Αριθμός 152/2023 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Α1' Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ευδοξία Κιουπτσίδου - Στρατουδάκη, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, Ιωάννα Κλάπα - Χριστοδουλέα, Χρήστο Κατσιάνη, Ασημίνα Υφαντή και Κανέλλα Τζαβέλλα - Δημαρά - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες. Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 19 Σεπτεμβρίου 2022, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Των αναιρεσειόντων: 1) Π. Μ. του Γ., και 27) Ι. Χ. του Α., κατοίκου Ηρακλείου Κρήτης, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Σ. Π. και κατέθεσαν προτάσεις. Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ανώνυμης Ασφαλιστικής Εταιρείας με την επωνυμία ... τελούσας υπό εκκαθάριση, που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Παναγιώτη Τσουμάνη και κατέθεσε προτάσεις, 2) Νομικού Προσώπου Ιδιωτικού Δικαίου με την επωνυμία "ΕΓΓΥΗΤΙΚΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΙΔΙΩΤΙΚΗΣ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΖΩΗΣ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Σωκράτη Παρσάνο και κατέθεσε προτάσεις. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 13/1/2016 ανακοπή των ήδη αναιρεσειόντων και προσώπων που δεν είναι διάδικοι στην παρούσα δίκη, και την από 16/5/2016 προσεπίκληση - ανακοίνωση δίκης της ήδη πρώτης αναιρεσιβλήτου που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάστηκαν με την επ' ακροατηρίω ασκηθείσα πρόσθετη παρέμβαση του δευτέρου ήδη αναιρεσιβλήτου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 6497/2016 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 5118/2019 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 15/1/2021 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, οι πληρεξούσιοι των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθ. 94 παρ. 1, 96 παρ. 1, 97 παρ. 1 και 104 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι (α) στα πολιτικά δικαστήρια και δη στον Άρειο Πάγο οι διάδικοι έχουν την υποχρέωση να παρίστανται με πληρεξούσιο δικηγόρο (β) η πληρεξουσιότητα παρέχεται είτε με συμβολαιογραφική πράξη είτε με προφορική δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά είτε με ιδιωτικό έγγραφο, εφόσον η υπογραφή εκείνου που παρέχει την πληρεξουσιότητα βεβαιώνεται από δημόσια, δημοτική ή άλλη αρχή, μπορεί δε να αφορά ορισμένες ή όλες τις δίκες εκείνου που την παρέχει (γ) για τις προπαρασκευαστικές πράξεις και τις κλήσεις έως τη συζήτηση στο ακροατήριο θεωρείται ότι υπάρχει πληρεξουσιότητα, ενώ για τη συζήτηση στο ακροατήριο απαιτείται ρητή πληρεξουσιότητα και αν αυτή δεν υπάρχει, κηρύσσονται άκυρες όλες οι πράξεις, ακόμη και εκείνες που είχαν γίνει προηγουμένως, το δε δικαστήριο ελέγχει, αυτεπαγγέλτως, σε κάθε στάση της δίκης, την έλλειψη της πληρεξουσιότητας καθώς και την υπέρβασή της (Ολ ΑΠ 13/2008). Από τις ως άνω διατάξεις, σε συνδυασμό μ` αυτές των άρθρων 576 παρ. 2 και 577 παρ. 1 ΚΠολΔ, συνάγεται ότι, στην περίπτωση των φερόμενων ως ασκησάντων την αναίρεση διαδίκων χωρίς