Αριθμός 162/2013 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Β1' Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Ζιάκα, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Ανδρέα Δουλγεράκη, Νικόλαο Πάσσο και Δημήτριο Κόμη, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 20 Νοεμβρίου 2012, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ: Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Γεωργία Παπαδάκη, Πάρεδρο ΝΣΚ, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ. Του αναιρεσιβλήτου: Σ. Κ. του Ε., υπαλλήλου του Υπουργείου Εξωτερικών, υπηρετούντος στο Προξενείο της Ελλάδας στο ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Βασιλική Σκορδάκη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 22-6-2004 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1831/2005 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2310/2007 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 9-4-2010 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Κόμης διάβασε την από 6-11-2012 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά το άρθρο 131 παρ. 1 του Ν. 419/1976 "Περί Οργανισμού του Υπουργείου Εξωτερικών", που ίσχυσε μέχρι 24-3-1998 (άρθρο 150 παρ. 1 του νέου Οργανισμού του ΥΠΕΞ, που κυρώθηκε με το Ν. 2594/1998), ως αποδοχές όλων των υπαλλήλων του Υπουργείου νοούνται ο βασικός μισθός με όλα τα επιδόματα και τις προσαυξήσεις που χορηγούν οι κείμενες διατάξεις. Κατά την παρ. 10 του ίδιου παραπάνω άρθρου παρασχέθηκε στους υπαλλήλους που υπηρετούν στο εξωτερικό, για την αντιμετώπιση της διαφοράς κόστους ζωής και των ειδικών συνθηκών διαβιώσεως σε κάθε χώρα, επίδομα υπηρεσίας αλλοδαπής (Ε.Υ.Α.) σε συνάλλαγμα, ανάλογα με τον κλάδο, βαθμό, οικογενειακά βάρη και το κόστος ζωής του τόπου, όπου υπηρετεί ο υπάλληλος, ειδικότερα δε για τους υπαλλήλους του διπλωματικού κλάδου και τους εμπειρογνώμονες του Υπουργείου Εξωτερικών και ανάλογα με τις συνθήκες στεγάσεως που επικρατούν στη χώρα που υπηρετούν. Σύμφωνα με την παρ. 11 του ίδιου άρθρου, το ως άνω επίδομα καθορίζεται κάθε φορά, για τους υπαλλήλους που έχουν πρεσβευτικό βαθμό, με Πράξη του Υπουργικού Συμβουλίου, και για όλους τους άλλους υπαλλήλους της εξωτερικής υπηρεσίας καθορίζεται με την ίδια Πράξη, σε ποσοστό επί του επιδόματος που καθορίστηκε για τους υπαλλήλους με πρεσβευτικό βαθμό. Το εν λόγω επίδομα δικαιούται, κατά το άρθρο 69 παρ. 1 του άνω Ν. 419/1976, και το βοηθητικό προσωπικό της εξωτερικής υπηρεσίας, που προσλαμβάνεται με σχέση ιδιωτικού δικαίου. Κατά δε το άρθρο 132 του Ν. 419/1976, οι προϊστάμενοι των διπλωματικών και των εμμίσθων προξενικών αρχών δικαιούνται δωρεάν οικήσεως σε βάρος του δημοσίου, ενώ σε εξαιρετικές περιπτώσεις είναι δυνατό να μισθώνεται σε βάρος του δημοσίου οίκημα για την στέγαση των λοιπών υπαλλήλων της εξωτερικής υπηρεσίας, οπότε, στην περίπτωση αυτή, θα εκπίπτεται το 1/3 του καταβαλλόμενου στους υπαλλήλους αυτούς επιδόματος υπηρεσίας