Αριθμός 1545/2023 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Α2' Πολιτικό Τμήμα ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κυριάκο Μπαμπαλίδη, Παναγιώτη Βενιζελέα, Βρυσηίδα Θωμάτου και Κλεόβουλο - Δημήτριο Κοκκορό - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 28 Νοεμβρίου 2022, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Της αναιρεσείουσας: ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία «C. M. - H. Α. Ε. «Μ., που εδρεύει στον ... και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη - Διονύσιο Φιλιώτη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ. Του αναιρεσιβλήτου: Γ. Κ. του Α., κατοίκου .... Παραστάθηκε με την πληρεξούσια δικηγόρο του Έλλη Ρούσσου. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 24-10-2016 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2083/2018 του ίδιου Δικαστηρίου και 6008/2020 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 12-5-2021 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Με την υπό κρίση από 12-5-2021 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων κατά την τακτική διαδικασία εκδοθείσα υπ' αριθμ. 6008/2020 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, το οποίο δικάζοντας τις αντίθετες εφέσεις των διαδίκων κατά της υπ' αριθμ. 2083/2018 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, απέρριψε την έφεση της εναγομένης-αναιρεσείουσας, δέχθηκε την έφεση του ενάγοντος-αναιρεσίβλητου και αφού δέχθηκε εν μέρει την αγωγή, αναγνώρισε την υποχρέωση της εναγομένης να καταβάλει στον ενάγοντα το συνολικό ποσό των 87.000 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής. Η αίτηση αυτή αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ.1 ΚΠολΔ). Επομένως, είναι παραδεκτή (άρθρο 577 παρ.1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς τους λόγους της (άρθρο 577 παρ.3 ΚΠολΔ). Με τις διατάξεις των άρθρων 46 επ. του Ν. 2121/1993 "πνευματική ιδιοκτησία, συγγενικά δικαιώματα και πολιτιστικά θέματα" προστατεύονται τα συγγενικά προς την πνευματική Ιδιοκτησία δικαιώματα, ήτοι τα δικαιώματα σε εργασίες (εισφορές), που σχετίζονται με την πνευματική δημιουργία ή ακόμα έχουν και κάποιες ομοιότητες με αυτήν, δεν μπορούν, όμως, να αναχθούν σε αυτοτελή έργα, διότι δεν εμφανίζουν τα κρίσιμα στοιχεία της πνευματικής δημιουργίας, συμβάλλουν, όμως, και μάλιστα πολλές φορές καθοριστικά, στη δημόσια εκτέλεση ή στην αναπαραγωγή και γενικά τη διάδοση των έργων. Ο καθορισμός των δικαιούχων των συγγενικών δικαιωμάτων προκύπτει από τους κανόνες, οι οποίοι αναγνωρίζουν τα σχετικά δικαιώματα. Έτσι, σύμφωνα με το άρθρο 46 παρ.1 του Ν. 2121/1993, εισφορές παρέχουν οι ερμηνευτές ή εκτελεστές καλλιτέχνες που ερμηνεύουν ή εκτελούν με οποιονδήποτε τρόπο έργα του πνεύματος. Το συγγενικό δικαίωμα αυτού αποκτάται πρωτογενώς με την ερμηνεία του έργου, ενόψει δε του ότι ο ερμηνευτής καλλιτέχνης, όπως και οι υπόλοιποι φορείς συγγενικών δικαιωμάτων, δεν απολαύει ενός γενικού περιεκτικού περιουσιακού δικαιώματος, εφόσον αυτό συντίθεται από τις μεμονωμένες και αποκλειστικές περιουσιακές εξουσίες που απαριθμούνται περιοριστικά στο άρθρο 46 παρ. 2 του νόμου 2121/1993, έχει το δικαίωμα να επιτρέπει ή να απαγορεύει τη διενέργεια καθεμιάς από τις απαριθμούμενες στην ανωτέρω διάταξη πράξη και μόνο αυτές, δηλαδή: α) την εγγραφή της ερμηνείας ή εκτέλεσής τους σε υλικό φορέα, β) την άμεση ή έμμεση, προσωρινή ή μόνιμη αναπαραγωγή με οποιοδήποτε μέσο και μορφή, εν όλω ή εν μέρει, όσον αφορά την εγγραφή σε υλικό φορέα της ερμηνείας ή εκτέλεσής τους, γ) τη διανομή στο κοινό του υλικού φορέα με την εγγραφή της ερμηνείας ή εκτέλεσης, με πώληση ή με άλλους τρόπους. Το δικαίωμα διανομής δεν αναλώνεται εντός της Κοινότητας όσον αφορά τον υλικό φορέα με την εγγραφή της ερμηνείας ή εκτέλεσης, εκτός από την περίπτωση της πρώτης πώλησης εντός της Κοινότητας, που πραγματοποιείται από το δικαιούχο ή με τη συγκατάθεσή του, δ) την εκμίσθωση και το δημόσιο δανεισμό του υλικού φορέα με την εγγραφή της ερμηνείας ή εκτέλεσης. Τα δικαιώματα αυτά δεν αναλώνονται από οποιαδήποτε πώληση ή άλλη πράξη διανομής των ως άνω υλικών φορέων, ε) τη ραδιοτηλεοπτική μετάδοση με οποιονδήποτε τρόπο, όπως ηλεκτρομαγνητικά κύματα, δορυφόροι, καλώδια, καθώς και την παρουσίαση στο κοινό του υλικού φορέα με την παράνομη εγγραφή της ζωντανής ερμηνείας ή εκτέλεσης, στ) τη ραδιοτηλεοπτική μετάδοση με οποιονδήποτε τρόπο, όπως ηλεκτρομαγνητικά κύματα, δορυφόρους, καλώδια, τη ζωντανή ερμηνείας ή εκτέλεσής τους, εκτός αν η μετάδοση αυτή αποτελεί αναμετάδοση νόμιμης μετάδοσης, ζ) την παρουσίαση στο κοινό της ζωντανής ερμηνείας ή εκτέλεσής τους, που γίνεται με οποιονδήποτε τρόπο, εκτός από ραδιοτηλεοπτική μετάδοση, και η) τη διάθεση στο κοινό, ενσυρμάτως ή ασυρμάτως, κατά τρόπο ώστε οποιοσδήποτε να έχει πρόσβαση στην εγγραφή σε υλικό φορέα της ερμηνείας ή εκτέλεσής τους, όπου και όταν επιλέγει ο ίδιος. Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 65 παρ. 1 και 2 του Ν. 2121/1993 "σε κάθε περίπτωση προσβολής της πνευματικής ιδιοκτησίας ή του συγγενικού δικαιώματος, ο δημιουργός ή ο δικαιούχος του συγγενικού δικαιώματος μπορεί να αξιώσει την αναγνώριση του δικαιώματος του, την άρση της προσβολής και την παράλειψη της στο μέλλον, ενώ όποιος υπαιτίως προσέβαλε την πνευματική ιδιοκτησία ή τα συγγενικά δικαιώματα άλλου υποχρεούται σε αποζημίωση και χρηματική ικανοποίηση λόγω της ηθικής βλάβης. Η αποζημίωση δεν μπορεί να είναι κατώτερη από το διπλάσιο της αμοιβής που συνήθως ή κατά νόμο καταβάλλεται για το είδος της εκμετάλλευσης που έκανε, χωρίς την άδεια, ο υπόχρεος". Με τη διάταξη αυτή ενσωματώνεται στο δίκαιο της πνευματικής ιδιοκτησίας βασικώς η ρύθμιση του άρθρου 914 του ΑΚ, καθώς και οι αντίστοιχες ρυθμίσεις των άρθρων 57 εδ. γ, 59, 60 εδ. β' και 932 ΑΚ, το πραγματικό δε του κανόνα δικαίου που περιέχει η εν λόγω διάταξη, σε ό,τι αφορά την αποζημίωση, προϋποθέτει υπαιτιότητα και προσβολή της πνευματικής ιδιοκτησίας ή του συγγενικού δικαιώματος, παράνομη δηλαδή συμπεριφορά (ΑΠ 439/2018, ΑΠ 509/2015). Γενικά, ως παράνομη προσβολή θεωρείται κάθε πράξη που επεμβαίνει στις εξουσίες (ηθικές ή περιουσιακές) του δημιουργού και γίνεται χωρίς την άδεια του, χωρίς να συντρέχει άλλος λόγος που αίρει τον παράνομο χαρακτήρα της προσβολής. Η υπαιτιότητα απαιτείται μόνο για την αξίωση αποζημίωσης, ενώ η ίδια η πράξη της προσβολής συνεπάγεται και το παράνομο. Ειδικότερα, το άρθρο 65 αποτελεί ειδική διάταξη σε σχέση με το άρθρο 914 ΑΚ, το οποίο εφαρμόζεται μόνον όπου η ειδική διάταξη καταλείπει κενά και στο βαθμό που δεν είναι ασυμβίβαστη η ανάλογη εφαρμογή με το νομοθετικό πνεύμα που διέπει τις διατάξεις του Ν. 2121/1993 (ΑΠ 439/2018, ΑΠ 509/2015). Προς διευκόλυνση της απόδειξης της ζημίας του δικαιούχου και προσδιορισμό της πλήρους αποζημίωσης καθορίζεται με το άρθρο 65 παρ.2 εδ. β' του Ν. 2121/1993 ένα ελάχιστο όριο αποζημίωσης που είναι διπλάσιο της αμοιβής, η οποία συνήθως ή κατά νόμο καταβάλλεται για το είδος της εκμετάλλευσης που διενήργησε χωρίς άδεια ο υπόχρεος (ΑΠ 484/2020, ΑΠ 649/2013). Περαιτέρω, σχετικά με τον τύπο των δικαιοπραξιών, στο άρθρο 14 του N. 2121/1993 ορίζεται, ότι "δικαιοπραξίες που αφορούν τη μεταβίβαση εξουσιών από το περιουσιακό δικαίωμα, την ανάθεση ή την άδεια εκμετάλλευσης και την άσκηση του ηθικού δικαιώματος είναι άκυρες, αν δεν καταρτιστούν εγγράφως. Την ακυρότητα μπορεί να επικαλεστεί μόνο ο πνευματικός δημιουργός". Καθιερώνεται, συνεπώς, ως γενικός κανόνας ο έγγραφος τύπος, ο οποίος έχει συστατικό χαρακτήρα. Η διάταξη αυτή είναι αναγκαστικού δικαίου, αφού η μη τήρηση του τύπου επιφέρει ακυρότητα των δικαιοπραξιών αυτών, η οποία, όμως, είναι σχετική, γιατί εναπόκειται στο δημιουργό να την επικαλεστεί. Αντίθετα, υπό το καθεστώς του προϊσχύσαντος δικαίου ίσχυε η αρχή του άτυπου των συμβάσεων και αδειών εκμετάλλευσης, o δε έγγραφος τύπος ήταν εξαίρεση, αφού προβλεπόταν μόνο για τις συμβάσεις θεατρικής παράστασης και δημόσιας εκτέλεσης μουσικών συνθέσεων ενσωματωμένων σε κινηματογραφικές ταινίες. Εξάλλου, σύμφωνα με το άρθρο 68 παρ.3 ν. 2121/1993, που φέρει τον τίτλο "μη αναδρομικότητα νόμου", θεσπίζεται διαχρονικό δίκαιο, καθόσον ορίζεται ότι "οι συμβάσεις που καταρτίστηκαν πριν από την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου διέπονται από το προγενέστερο δίκαιο για ένα χρόνο από την έναρξη ισχύος του νόμου". Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι στη ρύθμιση του νόμου αυτού υπάγονται και οι πριν από την έναρξη της ισχύος αυτού (5.3.1993) καταρτισθείσες συμβάσεις, αλλά μόνο για τον μετά την 5.3.1994 και εφεξής χρόνο. Απορρίπτεται, δηλαδή, η λύση της γνήσιας αναδρομικότητας του νόμου, κατά την οποία τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις της νέας ρύθμισης θα ίσχυαν και για τον παρελθόντα χρόνο και επιλέγεται η λύση της άμεσης εφαρμογής του νόμου (μη γνήσια αναδρομικότητα), με αποτέλεσμα μέχρι στις 4.3.1994 οι μεν δικαιούχοι να περιορισθούν σε όσα δικαιώματα τους έδινε το προϊσχύσαν δίκαιο, οι δε υπόχρεοι να μην έχουν αναδρομική αύξηση των υποχρεώσεών τους. Μετά την παρέλευση, όμως, έτους από την ισχύ του ως άνω νόμου, δηλαδή από 5.3.1994 (ο νόμος 2121/1993 δημοσιεύθηκε στις 4.3.1993 - βλ. ΦΕΚ 25/4.3.1993 τ. ΑΧ - και άρχισε να ισχύει από τη δημοσίευσή του, κατ' άρθρο 77 αυτού και επομένως, η εφαρμογή του προγενέστερου δικαίου για τις παλαιές συμβάσεις λήγεις τις 4.3.1994), οι σχέσεις των δικαιούχων και των υπόχρεων διέπονται πλέον από το νέο νόμο. Η αναδρομικότητα, όμως, αυτή του νέου νόμου δεν αφορά και τον τύπο των δικαιοπραξιών αυτών, ενόψει και της γενικότερης αρχής του διαχρονικού δικαίου, ότι ο τύπος των συμβάσεων εξακολουθεί να διέπεται από το δίκαιο, που ίσχυε κατά την κατάρτισή τους (ΑΠ 1065/2014). Επομένως, οι συμβάσεις που καταρτίστηκαν έστω και προφορικά, υπό την ισχύ του προϊσχύσαντος δικαίου, δεν είναι ανάγκη για την εγκυρότητα αυτών υπό την ισχύ του νέου νόμου να επανακαταρτισθούν εγγράφως (ΑΠ 498/2019). Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ ΑΠ 7/2006, ΑΠ 609/2013). Οι γενικοί ερμηνευτικοί κανόνες των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, εφαρμόζονται σε κάθε περίπτωση που υφίσταται κενό στη σύμβαση και γενικά στη δικαιοπραξία ή γεννάται αμφιβολία για την έννοια των δηλώσεων βούλησης. Παραβιάζονται δε οι διατάξεις των άρθρων αυτών και ιδρύεται ο από την άνω διάταξη του άρθρου 559 αριθμ.1 εδ.