την απόδειξη της ύπαρξης πληρεξουσιότητας αυτών προς τον υπογράφοντα αυτήν (αναίρεση) δικηγόρο, η τελευταία απορρίπτεται ως απαράδεκτη (ΑΠ 120/2022, ΑΠ 220/2021, ΑΠ 776/2021, ΑΠ 165/2020, ΑΠ 1053/2018). Στην προκειμένη περίπτωση, η επίσπευση της συζήτησης της, από 15-1-2021, ένδικης αίτησης αναίρεσης για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο (19-9-2022), έλαβε χώρα με επιμέλεια όλων των αναιρεσειόντων, είκοσι επτά (27) τον αριθμό, σύμφωνα με την σχετική έγγραφη παραγγελία προς επίδοση της αίτησης αναίρεσης κάτω από το αντίγραφο αυτής του Σ. Π., πληρεξουσίου δικηγόρου αυτών, όπως προκύπτει από τις με αριθμούς 2188Ε και 2193/23-7-2021 εκθέσεις επίδοσης του δικαστικού επιμελητή της Περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών, με έδρα το Πρωτοδικείο Αθηνών, που προσκομίζουν οι αναιρεσείοντες, με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς τους αναιρεσίβλητους προς συζήτησή της για την παρούσα δικάσιμο της 19ης Σεπτεμβρίου 2022. Περαιτέρω, όπως προκύπτει από τα πρακτικά συνεδρίασης της παρούσας συζήτησης, κατά την εκφώνηση της αίτησης αναίρεσης από τη σειρά της στο πινάκιο, οι αναιρεσείοντες δεν εμφανίσθηκαν στο ακροατήριο, αλλά εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους, Σ. Π.. Ο εν λόγω πληρεξούσιος, όμως, που δήλωσε στο ακροατήριο ότι εκπροσωπεί και την τέταρτη αναιρεσείουσα, Ε. Σ. του Η., δεν αποδεικνύει ότι είναι εφοδιασμένος με πληρεξουσιότητα και από αυτήν, καθόσον δεν προσκομίζει, ούτε, άλλωστε, επικαλείται με το υπόμνημά του, σχετικό συμβολαιογραφικό πληρεξούσιο, από το οποίο να προκύπτει ότι είναι νόμιμα διορισμένος πληρεξούσιος αυτής, τόσο για την άσκηση της αίτησης αναίρεσης, όσο και για την εκπροσώπησή της ενώπιον αυτού του Δικαστηρίου κατά την παραπάνω δικάσιμο. Συνεπώς, ως προς την ανωτέρω τέταρτη αναιρεσείουσα η αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη. Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 286 περ. α', 287, 291 και 292 ΚΠολΔ, που εφαρμόζονται, κατά το άρθρο 573 παρ.1 του ίδιου Κώδικα, και στην αναιρετική δίκη, σε συνδυασμό και με τις διατάξεις των άρθρων 1846 και 1847 ΑΚ, προκύπτει ότι η δίκη διακόπτεται αν, μετά την άσκηση της αίτησης αναίρεσης και μέχρι να τελειώσει η προφορική συζήτηση, μετά την οποία εκδίδεται η οριστική απόφαση του Αρείου Πάγου, αποβιώσει κάποιος διάδικος. Η διακοπή επέρχεται από τη γνωστοποίηση προς τον αντίδικο του λόγου διακοπής με επίδοση δικογράφου ή με προφορική δήλωση στο ακροατήριο ή εκτός του ακροατηρίου κατά την επιχείρηση της διαδικαστικής πράξης, από εκείνον που έχει δικαίωμα να επαναλάβει τη δίκη ή και από εκείνον που μέχρι την επέλευση του θανάτου ήταν πληρεξούσιος δικηγόρος του θανόντος. Ως διάδικος υπέρ του οποίου επήλθε η διακοπή της δίκης, στην περίπτωση θανάτου του αρχικού διαδίκου, νοείται ο καθολικός διάδοχος αυτού (κληρονόμος του) και, εφόσον δεν υπάρξει αμφισβήτηση της ιδιότητας του τελευταίου, ακολουθεί αμέσως η συζήτηση της υπόθεσης (ΟλΑΠ 22/2000, ΑΠ 779/2019, ΑΠ 6/2019). Στην προκειμένη περίπτωση, από την παραδεκτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της