αλλοδαπής. Περαιτέρω, με την Φ. 083-58/11-3-1988 κοινή απόφαση των Υπουργών Προεδρίας, Εξωτερικών και Οικονομικών (ΦΕΚ 177Β'/31-3-1988), που εκδόθηκε σύμφωνα με το άρθρο 12 παρ. 1 του Ν. 1256/1982 και 3 παρ. 8 Ν. 1288/ 1982, κυρώθηκε δε με το άρθρο 25 παρ. 1 Ν. 1884/1990, καθορίστηκε το παραπάνω επίδομα για τους προϊστάμενους των διπλωματικών και εμμίσθων προξενικών αρχών, καθώς και τα ποσοστά επί του επιδόματος αυτού, που λαμβάνουν όλοι οι εξομοιούμενοι σε βαθμό υπάλληλοι άλλων κατηγοριών και ειδικοτήτων. Με την παράγραφο Γ' της προαναφερθείσας κοινής υπουργικής απόφασης ορίστηκε ότι στους υπαλλήλους του διπλωματικού κλάδου, εφόσον δεν παρέχεται δωρεάν κατοικία από το δημόσιο, το ποσοστό του επιδόματος υπηρεσίας αλλοδαπής αυξάνεται κατά 10% κατά τις αναφερόμενες εκεί διακρίσεις. Με τις παρ. Ε' και ΣΤ' της αυτής ως άνω κοινής υπουργικής απόφασης ορίζεται ότι σε όλους τους μόνιμους υπαλλήλους όλων των κλάδων και κατηγοριών του Υπουργείου Εξωτερικών το επίδομα υπηρεσίας αλλοδαπής αυξάνεται κατά ποσοστό 6% στο επίδομα του πρέσβη για κάθε παιδί, σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 11 του Ν. 1505/1984. Το εν λόγω επίδομα υπηρεσίας αλλοδαπής του επί συμβάσει εν γένει προσωπικού μπορεί να μειώνεται με απόφαση του Υπουργού Εξωτερικών, εφόσον συντρέχουν ειδικοί γι' αυτό λόγοι. Με την 2001800/185/0022/17-3-1993 κοινή απόφαση των Υπουργών Προεδρίας, Εξωτερικών και Οικονομικών τροποποιήθηκε η προαναφερθείσα παράγραφος Γ' της ως άνω Φ.083-58/1988 Κοινής Υπουργικής Απόφασης και ορίστηκε ότι σε όλους τους μόνιμους υπαλλήλους όλων των κλάδων και κατηγοριών του Υπουργείου Εξωτερικών το επίδομα υπηρεσίας αλλοδαπής αυξάνεται από 1-1-1993 κατά ποσοστό 6% στο επίδομα του πρέσβη για κάθε παιδί ηλικίας έως 6 ετών, κατά ποσοστό 8% για κάθε παιδί ηλικίας 7 έως 12 ετών και κατά ποσοστό 14% για κάθε παιδί ηλικίας 13 έως 18 ετών. Τα παραπάνω ποσοστά αυξήθηκαν σε 8%, 12% και 16% αντιστοίχως από 1-1-2001 με την 083/ΕΥΑ/ΑΣ11254/22-1-2001 Κοινή Υπουργική Απόφαση. Εξάλλου, κατά τις διατάξεις του άρθρου 135 παρ. 4 και 5 του Ν. 2594/1998, δηλαδή του από 24-3-1998 ισχύοντος νέου Οργανισμού του Υπουργείου Εξωτερικών, προς αντιμετώπιση του αυξημένου κόστους ζωής στην αλλοδαπή και των ειδικών συνθηκών διαβίωσης σε κάθε χώρα, παρέχεται σε συνάλλαγμα επίδομα υπηρεσίας στην αλλοδαπή αναλόγως του κλάδου και του βαθμού. Το επίδομα αυτό προσαυξάνεται αναλόγως των ποσοστών, που ορίζονται για τα οικογενειακά βάρη και την στέγαση, καθορίζεται δε εκάστοτε για τους με πρεσβευτικό βαθμό υπαλλήλους του Υπουργείου Εξωτερικών, με κοινή απόφαση των Υπουργών Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης, Εξωτερικών και Οικονομικών και για τους λοιπούς υπαλλήλους καθορίζεται με την ίδια κοινή υπουργική απόφαση σε ποσοστό επί αυτού, το οποίο έχει καθοριστεί για τους υπαλλήλους με πρεσβευτικό βαθμό. Με το άρθρο 129 παρ. 2 και 5 του παραπάνω Ν. 2594/ 1998, στις αρχές του εξωτερικού