β αναιρετικός λόγος, και στην περίπτωση που το δικαστήριο της ουσίας, παρά τη διαπίστωση, κατά την ανέλεγκτη κρίση του κενού ή αμφιβολίας στις δηλώσεις βούλησης των δικαιοπρακτούντων και την συνεπεία αυτής προσφυγή του στις διατάξεις των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, δεν τις εφαρμόζει ορθά, με την έννοια ότι το ερμηνευτικό πόρισμα στο οποίο, μετά από ερμηνεία της δικαιοπραξίας κατέληξε (το δικαστήριο), δεν είναι σύμφωνο με την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη (Ολ. ΑΠ 26/2004). Το δικαστήριο της ουσίας, όταν ερμηνεύει, κατά τις αρχές της καλής πίστης, λαμβάνοντας υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη, τη δήλωση βούλησης, προκειμένου να σχηματίσει τη δικανική του κρίση, δεν είναι υποχρεωμένο να αρκεστεί στο περιεχόμενο της σύμβασης, αλλά μπορεί να αντλήσει και στοιχεία εκτός αυτής, που θα προταθούν από τους διαδίκους, χωρίς να αποκλείεται και η λήψη υπόψη μαρτυρικών καταθέσεων, εφόσον τείνουν στην διασάφηση της ατελούς υπό ερμηνεία δήλωση βούλησης. Η καλή πίστη, δηλαδή η επιβαλλόμενη στο χρηστό και εχέφρονα άνθρωπο συμπεριφορά, λαμβάνεται με την έννοια που απαιτεί η συναλλακτική ευθύτητα και εντιμότητα. Σε κάθε περίπτωση δε, που το δικαστήριο οδηγείται στην ερμηνεία ασαφούς δικαιοπραξίας, μπορεί να αντλήσει αυτεπαγγέλτως επιχειρήματα ή να συναγάγει συμπεράσματα και από τους κανόνες της λογικής και της ανθρώπινης εμπειρίας (ΑΠ 220/2016). Σε περίπτωση δε χρησιμοποίησης των κανόνων αυτών (173 και 200 ΑΚ) για την ερμηνεία του σκοπού της σύμβασης κατά το άρθρο 46 παρ.3 εδ. α' του ν. 2121/1993, λαμβάνονται υπόψη και η φύση της σύμβασης, οι συμβατικές υποχρεώσεις του εργαζόμενου ερμηνευτή ή εκτελεστή με βάση το είδος και το αντικείμενο της επαγγελματικής δραστηριότητας του εργοδότη θέση του εργαζόμενου σε αυτή, όπως και ο συνήθης τρόπος χρήσης ή και εκμετάλλευσης αντίστοιχων καλλιτεχνικών παροχών. Οι ίδιοι ως άνω κανόνες (άρθρα 173 και 200 ΑΚ) παραβιάζονται και εκ πλαγίου στην περίπτωση που δεν εκτίθενται στην απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας με σαφήνεια και πληρότητα όλα τα πραγματικά περιστατικά που διαπιστώθηκαν για τους σκοπούς της ερμηνείας ή συμπλήρωσης της δικαιοπραξίας και ιδίως η διατύπωση της δήλωσης βουλήσεως, οπότε η απόφαση αυτή στερείται νόμιμης βάσης και υπόκειται στο λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 19 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ (ΑΠ 220/2016). Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε, με την προσβαλλομένη απόφασή του, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Ο ενάγων, Γεώργιος Κατσαρός (αναιρεσίβλητος), είναι διακεκριμένος μουσικοσυνθέτης μουσικός, ερμηνευτής-εκτελεστής σολίστας του σαξοφώνου, με πολυετή πορεία στον χώρο της μουσικής δισκογραφίας, του κινηματογράφου και του θεάτρου. Έχει δε συνθέσει από το έτος 1959 περί τα 1500 τραγούδια. Η εναγόμενη (αναιρεσείουσα) τυγχάνει δισκογραφική εταιρεία, η οποία ιδρύθηκε κατά το έτος 1962 με την επωνυμία «H. «Α., που ακολούθως τροποποιήθηκε διαδοχικά σε «P. «Α., «P. «Α., «U. M. «Α. και πλέον «C. M.-H. Α. Ε. «Μ.. Κατά το παρελθόν δε οι διάδικοι συνήψαν μεταξύ τους διαδοχικές συμβάσεις με αντικείμενο την εγγραφή σε υλικούς φορείς (δίσκους γραμμοφώνου), παραγωγής της εναγομένης, αφενός μεν μουσικών συνθέσεων του ενάγοντος, αφετέρου δε ορχηστρικών εκτελέσεων με κορυφαίο όργανο το σαξόφωνο και σολίστα τον ίδιο, μουσικών συνθέσεων δικών του ή τρίτων δημιουργών. Ειδικότερα, μεταξύ του ενάγοντος και της εναγομένης καταρτίστηκαν οι ακόλουθες συμβάσεις με αντικείμενο την εγγραφή, δηλαδή την πρώτη υλική ενσωμάτωση, εκτελέσεων μουσικών έργων από τον ενάγοντα ως σολίστα του σαξοφώνου σε υλικούς φορείς παραγωγής της εναγόμενης: α) η από 10/3/1974 σύμβαση που αφορούσε την εγγραφή 12 εκτελέσεων μουσικών έργων στο δίσκο με τον τίτλο "Ο. Γ. Κ. παρουσιάζει ...τον Γ. Κ.", β) η από 15/4/1975 σύμβαση που αφορούσε την εγγραφή 12 εκτελέσεων μουσικών έργων στο δίσκο με τον τίτλο "Γ. Κ. N. 2, γ) η από 25/11/1976 σύμβαση που αφορούσε την εγγραφή 12 εκτελέσεων μουσικών έργων στο δίσκο με τον τίτλο "Γ. Κ. N. 3", δ) η από 24/2/1978 σύμβαση που αφορούσε την εγγραφή 14 εκτελέσεων μουσικών έργων στο δίσκο με τον τίτλο "Γ. Κ. N. 4", ε) η από 10/10/1979 σύμβαση που αφορούσε την εγγραφή 12 εκτελέσεων μουσικών έργων στο δίσκο με τον τίτλο "Γ. Κ. N. 5", στ) η από 9/11/1980 σύμβαση που αφορούσε την εγγραφή 12 εκτελέσεων μουσικών έργων στο δίσκο με τον τίτλο "Γ. Κ. N. 6", ζ) η από 14/7/1981 σύμβαση που αφορούσε την εγγραφή 12 εκτελέσεων μουσικών έργων στο δίσκο με τον τίτλο "Γ. Κ. N. 7, η) η από 15/1/1982 σύμβαση που αφορούσε την εγγραφή 12 εκτελέσεων μουσικών έργων στο δίσκο με τον τίτλο "Γ. Κ. N. 8 Α. ...", θ) η από 1/8/1983 σύμβαση που αφορούσε την εγγραφή 12 εκτελέσεων μουσικών έργων στο δίσκο με τον τίτλο "Γ. Κ. N. 9", ι) η από 13/9/1988 σύμβαση που αφορούσε την εγγραφή 14 εκτελέσεων μουσικών έργων στο δίσκο με τον τίτλο "B.-Γ. Κ. N. 10", ια) η από 10/2/1989 σύμβαση που αφορούσε την εγγραφή 12 εκτελέσεων μουσικών έργων στο δίσκο με τον τίτλο "L.-Γ. Κ. N. 11", και ιβ) η συναφθείσα κατά το έτος 1990 σύμβαση που αφορούσε την εγγραφή 12 εκτελέσεων μουσικών έργων στο δίσκο με τον τίτλο "Γ. Κ. N. 12". Προς απόδειξη της σύναψης των παραπάνω συμβάσεων, η εναγομένη προσκομίζει μετ' επικλήσεως : 1) τις από 10/3/1974, από 15/4/1975, από 25/11/1976 και από 24/2/1978 επιστολές της προς τον ενάγοντα με τις οποίες του προτείνει ως αμοιβή για την εν γένει συμμετοχή του στους φωνογραφικούς δίσκους με τον τίτλο "Ο. Γ. Κ. παρουσιάζει ... τον Γ. Κ.", "Γ. Κ. N. 2, "Γ. Κ. N. 3" και "Γ. Κ. N. 4" αντιστοίχως, ποσοστό 5% επί του 90% της τιμής λιανικής πώλησης για καθέναν από τους υλικούς φορείς (δίσκους ή μαγνητικές ταινίες) που θα πωλούνταν στην Ελλάδα. Την πρόταση αυτή της εναγομένης αποδέχθηκε ρητά ο ενάγων θέτοντας την ιδιόχειρη υπογραφή του επί των ανωτέρω επιστολών. Πρέπει να σημειωθεί ότι συμφωνία σχετικά με τον τρόπο εκμετάλλευσης των ως άνω ηχογραφημάτων από την εναγομένη δεν περιλαμβάνεται στις ακόλουθες συγκεκριμένες επιστολές, 2) τα από 10/10/1979, από 9/11/1980, από 14/7/1981, από 15/1/1982 