε αυτή διπλοεγγραφή ως διαδίκων, της έβδομης αναιρεσίβλητης (και ως 3ης αναιρεσίβλητης) δεν γεννάται καμία αμφιβολία ως προς την ταυτότητα αυτής και έτσι, δεν δημιουργείται ακυρότητα του δικογράφου της αναίρεσης από την εσφαλμένη διπλή εγγραφή, η οποία στο εξής θα προσδιορίζεται με τα ορθά ως άνω στοιχεία της. Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων, 286 περ. α, 287 και 290 ΚΠολΔ, οι οποίες, κατ' άρθρο 573 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, εφαρμόζονται και στην αναιρετική δίκη, προκύπτει ότι η δίκη διακόπτεται, αν, μετά την άσκηση της αίτησης αναίρεσης και μέχρι να τελειώσει η προφορική συζήτηση μετά την οποία εκδίδεται η οριστική απόφαση του Αρείου Πάγου, αποβιώσει κάποιος διάδικος. Η διακοπή επέρχεται από τη γνωστοποίηση προς τον αντίδικο του θανόντος του λόγου διακοπής, με την επίδοση δικογράφου ή με τις προτάσεις ή με προφορική δήλωση στο ακροατήριο ή και εκτός του ακροατηρίου κατά την επιχείρηση της διαδικαστικής πράξης, ενώ η δίκη που διακόπηκε μπορεί να επαναληφθεί εκουσίως με ρητή ή σιωπηρή δήλωση των κληρονόμων του αποβιώσαντος διαδίκου, η οποία μπορεί να γίνει και ενιαία μαζί με τη γνωστοποίηση του λόγου διακοπής (ΑΠ 1562/2022, ΑΠ 122/2022, ΑΠ 546/2021). Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά του δικαστηρίου τούτου, κατά τη συζήτηση της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, ο πληρεξούσιος δικηγόρος των αναιρεσειόντων, Ιωάννης Καραγκούνης, δήλωσε στο ακροατήριο, ότι αποβίωσε η τέταρτη αναιρεσείουσα, Ε. συζ. Σ. Κ., στις 6-7-2020, ήτοι μετά την άκηση της αναίρεσης (30-4-2018), σύμφωνα με την προσκομισθείσα με αριθμό, …/…/2020 ληξιαρχική πράξη θανάτου της Ληξιάρχου του Δήμου …. και κληρονομήθηκε εξ αδιαθέτου από τους, Σ. Κ., Α. Σ. και Μ. Κ., οι οποίοι παρίστανται και συνεχίζουν τη δίκη, εκπροσωπούμενοι από τον ίδιο (πληρεξούσιο δικηγόρο). Ο θάνατος της προαναφερθείσας αναιρεσείουσας και η συγγενική σχέση που στηρίζουν την ως άνω κληρονομική διαδοχή αποδεικνύονται από τα προσκομιζόμενα σχετικά νομιμοποιητικά έγγραφα (ληξιαρχική πράξη θανάτου, πιστοποιητικό οικογενειακής κατάστασης και πιστοποιητικά περί μη αποποίησης, μη αμφισβήτησης του κληρονομικού δικαιώματος και περί μη δημοσίευσης διαθήκης). Επομένως, οι ως άνω κληρονόμοι της τέταρτης αναιρεσίβλητης, υπό την ιδιότητά τους αυτή, για την οποία πρέπει επιπλέον να σημειωθεί ότι δεν υπήρξε αμφισβήτηση, νομίμως δήλωσαν στο ακροατήριο κατά την εκφώνηση της υπόθεσης, το θάνατο της προαναφερόμενης αναιρεσίβλητης και την εκούσια στο όνομά της επανάληψη της διακοπείσας βίαια λόγω του θανάτου της, δίκης, η οποία πλέον νομίμως συνεχίζεται. Με τη διάταξη του άρθρου 576 παρ. 1 ΚΠολΔ, ορίζεται ότι, αν ο διάδικος που επισπεύδει τη συζήτηση δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί, αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος συζητεί την υπόθεση σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι, ενώ με την παρ. 2 του ιδίου άρθρου ορίζεται ότι αν ο αντίδικος εκείνου που επέσπευσε τη συζήτηση δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα. Αν η κλήση για τη συζήτηση δεν επιδόθηκε καθόλου ή δεν επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση και η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση με νέα κλήτευση. Στην αντίθετη περίπτωση, προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Εξάλλου, με τη διάταξη του άρθρου 74 παρ. 2 του ν. 4690/3-5-2020, με τον οποίο ρυθμίστηκαν οι συνέπειες του κορωνοϊού covid-19, μεταξύ των οποίων και θέματα από τον προσωρινή αναστολή της λειτουργίας των δικαστηρίων, ορίζεται ότι, ''Σε περίπτωση που η συζήτηση υπόθεσης οποιουδήποτε βαθμού δικαιοδοσίας και με οποιαδήποτε διαδικασία ματαιώθηκε διαρκούσης της αναστολής, δηλαδή μέχρι και τις 31-5-2020, ορίζεται αυτεπαγγέλτως, με πράξη του προέδρου του τμήματος ή του δικαστή, ημέρα και ώρα συζήτησης στο ακροατήριο σε σύντομη κατά το δυνατόν δικάσιμο και κατά προτεραιότητα εντός του χρονικού διαστήματος από 1-7-2020 έως 15-7-2020 ή από 1-9-2020 έως 15-9-2020. Η εγγραφή της υπόθεσης στο οικείο πινάκιο ή έκθεμα, το οποίο μπορεί να τηρείται και ηλεκτρονικά, γίνεται με πρωτοβουλία του γραμματέα και ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων...''. Κατά την έννοια της τελευταίας αυτής διάταξης, η εγγραφή της υπόθεσης στο πινάκιο του δικαστηρίου, ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων για τη δικάσιμο αυτή, και επομένως, δεν χρειάζεται νέα κλήση του διαδίκου, όταν ο απολειπόμενος, κατά την οίκοθεν ορισθείσα νέα δικάσιμο, διάδικος είχε νομίμως κλητευθεί να παραστεί κατά τη δικάσιμο κατά την οποία ματαιώθηκε η συζήτηση. Ακολούθως, λόγω της μεταγενέστερης νέας προσωρινής αναστολής της λειτουργίας των δικαστηρίων για τον ίδιο ως άνω λόγο, με τη διάταξη του άρθρου 83 παρ. 2 ν. 4790/2021 (ΦΕΚ 48/Α/31-3-2021), επαναλήφθηκαν οι ρυθμίσεις του ανωτέρω άρθρου 74 παρ. 2 Ν. 4690/2020. Ορίστηκε, δηλαδή, και πάλι με την εν λόγω διάταξη, ότι σε περίπτωση ματαίωσης της συζήτησης της υπόθεσης κατά τη διάρκεια της αναστολής, ορίζεται αυτεπαγγέλτως νέα δικάσιμος και ότι η εγγραφή της υπόθεσης στο πινάκιο από το γραμματέα ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων (ΑΠ 1643/2022). Στην προκειμένη περίπτωση, από τις με αριθμούς, …., …../30-8-2019 εκθέσεις επίδοσης του δικαστικού Επιμελητή στο Πρωτοδικείο ..., Χ. Α. και τις με αριθμούς …./27-11-2019 και …../21-11-2019 εκθέσεις επίδοσης των δικαστικών επιμελητών στο ίδιο Πρωτοδικείο, Μ. Κ. και Χ. Ρ., αντίστοιχα, που επικαλούνται και προσκομίζουν οι αναιρεσείοντες, προκύπτει ότι με επιμέλεια αυτών, που επισπεύδουν τη συζήτηση της υπόθεσης, επιδόθηκε στους τέταρτο και πέμπτο των ανιρεσιβλήτων, Δ. Κ. και Οργανισμό Αστικών Συγκοινωνιών …..(ΟΑΣ….), αντίστοιχα, α) ακριβές επικυρωμένο αντίγραφο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης με πράξη κατάθεσης και αρχικό ορισμό δικασίμου, για τις 16-9-2019 και κλήση προς συζήτηση για την εν λόγω δικάσιμο και β) αντίγραφο της από 19-9-2019 βεβαίωσης του γραμματέα του Αρείου Πάγου, για την αναβολή της συζήτησης για τη δικάσιμο της 4-5-2020, καθώς και κλήση προς συζήτηση για την τελευταία δικάσιμο. Κατά τη δικάσιμο, όμως, αυτή, η συζήτηση της υπόθεσης ματαιώθηκε εξ αιτίας της αναστολής λειτουργίας των δικαστηρίων λόγω της πανδημίας του Covid-19. Μετά από οίκοθεν επαναπροσδιορισμό, κατά το άρθρο 74 παρ. 2 ν. 4690/30-5-2020, ορίστηκε δικάσιμος για τη συζήτηση της υπόθεσης η 1-3-2021 και η υπόθεση εγγράφηκε στο πινάκιο της δικασίμου αυτής, κατά την οποία, όμως, δικάσιμο ματαιώθηκε και πάλι η συζήτησή της για τον ίδιο ως άνω λόγο. Μετά δε τον εκ νέου οίκοθεν επαναπροσδιορισμό, κατά το άρθρο 83 παρ. 2 του ν. 4790/31-3-2021, ορίστηκε δικάσιμος για τη συζήτηση της υπόθεσης η αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας απόφασης και η υπόθεση εγγράφηκε στο πινάκιο της δικασίμου αυτής με αριθμό …, προς ενημέρωση δε των διαδίκων η ημερομηνία της νέας δικασίμου γνωστοποιήθηκε με ανάρτησή της, στην πύλη ψηφιακών υπηρεσιών δικαστηρίων solon.gov.gr, στο site του Αρείου Πάγου www.areiospagos.gr και στη διαδικτυακή πύλη της Ολομέλειας των Δικηγορικών Συλλόγων, portal.olomeleia.gr. Ωστόσο από τα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά του Δικαστηρίου τούτου, προκύπτει ότι κατά την εκφώνηση της υπόθεσης στο ακροατήριο κατά την ανωτέρω δικάσιμο από τη σειρά της στο πινάκιο, οι αμέσως πιο πάνω αναιρεσίβλητοι, δεν εμφανίστηκαν, ούτε κατέθεσαν δήλωση περί μη παράστασής τους, σύμφωνα με το άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται και στη διαδικασία της δίκης για την αναίρεση (άρθρο 573 παρ. 1 ΚΠολΔ). Επομένως, ενόψει του ότι, η δυνάμει του ως άνω αυτεπάγγελτου προσδιορισμού της συζήτησης, εγγραφή της υπόθεσης στο οικείο πινάκιο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων και οι ως άνω απολειπόμενοι αναιρεσίβλητοι είχαν κλητευθεί νομίμως από τους επισπεύοντες τη συζήτηση αναιρεσείοντες, για την αρχική δικάσιμο και για τη δικάσιμο της 4-5-2020, κατά την οποία ματαιώθηκε η συζήτηση, πρέπει η συζήτηση της υπόθεσης να προχωρήσει παρά την απουσία τους, σύμφωνα με την προαναφερόμενη διάταξη του άρθρου 576 παρ. 2 ΚΠολΔ. Από το άρθρο 553 παρ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι αν γίνει τυπικά δεκτή η έφεση που ασκήθηκε κατά της πρωτόδικης απόφασης, με αναίρεση προσβάλλεται μόνο η απόφαση του Εφετείου, είτε με αυτή η έφεση απορρίφθηκε κατ' ουσίαν και έτσι επικυρώθηκε η εκκαλουμένη απόφαση, είτε έγινε δεκτή κατ' ουσίαν και το Εφετείο, αφού εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, έκρινε οριστικά τη διαφορά, γιατί στην πρώτη περίπτωση η πρωτόδικη απόφαση ενσωματώθηκε στην εφετειακή, ενώ στη δεύτερη έπαυσε να υπάρχει (ΟλΑΠ 40/1996, ΑΠ 1274/2020, ΑΠ 891/2019, ΑΠ 826/2018). Εξάλλου, κατά το άρθρο 566 παρ. 2 ΚΠολΔ, αν με το ίδιο αναιρετήριο προσβάλλονται δύο ή περισσότερες αποφάσεις πρωτοβάθμιου και δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, η κατάθεσή του πρέπει να γίνεται στο καθένα από τα δικαστήρια αυτά. Η παράβαση της διάταξης αυτής, η οποία συμπληρώνει τη γενική διάταξη του άρθρου 495 παρ. 1 ΚΠολΔ, που ρυθμίζει τον τρόπο της άσκησης των ένδικων μέσων, επάγεται την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης ως απαράδεκτης, κατά το μέρος που αυτή στρέφεται κατά της απόφασης, ως προς την οποία το δικόγραφό της δεν κατατέθηκε στην γραμματεία του δικαστηρίου που την εξέδωσε (1469/2022, ΑΠ 77/2022, ΑΠ 899/2021, ΑΠ 891/2019, ΑΠ 303/2019). Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από το προσκομιζόμενο αντίγραφο της 758/2017 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου ..., το τελευταίο δικαστήριο, αφού δέχθηκε τυπικά και κατ' ουσίαν τις αναφερόμενες εφέσεις των αναιρεσίβλητων, κατά της συμπροσβαλλόμενης 10773/2014 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου ..., εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση και ακολούθως δίκασε κατ' ουσίαν την υπόθεση. Επομένως, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, κατά το μέρος που αυτοτελώς στρέφεται κατά της πρωτόδικης απόφασης, η οποία εξαφανίστηκε από την προσβαλλόμενη απόφαση, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη. Σε κάθε δε περίπτωση, η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης, κατά το μέρος που στρέφεται αυτοτελώς κατά της πρωτόδικης 10773/2014 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου ..., πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη και για το λόγο ότι, όπως προκύπτει από την επισκόπηση του προσκομιζόμενου αντιγράφου της, με την κάτω από αυτή πράξη κατάθεσης, το δικόγραφό της κατατέθηκε μόνο στη γραμματεία του δικάσαντος Μονομελούς Εφετείου ... και δεν κατατέθηκε και στη γραμματεία του Μονομελούς Πρωτοδικείου ..., του δικαστηρίου, δηλαδή, που εξέδωσε την προσβαλλόμενη πρωτόδικη απόφαση. Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων, 68, 558 και 566 του ΚΠολΔ προκύπτει, ότι η αναίρεση πρέπει να απευθύνεται εναντίον εκείνων, οι οποίοι ήταν διάδικοι στη δίκη κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση και αντίδικοι του αναιρεσείοντος και από τους τελευταίους εναντίον μόνο εκείνων απ' αυτούς, από τους οποίους επιδιώκεται μ' αυτή και, με βάση τις επικαλούμενες πλημμέλειές της, είναι δυνατή, η αναίρεση της προσβαλλόμενης απόφασης. Επομένως, η αίτηση αναίρεσης είναι απαράδεκτη, κατά το μέρος που στρέφεται κατ' εκείνων των αντιδίκων του αναιρεσείοντος, τους οποίους δεν αφορά η αποδιδόμενη μ' αυτή πλημμέλεια και ως προς τους οποίους, συνεπώς, δεν είναι δυνατό να αναιρεθεί η απόφαση, οπότε, έναντι αυτών, ο αναιρεσείων προεχόντως στερείται εννόμου συμφέροντος (ΑΠ 1502/2022, ΑΠ 363/2020, ΑΠ 1416/2018, ΑΠ 2080/2017. Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων, 68, 80, 88, 89, 277 αρ. 4, 325, 556 και 558 του ΚΠολΔ, προκύπτει ότι ο δικονομικός εγγυητής, ο οποίος προσεπικλήθηκε από διάδικο της κύριας δίκης (ενάγοντα ή εναγόμενο) και ενάγεται από αυτόν, με παρεμπίπτουσα αγωγή, για να τον αποζημιώσει στην περίπτωση που ηττηθεί στην κύρια δίκη, δεν γίνεται διάδικος σ' αυτή (κύρια δίκη), αν δεν άσκησε παρέμβαση, αλλά περιορίστηκε, απλώς, να αποκρούσει την προσεπίκληση και να αρνηθεί την εναντίον του παρεμπίπτουσα αγωγή (ΑΠ 332/2016), ούτε και δημιουργείται αναγκαστική ομοδικία, κατ' άρθρο 76 του ΚΠολΔ, μεταξύ αυτού (προσεπικληθέντος) και του προσεπικαλέσαντος αυτόν διαδίκου της κύριας δίκης. Από τα παραπάνω συνάγεται ότι, αν ο αντίδικος του διαδίκου, που άσκησε την προσεπίκληση με την ενωμένη σε αυτή παρεμπίπτουσα αγωγή, ηττηθεί στη δευτεροβάθμια δίκη και ασκήσει αναίρεση κατά της εφετειακής απόφασης, δεν δικαιούται να απευθύνει την αναίρεση αυτή και κατά του προσεπικαλουμένου, ο οποίος δεν νομιμοποιείται να είναι αναιρεσίβλητος, εφόσον δεν άσκησε πρόσθετη υπέρ του προσεπικαλούντος διαδίκου παρέμβαση στην πρωτοβάθμια ή δευτεροβάθμια δίκη και, έτσι, δεν κατέστη διάδικος στη δίκη αυτή (ΑΠ 598/2022, ΑΠ 268/2021, ΑΠ 51/2020). Στην προκειμένη περίπτωση, από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης, προκύπτουν επί της διαδικαστικής πορείας της υπόθεσης τα ακόλουθα: Οι ενάγοντες, ήδη αναιρεσείοντες, με την από 30-4-2012 αγωγή τους, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου ..., κατά των: α) ανώνυμης εταιρίας, ''Α. Μ. Α.'', β) Θ. Τ., γ) Κοινοπραξίας με την επωνυμία, "Κ. Α. Κ. I., A. S. - S. A.", δ) Δ. Κ. και ε) Οργανισμού Αστικών Συγκοινωνιών …..", ήδη πρώτης, δεύτερου, έβδομης, τέταρτου και πέμπτου των αναιρεσιβλήτων, αφού εξέθεταν ότι, από υπαιτιότητα των εναγομένων, της πρώτης, ως φορέα υλοποίησης, επιβλέπουσας και κυρίας του έργου, ''Μ. Θ.'' και της τρίτης, ως αναδόχου κοινοπραξίας - εργολάβου κατασκευής του άνω έργου, δια των αρμοδίων οργάνων τους, του δεύτερου εναγομένου, προστηθέντος στην υπηρεσία του από την τρίτη εναγομένη, ως υπεύθυνου του εργοταξίου της, για την κατασκευή του σταθμού ''……'' του εν λόγω έργου και του τέταρτου, ως οδηγού λεωφορείου, ιδιοκτησίας του πέμπτου εναγομένου, ΟΑΣ…, προκλήθηκε ατύχημα υπό τις αναφερόμενες στην αγωγή συνθήκες, κατά το οποίο τραυματίστηκε θανάσιμα ο συγγενής τους, Π. Τ., ζήτησαν να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι σε ολόκληρον καθένας, να τους καταβάλλουν τα αναφερόμενα ποσά, ως χρηματική ικανοποίηση, λόγω ψυχικής οδύνης. Παράλληλα, η πρώτη εναγομένη, Α. Μ. Α.Ε., με την από 20-7-2012 ανακοίνωση δίκης - προσεπίκληση - παρεμπίπτουσα αγωγή, ανακοίνωσε τη δίκη στις, τρίτη εναγομένη, Κοινοπραξία, και τις εταιρίες, "Α. Α. Ε. Γ. Κ. και Ν. Τ. Γ. και Δ. «Ε. και «Α. Α. Α.", ήδη με την επωνυμία, "G. H. Α. Α. Ε.", τις οποίες προσεπικάλεσε να παρέμβουν σ' αυτή και επιπλέον με τη σωρευόμενη παρεμπίπτουσα αγωγή, ζήτησε να της καταβάλουν, ότι υποχρεωθεί η ίδια να καταβάλει στους ενάγοντες της κύριας αγωγής. Επίσης, η τρίτη εναγομένη, Κοινοπραξία και ο δεύτερος εναγόμενος (Θ. Τ.), με την από 25-9-2012 ανακοίνωση δίκης - προσεπίκληση παρεμπίπτουσα αγωγή, ανακοίνωσαν τη δίκη στην προαναφερθείσα ασφαλιστική εταιρία (Α. Α. Α.), την οποία προσεπικάλεσαν να παρέμβει στην δίκη και παράλληλα με τη σωρευόμενη παρεμπίπτουσα αγωγή, ζήτησαν να υποχρεωθεί να τους καταβάλει ότι υποχρεωθούν να καταβάλουν στους ενάγοντες της κύριας αγωγής. Κατόπιν δε των προσεπικλήσεων αυτών, η άνω ασφαλιστική εταιρία άσκησε τις από 22-2-2013 (δύο) πρόσθετες παρεμβάσεις με αριθμούς κατάθεσης, …./2013 και …./2013, υπέρ της πρώτης και τρίτης των εναγομένων, αντίστοιχα. Επί των ανωτέρω, κύριας και παρεμπιπτουσών αγωγών και των προσθέτων παρεμβάσεων, εκδόθηκε η 10773/2014 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου ..., με την οποία το τελευταίο Δικαστήριο, δικάζοντας αντιμωλία των διαδίκων, κατά την τακτική διαδικασία, κηρύχθηκε τοπικά αναρμόδιο για την εκδίκαση της κύριας αγωγής, όσον αφορά την πρώτη εναγομένη και την παρέπεμψε προς εκδίκαση στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, όπου παρέπεμψε προς εκδίκαση και τις συναφείς, από 20-7-2012 παρεμπίπτουσα αγωγή της ίδιας εναγομένης και από 22-2-2013 πρόσθετη παρέμβαση υπέρ της τελευταίας, ακολούθως δε, αφού συνεκδίκασε τα λοιπά δικόγραφα, δέχθηκε κατά ένα μέρος την κύρια αγωγή, ως προς τους 2ο, 3η, 4ο και 5ο των εναγομένων, αναγνωρίζοντας την υποχρέωση των τελευταίων, να καταβάλουν στους ενάγοντες τα αναφερόμενα ποσά, καθώς και την από 25-9-2012 παρεμπίπτουσα αγωγή, αναγνωρίζοντας την υποχρέωση της παρεμπιπτόντως εναγομένης να καταβάλει στους παρεμπιπτόντως ενάγοντες (Κοινοπραξία και Θ. Τ.), κάθε ποσό που αυτοί υποχρεώθηκαν να καταβάλουν στους ενάγοντες της κύριας αγωγής. Κατά της απόφασης αυτής, ασκήθηκαν: α) η από 20-6-2014 έφεση των εναγόντων της κύριας αγωγής, στρεφόμενη μεταξύ άλλων και κατά της πρώτης εναγομένης, Α. Μ. Α., β) η από 3-7-2014 έφεση των, τέταρτου και πέμπτου των εναγομένων (Δ. Κ. και ΟΑΣ…), γ) η από 7-1-2016 έφεση της Α. Α. Α., δ) η από 2-2-2015 έφεση της πρώτης εναγομένης (Α. Μ. Α.), στρεφόμενη μεταξύ άλλων, και κατά της "Α. Α. Ε. Γ. Κ.", ασκηθείσα επικουρικά, για την περίπτωση παραδοχής της πρώτης έφεσης, ως προς αυτήν και ε) η από 14-11-2016 έφεση των, δεύτερου και τρίτης των εναγομένων (Θ. Τ. και Κοινοπραξίας) και της άνω εταιρίας, "Α. Α. Ε. Γ. Κ.", επί των οποίων εκδόθηκε η προσβαλλόμενη, με αριθμό 758/2017 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου .... Με την απόφαση αυτή, το τελευταίο δικαστήριο, αφού συνεκδίκασε αντιμωλία των διαδίκων τις άνω εφέσεις, απέρριψε ως απαράδεκτη την πρώτη, από 20-6-2014 έφεση (των εναγόντων), κατά το μέρος που αφορούσε την πρώτη εφεσίβλητη - εναγομένη, Α. Μ., δέχθηκε τυπικά και απέρριψε κατ' ουσίαν την ίδια έφεση, κατά το μέρος που αφορούσε τους λοιπούς εφεσίβλητους - εναγομένους, δέχθηκε τυπικά και κατ'ουσία τη δεύτερη έφεση, και τις τρίτη και τέταρτη εφέσεις, κατά το μέρος που απευθύνονταν σε βάρος των εναγόντων, εξαφάνισε την εκκαλούμενη απόφαση κατά το μέρος που δέχθηκε, την κύρια αγωγή ως προς τους 2ο, 3η, 4ο και 5ο των εναγομένων, την από 25-9-2012 παρεμπίπτουσα αγωγή των, δεύτερου και τρίτης των εναγομένων και την από 22-2-2013 πρόσθετη παρέμβαση υπέρ της τρίτης εναγομένης Κοινοπραξίας και ακολούθως δικάζοντας την υπόθεση κατ' ουσίαν, δέχθηκε την άνω πρόσθετη παρέμβαση υπέρ της εναγομένης Κοινοπραξίας και απέρριψε την κύρια και την παρεμπίπτουσα αγωγή, ενώ κατά τα λοιπά απέρριψε τις άνω εφέσεις. Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, οι αναιρεσείοντες στρέφονται και κατά, α) της πρώτης εναγομένης, Α. Μ. Α., ήδη πρώτης αναιρεσίβλητης, για την οποία το πρωτοβάθμιο δικαστήριο είχε κηρυχθεί αναρμόδιο για την εκδίκασή της, και η ασκηθείσα έφεσή τους κατ' αυτής, είχε απορριφθεί ως απαράδεκτη, χωρίς να προβάλλουν οποιαδήποτε αιτίαση για την απόρριψη της έφεσής τους, ως απαράδεκτης και β) της όγδοης αναιρεσίβλητης, "Α. Α. Ε. Γ. Κ. και Ν. Τ. Γ. και Δ. Ε.", η οποία συμμετείχε στη δίκη ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, ως προσεπικαλουμένη - παρεμπιπτόντως εναγομένη μετά την ασκηθείσα σε βάρος της προσεπίκληση - παρεμπίπτουσα αγωγή από την πρώτη εναγομένη, Α. Μ. Α., χωρίς η ίδια να ασκήσει παρέμβαση υπέρ της προσεπικαλούσας, αλλά και χωρίς να έχει εκδοθεί οριστική απόφαση για την ως άνω προσεπίκληση - παρεμπίπτουσα αγωγή, όπως ήδη εκτέθηκε. Με τα δεδομένα αυτά και εφόσον όπως εκτέθηκε στην προηγούμενη νομική σκέψη, η αναίρεση απευθύνεται εναντίον εκείνων, οι οποίοι ήταν διάδικοι στη δίκη στην οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση και αντίδικοι του αναιρεσείοντος τους οποίους και αφορά η αποδιδόμενη πλημμέλεια, η αίτηση αναίρεσης, κατά το μέρος που απευθύνεται κατά των άνω αναιρεσίβλητων (πρώτης και όγδοης), είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη, ως προς την πρώτη αυτών, αντίδικο των αναιρεσειόντων, διότι οι λόγοι αναίρεσης δεν αφορούν τη διάταξη της προσβαλλόμενης απόφασης με την οποία απορρίφθηκε ως απαράδεκτη η έφεση των αναιρεσειόντων κατ' αυτής και ως προς την όγδοη αναιρεσίβλητη, προσεπικαλουμένη, διότι αυτή δεν κατέστη διάδικος στην κύρια δίκη και συνεπώς αντίδικος των αναιρεσειόντων. Η ίδια δε αίτηση αναίρεσης, κατά το μέρος που στρέφεται κατά των λοιπών διαδίκων, ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3 και 566 παρ. 1 ΚΠολΔ), είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρ. 