παρούσας δίκης (561 παρ. 2 ΚΠολΔ) προκύπτουν τα εξής: Ο δωδέκατος αναιρεσείων, Γεώργιος Μωυσιάδης του Παναγιώτη, απεβίωσε στις 18-5-2021, ήτοι μετά την άσκηση της κρινόμενης, από 15-1-2021, αίτησης αναίρεσης και κληρονομήθηκε εξ αδιαθέτου από τη σύζυγό του, Μ. Μ., χήρα Γ. Μ., το γένος Θ. και Μ. Κ., κατά ποσοστό 1/4 εξ αδιαιρέτου και από τα τέκνα του, Φ. Μ. και Π. Μ. του Γ. και Μ., κατά ποσοστό 3/8 εξ αδιαιρέτου από τον καθένα, όπως προκύπτει από την με αριθμό 26Κ/2022 διαταγή κληρονομητηρίου του Ειρηνοδικείου Θεσσαλονίκης και το με αριθμό 62/2022 πιστοποιητικό κληρονομητηρίου του Γραμματέα του Ειρηνοδικείου Θεσσαλονίκης, αλλά και δεν αμφισβητείται από τους αναιρεσίβλητους. Οι ανωτέρω, ως εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του ανωτέρω αποβιώσαντος δωδέκατου αναιρεσείοντος, εκπροσωπούμενοι από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Σ. Π., δυνάμει του με αριθμό 13653/3-8-2022 πληρεξουσίου της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης, νομίμως δήλωσαν στο ακροατήριο, κατά την εκφώνηση της υπόθεσης, τη διακοπή της δίκης λόγω του θανάτου του πιο πάνω αναιρεσίβλητου και την εκούσια, στο όνομά τους, επανάληψη της δίκης αυτής, με τον τρόπο αυτό δε υπεισήλθαν στη δικονομική θέση του αποβιώσαντος και συνεχίζουν τη δίκη νόμιμα, χωρίς να απαιτείται άλλη ενέργεια αυτών. Η προσβαλλόμενη απόφαση είναι αποτέλεσμα της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής: Οι αναιρεσείοντες (καθώς και άλλα 16 πρόσωπα, που δεν είναι διάδικοι στην παρούσα δίκη) με την ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, απευθυνόμενη κατά της πρώτης αναιρεσίβλητης, από 13-1-2016, ανακοπή τους, αφού εξέθεσαν ότι συνήψαν τα αναφερόμενα ασφαλιστήρια συμβόλαια ζωής με τον τίτλο ... με την πρώτη αναιρεσίβλητη ασφαλιστική εταιρεία, της οποίας ανακλήθηκε η άδεια λειτουργίας με την 156/21-9-2009 απόφαση του ΔΣ της Επιτροπής Εποπτείας Ιδιωτικής Ασφάλισης και τέθηκε σε ασφαλιστική εκκαθάριση, ενώ με την 41/1-6-2012 διαπιστωτική πράξη της Επιτροπής Πιστωτικών και Ασφαλιστικών Θεμάτων της Τράπεζας της Ελλάδος τέθηκε σε ασφαλιστική εκκαθάριση και το χαρτοφυλάκιο ζωής και ότι ο Επόπτης Ασφαλιστικής Εκκαθάρισης, παρότι ανήγγειλαν τις αναλυτικά αναφερόμενες απαιτήσεις τους, εσφαλμένα δεν τις συμπεριέλαβε στην κατ' άρθρο 10 παρ. 3 του ν.δ. 400/1970, από 20-11-2015 Κατάσταση Δικαιούχων Απαιτήσεων από ασφάλιση ζωής που συνέταξε, με συνέπεια τον αποκλεισμό τους από τη διαδικασία της ασφαλιστικής εκκαθάρισης, ζήτησαν να διορθωθεί η επίδικη Κατάσταση Δικαιούχων Απαιτήσεων από Ασφάλιση Ζωής, ώστε να συμπεριληφθούν σ' αυτήν οι εν λόγω απαιτήσεις τους. Η καθ' ης η ανακοπή υπό εκκαθάριση ασφαλιστική εταιρεία με την από 16-5-2016 ανακοίνωση δίκης - προσεπίκληση ανακοίνωσε τη δίκη και προσεπικάλεσε σ' αυτή το νπιδ με την επωνυμία "ΕΓΓΥΗΤΙΚΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΙΔΙΩΤΙΚΗΣ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΖΩΗΣ" (ήδη δεύτερο αναιρεσίβλητο), το οποίο άσκησε προφορικά πρόσθετη παρέμβαση υπέρ αυτής. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με την 6497/2016 απόφασή του απέρριψε την ανακοπή ως μη νόμιμη. Κατά της ανωτέρω απόφασης οι ανακόπτοντες άσκησαν την από 21-7-2017 έφεση, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη με την αναίρεση 5118/2019 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποία η έφεση απορρίφθηκε κατ' ουσίαν (εκτός από τη διάταξή της περί δικαστικής δαπάνης, η οποία συμψηφίστηκε μεταξύ των διαδίκων και για τους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας). Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 10 παρ. 1 εδαφ. α - γ του ν.δ. 400/1970 "Ιδιωτική επιχείρηση ασφάλισης", οι δικαιούχοι απαιτήσεων από ασφάλιση ζωής και οι καθολικοί και ειδικοί διάδοχοι αυτών έχουν προνόμιο στην ασφαλιστική τοποθέτηση, που προηγείται από κάθε άλλο γενικό ή ειδικό προνόμιο της παρ. 9 του άρθρου 12 αυτού. Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 10 παρ. 3 του ίδιου ως άνω ν.δ. 400/1970 "Σε περίπτωση ασφαλιστικής εκκαθάρισης ή πτώχευσης ασφαλιστικής επιχείρησης ο, κατά το άρθρο "12α" του παρόντος, επόπτης εκκαθάρισης ή πτώχευσης καλεί μέσα σε δέκα ημέρες από το διορισμό του τους δικαιούχους ασφαλίσματος, με ανακοίνωση, που δημοσιεύεται μια φορά την εβδομάδα, επί τρεις συνεχείς εβδομάδες σε πέντε ημερήσιες, ευρείας κυκλοφορίας, εφημερίδες, από τις οποίες μια τουλάχιστον εκδίδεται στην έδρα της επιχείρησης και μια οικονομική, να του αναγγείλουν τις απαιτήσεις τους με όλα τα δικαιολογητικά τους στοιχεία μέσα σε τρεις μήνες από την τελευταία δημοσίευση. Δεν καλούνται οι δικαιούχοι ασφαλίσεων αστικής ευθύνης από την κυκλοφορία αυτοκινήτων, καθώς και οι δικαιούχοι ασφαλίσεων ζωής, για τους οποίους δεν έχει επέλθει ασφαλιστική περίπτωση. Η επαλήθευση των απαιτήσεων γίνεται από τα ως άνω όργανα, αρχίζει το αργότερο μέσα σε τρεις ημέρες από τη λήξη της ως άνω προθεσμίας και ολοκληρώνεται στο συντομότερο χρονικό διάστημα. Γίνονται δεκτές οι απαιτήσεις που δεν αμφισβητούνται από τα ως άνω όργανα ή έχουν επιδικασθεί με τελεσίδικη δικαστική απόφαση ή (εκτελεστή) απόφαση διαιτητικού δικαστηρίου. Ο επόπτης εκκαθάρισης και ο εκκαθαριστής ή ο επόπτης πτώχευσης και ο σύνδικος υποβάλλουν στο Υπουργείο Εμπορίου κατάσταση των δικαιούχων ασφαλίσματος μέσα σε δύο μήνες από τη λήξη της προθεσμίας υποβολής των αναγγελιών. Στην κατάσταση αυτήν περιλαμβάνονται, εφόσον έχουν επαληθευθεί οι απαιτήσεις τους: α) οι δικαιούχοι ασφαλίσματος ασφαλίσεων ζωής, β) οι δικαιούχοι ασφαλίσματος ασφαλίσεων κατά ζημιών εκτός ασφαλίσεων αστικής ευθύνης από την κυκλοφορία αυτοκινήτων, που έχουν δηλώσει την επέλευση της ασφαλιστικής περίπτωσης και έχει καταχωρισθεί η δήλωση στα βιβλία της ασφαλιστικής επιχείρησης και γ) όσοι αναγγέλθηκαν μέσα στην ως άνω προθεσμία. Για τις απαιτήσεις που αμφισβητούνται δικαστικά ή εξώδικα γίνεται χωριστή μνεία, στην οποία αναφέρεται το ποσό που εκτιμά ο επόπτης εκκαθάρισης και ο εκκαθαριστής ή ο επόπτης πτώχευσης και ο σύνδικος και το ποσό που διεκδικεί ο δικαιούχος ασφαλίσματος. Στην κατάσταση καταχωρίζονται και οι τυχόν διαφωνίες κατά την επαλήθευση μεταξύ επόπτη και εκκαθαριστή ή συνδίκου. Η κατάσταση καταχωρίζεται αμέσως στο μητρώο ασφαλιστικών επιχειρήσεων και η ανακοίνωση της καταχώρισής της δημοσιεύεται σε δύο τουλάχιστον ευρείας κυκλοφορίας ημερήσιες εφημερίδες, από τις οποίες η μια τουλάχιστον εκδίδεται στην έδρα της επιχείρησης, μια φορά την εβδομάδα επί τρεις συνεχείς εβδομάδες. Αντιρρήσεις κατά της πιο πάνω κατάστασης ασκούνται με ανακοπή στο μονομελές πρωτοδικείο της έδρας της επιχείρησης μέσα σε σαράντα πέντε ημέρες από την τελευταία δημοσίευση και εκδικάζονται κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων. Έφεση κατά της απόφασης του πρωτοδικείου εκδικάζεται από το αρμόδιο εφετείο κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων. Η απόφαση του εφετείου δεν υπόκειται σε κανένα ένδικο μέσο. Το ως άνω ν.δ 400/1970 καταργήθηκε στο σύνολό του, από 1 Ιανουαρίου 2016, με το Ν. 4364/2016 "Προσαρμογή της ελληνικής νομοθεσίας στην Οδηγία 2009/138/ΕΔ και του Συμβουλίου της 25 Νοεμβρίου 2009 κλπ", πλην, όμως, με τη διάταξη του άρθρου 248 παρ. 1 αυτού ορίστηκε ότι "από τις διατάξεις του παρόντος άρθρου διέπονται οι υφιστάμενες κατά την 31-12-2015 ασφαλιστικές εκκαθαρίσεις", στις οποίες, κατά την παρ. 2 του ίδιου άρθρου, εφαρμόζονται ορισμένες διατάξεις του νόμου αυτού, μεταξύ των οποίων και το άρθρο 242 παρ. 1 και 4. Ωστόσο, οι προ της 31-12-2015 διαδικασίες εξελέγξεως και επαληθεύσεως απαιτήσεων από τον επόπτη εκκαθάρισης κλπ όπως η παρούσα, διέπονται από τις διατάξεις του ν.δ. 400/1970. Περαιτέρω, η ως άνω απαγόρευση άσκησης ενδίκων μέσων, συνεπώς και αναίρεσης, κατά της απόφασης του εφετείου που εκδίδεται επί ανακοπής κατά της κατάστασης των δικαιούχων απαιτήσεων από ασφάλιση ζωής, ρητά επαναλήφθηκε και στο Ν. 4364/2016, στο άρθρο 242 παρ. 2 του οποίου ορίζεται ότι "Μέσα σε δύο (2) μήνες από τη λήξη της προθεσμίας υποβολής των αναγγελιών η ως άνω κατάσταση αναρτάται στην ιστοσελίδα της επιχείρησης και η ανακοίνωση της καταχώρησής της δημοσιεύεται σε δύο (2) τουλάχιστον ευρείας κυκλοφορίας ημερήσιες εφημερίδες από τις οποίες η μία (1) τουλάχιστον εκδίδεται στην έδρα της επιχείρησης, μία (1) φορά την εβδομάδα επί τρεις (3) συνεχείς εβδομάδες. Αντιρρήσεις κατά της πιο πάνω κατάστασης ασκούνται με ανακοπή στο μονομελές πρωτοδικείο της έδρας της επιχείρησης μέσα σε σαράντα πέντε (45) ημέρες από την τελευταία δημοσίευση και εκδικάζονται κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων. Έφεση κατά της απόφασης του πρωτοδικείου εκδικάζεται από το αρμόδιο εφετείο κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων. Η απόφαση του εφετείου δεν υπόκειται σε κανένα ένδικο μέσο". Επίσης, ίδια ρύθμιση προβλέπεται, σύμφωνα με το άρθρο 248 παρ. 8 του Ν. 4364/2016 (το αναφερόμενο στις υφιστάμενες κατά την 31-12-2015 ασφαλιστικές εκκαθαρίσεις) και για την κατάσταση κατάταξης των δικαιούχων από ασφάλιση, δηλαδή τον πίνακα διανομής, τον οποίο συντάσσει ο ασφαλιστικός εκκαθαριστής κατά τις διατάξεις των παραγράφων 7 και 8 του άνω άρθρου, κατά της οποίας (κατάστασης κατάταξης) επιτρέπονται αντιρρήσεις που ασκούνται με ανακοπή