και από 1/8/1983 ιδιωτικά συμφωνητικά με τα οποία ο ενάγων ανέλαβε την υποχρέωση ενορχηστρώσεως και ηχογραφήσεως δώδεκα μουσικών συνθέσεων, οι οποίες θα περιελαμβάνονταν στους δίσκους μακράς διάρκειας (LP), χωρίς την συμμετοχή τραγουδιστή (instrumentals), υπό τον τίτλο "Γ. Κ. N. 5", "Γ. Κ. N. 6", "Γ. Κ. N. 7, "Γ. Κ. N. 8 "... ..." και "Γ. Κ. N. 9" αντιστοίχως για λογαριασμό της εναγομένης, στην οποία συμφωνήθηκε να ανήκει κατ' αποκλειστικότητα, τόσο για την Ελλάδα όσο και για το εξωτερικό, η εκμετάλλευση δηλαδή, η αναπαραγωγή και η αποτύπωση των εν λόγω ηχογραφήσεων επί υλικών φορέων ήχου και η διάθεσή τους στο αγοραστικό κοινό μέσω των καταστημάτων λιανικής πωλήσεως ή καθ' οιονδήποτε άλλο τρόπο, των ηχογραφημένων εκτελέσεων των ως άνω μουσικών συνθέσεων, έναντι αμοιβής η οποία συμφωνήθηκε και πάλι σε ποσοστό 5% επί του 90% της τιμής λιανικής πώλησης για καθέναν από τους υλικούς φορείς ήχου που θα πωλούνταν στην Ελλάδα. Επιπλέον, συμφωνήθηκε ότι το υλικό προϊόν κάθε επιμέρους ηχογράφησης ,δηλαδή η πρωτότυπη μαγνητική ταινία επί της οποίας ηχογραφήθηκαν το πρώτον οι ανωτέρω εκτελέσεις (master tape) θα ανήκει κατά κυριότητα στην εναγομένη, η οποία θα δύναται να αναπαράγει, αποτυπώνει και κυκλοφορεί στο εμπόριο το ηχητικό περιεχόμενο της μαγνητικής αυτής ταινίας επί οιασδήποτε μορφής φορέων ήχου, σε οιονδήποτε αριθμό αντιτύπων και υπό οιοδήποτε σήμα ή ετικέτα, κατά την απόλυτη κρίση της, να διακόπτει την παραγωγή και εκμετάλλευση των φορέων ήχου και να την επαναλαμβάνει κατά την κρίση της, ανάλογα με την ζήτηση, να διαφημίζει το εν λόγω υλικό προϊόν μέσω οιουδήποτε μέσου ενημέρωσης και γενικώς να συμπεριφέρεται έναντι του προϊόντος αυτού κατ' απόλυτο δικαίωμα ιδιοκτησίας, 3) τις από 13/9/1988 και από 12/2/1989 επιστολές της προς τον ενάγοντα με τις οποίες του πρότεινε ως αμοιβή για την παραχώρηση εκ μέρους του του δικαιώματος πρώτης ηχογραφήσεως επί των φορέων ήχου των μουσικών συνθέσεων που θα περιλαμβάνονταν στους δίσκους με τον τίτλο "B.-Γ. Κ. N. 10" και "L.-Γ. Κ. N. 11" και για την κυκλοφορία των ανωτέρω φορέων ήχου, ποσοστό 5% επί του 90% της τιμής λιανικής πώλησης για καθέναν από τους υλικούς φορείς που θα πωλούνταν στην Ελλάδα, το οποίο θα μειωνόταν κατά το ήμισυ (και θα ανερχόταν έτσι σε 2,5%) σε περίπτωση διάθεσης των φορέων ήχου με μειωμένη τιμή πωλήσεως (budget line). Επίσης, του πρότεινε, σε περίπτωση που αυτή προέβαινε σε ειδικές προσφορές των ως άνω φορέων ήχου, η αμοιβή του να υπολογίζεται επί της τιμής πωλήσεως που θα καθοριζόταν με τις ειδικές αυτές προσφορές. Υπογραφή του ενάγοντος επί των ανωτέρω επιστολών δεν υφίσταται, με συνέπεια να μην υφίσταται και σύμβαση μεταξύ των διαδίκων καθόσον ο έγγραφος τύπος είναι προϋπόθεση της εγκυρότητας της σχετικής σύμβασης κατ' άρθρο 52 του Ν.2121/1993. 4) Τα L. C. των δύο επίδικων συλλογών με εκτελέσεις μουσικών έργων από τον ενάγοντα ως σολίστα του σαξοφώνου, από τα οποία προκύπτει η παραγωγή από την εναγομένη κατά το έτος 1990 του προαναφερόμενου δίσκου με τον τίτλο "Γ. Κ. N. 12". Περαιτέρω, αποδεικνύεται ότι η εναγομένη συνήψε την 1/3/2015 και την 1/7/2015 με την εκδότρια των εφημερίδων "«Δ., «Κ. «Δ., «E.» και «E. «W., ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "Δημοκρατικός Τ. Ε. Ε. Ε. Α. «Ε. δύο συμβάσεις με αντικείμενο την παραχώρηση από την πρώτη στην δεύτερη της αποκλειστικής άδειας για την αναπαραγωγή/ κατασκευή/και διάθεση στο κοινό, ως ένθετη προσφορά (premium on pack) στα φύλλα της εφημερίδας "Δημοκρατία" της 15/2/2015 και της 7/6/2015 αντιστοίχως των αντιτύπων τριών μουσικών ψηφιακών δίσκων (cds) κάθε φορά (ήτοι έξι συνολικά) με τα αναλυτικά αναφερόμενα στη συνέχεια, ηχογραφήματα ορχηστρικών εκτελέσεων μουσικών συνθέσεων με κορυφαίο όργανο το σαξόφωνο και σολίστα τον ενάγοντα, τα οποία περιλαμβάνονταν στους προαναφερόμενους δίσκους παραγωγής της εναγομένης. Ειδικότερα, με τα από 1/3/2015 και από 1/7/2015 ιδιωτικά συμφωνητικά που συντάχθηκαν αντιστοίχως για καθεμιά από τις ανωτέρω συμβάσεις και οι οποίες προσκομίζονται μετ' επικλήσεως, ορίστηκαν τα ακόλουθα: α) η αντισυμβαλλόμενη της εναγομένης εκδοτική εταιρεία θα προέβαινε με δικές της δαπάνες αφενός μεν στην αναπαραγωγή ίσου αριθμού αντιτύπων των τριών ψηφιακών δίσκων που αποτελούσαν αντικείμενο της κάθε σύμβασης με τον συνολικό αριθμό των αντιτύπων (τιράζ) του συγκεκριμένου φύλλου της εφημερίδας "Δημοκρατία" το οποίο θα συνόδευαν ως ένθετη προσφορά, αφετέρου δε στην συσκευασία αυτών (3ος όρος), β) η εναγόμενη αναλάμβανε την υποχρέωση να παραδώσει στην αντισυμβαλλόμενή της το απαραίτητο υλικό για την αναπαραγωγή των ψηφιακών δίσκων (4ος όρος), γ) η παραχώρηση της αποκλειστικής άδειας αναπαραγωγής των προαναφερόμενων έξι (6) ψηφιακών δίσκων με τα ανωτέρω ηχογραφήματα θα είχε περιορισμένη χρονική ισχύ, με την έννοια ότι η εναγόμενη αναλάμβανε την υποχρέωση, για το χρονικό διάστημα από την υπογραφή εκάστου συμφωνητικού και μέχρι την πάροδο δύο μηνών από την κυκλοφορία των αντιτύπων των αντίστοιχων ψηφιακών δίσκων, να μην παραχωρήσει άδεια αναπαραγωγής και διάθεσης ψηφιακών δίσκων με τα ίδια ηχογραφήματα σε τρίτο πρόσωπο που ασκούσε ανταγωνιστική δραστηριότητα προς την αντισυμβαλλόμενή της εκδοτική εταιρεία (2ος όρος), δ) η δημιουργία των εξωφύλλων των αντιτύπων των ψηφιακών δίσκων καθώς και η επιλογή της συσκευασίας τους θα γινόταν με δαπάνες της ανωτέρω εκδοτικής εταιρείας κατόπιν σχετικής έγκρισης της εναγομένης και με βάση το υλικό που θα της παρέδίδε αυτή (5ος όρος), ε) η εκδοτική εταιρεία αναλάμβανε την υποχρέωση επακριβούς και λεπτομερούς αναγραφής στα αντίτυπα των ψηφιακών δίσκων και στο συνοδευτικό υλικό αυτών, των συντελεστών εκάστου ηχογραφήματος (6ος όρος), στ) ως προς τα αντίτυπα των ψηφιακών δίσκων που δεν επρόκειτο να διατεθούν και θα επιστρέφονταν με τα μη πωληθέντα φύλλα της ανωτέρω εφημερίδας, η εκδοτική εταιρεία θα είχε δικαίωμα περαιτέρω διάθεσης αυτών (ήτοι στα επόμενα φύλλα των εφημερίδων που επρόκειτο να εκδώσει), αλλά μόνο για χρονικό διάστημα ενός έτους από την πρώτη κυκλοφορία τους, μετά την πάροδο του οποίου τα τελικώς αδιάθετα αντίτυπα των ψηφιακών δίσκων θα καταστρέφονταν ενώπιον εκπροσώπου της εναγομένης, και θα συνετάσσετο προς τούτο σχετικό πρωτόκολλο καταστροφής (8ος όρος), ζ) η εναγομένη δήλωνε ότι είχε εξασφαλίσει και διατηρούσε σε ισχύ όλα τα αναγκαία συγγενικά και άλλα δικαιώματα (ερμηνευτών-εκτελεστών και λοιπών συντελεστών των ηχογραφήσεων) για την αναπαραγωγή, διανομή και διάθεση στο κοινό των αντιτύπων των ψηφιακών δίσκων (7ος όρος) και πιο συγκεκριμένα εγγυάτο ότι κατείχε τα συγγενικά δικαιώματα για την αναπαραγωγή, διάθεση και εν γένει εκμετάλλευση των παραχωρούμενών ηχογραφημάτων και δη υπό την μορφή διάθεσης ως πρόσθετης παροχής με εφημερίδες (premium), με τον περιγραφόμενο στα ανωτέρω ιδιωτικά συμφωνητικά τρόπο, καθώς και ότι εδικαιούτο να προβεί στην υπογραφή των συμφωνητικών αυτών, βαρυνόμενη αποκλειστικά αυτή για την ικανοποίηση κάθε σχετικής με τα δικαιώματα αυτά αξίωσης (12ος όρος) και η) το αντάλλαγμα που θα καταβαλλόταν από την εκδοτική εταιρεία προς την εναγομένη για την παραχώρηση από την δεύτερη στην πρώτη της ανωτέρω άδειας ανήλθε, για κάθε επιμέρους σύμβαση, στο συνολικό κατ' αποκοπήν ποσό των 4.000 Ευρώ πλέον αναλογούντος ΦΠΑ (9ος όρος). Σε εκτέλεση δε όσων συμφωνήθηκαν με τις προαναφερόμενες συμβάσεις, η εναγομένη παρέδωσε στην αντισυμβαλλόμενή της εκδοτική εταιρεία αντίτυπα των ανωτέρω αναφερόμενων πρωτότυπων μαγνητικών ταινιών (master tapes) επί των οποίων είχαν ηχογραφηθεί το πρώτον οι ορχηστρικές εκτελέσεις μουσικών συνθέσεων με κορυφαίο όργανο το σαξόφωνο και σολίστα τον ενάγοντα που είχαν περιληφθεί στους δώδεκα παραπάνω φωνογραφικούς δίσκους παραγωγής της εναγομένης. Στην συνέχεια, η εκδοτική εταιρεία προέβη, με βάση τη σχετική άδεια που της είχε παραχωρηθεί από την εναγομένη με την πρώτη από τις δύο ανωτέρω συμβάσεις στην παραγωγή τριών ψηφιακών δίσκων που περιείχαν συλλογή από 52 συνολικά ορχηστρικές εκτελέσεις μουσικών συνθέσεων με ερμηνευτή του σαξοφώνου τον ενάγοντα και, με βάση την αντίστοιχη άδεια που της είχε παραχωρηθεί από την εναγομένη με την δεύτερη από τις ανωτέρω συμβάσεις, στην παραγωγή τριών ψηφιακών δίσκων που περιείχαν συλλογή από 48 συνολικά τέτοιες μουσικές εκτελέσεις. Αναλυτικότερα: i) η πρώτη συλλογή, η οποία έφερε τον τίτλο "Τ. ... του Γ. Κ.", περιείχε τις ηχογραφημένες εκτελέσεις των μουσικών έργων που παρατίθενται ακολούθως, μαζί με τον εκάστοτε φωνογραφικό δίσκο παραγωγής της εναγομένης στον οποίο είχε περιληφθεί το κάθε ηχογράφημα και το έτος παραγωγής και πρώτης κυκλοφορίας του δίσκου αυτού: Τα αντίτυπα των ηχητικών ψηφιακών δίσκων (cds) της πρώτης από τις ανωτέρω συλλογές διατέθηκαν για πρώτη φορά στο κοινό, όπως προεκτίθεται, ως ένθετη προσφορά (premium on pack) στο φύλλο της εφημερίδας "... της Κυριακής 15-2-2015 έναντι συνολικού τιμήματος ύψους 4 Ευρώ για κάθε φύλλο, μαζί με τα αντίτυπα των ανωτέρω ψηφιακών δίσκων και τις υπόλοιπες ένθετες προσφορές. Τα αντίτυπα δε εκ των προαναφερόμενων αντιτύπων, τα οποία παρέμειναν αδιάθετα και επιστράφηκαν μαζί με τα μη πωληθέντα φύλλα της ως άνω εφημερίδας, επαναδιατέθηκαν στο κοινό, σύμφωνα με τα οριζόμενα στον 8° όρο της προαναφερόμενης από 1/3/2015 σύμβασης ως ένθετη προσφορά διαδοχικά στο φύλλο της εφημερίδας "Espresso Weekend" του Σαββατοκύριακου 28/29-3- 2015 και στα φύλλα της εφημερίδας "... των Κυριακών 7/6/2015, 2/8/2015, 13/9/2015, 29/11/2015 και 6/2/2016, έναντι συνολικού τιμήματος ύψους 4 ευρώ για έκαστο φύλλο κάθε φορά. Επιπλέον, τα αντίτυπα των ηχητικών ψηφιακών δίσκων (cds) της δεύτερης από τις ανωτέρω συλλογές διατέθηκαν για πρώτη φορά στο κοινό ως ένθετη προσφορά (premium on pack) στο φύλλο της εφημερίδας "... της Κυριακής 7-6-2015 έναντι συνολικού τιμήματος ύψους 4 Ευρώ για κάθε φύλλο, μαζί με τα αντίτυπα των ανωτέρω ψηφιακών δίσκων και τις υπόλοιπες ένθετες προσφορές. Όσα από τα αντίτυπα αυτά παρέμειναν αδιάθετα και επιστράφηκαν μαζί με τα μη πωληθέντα φύλλα της ως άνω εφημερίδας, επαναδιατέθηκαν στο κοινό, σύμφωνα με τα οριζόμενα στον 8ο όρο της προαναφερόμενης από 1/7/2015 σύμβασης ως ένθετη προσφορά διαδοχικά στα φύλλα της εφημερίδας "... των Κυριακών 2/8/2015, 13/9/2015, 29/11/2015 και 6/2/2016, έναντι συνολικού τιμήματος ύψους 4 Ευρώ για έκαστο φύλλο κάθε φορά. Πρέπει να σημειωθεί ότι κατά τις Κυριακές 7/6/2015 και 6/2/2016 σε κάθε φύλλο της εφημερίδας "... περιλαμβάνονταν, ως ένθετη προσφορά, και οι έξι (6) συνολικά ψηφιακοί δίσκοι (cds) των δύο ανωτέρω συλλογών, ενώ κατά τις Κυριακές 2/8/2015, 13/9/2015 και 29/11/2015, οι αναγνώστες της ανωτέρω εφημερίδας έπρεπε να επιλέξουν μεταξύ των δύο ανωτέρω συλλογών, καθώς σε κάθε φύλλο της περιλαμβάνονταν, ως ένθετη προσφορά, τρεις ψηφιακοί δίσκοι, ήτοι της μιας μόνο από τις παραπάνω συλλογές. Ωστόσο, κρίνεται ότι η εναγομένη προέβη στην παραχώρηση προς την αντισυμβαλλόμενη της εταιρεία με την επωνυμία "Δημοκρατικός Τ. Ε. Ε. Ε. Α. «Ε., της άδειας αναπαραγωγής και διάθεσης στο κοινό, με την μορφή της ένθετης προσφοράς (premium