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (αρθρ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ). Από τις διατάξεις των άρθρων 298, 299, 330 εδ. β, 914 και 932 ΑΚ προκύπτει ότι η αδικοπρακτική ευθύνη προς αποζημίωση ή (και) προς ικανοποίηση της ηθικής βλάβης ή της ψυχικής οδύνης προϋποθέτει συμπεριφορά παράνομη και υπαίτια, επέλευση περιουσιακής ζημίας ή (και) ηθικής βλάβης και ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συμπεριφοράς του δράστη και της, περιουσιακού ή μη χαρακτήρα, ζημίας. Για την κατάφαση της παρανομίας δεν απαιτείται οπωσδήποτε παράβαση συγκεκριμένου κανόνα δικαίου, αλλά αρκεί και η αντίθεση της συμπεριφοράς στο γενικότερο πνεύμα του δικαίου ή στις επιταγές της έννομης τάξης. Έτσι, παρανομία συνιστά και η παράβαση της γενικής υποχρέωσης πρόνοιας και ασφάλειας στο πλαίσιο της συναλλακτικής και γενικότερα της κοινωνικής δραστηριότητας των ατόμων, δηλαδή η παράβαση της κοινωνικώς επιβεβλημένης και εκ της θεμελιώδους δικαιικής αρχής της συνεπούς συμπεριφοράς απορρέουσας υποχρέωσης για τη λήψη ορισμένων μέτρων επιμελείας για την αποφυγή πρόκλησης ζημίας σε έννομα αγαθά τρίτων προσώπων, όπως ιδίως επιβάλλεται σύμφωνα με την καλή πίστη και την κρατούσα κοινωνική αντίληψη, όταν ο υπαίτιος δημιούργησε ορισμένη επικίνδυνη κατάσταση, οπότε έχει υποχρέωση να λάβει κάθε ενδεικνυόμενο από τις περιστάσεις μέτρο, για την αποφυγή πρόκλησης ζημίας σε τρίτους από την κατάσταση αυτή (ΑΠ 1383/2022, ΑΠ 78/2020, ΑΠ 1333/2019, ΑΠ 1177/2018). Υπαίτια είναι η συμπεριφορά που επιτρέπει να αποδοθεί στο δράστη προσωπική μομφή, δηλαδή η υπαιτιότητα βασίζεται στον ψυχικό δεσμό του δράστη με την αδικοπραξία. Με την έννοια αυτή, η υπαιτιότητα ως όρος της αδικοπρακτικής ευθύνης διακρίνεται από τον παράνομο χαρακτήρα της προσβολής δικαιώματος ή έννομου συμφέροντος, ενδέχεται, όμως, η αμέλεια στη συμπεριφορά να την καθιστά συγχρόνως και παράνομη ή αντιστρόφως η πράξη της παράνομης προσβολής να υποδηλώνει η ίδια και την ύπαρξη υπαιτιότητας με την μορφή ειδικότερα της αμέλειας, που συμβαίνει όταν η προσβολή συνίσταται στην παράβαση του γενικού καθήκοντος επιμέλειας, σύμφωνα με το οποίο αξιώνεται από κάθε κοινωνό να συμπεριφέρεται όπως ο μέσος συνετός συναλλασσόμενος, άσχετα αν κατά τα λοιπά η συμπεριφορά του αποτελεί ή όχι και παράβαση συγκεκριμένου απαγορευτικού, επιτακτικού κανόνα δικαίου (ΑΠ 2030/2017, ΑΠ 1796/2012). Αιτιώδης δε συνάφεια υπάρχει όταν η παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά ήταν, σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας, ικανή κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων να επιφέρει τη ζημία και την επέφερε στη συγκεκριμένη περίπτωση. Η κρίση περί του εάν τα ανελέγκτως και κυριαρχικώς από το δικαστήριο της ουσίας διαπιστωθέντα πραγματικά περιστατικά, γενικώς και αφηρημένως λαμβανόμενα, επιτρέπουν ή μη το συμπέρασμα ότι η πράξη ή η παράλειψη δύναται να θεωρηθεί αντικειμενικώς πρόσφορη αιτία του παραχθέντος αποτελέσματος, υπόκειται στον αναιρετικό έλεγχο, ως κρίση νομική αναγομένη στην ορθή ή μη υπαγωγή από το δικαστήριο της ουσίας των διδαγμάτων της κοινής πείρας στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συναφείας, ενώ η περαιτέρω κρίση του δικαστηρίου ότι στην συγκεκριμένη περίπτωση η πράξη ή η παράλειψη απετέλεσε ή δεν απετέλεσε την αιτία της ζημίας ή της ηθικής βλάβης ως αναγομένη σε εκτίμηση πραγματικών γεγονότων δεν υπόκειται κατ' άρθρο 561 παρ. 1 στον αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 800/2021, ΑΠ 548/2020, ΑΠ 75/2020). Η ύπαρξη της υπαιτιότητας δεν αποκλείεται, κατ' αρχήν, από το γεγονός ότι στο επιζήμιο αποτέλεσμα συνετέλεσε και συντρέχον πταίσμα του ζημιωθέντος, εφόσον δεν διακόπτεται ο αιτιώδης σύνδεσμος, αλλά η ύπαρξη αυτού, προβαλλόμενη από τον υπαίτιο κατ' ένσταση, συνεπάγεται τη μη επιδίκαση από το Δικαστήριο αποζημίωσης ή τη μείωση του ποσού της, κατά το άρθρο 300 ΑΚ (ΑΠ 2030/2020). Εξάλλου, η παράβαση διατάξεων του ΚΟΚ δεν θεμελιώνει αυτή καθαυτή υπαιτιότητα στην επέλευση αυτοκινητικού ατυχήματος, αποτελεί, όμως, στοιχείο, η στάθμιση του οποίου από το Δικαστήριο της ουσίας θα κριθεί σε σχέση με την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συγκεκριμένης πράξης και του αποτελέσματος που επήλθε. Περαιτέρω, με τα άρθρα 12 και 19 του ν. 2696/1999 (ΚΟΚ), θεσπίζονται κανόνες προς τους οποίους πρέπει να συμμορφώνονται οι οδηγοί, ώστε να αποφεύγονται, κατά το δυνατόν, ατυχήματα οχημάτων και πεζών. Ειδικότερα, με το άρθρο 12 παρ. 1 και 6 του ν. 2696/1999 (ΚΟΚ), όπως ίσχυε κατά τον κρίσιμο χρόνο του επιδίκου ατυχήματος, ορίζεται ότι, ''Αυτοί που χρησιμοποιούν τις οδούς πρέπει να αποφεύγουν οποιαδήποτε συμπεριφορά που είναι ενδεχόμενο να εκθέσει σε κίνδυνο ή να παρεμβάλλει εμπόδια στην κυκλοφορία, να εκθέσει σε κίνδυνο πρόσωπα ή ζώα ή να προκαλέσει ζημιές σε δημόσιες ή ιδιωτικές περιουσίες. Οι οδηγοί υποχρεούνται να οδηγούν με σύνεση και με διαρκώς τεταμένη την προσοχή ..... ., ενώ με το άρθρο 19 παρ. 1, 2, 3 και 7 του ίδιου νόμου, όπως ίσχυε κατά το ίδιο επίδικο χρόνο, ορίζονται τα ακόλουθα: ''Ο οδηγός οδικού οχήματος επιβάλλεται να έχει τον πλήρη έλεγχο του οχήματος του, ώστε να μπορεί σε κάθε στιγμή να εκτελεί τους απαιτούμενους χειρισμούς (παρ. 1). Επιβάλλεται να ρυθμίζει την ταχύτητα του οχήματος του, λαμβάνων συνεχώς υπόψη του τις επικρατούσες συνθήκες, ιδιαίτερα δε τη διαμόρφωση του εδάφους, την κατάσταση και τα χαρακτηριστικά της οδού, την κατάσταση και το φορτίο του οχήματος του, τις καιρικές συνθήκες και τις συνθήκες κυκλοφορίας κατά τρόπον ώστε να είναι σε θέση να διακόψει την πορεία του οχήματος του μπροστά από οποιοδήποτε εμπόδιο που μπορεί να προβλεφθεί και το οποίο βρίσκεται στο ορατό από αυτόν μπροστινό τμήμα της οδού. Υποχρεούται επίσης, να μειώνει την ταχύτητα του οχήματος του και, σε περίπτωση ανάγκης, να διακόπτει την πορεία του, όταν οι περιστάσεις το επιβάλλουν'' (παρ. 2). Ιδιαίτερα, ο οδηγός επιβάλλεται να μειώνει την ταχύτητα του οχήματός του σε τμήματα της οδού με περιορισμένο πεδίο ορατότητας, στις στροφές ... πλησίον των ισόπεδων οδικών κόμβων ..... Την αυτή επίσης υποχρέωση έχει κατά τη διέλευσή του από στενές διόδους και αν η διαστραύρωσή του με άλλα οχήματα καθίσταται δυσχερής .... (παρ. 3). Ο οδηγός οχήματος, το οποίο κινείται πίσω από άλλο, υποχρεούται να τηρεί αρκετή απόσταση για την αποφυγή σύγκρουσης αν, το προ αυτού κινούμενο όχημα, μειώσει ξαφνικά την ταχύτητά του ή διακόψει την πορεία του (παρ. 7), (ΑΠ 5/2021, ΑΠ 1230/2020). Ακολούθως, κατά το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης, αν παραβιάστηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου. Τούτο συμβαίνει αν ο κανόνας δικαίου δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του ή εάν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται, είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 7/2006). Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας, κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ, ορθά απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσία (ΑΠ 58/2015). Στην περίπτωση δε, που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικά και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παραβίαση (ΑΠ 467/2021, ΑΠ 50/2020, AΠ 598/2019, ΑΠ 130/2016, ΑΠ 1420/2013). Αντίθετα, με το λόγο αυτό, δεν επιτρέπεται να πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, υπό την επίκληση ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, καθώς η εν λόγω εκτίμηση δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ (ΑΠ 1422/2021, ΑΠ 342/2021). Τέλος, κατά το άρθρο 559 αριθμ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την ως άνω διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού, δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία). Ειδικότερα, αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό της πόρισμα για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση, στην παρακώλυση ή στην κατάλυση του επιδίκου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης. Αντίστοιχα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει, όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που, είτε είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή του, όχι δε και όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (ΟλΑΠ 15/2006). Δηλαδή, μόνο τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Συνακόλουθα τα επιχειρήματα ή οι κρίσεις του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση απλώς των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματός του και επομένως αιτιολογία της απόφασης ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται αυτός ο λόγος αναίρεσης αν το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων (ΑΠ 30/2020, ΑΠ 545/2019, ΑΠ 1707/2017). Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε με την προσβαλλομένη απόφασή του, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: " ... Η πρώτη εναγοµένη εταιρία µε την επωνυμία "Α. Μ. Α." ιδρύθηκε µε το πρώτο άρθρο του ν. 1955/1991 και σύµφωνα µε το δεύτερο άρθρο του αυτού ως άνω νόµου, κύριος και αποκλειστικός µέτοχός της είναι το "Ελληνικό Δημόσιο". Σύμφωνα µε το άρθρο 2 του καταστατικού της ...., ορίζεται ως σκοπός της - μεταξύ των άλλων - η µελέτη, η κατασκευή, η οργάνωση, η διοίκηση, η λειτουργία, η εκμετάλλευση και η ανάπτυξη του δικτύου αστικού σιδηροδρόμου του Νομού Αττικής και του Νομού ... και γενικά ηλεκτρικών σιδηροδρόμων του Νομού Αττικής και του Νομού ..., εκτός από το σιδηροδρομικό δίκτυο του ΟΣΕ. Εξάλλου, µε την υπ' αριθµ. 2671/5-4-2006 πράξη συστάσεως κοινοπραξίας της συμβολαιογράφου Αθηνών Α. Ρ. - Μ., η εδρεύουσα στο …. ανώνυμη εταιρία µε την επωνυμία "Α. Α. Ε. Γ. Κ. και Ν., Τ., Γ. και Δ. Ε. και τον διακριτικό τίτλο "ΑΕΓΕΚ ΑΕ" - της οποίας ο κατασκευαστικός κλάδος αφού αποσχίσθηκε, ακολούθως εισφέρθηκε και απορροφήθηκε από την εταιρία "Ε. Α.Ε.", η οποία στην συνέχεια μετονομάσθηκε σε "Α. Κ. Α.Ε" -, η εδρεύουσα στο ... εταιρία, "Ι. s", η εταιρία "A. -S.-F., της οποίας καθολικός διάδοχος είναι δι' απορροφήσεως είναι η εταιρία "A. S. S.", η εδρεύουσα στη ….. εταιρία "S. S. E. L. ldrulici S.", και η εταιρία "A. B.", συνέστησαν την κοινοπραξία µε την αρχική επωνυμία "Κ. Α. - Ι. - A. T. - S. -S. - A.", µε σκοπό την εκτέλεση του έργου "Μελέτη, κατασκευή και θέση σε λειτουργία του Μετρό ….". Με το από 7-4-2006 εργολαβικό συμφωνητικό, το οποίο υπεγράφη στην ….., ανατέθηκε από την εταιρία "Α. Μ. Α.", στις προαναφερθείσες εταιρίες που απαρτίζουν την ως άνω κοινοπραξία η εκτέλεση των εργασιών της συµβάσεως για το παραπάνω έργο "Μελέτη, κατασκευή και θέση σε λειτουργία του Μετρό ….." (Σύμβαση …..), σύµφωνα µε τους όρους που περιλαμβάνονται στο σχετικό συμφωνητικό, την συγγραφή υποχρεώσεων και τα συμβατικά τεύχη και στοιχεία που την συνοδεύουν και αναφέρονται στο άρθρο 2 της συγγραφής υποχρεώσεων..... Εξάλλου, σύμφωνα µε την παρ. 4. 