ορίζονται, με προεδρικά διατάγματα, θέσεις προσωπικού με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου. Στις θέσεις αυτές προσλαμβάνονται επιτοπίως μόνιμοι κάτοικοι της χώρας, όπου εδρεύει η συγκεκριμένη αρχή. Με την κοινή απόφαση των Υπουργών Εξωτερικών και Οικονομικών για την πρόσληψή τους, καθορίζεται και το ύψος της αντιμισθίας των ανωτέρω υπαλλήλων, λαμβάνοντας υπόψη τις τοπικές συνθήκες της αγοράς εργασίας. Η πρόσληψη γίνεται με σύμβαση καταρτιζόμενη από τον προϊστάμενο της αρχής. Οι κατά την έναρξη της ισχύος του νόμου αυτού υπηρετούντες με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου στην εξωτερική υπηρεσία διατηρούν το συμβατικό καθεστώς τους μέχρι την καθ' οιονδήποτε τρόπο λήξη του, οπότε οι οργανικές θέσεις τους μετατρέπονται σε θέσεις με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου και εξακολουθούν να αμείβονται όπως μέχρι την έναρξη της ισχύος του νόμου αυτού. Από τον συνδυασμό των παραπάνω διατάξεων προκύπτει ότι τα προβλεπόμενα στις προαναφερόμενες Κοινές Υπουργικές Αποφάσεις ποσοστά για δαπάνες στεγάσεως και οικογενειακά βάρη δεν αποτελούν ξεχωριστά επιδόματα, αλλά προσαυξήσεις του επιδόματος υπηρεσίας αλλοδαπής, το οποίο καταβάλλεται και στο με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου προσωπικό της εξωτερικής υπηρεσίας του Υπουργείου Εξωτερικών, υπό τους όρους και τις προϋποθέσεις που οι κείμενες διατάξεις προβλέπουν για την καταβολή του. Οι εκδιδόμενες κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 131 παρ. 11 του Ν. 419/1976 ή του άρθρου 135 παρ. 5 του Ν. 2594/1998 Κοινές Υπουργικές Αποφάσεις, που καθορίζουν ή αυξάνουν το επίδομα υπηρεσίας αλλοδαπής, με βάση τα οριζόμενα στους εξουσιοδοτικούς αυτούς νόμους κριτήρια και τα διαγραφόμενα πλαίσια, δεν είναι δυνατόν να διακρίνουν τους υπαλλήλους σε κατηγορίες που δεν προβλέπονται από τους εξουσιοδοτικούς νόμους, όπως είναι η διάκριση των υπαλλήλων σε μονίμους που συνδέονται με το Δημόσιο με σχέση δημοσίου δικαίου και σε συμβασιούχους, υπηρετούντες με σχέση ιδιωτικού δικαίου, και να αυξάνουν το επίδομα μόνο στους πρώτους, αποκλείοντας από την αύξηση τους δεύτερους. Επομένως, οι αποφάσεις που στηρίζονται αποκλειστικά στην παραπάνω διάκριση και αυξάνουν το επίδομα υπηρεσίας αλλοδαπής μόνο των μονίμων υπαλλήλων βρίσκονται έξω από τα όρια της νομοθετικής εξουσιοδοτήσεως και κατά το μέρος που εξαίρουν από την αύξηση τους υπαλλήλους με σχέση ιδιωτικού δικαίου είναι ανίσχυρες. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της ένδικης από 22-6-2004 αγωγής του ήδη αναιρεσιβλήτου, αυτός ισχυρίσθηκε ότι προσλήφθηκε στις 8-1-1996 από το εναγόμενο και ήδη αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο, ως κλητήρας, και υπηρετεί έκτοτε στη θέση αυτή στο Γενικό Προξενείο της Ελλάδος στο Αργυρόκαστρο της Αλβανίας, δυνάμει συμβάσεως εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, που υπογράφηκε μεταξύ αυτού και του Διευθύνοντα