on pack) στα φύλλα των εφημερίδων που εξέδιδε η ως άνω εκδοτική εταιρεία, των αντιτύπων των έξι προαναφερόμενων ψηφιακών δίσκων (cds) με τα εκατό συνολικά ηχογραφήματα ορχηστρικών εκτελέσεων μουσικών συνθέσεων με κορυφαίο όργανο το σαξόφωνο και σολίστα τον ενάγοντα, χωρίς η ίδια να έχει προηγουμένως εφοδιασθεί με σχετική άδεια του ενάγοντος για την συγκεκριμένη χρήση της εγγραφής της ερμηνείας του, για τους ακόλουθους λόγους: Πρώτον, ο τρόπος διάθεσης στο κοινό φωνογραφημάτων με ερμηνείες καλλιτεχνών με τη μορφή της ένθετης προσφοράς (premium on pack) κατά κύριο λόγο σε εφημερίδες και περιοδικά καθιερώθηκε από το έτος 2003 και εφεξής (ΑΠ 552/2015 αδημοσίευτη, προσκομιζόμενο μετ' επικλήσεως σχετικό 7γ). Το ανωτέρω δε γεγονός κρίνεται ως πασίδηλο κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 336 παρ.1 του ΚΠολΔ, το οποίο λαμβάνεται υπόψη αυτεπαγγέλτως (ΑΠ 116/2012 ΧρΙΔ 2012.426). Το ανωτέρω δε πασίδηλο βεβαιώνουν ενόρκως και οι μάρτυρες του ενάγοντος Κων/σταντίνος Νικολόπουλος του Πέτρου και Ευάγγελος Αλεξανδρόπουλος του Κίμωνα, με την ιδιότητα του αναγνωρισμένου μουσικού κι ερμηνευτή κιθάρας ο πρώτος καθώς και του μουσικού εκτελεστή ηλεκτρικού μπάσου ο δεύτερος. Επιπλέον, οι μάρτυρες του ενάγοντος Γρηγόριος Λαμπριανίδης του Ιωάννη και Ευάγγελος Αλεξανδρόπουλος του Κίμωνα, αμφότεροι με την ιδιότητα των ιδρυτικών μελών του οργανισμού συλλογικής διαχείρισης συγγενικών δικαιωμάτων των ελλήνων μουσικών με την επωνυμία "ΑΠΟΛΛΩΝ", που διαχειρίζεται τα δικαιώματα του συνόλου των ελλήνων μουσικών στην Ελλάδα και στο εξωτερικό, εξ ιδίας αντιλήψεως γνωρίζοντας, σαφώς βεβαιώνουν ενόρκως ότι είναι πάγια συναλλακτική πρακτική από το έτος 2003 στην Ελλάδα αλλά και διεθνώς, οι δισκογραφικοί παραγωγοί σε περίπτωση κυκλοφορίας στο κοινό μουσικών ηχογραφημάτων ως ένθετων σε περιοδικά και εφημερίδες να επιβάλλεται να λάβουν εκ των προτέρων την έγγραφη συναίνεση του τραγουδιστή ή του σολίστα μουσικού στα μουσικά τους ηχογραφήματα, και ότι συμφωνούν εκ των προτέρων την αμοιβή τους. Επίσης αμφότεροι οι ανωτέρω μάρτυρες ενόρκως βεβαιώνουν ότι ο κύριος λόγος που ακολουθείται η συγκεκριμένη πρακτική είναι ότι τα μουσικά ηχογραφήματα υπό τη μορφή ένθετων διατίθεται σε εξαιρετικά χαμηλές τιμές και συγκεκριμένα μαζί με την τιμή της εφημερίδας και την τιμή των άλλων ένθετων προϊόντων που υπάρχουν στην εφημερίδα, η συνολική τιμή πώλησης ανέρχεται σε 3 έως 4 ευρώ, δηλαδή το μουσικό ηχογράφημα αντιστοιχεί σε αξία μικρότερη του ενός (1) Ευρώ. Η συγκεκριμένη εκμετάλλευση παρέχει την δυνατότητα της αναπαραγωγής των μουσικών ηχογραφημάτων σε εκατοντάδες χιλιάδες αντίτυπα για μαζική κυκλοφορία με την εφημερίδα, γεγονός που αποφέρει το μέγιστο εμπορικό κέρδος για τους ιδιοκτήτες των εφημερίδων, τόσο ως προς την διαφήμισή τους όσο και ως προς τις εισπράξεις τους. Επίσης και για τους δισκογραφικούς παραγωγούς αυξάνεται το εμπορικό κέρδος από τις εισπράξεις που αποφέρουν οι παραχωρήσεις των αδειών των άνω φορέων συγγενικών δικαιωμάτων. Ταυτόχρονα όμως η κυκλοφορία των ηχογραφημάτων μαζικά, υπό την μορφή ένθετων στις εφημερίδες αποτελεί "απαξίωση" για τον εκάστοτε καλλιτέχνη (ερμηνευτή/ εκτελεστή), διότι λόγω ακριβώς της μαζικής κυκλοφορίας τους σε εξαιρετικά χαμηλή τιμή (περίπου 1 Ευρώ) τα μουσικά ηχογραφήματα με την ερμηνεία /εκτέλεση του σολίστα, κατ' αποτέλεσμα εξαφανίζονται επί μακρό χρονικό διάστημα από την κανονική αγορά του δίσκου ή του cd που πωλούνται στα σχετικά καταστήματα, δισκοπωλεία κλπ. Στην προκειμένη περίπτωση η εναγομένη ισχυρίζεται ότι ο ενάγων της είχε παράσχει ρητώς, με τις δώδεκα προαναφερόμενες συμβάσεις που συνήφθησαν μεταξύ των διαδίκων κατά το χρονικό διάστημα από το έτος 1974 έως 1990, την αποκλειστική άδεια εκμετάλλευσης, δηλαδή αναπαραγωγής και διάθεσης στο κοινό καθ' οιονδήποτε τρόπο, των ερμηνειών του, που είχαν εγγραφεί το πρώτον στους προαναφερόμενους φωνογραφικούς δίσκους παραγωγής της. Ενόψει όμως του ότι κατά την χρονική περίοδο από το έτος 1974 έως και το έτος 1990 δεν ήταν γνωστός και εφαρμοσμένος ο τρόπος διάθεσης των φωνογραφημάτων των καλλιτεχνών μέσω cds ως ένθετα σε εφημερίδες ή περιοδικά, πρακτική που σήμερα ονομάζεται "premium on pack", σύμφωνα με την αρχή της καλής πίστης (άρθρο 288 ΑΚ) κρίνεται ότι η άδεια που είχε χορηγήσει ο ενάγων στην εναγόμενη κατά τα προαναφερόμενα, ενώ αγνοούσε την συγκεκριμένη πρακτική, δεν περιελάμβανε αυτή την πρακτική (premium on pack). Η εναγομένη ισχυρίζεται ότι η διάθεση υλικών φορέων με τη μορφή ένθετου σε εφημερίδες και περιοδικά δεν δημιουργεί νέο αγοραστικό κοινό για το έργο, ούτε οδηγεί σε οικονομική διεύρυνση της εμπορικής εκμετάλλευσής του, αλλά αποτελεί ουσιαστικά τον ίδιο τρόπο εκμετάλλευσης, για τον οποίο της είχε δοθεί άδεια από τον ενάγοντα. Πλην όμως, κρίνεται ότι η διάθεση υλικών φορέων μέσω εφημερίδων αποτελεί εντελώς διαφορετικό τρόπο κυκλοφορίας των υλικών φορέων σε σχέση με τους προαναφερόμενους για τους ακόλουθους λόγους: 1ον) η κλασσική διάθεση υλικών φορέων γίνεται μέσω των δισκοπωλείων, ενώ η διάθεση μέσω προσφορών γίνεται από τα σημεία πώλησης των εφημερίδων (περίπτερα κλπ), 2ον) η κλασσική διάθεση υλικών φορέων γίνεται έναντι τιμήματος, ενώ η διάθεση μέσω προσφορών γίνεται δωρεάν μαζί με την εφημερίδα, η τιμή της οποίας προσαυξάνεται κατά δύο Ευρώ, 3ον) οι υλικοί φορείς που διατίθενται μέσω εφημερίδων έχουν εξαιρετικά χαμηλό κόστος κατασκευής ώστε αυτό να καλύπτεται από την προσαύξηση των δύο Ευρώ και να απομένει και ικανοποιητικό κέρδος για τον εκδότη της εφημερίδας