2 της συγγραφής υποχρεώσεων του έργου, η εταιρία "Α. Μ. Α." αποτελεί τον κύριο του Έργου (ΚτΕ) και τον φορέα κατασκευής του έργου, σύµφωνα µε τις διατάξεις του άρθρου 6 του ν. 1955/91, όπως αυτός τροποποιήθηκε και ισχύει µε το άρθρο 36 του ν. 3202/2013. Σύμφωνα µε την παράγραφο 4.14 της άνω συγγραφής υποχρεώσεων, "Προϊσταμένη Αρχή είναι το όργανο της ΑΜ που εποπτεύει την κατασκευή του έργου και έχει τις αρμοδιότητες που ορίζονται από το Ν. 1418/1984" και σύµφωνα µε την παράγραφο 4.15 της συγγραφής υποχρεώσεων, "Διευθύνουσα Υπηρεσία ή Επιβλέπουσα Υπηρεσία ή Υπηρεσία είναι η τεχνική υπηρεσία της ΑΜ που θα ορισθεί από το Διοικητικό Συμβούλιο της ΑΜ για την παρακολούθηση, έλεγχο και διοίκηση κατασκευής του έργου, ενώ κατά την παράγραφο 4.3 της ιδίας συγγραφής υποχρεώσεων η ως άνω κοινοπραξία που υπέγραψε (µε την αρχική της επωνυμία) τη σύμβαση κατασκευής του "Μετρό "Ε. Θ.", αποτελεί τον Ανάδοχο του Έργου. .... Κατόπιν τούτων, συντάχθηκε η υπ' αριθμ. …./23-12-2009 Πράξη Τροποποίησης Σύστασης Κοινοπραξίας της συμβολαιογράφου Αθηνών Α. Β. - Μ., µε την οποία τροποποιήθηκαν τα άρθρα 1, 4 και 7 της άνω υπ' αριθμ. …/…./15-4-2006 πράξης σύστασης κοινοπραξίας της ιδίας συμβολαιογράφου και συμφωνήθηκε μεταξύ άλλων ότι η επωνυμία της αναδόχου κοινοπραξίας θα είναι πλέον, "Κ. Α. Κ. - Ι. - A. S. - S. - A.", της οποίας µέλη αποτελούν οι ως άνω αναφερθείσες εταιρίες. Εξάλλου, ο δεύτερος των εναγοµένων, Θ. Τ. είναι πολιτικός μηχανικός και απασχολείται στο έργο κατασκευής του "Μετρό ….", ως προστηθείς από την προαναφερθείσα ανάδοχο κοινοπραξία, ως υπεύθυνος εργοταξίου για την κατασκευή του "Σταθμού …." του "Μετρό …." .... Αποδείχθηκε ακόµη, ότι στις 14-7-2009, ηµέρα Τρίτη και περί ώρα 19.05, ο K. M. του M., οδηγούσε το υπ' αριθµ. κυκλοφορίας ... ΙΧ επιβατηγό αυτοκίνητο - το οποίο ανήκει στην κυριότητα της συζύγου του, Ε. Μ. του Γ., η οποία είχε προστήσει αυτόν στην οδήγηση του εν λόγω αυτοκινήτου της και μάλιστα επέβαινε και η ίδια σ’ αυτό, καθήµενη στην θέση του συνοδηγού - και εκινείτο επί της οδού ... της πόλεως της ….. και συγκεκριμένα, στην αριστερή λωρίδα του ρεύµατος πορείας της που οδηγεί στο δυτικό μέρος της πόλεως της …. (δηλαδή προς την περιοχή ...). Επειδή ο σηµατοδότης που υπήρχε στην πορεία του έφερε ερυθρό φως και ως εκ τούτου απαγορευόταν η προς τα εμπρός κίνησή του, διέκοψε την πορεία του ως άνω αυτοκινήτου που οδηγούσε και ανέμενε, όπως ακριβώς και οι οδηγοί άλλων τριών αυτοκινήτων που προπορεύονταν αυτού, την εναλλαγή του φωτεινού σηµατοδότη σε πράσινο φως, ώστε να συνεχίσουν ακολούθως την προς τα εμπρός πορεία τους. Την ίδια στιγµή ο γεννηθείς στις 11-10-1952, τέταρτος των εναγοµένων, Δ. Κ. του Γ., οδηγούσε το υπ' αριθµ. κυκλοφορίας ... ΔΧ λεωφορείο, εργοστασίου κατασκευής VOLVO (διαστάσεων αµάξης, 12 Χ 2,50 Χ2,99 µέτρων), το οποίο ανήκει στην κυριότητα του πέμπτου εναγοµένου νομικού προσώπου µε την επωνυμία "Οργανισμός Αστικών Συγκοινωνιών …. – ΟΑΣ.." που είχε προστήσει αυτόν (τον τέταρτο των εναγοµένων) στην οδήγηση του παραπάνω οχήµατός του και εκινείτο στην δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας του προαναφερθέντος ρεύµατος πορείας, αυτού δηλαδή που οδηγεί στην περιοχή ... της πόλεως της ….. Κατά τον αυτόν ως άνω χρόνον εξάλλου, ο γεννηθείς στις 27-6-1976, Π. Τ. του Ν., οδηγούσε την υπ' αριθμ. κυκλοφορίας ... δίκυκλη μοτοσικλέτα του, εργοστασίου κατασκευής ΡΙΑGIO, τύπου Μ 24, κυλινδρισμού 124 κυβικών εκατοστών και εκινείτο µε ταχύτητα που δεν κατέστη δυνατόν να προσδιορισθεί επακριβώς, επί της αυτής ως άνω ... οδού και ειδικότερα, στην αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας του ρεύµατος πορείας που οδηγεί στην δυτική πλευρά της πόλεως της …, οµορρόπως µε τον προαναφερθέντα οδηγό, K. M. του M., τον οποίον μάλιστα ακολουθούσε. Η ως άνω … οδός τυγχάνει διπλής κατευθύνσεως και είναι από τις πλέον κεντρικές και από τις πλέον πολυσύχναστες οδούς της πόλεως της ….. και εμφανίζει ιδιαιτέρως αυξημένη κίνηση πεζών και οχημάτων καθ' όλη την διάρκεια της ημέρας, ενώ µετά την έναρξη της εκτελέσεως του έργου για την κατασκευή του "Μετρό ….", αυτή έχει διαμορφωθεί αναλόγως µε τις ανάγκες εκτελέσεως των σχετικών έργων σε αρκετά σηµεία της και συγκεκριµένα, περιορίσθηκε σηµαντικώς το πλάτος του οδοστρώµατός της, αφού ελαττώθηκαν οι λωρίδες κυκλοφορίας της και εκ του λόγου τούτου επί σειράν ετών δημιουργούνται έντονα κυκλοφοριακά προβλήµατα, που άλλωστε είναι απολύτως γνωστά σε όλους τους κατοίκους της ως άνω πόλεως και όχι µόνον από τα σχετικά δημοσιεύματα που αφορούν την καθυστέρηση της ολοκληρώσεως του ως άνω έργου και των εντεύθεν προβλημάτων που δημιουργούνται στην κυκλοφορία των πεζών και των οχημάτων αλλά και στα εμπορικά καταστήµατα που βρίσκονται και στις δύο πλευρές της εν λόγω ... οδού. Κατά το παραπάνω χρονικό σηµείο, στο υπ' αριθμ. … οικοδομικό ύψος της ως άνω οδού ..., τα δύο ρεύματα κυκλοφορίας της που σημειωτέον διαχωρίζονται μεταξύ τους µε διπλή συνεχόµενη γραµµή, έχουν συνολικό πλάτος 11,80 µέτρων και το κάθε ρεύμα πορείας διαθέτει δύο λωρίδες κυκλοφορίας, η κατάσταση του ασφάλτινου οδοστρώµατος της εν λόγω ... οδού ήταν "Ξηρά" και υπήρχαν "Ανωμαλίες και φθορές στο οδόστρωμα", η κυκλοφορία των οχημάτων ήταν "πυκνή" και των πεζών ήταν "μέτρια" και επειδή ήταν "ηµέρα" και επικρατούσε "καλοκαιρία", η ορατότητα "δεν περιοριζόταν", ενώ λόγω της εκτελέσεως των έργων για την κατασκευή του ΜΕΤΡΟ το ανώτατο όριο ταχύτητος είχε καθορισθεί µε σχετική ρυθµιστική πινακίδα (Ρ 32) σε τριάντα (30) χιλιόμετρα ωριαίως, όπως τα παραπάνω στοιχεία επί λέξει καταχωρήθηκαν στην σχετική από 14-7-2009 έκθεση αυτοψίας τροχαίου ατυχήματος, που συντάχθηκε από την Υ/Β Β. Α. µε την, παρουσία και του Αστυφύλακα Δ. Ψ. που υπηρετούν στο Α' Τµήµα Τροχαίας ……, ενώ στην δεξιά πλευρά του οδοστρώµατος - εν σχέσει προς την πορεία του προαναφερθέντος Π. Τ. - είχαν τοποθετηθεί οι εξής πινακίδες: (Ρ 40), δηλαδή απαγορεύεται η στάση και η στάθµευση, (Ρ 13), δηλαδή απαγορεύεται η είσοδος στα φορτηγά αυτοκίνητα, (Ρ 22), µε την οποία οριζόταν η ανωτάτη ταχύτητα σε 30 χιλιόμετρα ωριαίως και (Κ 20), δηλαδή κίνδυνος λόγω εκτελουµένων εργασιών επί της οδού, όπως φαίνεται από το 14-7-2009 πρόχειρο σχεδιάγραμμα, το οποίο συντάχθηκε από τον προαναφερθέντα αστυφύλακα Δ. Ψ. και συνοδεύει την ως άνω έκθεση αυτοψίας. Επειδή λοιπόν ο προαναφερθείς Π. Τ. του Ν. - ο οποίος σημειωτέον ως µόνιµος κάτοικος ….. γνώριζε πολύ καλά τόσο την κατάσταση του οδοστρώµατος της ... οδού, όσον και τις κυκλοφοριακές συνθήκες, χωρίς να φέρει κράνος ασφαλείας, όπως ασφαλώς όφειλε και μπορούσε να κάνει, αλλά και φορώντας παντόφλες που επηρέαζαν την ευστάθεια και την εν γένει ασφάλεια αλλά και την ευελιξία του - δεν οδηγούσε µε σύνεση και έχοντας διαρκώς τεταµένη την προσοχή του στην οδήγηση του ως άνω οχήματός του, αλλά και χωρίς να ασκεί τον πλήρη έλεγχο επ' αυτού ώστε να µπορεί σε κάθε στιγµή να εκτελέσει τους απαιτούµενους χειρισμούς, δεν αντιλήφθηκε εγκαίρως το ευρισκόμενο σε διακοπή πορείας προπορευόμενο αυτού υπ' αριθμ. κυκλοφορίας ... ΙΧ επιβατηγό αυτοκίνητο και µε το εμπρόσθιο µέρος της δίκυκλης μοτοσικλέτας του επέπεσε στο δεξιό µέρος του οπισθίου προφυλακτήρος του ως άνω επιβατηγού αυτοκινήτου. Ακολούθως, εξ αιτίας της συγκρούσεως, αυτός έχασε την ισορροπία του, εκτινάχθηκε από την δίκυκλη μοτοσικλέτα του και έπεσε στο οδόστρωµα της ως άνω οδού και στην συνέχεια κύλισε (σύρθηκε) προς την δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας και παρενεβλήθη στην πορεία του τετάρτου εναγοµένου Δ. Κ.. Ο τελευταίος παρότι οδηγούσε µε σύνεση και έχοντας διαρκώς τεταµένη την προσοχή του στην οδήγηση του ως άνω λεωφορείου, αλλά και ασκώντας επ' αυτού τον προσήκοντα έλεγχο και επί πλέον, µε ταχύτητα που δεν υπερέβαινε τα 30 χιλιόμετρα ωριαίως, εξαιτίας του απροβλέπτου και αιφνιδίου αυτού γεγονότος, αλλά και της μικρής αποστάσεως που υπήρχε μεταξύ του λεωφορείου που οδηγούσε και του προαναφερθέντος Π. Τ., δεν θα μπορούσε όση προσπάθεια και αν είχε καταβάλει να πραγματοποιήσει κάποιον ελιγμό ώστε να αποφύγει τον τελευταίο - ιδίως µάλιστα εάν ληφθεί υπόψη το μικρό πλάτος της λωρίδος κυκλοφορίας που εκινείτο και δεν ξεπερνούσε τα 2,95 µέτρα (δηλαδή 11,80 συνολικό πλάτος οδοστρώµατος: 2 = 5,9 πλάτος εκάστου ρεύµατος πορείας: 2 = 2,95 πλάτος εκάστης λωρίδος κυκλοφορίας) αλλά και των διαστάσεων του παραπάνω λεωφορείου - και µε το λεωφορείο που οδηγούσε, παρέσυρε αυτόν σε απόσταση περίπου 12,60 µέτρων, ενώ είναι αβάσιµος ο ισχυρισμός των εναγόντων ότι εξαιτίας της κακής καταστάσεως του οδοστρώματος της ... οδού προκλήθηκε αναπήδηση του ελαστικού του δικύκλου που οδηγούσε ο Π. Τ. και εξ αιτίας τούτου αυτός έχασε τον έλεγχο της παραπάνω δίκυκλης µοτοσικλέτας του και αφού ανετράπη, ακολούθως επέπεσε στο ως άνω προπορευόµενο αυτοκίνητο. Εάν, όμως, πράγµατι ο Π. Τ. - κινούμενος µε ταχύτητα που δεν υπερέβαινε τα 20 χιλιόμετρα ωριαίως κατά τους ισχυρισμούς των εναγόντων συγγενών του (βλ. 51 σελίδα της κρινοµένης αγωγής) - εξαιτίας των κακοτεχνιών του οδοστρώµατος είχε χάσει τον έλεγχο της δίκυκλης µοτοσικλέτας του, ασφαλώς η πρόσκρουσή του στο παραπάνω επιβατηγό αυτοκίνητο δεν θα είχε οδηγήσει στην εκτίναξή του από την μοτοσικλέτα του, ούτε θα είχε συρθεί αυτός στην δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας, οπότε θα είχε αποφευχθεί ο τραυματισμός του. Από το παραπάνω ατύχηµα, ο προαναφερθείς Π. Τ. υπέστη ατελή ακρωτηριασμό δεξιού άνω άκρου στο ύψος του ώμου, περγαµηνοειδή εκδορά καθόλη την έκταση της ραχιαίας επιφανείας αριστερού αντιβραχίου, περγαµηνοειδή εκδορά δεξιάς ζυγωµατικής χώρας και δεξιάς παρειάς, περγαµηνοειδή εκδορά καθόλη την έκταση της ραχιαίας επιφανείας του κορμού, περγαµηνοειδή εκδορά προσθίας επιφανείας δεξιού βραχίονα και αντιβραχίου, θλαστική κάκωση δεξιάς άκρας χειρός μεταξύ αντίχειρα και δείκτη, περγαµηνοειδή εκδορά δεξιάς κατά γόνυ αρθρώσεως και περγαµηνοειδή εκδορά προσθίας επιφανείας δεξιάς άκρας ποδός, όπως αναφέρεται στην υπ' αριθµ. πρωτ. 19-7-2009 ιατροδικαστική έκθεση του ιατρού Σ. Ν., ο οποίος τυγχάνει αναπληρωτής καθηγητής στο Εργαστήριο Ιατροδικαστικής και Τοξικολογίας της Ιατρικής Σχολής του ..., ενώ σύμφωνα µε το συμπέρασμα της ιατροδικαστικής αυτής εκθέσεως, ο θάνατος του προαναφερθέντος "οφείλεται σε θανατηφόρες κακώσεις κεφαλής και σώματος συνεπεία τροχαίου ατυχήματος", όπως επί λέξει αναφέρεται σ? αυτήν (....). Στο σηµείο αυτό θα πρέπει να αναφερθεί ότι ο Ι. Χ. του Κ., εξεταζόµενος ενόρκως στις 14-7-2009 (δηλαδή την ηµέρα που επισυνέβη το παραπάνω ατύχημα) στα πλαίσια της διενεργηθείσης προανακρίσεως ενώπιον του Αστυφύλακος Δ. Ψ. µε την παρουσία και του Αστυφύλακος Α. Σ., κατέθεσε μεταξύ των άλλων επί λέξει και τα εξής: "Είμαι ο κάτοχος του καταστήματος επί της οδού ........ Είδα ένα αυτοκίνητο χρώματος πράσινου να σταματάει λόγω κίνησης και µία δίκυκλη μοτοσικλέτα να προσκρούει στην πίσω επιφάνεια του αυτοκινήτου. Ο οδηγός της δίκυκλης μοτοσικλέτας ανετράπη στο δρόµο προς τα δεξιά και ένα λεωφορείο του ΟΑΣ… τον παρέσυρε και τον έσυρε για µερικά µέτρα. Όλα τα οχήματα κινούνταν επί της οδού ..., µε κατεύθυνση προς δυτικά... Τα παραπάνω που ανέφερα τα είδα όλα µέσα από το κατάστηµά µου...". Εξάλλου, ο προαναφερθείς οδηγός K. M. του M., εξεταζόµενος στις 28-2-2010, ενώπιον του Υπαρχιφύλακος Χ. Μ. µε την παρουσία και του Ανθυπαστυνόµου Α. Σ. κατέθεσε μεταξύ των άλλων επί λέξει και τα εξής: "Είμαι νόµιµος κάτοχος της υπ αριθμ. …… άδειας ικανότητας οδηγού, βάσει της οποίας την 14/7/2009 οδηγούσα το υπ' αριθμ. ... ΙΧΕ αυτοκίνητο, ιδιοκτησίας της συζύγου µου. Πιο συγκεκριµένα, την ανωτέρω ημερομηνία βρισκόμουν µε τη σύζυγό µου στη …… και εκινούµουν κανονικά στην οδό …. µε κατεύθυνση δυτικά προς την έξοδο πόλης. Όταν πέρασα την πλατεία ……, µερικά µέτρα πριν φθάσω στο πρώτο φανάρι, σταμάτησα τελείως το όχηµά µου καθώς το συγκεκριµένο φανάρι ήταν κόκκινο και µπροστά µου βρίσκονταν ήδη ακινητοποιηµένα άλλα οχήματα, τρία (3) ή τέσσερα (4) στον αριθµό, δεν θυμάμαι ακριβώς. Στο συγκεκριµένο σηµείο το πλάτος της οδού ... ήταν στενό, γιατί γίνονταν έργα κατασκευής του "Μετρό" και υπήρχαν δύο (2) λωρίδες κυκλοφορίας ανά κατεύθυνση. Εγώ βρισκόμουν στην αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας, γιατί η δεξιά είναι για την κίνηση των λεωφορείων του ΟΑΣ…, στην οποία εκείνη την στιγµή δεν υπήρχαν οχήματα. Ξαφνικά γύρισα το κεφάλι µου δεξιά, όταν ένα λεωφορείο του ΟΑΣ… σταμάτησε απότομα αφού προσπέρασε τελείως το δικό µου όχημα. Η σύζυγός µου, που καθόταν στη θέση του συνοδηγού, µου είπε πως είδε κάτω από το λεωφορείο έναν άνθρωπο. Αμέσως κατεβήκαµε από το αυτοκίνητο για να δούμε τι είχε συμβεί και είδαμε πως πράγματι ένας άνθρωπος είχε παρασυρθεί από το λεωφορείο. Διαπιστώσαμε επίσης, ότι πίσω από το δικό µας αυτοκίνητο βρισκόταν πεσμένη στο δρόμο µία μοτοσικλέτα, η οποία είχε χτυπήσει τη δεξιά γωνία του πίσω προφυλακτήρα του οχήματος που οδηγούσα. Τότε κατάλαβα πως ο άνθρωπος που νωρίτερα είχε παρασυρθεί από το λεωφορείο ήταν ο οδηγός της συγκεκριµένης µοτοσικλέτας...". Ενόψει όλων όσων αναφέρθηκαν, το παραπάνω ατύχημα και ο εντεύθεν προκληθείς θανατηφόρος τραυματισμός του προαναφερθέντος Π. Τ. του Ν., οφείλεται στην αποκλειστική υπαιτιότητα του ιδίου του θανόντος, καθ' όσον αυτός, χωρίς να φέρει κράνος ασφαλείας, όπως ασφαλώς όφειλε και μπορούσε να κάνει, αλλά και φορώντας παντόφλες που επηρέαζαν την ευελιξία του, αλλά και την ασφάλειά του, καθώς επίσης και την ισορροπία του - δεν οδηγούσε µε σύνεση και έχοντας διαρκώς τεταµένη την προσοχή του στην οδήγηση της ως άνω δίκυκλης μοτοσικλέτας του αλλά και χωρίς να ασκεί τον πλήρη έλεγχο επ' αυτής ώστε να µπορεί σε κάθε στιγµή να εκτελέσει τους απαιτούµενους χειρισμούς, δεν αντιλήφθηκε εγκαίρως το ευρισκόμενο σε διακοπή πορείας και προπορευόµενο αυτού υπ' αριθµ. κυκλοφορίας ... ΙΧ επιβατηγό αυτοκίνητο και µε το εμπρόσθιο µέρος της δίκυκλης μοτοσικλέτας του επέπεσε στο δεξιό µέρος του οπισθίου προφυλακτήρος του ως άνω επιβατηγού αυτοκινήτου, ενώ στη συνέχεια, εξαιτίας της συγκρούσεως, έχασε την ισορροπία του, εκτινάχθηκε από την δίκυκλη μοτοσικλέτα του, έπεσε στο οδόστρωμα της ως άνω οδού και ακολούθως κύλισε (σύρθηκε) προς την δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας του ως άνω ρεύματος πορείας της οδού ... της πόλεως της …… (που συνιστούν εκ µέρους του παραβάσεις των άρθρων 12 && 1,6, 19 && 1, 7 και 21 του ν. 2696/1999 - ΚΟΚ) και παρενεβλήθη στην πορεία του τετάρτου εναγοµένου Δ. Κ., ο οποίος κινούμενος µε ταχύτητα που δεν υπερέβαινε τα 30 χιλιόμετρα ωριαίως, παρότι οδηγούσε µε σύνεση και έχοντας διαρκώς τεταµένη την προσοχή του στην οδήγηση του ως άνω λεωφορείου, αλλά και ασκώντας επ' αυτού τον προσήκοντα έλεγχο, εξαιτίας του απροβλέπτου και αιφνιδίου αυτού γεγονότος, αλλά και της µικρής αποστάσεως που υπήρχε μεταξύ του λεωφορείου που οδηγούσε και του προαναφερθέντος Π. Τ., δεν θα μπορούσε όση προσπάθεια και αν είχε καταβάλει να πραγματοποιήσει κάποιον ελιγμό, ώστε να αποφύγει τον τελευταίον και µε το λεωφορείο που οδηγούσε, παρέσυρε αυτόν σε απόσταση περίπου 12,60 µέτρων, µε αποτέλεσµα να υποστεί θανατηφόρες κακώσεις κεφαλής και σώματος. Πρέπει ακόµη να αναφερθεί ότι για τον ως άνω προκληθέντα θάνατο του προαναφερθέντος Π. Τ. ασκήθηκε ποινική δίωξη εις βάρος του Ε. Δ. του Κ., του Δ. Κ. του Χ., του (δευτέρου εναγοµένου) Θ. Τ. του Ε. (ήδη δεύτερου αναιρεσίβλητου) και του (τετάρτου εναγομένου) Δ. Κ. του Γ., ήδη τέταρτου αναιρεσίβλητου, για ανθρωποκτονία εξ αµελείας (άρθρο 302 & 1 ΠΚ, σε συνδυασμό µε τις διατάξεις των άρθρων 1, 14, 15, 18 εδ. β', 28, 51 και 53 ΠΚ) και αφού ο τελευταίος, δηλαδή ο Δ. Κ., αθωώθηκε µε την υπ' αριθμ. 10342/2013 αµετάκλητη πλέον απόφαση του Β' Τριμελούς Πλημμελειοδικείου ..., ακολούθως µε την υπ' αριθμ. 2628/2016 απόφαση του Α' Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) ..., οι δύο πρώτοι εξ αυτών (δηλαδή ο Ε. Δ. και ο Δ. Κ. κηρύχθηκαν κατά πλειοψηφία ένοχοι της ως άνω πράξεως και ο τρίτος, δηλαδή ο Θ. Τ. (ομόφωνα) αθώος του ως άνω εγκλήματος και ειδικότερα, "στην Θεσσαλονίκη, στις 14-7-2009, από αµέλειά τους προκάλεσαν τον θάνατο άλλου, καθώς από έλλειψη της προσοχής που όφειλαν και από τις περιστάσεις μπορούσαν να καταβάλουν, δεν προέβλεψαν το αξιόποινο αποτέλεσµα που προκάλεσαν. Συγκεκριμένα, ο πρώτος εξ αυτών Ε. Δ., Αντιδήμαρχος δημοτικών έργων και οδοποΐας του Δήμου ……, ο δεύτερος εξ αυτών Δ. Κ., προϊστάμενος της διευθύνσεως οδοποιίας του ως άνω Δήμου και ο τρίτος εξ αυτών, Θ. Τ., πολιτικός μηχανικός και υπεύθυνος εργοταξίου της αναδόχου κοινοπραξίας που είχε αναλάβει την εκτέλεση της κατασκευής του σταθμού του μετρό "….." για λογαριασμό της "Α. Μ. Α.". Κατά τον ως άνω τόπον και χρόνον, ο πρώτος και ο δεύτερος των κατηγορουμένων δεν µερίµνησαν για την συντήρηση του οδοστρώµατος της οδού ... στο ύψος της διασταύρωσης αυτής µε την οδό ... και στο ρεύµα που οδηγεί προς την δυτική πλευρά της πόλης αν και µε τις ως άνω ιδιότητές τους ήταν αρμόδιοι, κατείχαν ιδιαίτερη προς τούτο νομική υποχρέωση, όπως επίσης και ο τρίτος των κατηγορουμένων, ο οποίος, όταν ολοκληρώθηκαν οι εργασίες κατασκευής του σταθμού του ΜΕΤΡΟ στο συγκεκριµένο σηµείο, δεν προέβη µε το εργοτάξιο της ως άνω κοινοπραξίας σε αποκατάσταση του οδοστρώµατος της οδού πριν αυτή παραδοθεί στην Κυκλοφορία. Αποτέλεσμα της προπεριγραφοµένης αμελούς συμπεριφοράς των κατηγορουμένων ήταν να χάσει ο Π. Τ. τον έλεγχο της µε αριθµ. κυκλοφορίας ... δίκυκλης μοτοσικλέτας που οδηγούσε, όταν διερχόμενος από το σηµείο στην αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας, διέσχισε τµήµα µε κοιλώματα, εγκάρσιες αυλακώσεις, διατρήσεις και ρήγματα που προκάλεσαν την απώλεια της πρόσφυσης του δικύκλου του, την αδυναμία έγκαιρης πέδησης και την πρόσκρουσή του στην οπίσθια δεξιά πλευρά του ευρισκοµένου σε διακοπή πορείας µε αριθμ. κυκλοφορίας ... ΙΧΕ αυτοκινήτου που οδηγούσε ο (επ) M. (ον.) K., ενώ στην συνέχεια, καθώς ο Π. Τ. λόγω της πρόσκρουσης εκτοξεύθηκε στην δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας, παρασύρθηκε από το µε αριθµό κυκλοφορίας ... ΔΧ λεωφορείο του ΟΑΣ…, που οδηγούσε ο Δ. Κ. του Γ., ο οποίος δεν κατέστη δυνατόν να ενεργήσει αποφευκτικό ελιγμό και τροχοπέδηση του λεωφορείου που οδηγούσε. Αποτέλεσμα των ανωτέρω περιγραφόµενων περιστατικών, ήταν ο θάνατος του Π. Τ., ο οποίος από την πρόσκρουση, την πτώση του στο έδαφος και την παράσυρση που ακολούθησε, υπέστη συντριπτικά κατάγματα κρανίου, πολτοποίηση εγκεφάλου, συντριπτικά κατάγματα πλευρών και πολλαπλές ρήξεις πνευμόνων δεξιά, ατελή ακρωτηριασμό άνω άκρου στο ύψος του ώμου, ρήξη ήπατος και αιμορραγία της περιτοναϊκής κοιλότητας δεξιάς κοιλίας, ήτοι βαρύτατες σωματικές βλάβες συνεπεία των οποίων ως µόνων αιτιών επήλθε ο θάνατός του", όπως επί λέξει αναγράφεται στην παραπάνω απόφαση, ενώ θα πρέπει να σημειωθεί ότι ένα µέλος του ως άνω Δικαστηρίου είχε την άποψη ότι, "... ο θανών είναι αποκλειστικά υπαίτιος για την πρόκληση του ατυχήματος και συνεπώς, θα έπρεπε να κηρυχθούν αθώοι, εκτός του τρίτου κατηγορουμένου και οι άλλοι δύο κατηγορούμενοι", όπως επίσης εκτίθεται στο σκεπτικό της ιδίας (ποινικής) αποφάσεως. Από όσα αµέσως προηγουμένως αναφέρθηκαν, επιβεβαιώνεται η άποψη ότι, ούτε ο δεύτερος των εναγοµένων, Θ. Τ., αλλά ούτε ο τέταρτος των εναγοµένων, Δ. Κ. ευθύνονται γιά την πρόκληση του ως άνω ατυχήματος και του εντεύθεν προκληθέντος θανάτου του Π. Τ. του Ν..... Με βάση δε τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο, αφού απέρριψε την έφεση των εναγόντων και δέχθηκε τις άνω, δεύτερη, τρίτη και πέμπτη εφέσεις των δεύτερου, τρίτης, τέταρτου και πέμπτου των εναγομένων, κατά το μέρος που απευθύνονταν κατά των εναγόντων, εξαφάνισε την εκκαλούμενη απόφαση, η οποία είχε κρίνει αντίθετα αναφορικά με την υπαιτιότητα των, Θ. Τ. και Δ. Κ. και κρατώντας και δικάζοντας την υπόθεση, απέρριψε την αγωγή, ως αβάσιμη κατ' ουσίαν. Έτσι που έκρινε και με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο, δεν παραβίασε ευθέως με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή, τις προεκτεθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων, 914, 300 και 330 του ΑΚ και 19 παρ. 1-2 του ν. 2696/1999 (ΚΟΚ), ενώ διέλαβε στην απόφασή του επαρκείς, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά αιτιολογίες, ως προς τα ζητήματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, οι οποίες καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο, ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή των ως άνω διατάξεων, ενώ δεν ήταν αναγκαία η παράθεση και άλλων αιτιολογιών και, συνεπώς, η προσβαλλομένη απόφαση δεν στερείται νόμιμης βάσης. Ειδικότερα, το Εφετείο δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή τις ως άνω διατάξεις και διέλαβε στην απόφασή του επαρκείς και σαφείς αιτιολογίες, τόσο ως προς την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της αμελούς συμπεριφοράς του συγγενούς των αναιρεσειόντων, οδηγού της δίκυκλης μοτοσικλέτας και του επελθόντος αποτελέσματος και την αποκλειστική υπαιτιότητα αυτού, όσο και ως προς την έλλειψη οποιασδήποτε συντρέχουσας αμέλειας του τέταρτου αναιρεσίβλητου, Δ. Κ., οδηγού του