στο μονομελές πρωτοδικείο της έδρας της επιχείρησης, οι οποίες εκδικάζονται κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων, η απόφαση του εφετείου υπόκειται σε έφεση ενώπιον του αρμόδιου Εφετείου που εκδικάζεται κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων, ενώ η απόφαση του εφετείου δεν υπόκειται σε κανένα ένδικο μέσο. Η εν λόγω νομοθετική ρύθμιση του αποκλεισμού της άσκησης του ενδίκου μέσου της αναίρεσης κατά των άνω αποφάσεων δεν αντιβαίνει στη διάταξη του άρθρου 20 παρ. 1 του Συντάγματος, ούτε στη διάταξη του άρθρου 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ, που κυρώθηκε με το νδ 53/1974, καθόσον οι διατάξεις αυτές εξασφαλίζουν σε κάθε πρόσωπο το δικαίωμα παροχής δικαστικής προστασίας, η δε τελευταία και το συνακόλουθο δικαίωμα να δικάζεται κάποιος υπό συνθήκες δίκαιης δίκης, δηλαδή δίκαια, δημόσια και αμερόληπτα, στην έννοια, όμως, αυτών δεν περιλαμβάνεται και η πρόβλεψη οπωσδήποτε άσκησης ένδικων μέσων, στο νομοθέτη δε εναπόκειται να κρίνει αν, πόσα και ποια ένδικα μέσα θα χορηγήσει, καθώς και για ποιους λόγους, συνεκτιμώντας ενδεχομένως την αξία του αντικειμένου της διαφοράς και το είδος της διαδικασίας, με την οποία εκδικάζεται η υπόθεση. Άλλωστε, ο περιορισμός της άσκησης ένδικων μέσων κατά των σχετικών υποθέσεων, όπως η κρινόμενη, που εκδικάζονται κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων, στοχεύει στη συντόμευση των δικαστικών εκκρεμοτήτων και στην επιτάχυνση της διαδικασίας περάτωσης της ασφαλιστικής εκκαθάρισης, ώστε να ικανοποιηθούν οι προνομιακά ασφαλισμένοι από την ασφαλιστική τοποθέτηση και ως εκ τούτου δεν είναι δυσανάλογος, ούτε αντιβαίνει στην καθιερούμενη με το άρθρο 25 του Συντάγματος αρχή της αναλογικότητας. Εξάλλου, σύμφωνα με την αρχή διαχρονικού δικονομικού δικαίου του άρθρου 24 παρ. 1 του ΕισΝΚΠολΔ, η οποία έχει εφαρμογή όταν στο νεότερο νόμο δεν περιλαμβάνεται ειδική μεταβατική διάταξη για το παραδεκτό των ένδικων μέσων, τούτο κρίνεται σύμφωνα με το νόμο που ισχύει κατά το χρόνο δημοσίευσης της προσβαλλόμενης απόφασης. Συνεπώς, από το δίκαιο που ισχύει κατά τον ως άνω χρόνο και που στην προκείμενη περίπτωση είναι το άρθρο 242 παρ. 2 του Ν. 4364/2016, θα κριθεί αν η απόφαση μπορεί ή όχι να προσβληθεί με ένδικα μέσα και ποια, για ποιους λόγους επιτρέπεται καθένα από αυτά, ποια πρόσωπα δικαιούνται να τα ασκήσουν και κατά ποιων προσώπων πρέπει να απευθύνονται (ΟλΑΠ 38, 21, 22/2002). Τέλος, κατά το άρθρο 577 παρ. 2 ΚΠολΔ, αν η αναίρεση δεν ασκήθηκε νομίμως ή αν λείπει κάποια προϋπόθεση για να είναι παραδεκτή ο Άρειος Πάγος την απορρίπτει και αυτεπαγγέλτως. Απαράδεκτη κατά την έννοια της διάταξης αυτής είναι η αναίρεση, μεταξύ άλλων περιπτώσεων, η οποία απευθύνεται κατά απόφασης που δεν υπόκειται ή δεν μπορεί πλέον να προσβληθεί με ένδικα μέσα και συνεπώς με αναίρεση κατά το χρόνο άσκησης της τελευταίας. Στην προκειμένη περίπτωση, η προσβαλλόμενη απόφαση δημοσιεύθηκε στις 12-9-2019, ήτοι υπό την ισχύ του Ν. 4364/2016, με το άρθρο 242 παρ. 2 του οποίου, όπως προεκτέθηκε, ρητά απαγορεύθηκε η άσκηση ενδίκων μέσων κατά