και τη δισκογραφική εταιρεία, με αποτέλεσμα την κατά κανόνα πολύ χαμηλή ποιότητα της κατασκευής, 4ον) οι υλικοί φορείς που διατίθενται μέσω εφημερίδων αριθμούν δεκάδες χιλιάδες αντίτυπα ανά τίτλο υλικού φορέα-δίσκου, ενδεικτικά δε αναφέρεται ότι σύμφωνα με τα στοιχεία που περιλαμβάνονται στα μετ' επικλήσεως προσκομιζόμενα από την εναγομένη πανελλαδικά δελτία ημερήσιων εφημερίδων, οι πωλήσεις του φύλλου του Σαββατοκύριακου 28/29-3-2015 της εφημερίδας "Espresso Weekend" ανήλθαν σε 17.160 φύλλα, ενώ οι πωλήσεις των φύλλων των Κυριακών 7/6/2015, 2/8/2015, 13/9/2015, 29/11/2015 και 6/2/2016 της εφημερίδας "... ανήλθαν αντιστοίχως σε 13.080, 12.460, 11.430, 14.040 και 11.170 φύλλα, όταν μια φυσιολογική κυκλοφορία μέσω καταστημάτων δεν υπερβαίνει τα 10.000 αντίτυπα. Από όλες τις προαναφερόμενες διαφορές σαφώς προκύπτει ότι δύο ως άνω τρόποι κυκλοφορία υλικών φορέων είναι τελείως διαφορετικοί. Ο τρόπος διάθεσης δε των ηχογραφημάτων σε cds ως ένθετα στις εφημερίδες κρίνεται ότι οδηγεί σε "ευτελισμό" του προϊόντος, καθόσον το αγοραστικό κοινό προμηθεύεται από τα περίπτερα έναν φορέα ήχου με ευτελή και σχετικά χαμηλού επιπέδου τρόπο κατασκευής, έναντι συμβολικού τιμήματος (Εφ Αθ 170/2017 Ελλ Δνη 2017.1468) και συρρικνώνει το αγοραστικό κοινό σε δισκοπωλεία και άλλα ειδικά σημεία πώλησης cds, ανώτερης ποιότητας εφημερίδες εξαιτίας δε των προαναφερόμενων διαφορών μεταξύ του τρόπου διάθεσης των ηχογραφημάτων σε υλικούς φορείς (cds) σε δισκοπωλεία και άλλα ειδικά προς τούτο καταστήματα και σε ένθετα (premium) σε εφημερίδες, σε συνδυασμό με το γεγονός ότι όταν ο ενάγων χορηγούσε τις προαναφερόμενες άδειες εκμετάλλευσης των ηχογραφημάτων του στην εναγομένη αγνοούσε "εκ των πραγμάτων" τον συγκεκριμένο επίδικο τρόπο εκμετάλλευσης των ηχογραφημάτων, κρίνεται ότι ο τελευταίος δεν είχε χορηγήσει την σχετική άδεια προς την εναγομένη. Κατά συνέπειαν η εναγομένη όφειλε, πριν προβεί στην παραχώρηση προς την αντισυμβαλλόμενή της εκδοτική εταιρεία της άδειας αναπαραγωγής και διάθεσης στο κοινό, με την μορφή της ένθετης προσφοράς (premium on pack) στα φύλλα των εφημερίδων πού εξέδιδε η ως άνω εκδοτική εταιρεία, των αντιτύπων των έξι προαναφέρόμενων μουσικών ψηφιακών δίσκων (cds) με τις ερμηνείες του /ενάγοντα, να εξασφαλίσει την σχετική έγγραφη άδεια του τελευταίου, συνάπτοντας συγχρόνως μαζί του και ειδική συμφωνία σχετικά με την αμοιβή του για την συγκεκριμένη χρήση των ερμηνειών του. Η εναγόμενη, όμως, τελούσε σε γνώση της ανωτέρω υποχρέωσής της, γεγονός το οποίο συνάγεται από το ότι στον προαναφερόμενο 12ο όρο των ως άνω από 1/3/2015 και από 1/7/2015 συμβάσεων που σύνηψε με την εκδοτική εταιρεία με την επωνυμία "Δημοκρατικός Τ. Ε. Ε. Ε. Α. «Ε., εγγυάτο ότι είχε εξασφαλίσει την άδεια του ενάγοντος όχι μόνο για την εν γένει εκμετάλλευση των ένδικων ερμηνειών του, αλλά συγκεκριμένα για την αναπαραγωγή, διανομή και διάθεση στο κοινό των ψηφιακών δίσκων με τις προεκτιθέμενες ερμηνείες υπό την μορφή της πρόσθετης παροχής με εφημερίδες (premium on pack), αναγνωρίζοντας έτσι ότι για τον συγκεκριμένο τρόπο διάθεσης απαιτείτο ειδική άδεια του ενάγοντος. Επίσης, η εναγομένη δηλώνει ότι είναι υπεύθυνη για την πληρωμή των συγγενικών δικαιωμάτων αυτών και ότι θα συμμετέχει ως δικονομική εγγυήτρια στην περίπτωση που οποιοσδήποτε στραφεί εναντίον της ως άνω εκδοτικής εταιρείας για καταβολή αμοιβής για τα συγγενικά δικαιώματα. Παρόλ' αυτά, η εναγομένη δεν φρόντισε να λάβει από τον ενάγοντα την σχετική έγγραφη άδεια μαζί με την σχετική αμοιβή αυτού. Με την συμπεριφορά της όμως αυτή (η εναγομένη) προσέβαλε παράνομα και υπαίτια και δη από δόλο, το συγγενικό δικαίωμα του ενάγοντος επί των ένδικων ερμηνειών του που περιελήφθησαν στις δύο συλλογές ορχηστρικών εκτελέσεων μουσικών συνθέσεων με κορυφαίο όργανο το σαξόφωνο και σολίστα τον ίδιο, οι οποίες (συλλογές) διατέθηκαν κατ' επανάληψη, όπως προαναφέρεται, στο αναγνωστικό κοινό, σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 46 παρ.2 περ. β και γ του Ν.2121/1993. Ειδικότερα, η εναγομένη προσέβαλε το περιουσιακό δικαίωμα του ενάγοντος να επιτρέπει ή να απαγορεύει την άμεση αναπαραγωγή της εγγραφής σε υλικό φορέα των ως άνω ερμηνειών του και την διανομή στο κοινό του εν λόγω υλικού φορέα με τον προαναφερόμενο τρόπο. Επομένως, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που απεφάνθη ομοίως, ουδόλως έσφαλε κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, τα δε περί του αντιθέτου υποστηριζόμενα με τον πρώτο λόγο της από 25/11/2019 εφέσεως της εναγομένης και ήδη εκκαλούσας, ελέγχονται απορριπτέα ως κατ' ουσίαν αβάσιμα. Περαιτέρω, ο ερμηνευτής καλλιτέχνης διατηρεί πάντοτε το δικαίωμα εύλογης αμοιβής, κατ' άρθρο 46 παρ.3 του Ν.2121/1993, για την ενέργεια κάθε μιας από τις πράξεις που προβλέπονται στην παράγραφο 2 του ίδιου άρθρου σε κάθε τρόπο εκμετάλλευσης της ερμηνείας του, οι δε εξουσίες που συγκροτούν το απόλυτο περιουσιακό δικαίωμα των ερμηνευτών καλλιτεχνών, έχουν ως γενικό γνώρισμα ότι αποβλέπουν στην αποτροπή χρήσεως της ερμηνείας τους, πέραν από αυτές που έχουν συμφωνηθεί (βλ. Εφ ΑΘ2077/2014 Αδημοσ. Γ.