λεωφορείου, ιδιοκτησίας του πέμπτου αναιρεσίβλητου (ΟΑΣ…) και του δεύτερου αναιρεσίβλητου, Θ. Τ., πολιτικού μηχανικού, υπεύθυνου του εργοταξίου της έβδομης αναιρεσίβλητης, Κοινοπραξίας, που είχε αναλάβει την εκτέλεση της κατασκευής του σταθμού του μετρό "..." του ΜΕΤΡΟ ….., ως υπεύθυνου του εργοταξίου της, στην πρόκληση του ατυχήματος. Πιο συγκεκριμένα διέλαβε στην απόφασή του, με σαφήνεια και πληρότητα τα συγκροτούντα την έννοια της αμέλειας περιστατικά, που επέδειξε ο συγγενής των αναιρεσειόντων, οδηγός της δίκυκλης μοτοσικλέτας, σε συνδυασμό με τις παραβάσεις του ΚΟΚ, οι οποίες βρίσκονται σε αιτιώδη συνάφεια με το επελθόν αποτέλεσμα του θανάσιμου τραυματισμού του, κατά το ένδικο ατύχημα ήτοι ότι, ο εν λόγω οδηγός της μοτοσικλέτας, στις 14-7-2009, οδηγούσε αυτή επί της οδού ..., στη …., (η οποία είναι διπλής κατεύθυνσης και λόγω της εκτέλεσης του έργου για την κατασκευή του, ΜΕΤΡΟ …., είχε διαμορφωθεί αναλόγως, με σημαντικό περιορισμό του πλάτους του οδοστρώματός της και ελάττωση των λωρίδων κυκλοφορίας), στο ύψος του οικοδομικού αριθμού …, όπου το πλάτος του οδοστρώματος για αμφότερα τα ρεύματα κυκλοφορίας, είχε περιοριστεί σε 11,80 μ., στην αριστερή λωρίδα του ρεύματος κυκλοφορίας, με κατεύθυνση δυτικά, προς την περιοχή του ..., με ταχύτητα που δεν εξακριβώθηκε, χωρίς να φορά κράνος και φορώντας παντόφλες, που επηρέαζαν την ευελιξία του, την ασφάλειά του και την ισορροπία του, αλλά και χωρίς σύνεση και διαρκώς τεταμένη την προσοχή του στην οδήγηση και χωρίς να ασκεί τον πλήρη έλεγχο αυτής (μοτοσικλέτας του), ώστε να μπορεί σε κάθε στιγμή να εκτελεί τους απαιτούμενους χειρισμούς για την αποφυγή ατυχήματος, με αποτέλεσμα να μην αντιληφθεί έγκαιρα το έμπροσθέν του κανονικά κινούμενο επιβατηγό αυτοκίνητο, με οδηγό τον K. M., που είχε διακόψει την πορεία του, πίσω από προπορευόμενα αυτού και ακινητοποιημένα αυτοκίνητα, λόγω του ερυθρού σηματοδότη που υπήρχε στην πορεία τους, ώστε να πραγματοποιήσει εγκαίρως τον κατάλληλο αποφευκτικό ελιγμό και να προσκρούσει με το εμπρόσθιο μέρος της μοτοσικλέτας στο δεξιό μέρος του οπίσθιου προφυλακτήρα του ως άνω επιβατικού αυτοκινήτου, ακολούθως δε ο εν λόγω οδηγός, λόγω της πρόσκρουσης αυτής έχασε την ισορροπία του, εκτινάχθηκε από τη δίκυκλη μοτοσικλέτα του, έπεσε στο οδόστρωμα της αριστερής λωρίδας κυκλοφορίας και στη συνέχεια σύρθηκε προς τη δεξιά λωρίδα του άνω ρεύματος κυκλοφορίας της οδού ... και παρενεβλήθη στην πορεία του λεωφορείου που οδηγούσε ο Δ. Κ., ο οποίος παρέσυρε αυτόν σε απόσταση 12,60 μ, εντός της δεξιάς λωρίδας κυκλοφορίας, όπου εκινείτο το λεωφορείο, με περαιτέρω συνέπεια το θανάσιμο τραυματισμό του. Ακόμη και σχετικά με την έλλειψη οποιασδήποτε συντρέχουσας υπαιτιότητας του τέταρτου αναιρεσίβλητου, οδηγού του λεωφορείου για την πρόκληση της ένδικης σύγκρουσης διέλαβε, ότι, αυτός οδηγούσε το λεωφορείο, στην ίδια οδό και με την ίδια κατεύθυνση, στη δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας, με σύνεση και έχοντας διαρκώς τεταμένη την προσοχή του στην οδήγηση του λεωφορείου, ασκώντας επ' αυτού τον προσήκοντα έλεγχο, με κανονική ταχύτητα, που δεν υπερέβαινε εκείνη των 30 χλμ ωριαίως, (που αποτελούσε το επιτρεπτό όριο ταχύτητας στο σημείο του ατυχήματος, λόγω των έργων της οδού ..., σύμφωνα με τη σχετική πινακίδα που υπήρχε στα δεξιά του οδοστρώματος), και, ότι λόγω της απρόβλεπτης και αιφνίδιας παρεμβολής του οδηγού της μοτοσικλέτας στη δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας, όπου αυτός εκινείτο, από πολύ μικρή απόσταση, δεν μπορούσε όση προσπάθεια και αν κατέβαλε να πραγματοποιήσει κάποιο ελιγμό, ώστε να αποφύγει τον τελευταίο, λαμβανομένου υπόψη του μικρού πλάτους της λωρίδας κυκλοφορίας, το οποίο δεν ξεπερνούσε τα 2,95 μέτρα, αλλά και των διαστάσεων του λεωφορείου που οδηγούσε (12 Χ 2,50 Χ 2,99 µέτρων). Όσον δε αφορά την έλλειψη οποιασδήποτε συντέχουσας υπαιτιότητας του δεύτερου αναιρεσίβλητου, Θ. Τ., προστηθέντος της Αναδόχου του έργου Κοινοπραξίας, υπεύθυνου του εργοταξίου της, στον οποίο αποδίδεται με την ένδικη αγωγή, ευθύνη για το ένδικο ατύχημα, λόγω της μη αποκατάστασης των φθορών του οδοστρώματος της οδού, πριν την παράδοσή της σε κυκλοφορία, με συνέπεια την αναπήδηση της μοτοσικλέτας του θανόντος, λόγω των φθορών του οδοστρώματος, ακολούθως την πτώση της στο έδαφος και την πρόσκρουσή της στο προπορευόμενο αυτοκίνητο'', το Εφετείο δέχθηκε πράγματι, ότι κατά τον ένδικο χρόνο υπήρχαν ''ανωμαλίες και φθορές'' στο οδόστρωμα της οδού ..., λόγω των έργων, οι οποίες, όμως, κατά την προεκτεθείσα σχετική αιτιολογία της προσβαλλόμενης απόφασης, δεν συνετέλεσαν αιτιωδώς στο ατύχημα, δεδομένου ότι το Εφετείο δέχθηκε ανέλεγκτα, ότι, ''δεν υπήρξε αναπήδηση του ελαστικού της μοτοσικλέτας λόγω της κακής κατάστασης του οδοστρώματος'', απορρίπτοντας ως ουσιαστικά αβάσιμο τον προαναφερθέντα σχετικό ισχυρισμό των αναιρεσειόντων, και ότι το ατύχημα οφείλεται αποκλειστικά στο θανόντα, λόγω της προπεριγραφείσας αμελούς συμπεριφοράς του. Οι αιτιολογίες αυτές της προσβαλλόμενης απόφασης στηρίζουν επαρκώς το αποδεικτικό της πόρισμα, περί κατάγνωσης αποκλειστικής υπαιτιότητας στο πρόσωπο του οδηγού της μοτοσικλέτας και θεμελίωσης της αμέλειάς του, στις διατάξεις των άρθρων 12 παρ. 1, 6 και 19 παρ. 1 και 7 και 21 του ν. 2696/1999, που εφαρμόστηκαν και περί μη κατάγνωσης συνυπαιτιότητας στο πρόσωπο των άνω αναιρεσίβλητων, οδηγού του λεωφορείου και υπεύθυνου του εργοταξίου της Κοινοπραξίας. Η διαλαμβανόμενη στο πρώτο σκέλος του πρώτου λόγου αναίρεσης, αιτίαση των αναιρεσειόντων, ότι το Εφετείο μη καταλογίζοντας συνυπαιτιότητα στον οδηγό του λεωφορείου, αν και με βάση τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασής του, αυτός κινείτο στη δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας επί ανωμάλου οδοστρώματος, σε στενή λωρίδα 2,95 μ., με πινακίδες επισήμανσης κινδύνου λόγω έργων, με ταχύτητα 30 χιλ/ωρα, προ του ερυθρού σηματοδότη, παραβίασε ευθέως την ανωτέρω διάταξη του άρθρου 19 ΚΟΚ, ως προς τη σύννομη κίνηση του λεωφορείου, είναι αβάσιμες, καθόσον με βάση τις άνω παραδοχές δεν τίθεται θέμα παραβίασης των διατάξεων αυτών από τον οδηγό του λεωφορείου, ενόψει και του ότι τα δυο οχήματα κινούνταν παράλληλα σε διαφορετικές λωρίδες κυκλοφορίας. Επιπλέον, οι διαλαμβανόμενες στον πρώτο λόγο αναίρεσης αιτιάσεις των αναιρεσειόντων περί ελλιπούς αιτιολογίας της προσβαλλόμενης, λόγω της μη αναφοράς του σημείου πτώσης της μοτοσικλέτας στο οδόστρωμα και της παράσυρσης του θανόντος, της άσκησης ή μη πέδησης εκ μέρους του λεωφορείου και της ταχύτητας του θανόντος, πέραν του ότι, υπό τις προεκτεθείσες παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως δεν συνιστούν τέτοιες, αναφέρονται στην εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών, την αιτιολόγηση, τον συσχετισμό και την ανάλυση των αποδείξεων από το Εφετείο, καθώς και στην σαφήνεια, επάρκεια και πειστικότητα των επιχειρημάτων, με βάση τα οποία αυτό στήριξε το προαναφερόμενο σαφές αποδεικτικό του πόρισμα, υπό την επίκληση δε της προβαλλόμενης πλημμέλειας της παράβασης εκ πλαγίου των άνω ουσιαστικών διατάξεων πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων αναφορικά με το σαφώς εκτιθέμενο πόρισμα και, συνεπώς απαραδέκτως προβάλλονται. Σε κάθε περίπτωση ουδεμία έλλειψη υφίσταται στην προσβαλλόμενη απόφαση, ως προς το σημείο της πτώσης της μοτοσικλέτας στο οδόστρωμα, το οποίο τοποθετείται στην οδό ..., στον οικοδομικό αριθμό …, στην αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας του ρεύματος πορείας προς δυτικά, ούτε ως προς το σημείο της παράσυρσης του οδηγού της μοτοσικλέτας, το οποίο τοποθείται στη δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας, όπου εκτινάχθηκε και κατέληξε ο οδηγός μετά την πρόσκρουσή του στο προπορευόμενο αυτού στην αριστερή λωρίδα αυτοκίνητο, ενώ αναφορικά με την πέδηση του λεωφορείου, εκτίθεται ότι ο οδηγός του λεωφορείου, λόγω της απρόβλεπτης και αιφνίδιας παρεμβολής του οδηγού της μοτοσικλέτας στην πορεία του, δεν είχε δυνατότητα αντίδρασης, αναφέρεται δε στη συνέχεια ότι το λεωφορείο ακινητοποιήθηκε στη δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας, όπου εκινείτο, σε απόσταση 12,60 μ, όσο και το μήκος της παράσυρσης. Όσον δε αφορά την ταχύτητα του οδηγού της μοτοσικλέτας εκτίθεται ότι αυτή δεν εξακριβώθηκε, πλην, όμως, ήταν μεγαλύτερη από αυτή των 20 χιλ. ανά ώρα, με την παραδοχή ότι αν αυτός εκινείτο με την άνω ταχύτητα (20 χιλ., όπως ισχυρίστηκαν οι αναιρεσείοντες στην ένδικη αγωγή τους), η πρόσκρουσή του στο προπορευόμενο αυτοκίνητο, δεν θα είχε οδηγήσει στην εκτίναξή του από τη μοτοσικλέτα. Ακολούθως, ουδεμία αντίφαση υφίσταται μεταξύ των παραδοχών της προσβαλλόμενης, ότι, (κατά το χρόνο του ατυχήματος) το προπορευόμενο της μοτοσυκλέτας όχημα, στο πίσω δεξιό μέρος του προφυλακτήρα του οποίου επέπεσε ο οδηγός της είχε ακινητοποιηθεί, επειδή ο σηματοδότης που υπήρχε στην πορεία του έδειχνε ερυθρό φως, με αυτές κατά τις οποίες, το λεωφορείο (αν και ο σηματοδότης που υπήρχε στην πορεία του ήταν ερυθρός) εκινείτο σύννομα στη δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας (λεωφορειόδρομο), με ταχύτητα που δεν υπερέβαινε τα 30 χιλ, ενόψει του ότι όπως έγινε δεκτό, τα δύο οχήματα κινούνταν παράλληλα σε διαφορετικές λωρίδες στο ίδιο ρεύμα κυκλοφορίας και στη δεξιά λωρίδα όπου εκινείτο το λεωφορείο, σε αντίθεση με την αριστερή όπου υπήρχε πυκνή κίνηση, δεν υπήρχαν άλλα οχήματα, όπως έγινε δεκτό. Οι περαιτέρω αιτιάσεις των αναιρεσειόντων περί αντιφατικής αιτιολογίας, όσον αφορά το ζήτημα της υπαιτιότητας του δεύτερου αναιρεσίβλητου, στο ένδικο ατύχημα, διότι αν και δέχθηκε ότι, το κατά το χρόνο του ατυχήματος εκτελούνταν έργα επί της οδού, με ευθύνη της Κοινοπραξίας, ότι το οδόστρωμα είχε ανωμαλίες και φθορές και ότι, '' ..... οι αρμόδιοι δημοτικοί υπάλληλοι δεν μερίμνησαν για τη συντήρηση του οδοστρώματος της οδού ... στο ύψος της διασταύρωσης αυτής με την οδό ... και στο ρεύμα που οδηγεί στη δυτική πλευρά της πόλης, όπως επίσης, και ο τρίτος εναγόμενος, Θ. Τ., (πολιτικός μηχανικός και υπεύθυνος εργοταξίου της αναδόχου Κοινοπραξίας, όπως), ο οποίος, όταν ολοκληρώθηκαν οι εργασίες κατασκευής του σταθμού του ΜΕΤΡΟ στο συγκεκριµένο σηµείο, δεν προέβη µε το εργοτάξιο της ως άνω κοινοπραξίας σε αποκατάσταση του οδοστρώµατος της οδού πριν αυτή παραδοθεί σε κυκλοφορία'', στη συνέχεια δέχθηκε αντιφατικά, ότι αποκλειστικά υπαίτιος του τραυματισμού του ήταν ο ίδιος ο θανών και ότι δεν