της απόφασης του εφετείου, που έχει εκδοθεί επί ανακοπής κατά της Κατάστασης Δικαιούχων Απαιτήσεως από Ασφάλιση Ζωής. Ενόψει δε του ότι στο νόμο αυτό δεν υφίσταται ειδική μεταβατική διάταξη για τις ασφαλιστικές εκκαθαρίσεις, που υφίστανται κατά την 31-12-2015, όπως η προκείμενη, το παραδεκτό της άσκησης του ενδίκου μέσου της αναίρεσης κατά της παρούσας απόφασης θα κριθεί, σύμφωνα με την διαχρονικού δικαίου διάταξη του άρθρου 24 παρ. 1 ΕισΝΚΠολΔ, από το ισχύον κατά τον ως άνω χρόνο δημοσίευσης της απόφασης του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου (12-9-2019) άρθρο 242 παρ. 2 Ν. 4364/2016, το οποίο, κατά τα προεκτιθέμενα, απαγορεύει ρητά την άσκηση αναίρεσης κατά της παρούσας απόφασης, όπως άλλωστε, ρητά απαγορευόταν και από το προϊσχύσαν ν.δ. 400/1970. Οι αναιρεσείοντες ισχυρίζονται ότι η ένδικη ανακοπή τους έχει χαρακτήρα ανακοπής του άρθρου 92 ΠτΚ και, συνεπώς, η παρούσα απόφαση προσβάλλεται με αναίρεση σύμφωνα με τις γενικές διατάξεις του ΚΠολΔ, όπως προκύπτει από τη διάταξη του άρθρου 55 αυτού, όλως επικουρικά δε ισχυρίζονται ότι η ένδικη Κατάσταση Δικαιούχων Ασφαλίσματος έχει χαρακτήρα οριστικού πίνακα διανομής, με τον οποίο αναγνωρίζονται τα προνόμια των ασφαλισμένων και, συνεπώς, η παρούσα απόφαση υπόκειται σε αναίρεση, όπως υπόκειται και η ανακοπή κατά του πίνακα διανομής επί πτωχεύσεως, σύμφωνα με το άρθρο 161 παρ. 1 εδαφ. γ ΠτΚ (όπως οι ως άνω διατάξεις του ΠτΚ ίσχυαν κατά το χρόνο άσκησης της αναίρεσης πριν από την ισχύ του νέου Πτωχευτικού Κώδικα, ήτοι του Ν. 4738/2020, ΦΕΚ Α 207/27-10-2020, οι διατάξεις του οποίου, σύμφωνα με το άρθρο 307 αυτού, άρχισαν να ισχύουν σταδιακά από τη δημοσίευσή του στο ΦΕΚ και εφεξής). Οι ισχυρισμοί αυτοί είναι αβάσιμοι διότι, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 179 ΠτΚ "Οι διατάξεις του κώδικα αυτού εφαρμόζονται συμπληρωματικά και επί εξυγίανσης και εκκαθάρισης πιστωτικών ιδρυμάτων και ασφαλιστικών επιχειρήσεων, κατά το μέρος που δεν ρυθμίζονται ειδικά" (ίδια ρύθμιση προβλέπεται και στο άρθρο 235 παρ. 3 του Ν 4364/2016, σύμφωνα με την οποία στην περίπτωση ασφαλιστικής εκκαθάρισης εφαρμόζονται συμπληρωματικά οι διατάξεις του Πτωχευτικού Κώδικα) και τέτοια ειδική ρύθμιση περιλαμβάνει η προαναφερόμενη διάταξη του άρθρου 10 παρ. 3 του ν.δ. 400/1970 (και ήδη του άρθρου 242 παρ. 2 του Ν. 4364/2016), που περιέχουν ειδικές ρυθμίσεις περί των αντιρρήσεων κατά της Κατάστασης Δικαιούχων Απαιτήσεως από Ασφάλιση Ζωής των ασφαλισμένων και απαγορεύουν ρητά την άσκηση ενδίκων μέσων κατά των αποφάσεων των εφετείων, συνεπώς, και αίτηση αναίρεσης. Επίσης, και η διάταξη του άρθρου 248 παρ. 8 του Ν. 4364/2016, απαγορεύει ρητά την άσκηση ενδίκων μέσων κατά της απόφασης του εφετείου, που εκδίδεται επί ανακοπής κατά της κατάστασης κατάταξης των δικαιούχων απαιτήσεων από ασφαλίσεις ζωής. Εξάλλου, η παρούσα υπόθεση δεν μπορεί να θεωρηθεί ως πτωχευτική ανακοπή κατ' άρθρο 92 ΠτΚ και για τον επιπλέον λόγο ότι η πτωχευτική ανακοπή εκδικάζεται από το πτωχευτικό δικαστήριο, ήτοι το πολυμελές πρωτοδικείο που κήρυξε την πτώχευση (άρθρο 53 του