το Γενικό Προξενείο της Ελλάδος στο Αργυρόκαστρο, ο οποίος ενήργησε με την ιδιότητά του αυτή βάσει του άρθρου 69 παρ. 4 του Ν. 419/1976, ότι είναι έγγαμος και πατέρας ενός ανήλικου τέκνου, που γεννήθηκε στις 9-8-2002 και ότι το εναγόμενο, κατά το επίδικο χρονικό διάστημα από 9-8-2002 έως 30-6-2004, ενώ του κατέβαλλε το επίδομα υπηρεσίας αλλοδαπής, αρνήθηκε να του καταβάλει την προσαύξηση του επιδόματος αυτού για οικογενειακά βάρη (πατέρας ενός ανήλικου τέκνου). Ζήτησε δε να υποχρεωθεί το εναγόμενο να του καταβάλει το ποσό των 11.592 δολαρίων ΗΠΑ ή το ισόποσό τους σε ευρώ για την προσαύξηση του Ε.Υ.Α. λόγω οικογενειακών βαρών. Με το παραπάνω περιεχόμενο και αίτημα η ένδικη αγωγή είναι νόμιμη, στηριζόμενη στις διατάξεις που προαναφέρθηκαν. Επομένως, το Εφετείο που δέχθηκε, με την προσβαλλόμενη απόφαση του, ως νόμιμη την ένδικη αγωγή, ως προς το κονδύλιο της προσαυξήσεως του Ε.Υ.Α. για οικογενειακά βάρη και μάλιστα κατά ποσοστό (8%) μεγαλύτερο εκείνου που χορηγήθηκε με την 201800/185/0022/17-3-1993 Κοινή Υπουργική Απόφαση για κάθε τέκνο, δεδομένου ότι η παραπάνω νεώτερη 083/ΑΣ11254/22-1-2001 Κοινή Υπουργική Απόφαση, η οποία αύξησε τα ποσοστά, που είχε χορηγήσει η ως άνω παλαιότερη ΚΥΑ, από 6%, 8% και 14%, ανάλογα με την ηλικία του τέκνου, σε 8%, 12% και 16%, αντίστοιχα, καταλαμβάνει και τον ενάγοντα - αναιρεσίβλητο και τούτο διότι, όπως ήδη αναφέρθηκε, σύμφωνα με την διάταξη της παρ. 5 του άρθρου 129 του Ν. 2594/1998, οι κατά την έναρξη της ισχύος του νόμου αυτού (24-3-1998) υπηρετούντες με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου στην εξωτερική υπηρεσία του Υπουργείου Εξωτερικών, όπως και ο αναιρεσίβλητος, διατηρούν το εργασιακό καθεστώς τους μέχρι την καθ' οιονδήποτε τρόπο λήξη του και εξακολουθούν να αμείβονται όπως μέχρι την έναρξη ισχύος του άνω νόμου, ειδικά δε για όσους από αυτούς ελάμβαναν το Ε.Υ.Α. (όπως και ο αναιρεσίβλητος), το ύψος αυτού μπορεί να αναπροσαρμόζεται με υπουργική απόφαση (ΑΠ 319/2011), δεν παραβίασε (το Εφετείο) τις παραπάνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις και ως εκ τούτου πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος ο τα αντίθετα υποστηρίζων μοναδικός λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ. Μετά από αυτά και εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως. Τα μειωμένα, κατά το άρθρο 22 παρ. 1 του Ν. 3693/1957, δικαστικά έξοδα πρέπει να καταβάλει στον αναιρεσίβλητο το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο, που ηττήθηκε. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 9-4-2010 αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου για αναίρεση της υπ' αριθμ. 2310/2007 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Και Καταδικάζει το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 4 Δεκεμβρίου 2012. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 5 Φεβρουαρίου 2013. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