ευθύνονται, ούτε ο δεύτερος (Θ. Τ.), ούτε η Κοινοπραξία, είναι αβάσιμες, ως στηριζόμενες σε εσφαλμένη προϋπόθεση, καθόσον η τελευταία περικοπή περί της μη αποκατάστασης της οδού, μετά την ολοκλήρωση των έργων από την Κοινοπραξία και τον προστηθέντα της, Θ. Τ., δεν αποτελεί παραδοχή της προσβαλλόμενης απόφασης, αλλά μέρος της κατηγορίας που αποδόθηκε, μεταξύ άλλων, στον άνω Θ. Τ., για ανθρωποκτονία από αμέλεια του συγγενούς των αναιρεσειόντων, για την οποία, όμως, αυτός αθωώθηκε με την 2628/2016 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πλημ/των ..., ήδη αμετάκλητη, μέρος του περιεχομένου της οποίας, όπου και η άνω περικοπή, παρατίθεται στην προσβαλλόμενη απόφαση. Κατόπιν αυτών, οι πρώτος και τέταρτος λόγοι αναίρεσης, από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τους οποίους αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση ευθεία, αλλά και εκ πλαγίου παραβίαση, των άνω ουσιαστικών κανόνων δικαίου, με τις αιτιάσεις ότι διέλαβε στην απόφασή του ελλιπείς και αντιφατικές αιτιολογίες ως προς τα ζητήματα της υπαιτιότητας στην πρόκληση του ενδίκου ατυχήματος και της αιτιώδους συνάφειας, που ήταν κρίσιμα για το αποτέλεσμα της δίκης, είναι απορριπτέοι, κατά τις άνω διακρίσεις. Με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 11 εδάφ. γ του ΚΠολΔ, ορίζεται ότι, ιδρύεται λόγος αναίρεσης και αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη του αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων, 335, 338 έως 340 και 346 του ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει δικανική πεποίθηση για τη βασιμότητα των πραγματικών ισχυρισμών των διαδίκων που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, οφείλει να λάβει υπόψη του τα αποδεικτικά μέσα που προσκομίστηκαν νόμιμα, είτε για άμεση απόδειξη, είτε για συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, εφόσον γίνεται σαφής και ορισμένη επίκλησή τους από τον διάδικο (ΟλΑΠ 23/2008). Δεν θεμελιώνεται, όμως, ο λόγος αυτός, αν προκύπτει από την απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία προσκομίστηκαν με επίκληση. Αρκεί γι' αυτό η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου, χωρίς ανάγκη ειδικής αξιολόγησης του καθενός, εφόσον από τη γενική αυτή αναφορά, σε συνδυασμό με τις υπόλοιπες αιτιολογίες της απόφασης, προκύπτει αναμφίβολα η λήψη υπόψη του αποδεικτικού μέσου. Πάντως, η γενική αυτή αναφορά της λήψης υπόψη όλων των αποδείξεων που με επίκληση προσκομίστηκαν δεν αποκλείει την ίδρυση του πιο πάνω λόγου αναίρεσης για κάποιο αποδεικτικό μέσο, όταν από το περιεχόμενο της απόφασης δεν καθίσταται απολύτως βέβαιο ότι τούτο έχει ληφθεί υπόψη. Αρκεί και μόνο η ύπαρξη αμφιβολιών για την ίδρυση του παρόντος λόγου αναίρεσης (ΟλΑΠ 8/2016, ΟλΑΠ 2/2008, ΑΠ 81/2022, ΑΠ 271/2021). Ο λόγος αυτός αναίρεσης, δεν ιδρύεται όταν το δικαστήριο δεν προσέδωσε στο αποδεικτικό μέσο την αποδεικτική βαρύτητα που υποστηρίζει ο αναιρεσείων ότι αυτό έχει, διότι με την αιτίαση αυτή πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, ΑΠ 192/2020, ΑΠ 845/2018, ΑΠ 1521/2017, ΑΠ 343/2017). Περαιτέρω, μεταξύ των αποδεικτικών μέσων που ιδρύουν τον κατά την ως άνω διάταξη, λόγο αναίρεσης, περιλαμβάνεται και η ομολογία, δικαστική ή εξώδικη (ΑΠ 33/2021, ΑΠ 1078/2015). Εξάλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων, 335 και 352 ΚΠολΔ προκύπτει ότι, δικαστική ομολογία, η οποία παρέχει πλήρη απόδειξη, είναι μόνο εκείνη του διαδίκου που γίνεται προφορικώς ή γραπτώς ενώπιον του δικαστηρίου που δικάζει την υπόθεση (ή του εντεταλμένου δικαστή), κάθε δε άλλη ομολογία θεωρείται εξώδικη και εκτιμάται ελεύθερα από το δικαστήριο. Η παραπάνω ομολογία, δηλαδή η παραδοχή με μονομερή δήλωση απευθυνόμενη προς το δικαστήριο που δικάζει τη συγκεκριμένη δίκη, ενός κρίσιμου γεγονότος από τον αντίδικο εκείνου που φέρει το βάρος της επίκλησης και της απόδειξής του, πρέπει να γίνει με πρόθεσή του προς αναγνώριση του επιβλαβούς αυτού γεγονότος. Απόδειξη δηλαδή δεν αποτελεί κάθε ομολογία, αλλά μόνο η γενόμενη με σκοπό αποδοχής του αμφισβητούμενου και επιβλαβούς για τον ομολογούντα γεγονότος. Συνεπώς, δικαστική ομολογία υπάρχει όταν το ενώπιον του δικαστηρίου αναγνωριζόμενο από το διάδικο επιζήμιο γι' αυτόν γεγονός αναφέρεται αμέσως στο αντικείμενο της δίκης (ΑΠ 1029/2019, ΑΠ 691/2017, ΑΠ 188/2017), όχι δε και όταν το γεγονός αυτό αποτελεί τη βάση δικαστικού τεκμηρίου για το αποδεικτέο περιστατικό (ΑΠ 81/2022, ΑΠ 1416/2007, ΑΠ 115/2007). O ανωτέρω λόγος ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας, καίτοι ο διάδικος επικαλέσθηκε ομολογία του αντιδίκου του, εν τούτοις παρέλειψε να την εκτιμήσει και να την λάβει υπόψη του, παρόλο που πράγματι περιείχε συγκεκριμένη παραδοχή ενός κρίσιμου γεγονότος που αποτελούσε τη βάση ισχυρισμού του επικαλουμένου την ομολογία διαδίκου (ΑΠ 1160/2017, ΑΠ 469/2009, ΑΠ 1336/2008), υπό την προυπόθεση, όμως, ότι το δικαστήριο δέχθηκε διαφορετικό πόρισμα από το αναφερόμενο στη δικαστική ομολογία (ΑΠ 532/2016, ΑΠ 105/2011). Πρέπει, συνεπώς, ο αναιρεσείων να επικαλέσθηκε νόμιμα με τις προτάσεις του ενώπιον του δικαστηρίου κατά τη συζήτηση, μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, τόσο την ύπαρξη του αποδεικτικού αυτού μέσου, όσο και του εγγράφου στο οποίο περιεχόταν. Για την επίκληση δε αυτή πρέπει να γίνει και ρητή αναφορά στο αναιρετήριο, άλλως ο λόγος αναίρεσης κρίνεται αόριστος και εντεύθεν απαράδεκτος (ΑΠ 865/2020, ΑΠ 709/2017, ΑΠ 1014/2010, ΑΠ 1139/2009). Στην προκείμενη περίπτωση, με το δεύτερο λόγο της αίτησης αναίρεσης προσάπτεται στην προσβαλλομένη απόφαση η από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 11 γ ΚΠολΔ, πλημμέλεια, συνιστάμενη στο ότι το Εφετείο, κατά τη διαμόρφωση του αποδεικτικού του πορίσματος, δεν έλαβε υπόψη τα αναφερόμενα στην αίτηση έγγραφα, τα οποία οι αναιρεσείοντες νομίμως επικαλέστηκαν και προσκόμισαν στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο και τα οποία ασκούσαν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με συνέπεια να καταλήξει στο επιβλαβές γι' αυτούς πόρισμά του για το ζήτημα της υπαιτιότητας και της ευθύνης των αναιρεσίβλητων για την κατάσταση της οδού, και συγκεκριμένα: (1) Το υπ' αρ. …/…./15-9-2011 έγγραφο του Δήμου …. προς την εταιρία Α. Μ., στο οποίο ο άνω Δήμος αναφέρει ότι μετά από αυτοψία που πραγματοποίησαν στις 23-7-2009, τεχνικοί της Υπηρεσίας του, διαπιστώθηκε κακή κατάσταση του οδοστρώματος, λόγω των εργασιών και κάλεσε την άνω εταιρία προς αποκατάσταση της οδού, επισημαίνοντας την ευθύνη της για την ασφάλεια των οχημάτων και κυρίως των μοτοσικλετιστών. β) Το υπ' αρ. …../15-9-2011 έγγραφο του Δήμου ….. προς το Α' Τμήμα Τροχαίας …., Γραφείο Οδικών Τροχαίων Ατυχημάτων, στο οποίο αναφέρεται μεταξύ άλλων, ότι, ".... η Υπηρεσία μας (Δήμος ….) δεν είναι αρμόδια για τη συντήρηση των τμημάτων της ... Οδού που είναι κατειλημμένα από το ΜΕΤΡΟ ….., τα οποία μετά την ολοκλήρωση των εργασιών θα αποκατασταθούν από από την εταιρία κατά τη φάση της παράδοσής τους σε κυκλοφορία", ότι, "με σχετικό Πρωτόκολο Παράδοσης Παραλαβής .... ο Δήμος …. είχε παραδώσει από 27-7-2006 το τμήμα της ... στην περιοχή ... από ... έως ... στην εταιρεία ΜΕΤΡΟ … - Α. Μ. Α., το οποίο έκτοτε δεν έχει παραδοθεί στο Δήμο μας'' και ότι, μετά από εντολή της Α. Μ. την 5-8-2009, η Ανάδοχος Κοινοπραξία του έργου εκτέλεσε την 22-8-2009 τις απαιτούμενες εργασίες επισκευής, γεγονός, που αποτελεί ''εμπρακτη αναγνώριση της ευθύνης και της υποχρέωσης αποκατάστασης του...'' . γ) Το υπ' αρ. …/../../../26-11-2008 έγγραφο του Α. Θ. προς τη Α. - Κ./Ξ. A., στο οποίο αναφέρεται ότι, ''.... στις 25-11-2008 συνεργείο εργολάβου της ΕΠΑ επενέβη στο σημείο που μου υποδείξατε. Σημειώνουμε ότι η καθίζηση ήταν επί της ... από την οδό ... έως ένα φρεάτιο περισυλλογής των υδάτων .... Τον Σεπτέμβριο του 2008 ... διαπιστώσαμε ότι υπήρχε καθίζηση επί της ... η οποία ξεκινούσε από το φρεάτιο περισυλλογής των υδάτων και επεκτείνονταν κατά 3 μ ... τότε σας ειδοποιήσαμε ότι δεν οφείλεται στην εγκατάσταση του δικτύου φυσικού αερίου. δ) Το υπ' αριθ. 2255/23-9-2008 έγγραφο του ΔΗΜΟΥ …. προς τη Μ. Θ., στο οποίο αναφέρεται ότι, "εξαιτίας των εργασιών για την κατασκευή του ΜΕΤΡΟ στην οδό ..., έχουν δημιουργηθεί σοβαρά προβλήματα στο οδόστρωμα της εν λόγω οδού, με αποτέλεσμα συχνά ατυχήματα κυρίως πεζών και δικυκλιστών ...". ε) Το έγγραφο της Μ. Θ., Α. Μ. Α. προς την, Α. I. A. F. S., A., στο οποίο περιέχεται πρόσκληση προς την τελευταία εταιρία, να προχωρήσει άμεσα στις εργασίες αποκατάστασης του οδοστρώµατος επί της οδού ..., για την ασφαλή διέλευση πεζών και οχημάτων, σύμφωνα µε τις προβλέψεις του άρθρου 15 των Προδιαγραφών Μελετών και Επιδόσεων Έργων Πολιτικού Μηχανικού. στ) Το υπ' αρ. …./28.08.2008 έγγραφο του Α' Τµήµατος Τροχαίας ... Γραφείο Οδικών Τροχαίων Ατυχημάτων προς το ΔΗΜΟ …., στο οποίο γίνεται λόγος στην αυτοψία που διενεργήθηκε από Αξιωματικό της Υπηρεσίας αυτής, σε όλο το µήκος της οδού ..., καθώς και σε βασικές οδούς του κέντρου της πόλης (...), και τις διαπιστώσεις αυτής, αναφορικά με την κατάσταση της οδού ... και στα δυο (2) ρεύματα κυκλοφορίας, σύμφωνα με τις οποίες διαπιστώθηκαν αλλοιώσεις-τροχαυλακώσεις και ασφάλτινα σαµαράκια κατά μήκος της οδού κατά πλάτος των λεωφορειολωρίδων και ειδικότερα στα τµήματα αυτής από την Πλ. ... µέχρι την οδό ... και από την οδό ... µέχρι την Πλ. ... και ότι το υπόλοιπο τµήµα αυτής έχει πρόσφατα ασφαλτοστρωθεί, λόγω των εναλλαγών των εργοταξίων για την κατασκευή του ΜΕΤΡΟ. ζ) Το υπ. αρ. ... Νοεμβρίου 2008 έγγραφο της Μ. Θ. προς το Δήμο …, με το οποίο γνωστοποιείται στον τελευταίο, ότι ζητήθηκε από την Ανάδοχο Κ/Ξ του Έργου να προχωρήσει σε εργασίες αποκατάστασης του οδοστρώµατος επί της οδού ... και ότι από έλεγχο που πραγματοποιήθηκε υπό την επίβλεψη της Α.