ΠτΚ), κατά τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας (άρθρο 54 ΠτΚ), ενώ η ασφαλιστική εκκαθάριση δεν διατάσσεται με δικαστική απόφαση, αλλά επέρχεται αναγκαστικά μετά την ανάκληση της άδειας λειτουργίας της ασφαλιστικής επιχείρησης λόγω παράβασης νόμου με απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου της Επιτροπής Εποπτείας Ιδιωτικής Ασφάλισης, ο δε νομοθέτης για τις δίκες της ασφαλιστικής εκκαθάρισης, σταθμίζοντας τις ιδιαιτερότητές της, θέσπισε την αρμοδιότητα του Μονομελούς Πρωτοδικείου και ως διαδικασία αυτή των ασφαλιστικών μέτρων, που είναι ταχεία διαδικασία, ώστε να επιτευχθεί ο σκοπός επιτάχυνσης της διαδικασίας της ασφαλιστικής εκκαθάρισης, για να ικανοποιηθούν σε σύντομο χρόνο οι προνομιακά ασφαλισμένοι από την ασφαλιστική τοποθέτηση. Περαιτέρω, ο περιορισμός της άσκησης ένδικων μέσων κατά των σχετικών υποθέσεων, όπως η κρινόμενη, που εκδικάζονται κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων, στοχεύει, όπως προεκτέθηκε, στην επιτάχυνση της διαδικασίας της ασφαλιστικής εκκαθάρισης και ως εκ τούτου δεν είναι δυσανάλογος, ούτε αντιβαίνει στην καθιερούμενη με το άρθρο 25 του Συντάγματος αρχή της αναλογικότητας, όπως αβάσιμα ισχυρίζονται οι αναιρεσείοντες. Κατ' ακολουθία αυτών, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη, κατ' αποδοχή ως βάσιμου του σχετικού περί απαραδέκτου αυτής ισχυρισμού της πρώτης αναιρεσίβλητης, που πρότεινε με τις προτάσεις της παρούσας συζήτησης, που κατατέθηκαν στις 25-8-2022, όπως προκύπτει από την επ' αυτών βεβαίωση της γραμματέα του Δικαστηρίου τούτου, δηλαδή πλέον των είκοσι ημερών πριν από την ημέρα συζήτησης της αίτησης αναίρεσης (άρθρο 570 παρ. 1 ΚΠολΔ), γεγονός, άλλωστε, που ερευνάται και αυτεπαγγέλτως από το Δικαστήριο, να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ) και να καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες, λόγω της ήττας τους, στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσίβλητων, κατά το σχετικό αίτημά τους, που υποβλήθηκε με δήλωση στα πρακτικά και με τις προτάσεις που κατέθεσαν (άρθρα 106, 176, 183, 189 παρ. 1, 192 παρ. 2 ΚΠολΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 15-1-2021 αίτηση (ΓΑΚ 412/2021, ΕΑΚ 38/2021, Αριθ. Δικ. 362/2021) για αναίρεση της με αριθμό 5118/2019 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών ως προς την τέταρτη αναιρεσείουσα, Ε. Σ. του Η., ως απαράδεκτη (για το λόγο που αναφέρεται στο σκεπτικό. ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την άνω αίτηση αναίρεσης ως προς τους λοιπούς αναιρεσείοντες ως απαράδεκτη (για το λόγο που αναφέρεται στο σκεπτικό). ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την εισαγωγή του κατατεθέντος από τους αναιρεσείοντες παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο. ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσίβλητων, τα οποία ορίζει, συνολικά, στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 07 Νοεμβρίου 2022. ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 27 Ιανουαρίου 2023. Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