Μ., η Ανάδοχος Κ/Ξ έχει προβεί σε όλες τις απαραίτητες ενέργειες αποκατάστασης του οδοστρώµατος της οδού ... ως όφειλε σύµφωνα µε την Σύμβαση του Έργου. η) Την από 15.7.2009 αναφορά του πραγματογνώµονος του Ασφαλιστικού Γραφείου Α. Κ., αναφορικά με το ένδικο ατύχημα, που συντάχθηκε μετά από έλεγχο, µελέτη του χώρου και αναπαράσταση του ατυχήματος. Και, θ) Το υπ. αριθμ. …./…/…/13.5.2009 έγγραφο της Διεύθυνσης Τροχαίας ….., µε το οποίο βεβαιώνεται, ότι κατά το έτος 2009, στην οδό ..., συνέβησαν 2 θανατηφόρα και ένα σοβαρό τροχαίο ατύχηµα τραυματισμού, καθώς και 25 ελαφρά (παρά την μη συμπλήρωση του έτους 2009). Επίσης, οι αναιρεσείοντες με το δεύτερο, κατά το πρώτο σκέλος του, λόγο της αίτησης αναίρεσης προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση, ομοίως, την από το άρθρο 559 αριθμ 11 περ. γ ΚΠολΔ πλημμέλεια, συνιστάμενη στο ότι το Εφετείο, κατά τη διαμόρφωση του αποδεικτικού του πορίσματος δεν έλαβε υπόψη το πρόχειρο σχεδιάγραμμα του τροχαίου ατυχήματος, στο οποίο καταγράφονται χαραγές μήκους, 2,8 μ., οι οποίες βρίσκονται ολοκληρωτικά εντός της λωρίδας κυκλοφορίας στην οποία εκινείτο το δίκυκλο του θανόντος. Ωστόσο, από την υπάρχουσα στην προσβαλλόμενη απόφαση ρητή διαβεβαίωση, ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά στοιχεία που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, ήτοι, "οι ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων που εξετάστηκαν στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου .... και τα έγγραφα, που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, μεταξύ των οποίων συμπεριλαμβάνονται και οι νομίμως προσκομισθείσες εκ μέρους των διαδίκων φωτογραφίες, στις οποίες απεικονίζεται ο τόπος του ατυχήματος και τα συγκρουσθέντα οχήματα, των οποίων δεν αμφισβητήθηκε η γνησιότητα, που το δικαστήριο έλαβε υπόψη, είτε ως αυτοτελή αποδεικτικά μέσα, είτε για συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, ... για μερικά εκ των οποίων μάλιστα γίνεται παρακάτω στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασης ειδική αναφορά, χωρίς, όμως, να παραλειφθεί κανένα από αυτά για την ουσιαστική διάγνωση της διαφοράς ....", σε συνδυασμό και με το όλο περιεχόμενο της απόφασης αυτής, δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι το Εφετείο, κατά την διαμόρφωση του αποδεικτικού του πορίσματος, έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε μετά των λοιπών αποδείξεων και όλα τα φερόμενα ως αγνοηθέντα, ως άνω, αποδεικτικά μέσα, με ρητή μάλιστα αναφορά στο από 14-7-2009 πρόχειρο σχεδιάγραμμα, χωρίς να είναι υποχρεωμένο να κάνει ειδική μνεία ή χωριστή αξιολόγηση του καθενός, καθορίζοντας τη βαρύτητά του ή την επιρροή του στα αποδεικτέα θέματα. Εξάλλου, η αιτίαση, που εμπεριέχεται στον ίδιο, ως άνω, λόγο, ότι το Εφετείο δεν απέδωσε στα προαναφερόμενα αποδεικτικά μέσα την αποδεικτική βαρύτητα που υποστηρίζουν οι αναιρεσείοντες ότι αυτά έχουν, είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη, καθόσον, με την επίκληση αυτή, πλήττεται η ανέλεγκτη, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, αναιρετικά αξιολόγηση και εκτίμηση αυτών. Περαιτέρω, με το δεύτερο λόγο της αίτησης αναίρεσης, κατά το τέταρτο μέρος του, προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια, από τον αριθμό 11 περ. γ του άρθρου 559 του ΚΠολΔ και συγκεκριμένα ότι, το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του τη δικαστική ομολογία των εναγομένων, Δ. Κ. και ΟΑΣ…, τέταρτου και πέμπτου των αναιρεσιβλήτων, περί έλλειψης υπαιτιότητας του θανόντος, που περιλαμβάνεται στο δικόγραφο της έφεσής τους (σελ. 10), σύμφωνα με την οποία, ''το σώμα του άτυχου μοτοσικλετιστή μετά την αναπήδηση του ελαστικού του δικύκλου του (αναπήδηση που προκλήθηκε λόγω των φθορών του οδοστρώματος), εκτινάχθηκε''. Ο λόγος αυτός, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι οι αναιρεσείοντες επικαλέστηκαν την ομολογία αυτή των άνω αναιρεσιβλήτων ενώπιον του δικαστηρίου της ουσίας που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση. Σε κάθε δε περίπτωση, ο ίδιος λόγος είναι ομοίως απαράδεκτος, διότι η παραπάνω αναφορά των αναιρεσίβλητων στο δικόγραφο της έφεσής τους, δεν αποτελεί δικαστική ομολογία περί υπαιτιότητας των ίδιων στο ένδικο ατύχημα και έλλειψης υπαιτιότητας του αποβιώσαντος συγγενούς των αναιρεσειόντων, υπό την προεκτεθείσα έννοια, δηλαδή παραδοχή από τους τελευταίους επιβλαβούς και επιζήμιου για τα συμφέροντα των ίδιων πραγματικού γεγονότος περί της υπαιτιότητας, με την απόδειξη της οποίας βαρύνονται οι αναιρεσείοντες και όχι οι αναιρεσίβλητοι. Κατά το άρθρο 559 αριθμ. 20 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου, με το να δεχτεί πραγματικά γεγονότα, προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό. Ο προβλεπόμενος από την ως άνω διάταξη λόγος αναίρεσης για παραμόρφωση εγγράφου, ιδρύεται μόνο, όταν το δικαστήριο της ουσίας, είτε κάνοντας εσφαλμένη ανάγνωση του κειμένου αποδεικτικού εγγράφου, κατά την έννοια των άρθρων 339 και 432 του ίδιου κώδικα, είτε παραλείποντας την ανάγνωση κρίσιμων περικοπών ή φράσεων αυτού, αποδίδει σ' αυτό περιστατικά προδήλως διαφορετικά από εκείνα που πράγματι περιέχει και ακολούθως, με βάση μόνο αυτό ή κυρίως αυτό, καταλήγει σε αποδεικτικό πόρισμα επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα, για πράγματα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, δηλαδή στο διατακτικό της απόφασής του. Αντίθετα, δεν υπάρχει παραμόρφωση εγγράφου, όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν υποπίπτει σε διαγνωστικό σφάλμα ως προς το περιεχόμενο του εγγράφου και, αξιολογώντας τα περιστατικά που πράγματι περιέχονται σ' αυτό, συνάγει αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που θεωρεί ο αναιρεσείων ορθό, οπότε πρόκειται για εκτίμηση αποδείξεων που δεν ελέγχεται αναιρετικά. Πρέπει δε την παραπάνω επιζήμια για τον αναιρεσείοντα κρίση του, να σχημάτισε το δικαστήριο της ουσίας αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο από το έγγραφο που φέρεται ως παραμορφωμένο, προϋπόθεση η οποία δεν συντρέχει όταν τούτο εκτιμήθηκε μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξαρθεί η σημασία του σε σχέση με το πόρισμα, για την αλήθεια ή αναλήθεια του γεγονότος που αποδείχθηκε, γιατί στην περίπτωση αυτή δεν είναι δυνατή η εξακρίβωση της ιδιαίτερης αποδεικτικής σημασίας του (ΑΠ 272/2020, ΑΠ 1093/2020). Ως έγγραφα κατά τον άνω αναιρετικό λόγο, είναι τα κατά τα άρθρα 339 και 432-465 του ίδιου Κώδικα αποδεικτικά έγγραφα που παρέχουν άμεση ή έμμεση απόδειξη κατά του αντιδίκου. Αντίθετα, δεν αποτελούν έγγραφα με την προαναφερόμενη έννοια εκείνα στα οποία αποτυπώνεται άλλο αποδεικτικό μέσο, όπως είναι οι γνωμοδοτήσεις των διορισθέντων πραγματογνωμόνων, η έκθεση αυτοψίας, οι προανακριτικές καταθέσεις μαρτύρων και η προανακριτική απολογία κατηγορουμένου, που έχουν συνταχθεί κατά τη διάρκεια της προανάκρισης στο πλαίσιο σχηματισμού της ποινικής δικογραφίας (ΑΠ 1485/2021, ΑΠ 501/2021, ΑΠ 1230/2020, ΑΠ 59/2019, ΑΠ 995/2014). Στην προκειμένη περίπτωση, οι αναιρεσείοντες με το δεύτερο, κατά το δεύτερο μέρος του, λόγο αναίρεσης, αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πλημμέλεια της παραμόρφωσης του περιεχομένου εγγράφων, υποστηρίζοντας ειδικότερα, ότι, α) ενώ έλαβε υπόψη, την από 14-7-2009 έκθεση αυτοψίας τροχαίου ατυχήματος και τις προσκομισθείσες φωτογραφίες του οχήματος του M., παρέλειψε να αναγνώσει, α) κρίσιμο μέρος της έκθεσης αυτοψίας από το σημείο 13 αυτής, που περιγράφει τις επιφάνειες των οχημάτων που συγκρούστηκαν και συγκεκριμένα, ότι η ζημιωθείσα πλευρά, ήταν η ''οπίσθια κάτω δεξιά πλευρά'', β) την παρατήρηση 17 της έκθεσης αυτοψίας, σύμφωνα με την οποία, ''ανωτέρω μοτοσυκλέτα ανετράπη, προσέκρουσε στο ευρισκόμενο σε διακοπή πορείας Γ' όχημα και εν συνεχεία ο οδηγός παρασύρθηκε ..., και γ) σημεία της από 28-2-2010 έκθεσης εξέτασης κατηγορουμένου, που λήφθηκε από την τροχονομική αρχή από τον M., στα οποία αναφέρει, ότι, ''το ατύχημα συνέβη μερικά μέτρα πριν το δικό του ακινητοποιημένο όχημα ... οι ζημιές που έπαθε το αυτοκίνητο που οδηγούσε ήταν ασήμαντες επιφανειακές γρατσουνιές - εκδορές στον πίσω προφυλακτήρα .... η δίκυκλη μοτοσυκλέτα που οδηγούσε ο θανών προσέκρουσε ύστερα από πτώση της στο δικό του όχημα'', με συνέπεια να οδηγηθεί στην εσφαλμένη παραδοχή ότι ο θανών επέπεσε με το εμπρόσθιο μέρος της δίκυκλης μοτοσυκλέτας του, στο δεξιό μέρος του οπισθίου προφυλακτήρα του ως άνω αυτοκινήτου (του M.), ενώ από τα άνω παραλειφθέντα σημεία προκύπτει ότι η μοτοσικλέτα πρώτα έπεσε στο έδαφος (λόγω ανωμαλίας και φθοράς του οδοστρώματος) και μετά επέπεσε στο κάτω δεξιό μέρος του πίσω προφυλακτήρα του οχήματος του M.. Ο λόγος, όμως, αυτός, αναίρεσης, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι σύμφωνα με τη νομική σκέψη που προηγήθηκε, η έκθεση αυτοψίας και η προανακριτική εξέταση κατηγορουμένου, που έχουν συνταχθεί στα πλαίσια του σχηματισμού της ποινικής δικογραφίας, δεν αποτελούν αποδεικτικό μέσο, υπό την έννοια της διάταξης του άρθρου 559 αρ. 20 ΚΠολΔ. Σε κάθε δε περίπτωση, ο ερευνώμενος ως άνω αναιρετικός λόγος, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το περιεχόμενο της οποίας προεκτέθηκε, το Εφετείο, δεν στήριξε το αποδεικτικό του πόρισμα αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στα φερόμενα ως παραμορφωθέντα κατά τούτο έγγραφα, αλλά προέβη στην εκτίμηση του περιεχομένου τους σε συνδυασμό με άλλα αποδεικτικά μέσα, που νόμιμα είχαν προσκομίσει και επικαλεστεί οι διάδικοι και κατέληξε σε πόρισμα αντίθετο από αυτό που θεωρούν ορθό οι αναιρεσείοντες. Κατόπιν αυτών, μη υπάρχοντος άλλου λόγου προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της, η αίτηση αναίρεσης και να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο δημόσιο ταμείο (άρθρ. 495 παρ. 3 ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό. Τέλος, τα δικαστικά έξοδα της παρούσας δίκης μεταξύ των αναιρεσειόντων και των πρώτης, δεύτερου, έκτης, έβδομης και όγδοης των αναιρεσιβλήτων, πρέπει να συμψηφιστούν στο σύνολό τους, κατ' άρθρο 179 εδ. τελ. και 183 εδ. τελ. ΚΠολΔ, ενώ δεν γίνεται λόγος για δικαστικά έξοδα των τέταρτου και πέμπτου των αναιρεσίβλητων (ως προς τους οποίους απορρίφθηκε η αναίρεση), οι οποίοι ερημοδίκησαν και, συνακόλουθα, δεν υποβλήθηκαν σε έξοδα, ούτε υπέβαλαν σχετικό αίτημα. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 10-3-2018 (αριθμ. καταθ. …./30-4-2018) αίτηση αναίρεσης, της με αριθμό 758/2017 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου που κατατέθηκε από τους αναιρεσείοντες για την άσκηση της αναίρεσης, στο δημόσιο ταμείο. Συμψηφίζει στο σύνολό τους τα δικαστικά έξοδα μεταξύ των ανιαρεσειόντων και των, πρώτης, δεύτερου, έκτης, έβδομης και όγδοης των αναιρεσιβλήτων. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 20 Φεβρουαρίου 2023. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ και τούτου αποχωρήσαντος από την Υπηρεσία, η αρχαιότερη της συνθέσεως Αρεοπαγίτης και ήδη Πρόεδρος του Αρείου Πάγου ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 14 Νοεμβρίου 2023. Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