Κουμάντο "Πνευματική Ιδιοκτησία" εκδ. 1995,σελ. 371). Κατόπιν τούτων, η εναγομένη που με την προαναφερόμενη συμπεριφορά της προσέβαλε υπαίτια το συγγενικό δικαίωμα του ενάγοντα, οφείλει να του καταβάλει την ελάχιστη κατά νόμο αποζημίωση, που συνίσταται στο διπλάσιο της εύλογης και συνήθους αμοιβής που καταβάλλεται για το συγκεκριμένο είδος εκμετάλλευσης την οποία θα ελάμβανε ο ενάγων για την ίδια αιτία ενόψει της καλλιτεχνικής αξίας, της δημοφιλίας και της αναγνωρισιμότητάς του. Στην προκειμένη αυτή περίπτωση κρίνεται ότι η ελάχιστη συνήθης αμοιβή που ο ενάγων θα ελάμβανε για καθένα από τα τρία (3) cds που περιλαμβάνονται στην πρώτη κατά τα προαναφερόμενα συλλογή με τον τίτλο : "Τ. ... του Γ. Κ." ανέρχεται στο ποσό των 1.000 Ευρώ και συνολικά στο ποσό των (1.000 Ευρώ X 3 cds=) 3.000 Ευρώ για ολόκληρη την συλλογή. Ομοίως δε κρίνεται ότι η ελάχιστη συνήθης αμοιβή για καθένα από τα τρία (3) cds που περιλαμβάνονται στην συλλογή με τον τίτλο "...-Τα ωραιότερα ρομαντικά τραγούδια- Με το ... του ...", ανέρχεται στο ποσό των 1.000 Ευρώ και συνολικά στο ποσό των (1.000 Ευρώ X 3 cds=) 3.000 Ευρώ για ολόκληρη την συλλογή. Την κρίση του παρόντος Δικαστηρίου σχετικά με την ελάχιστη συνήθη αμοιβή για έκαστο των προαναφερόμενων cds του ενάγοντος επιρρωνύει η τελεσίδικη απόφαση 3077/2014 του Εφετείου Αθηνών με την οποία κρίθηκε ότι η ελάχιστη συνήθης αμοιβή για συγκεκριμένα cds, της εξαιρετικά γνωστής και δημοφιλούς ερμηνεύτριας μουσικών έργων με το καλλιτεχνικό όνομα "Μαρινέλλα" ανέρχεται στο ποσό των 7.000 ευρώ. Κατά συνέπειαν η εναγομένη οφείλει να καταβάλει στον ενάγοντα ως αποζημίωση κατ' άρθρο 65 παρ.2 Ν.2121/1993 για την χρήση ως ένθετο στις προαναφερόμενες εφημερίδες των τριών cds του ενάγοντος στην μουσική συλλογή με τον τίτλο "Τ. ... του Γ. Κ." στις 15/2/2015, 28/29-3-2015, 7/6/2015, 2/8/2015, 13/9/2015, 29/11/2015, 6/2/2016, το συνολικό ποσό των (7 φορές X 3.000 Ευρώ για έκαστη φορά Χ2=) 42.000 Ευρώ. Επίσης, η εναγομένη οφείλει να καταβάλει στον ενάγοντα ως αποζημίωση κατ' άρθρο 65 παρ.2 Ν.2121/1993 για την χρήση ως ένθετο στις προαναφερόμενες εφημερίδες των τριών cds του ενάγοντος στην μουσική συλλογή με τον τίτλο "...-Τα ωραιότερα ρομαντικά τραγούδια- Με το ... του ..." στις 7/6/2015, 2/8/2015, 13/9/2015, 29/11/2015 και 6/2/2016, το συνολικό ποσό των (5 φορές ως ένθετα στις εφημερίδες X 3.000 Ευρώ για έκαστη φορά ως ελάχιστη αμοιβή Χ2=) 30.000 Ευρώ. Συνολικά δηλαδή η εναγομένη οφείλει να καταβάλει στον ενάγοντα για την παραπάνω αιτία το ποσό των (42.000+30.000=) 72.000 Ευρώ. Πρέπει να σημειωθεί ότι η εναγομένη κατάρτισε με την προαναφερόμενη εκδοτική εταιρεία δύο συμβάσεις με τις οποίες της παραχωρούσε την άδεια αναπαραγωγής και διάθεσης στο κοινό των ανωτέρω μουσικών συλλογών του ενάγοντος με την μορφή της ένθετης προσφοράς και έλαβε ως αμοιβή για έκαστη τούτων το ποσό των 1.000 Ευρώ και συνολικά το ποσό των 2.000 Ευρώ. Εφόσον δε, κατά τα προαναφερόμενα, η εναγομένη δεν κατείχε την σχετική άδεια από τον ενάγοντα, σαφώς με τις δύο ανωτέρω συμβάσεις παραβίασε τα κατ' άρθρο 46 παρ.2 Ν2121/1993 σχετικά συγγενικά δικαιώματα του ενάγοντος. Πλην όμως η προσβολή των συγγενικών δικαιωμάτων του ενάγοντος επήλθε και κατά τις ημέρες που οι ανωτέρω μουσικές συλλογές διατέθηκαν ως ένθετα στις προαναφερόμενες εφημερίδες (12 συνολικά φορές) και το γεγονός αυτό τελεί σε στενή αιτιώδη συνάφεια με την παράνομη παραχώρηση των σχετικών αδειών δυνάμει των από 1/3/2015 και 1/7/2015 συμβάσεων που καταρτίστηκαν μεταξύ της εναγομένης και της ως άνω εκδοτικής εταιρείας. Το γεγονός δε ότι η εναγομένη έλαβε ως συνολική αμοιβή κατά τα προαναφερόμενα το ποσό των 2.000 Ευρώ, ανήκει στη δική της σφαίρα επιρροής και δεν επηρεάζει το ύψος της αποζημίωσης που ο ενάγων δικαιούται να λάβει κατ' άρθρο 65παρ.2 Ν.2121/1993". Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο απέρριψε την έφεση της αναιρεσείουσας, δέχθηκε την έφεση του αναιρεσιβλήτου, εξαφάνισε την εκκαλουμένη απόφαση, που είχε κάνει εν μέρει δεκτή την αγωγή, και αφού κράτησε και δίκασε την υπόθεση, δέχθηκε εν μέρει την αγωγή του, υποχρέωσε την αναιρεσείουσα να παραλείπει στο μέλλον την προσβολή του δικαιώματος του αναιρεσιβλήτου και αναγνώρισε την υποχρέωση της αναιρεσείουσας να καταβάλει στον αναιρεσίβλητο, ως αποζημίωση και χρηματική ικανοποίηση, το ποσό των 87.000 ευρώ με το νόμιμο τόκο. Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του δεν παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 46 παρ. 1, 2 και 3 και 65 παρ. 1 και 2 Ν. 2121/1993, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, καθόσον, τα ως άνω ανελέγκτως γενόμενα δεκτά, ως αποδειχθέντα, πραγματικά περιστατικά, πληρούν τις προϋποθέσεις εφαρμογής των διατάξεων αυτών, δεδομένου ότι η αναιρεσείουσα παράνομα και υπαίτια (υπό τη μορφή του δολου) προσέβαλε το συγγενικό δικαίωμα του αναιρεσιβλήτου επί των ένδικων ερμηνειών του, παραχωρώντας στην προαναφερόμενη εκδοτική εταιρεία την άδεια αναπαραγωγής και διάθεσης στο κοινό των επίμαχων δύο συλλογών ορχηστρικών εκτελέσεων μουσικών συνθέσεων του αναιρεσείοντος, με τη μορφή της ένθετης προσφοράς στα φύλλα των εφημερίδων που αυτή εξέδιδε, χωρίς να έχει σχετική έγγραφη άδεια του αναιρεσιβλήτου για την συγκεκριμένη χρήση των ερμηνειών του, δυνάμει ειδική συμφωνίας καθορίζουσας και την αμοιβή του, προσβάλοντας έτσι, ειδικότερα, το περιουσιακό δικαίωμα του ενάγοντος να επιτρέπει ή να απαγορεύει την άμεση αναπαραγωγή της εγγραφής σε υλικό φορέα των ως άνω ερμηνειών του και την διανομή στο κοινό του εν λόγω υλικού φορέα με τον προαναφερόμενο τρόπο, με συνέπεια να θεμελιώνεται η ένδικη αξίωση του αναιρεσιβλήτου προς αποζημίωση και χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης. Με την κρίση του αυτή το Εφετείο δεν παραβίασε τα διδάγματα της κοινής πείρας ως προς την ερμηνεία των ανωτέρω κανόνων δικαίου και κατά την υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε αυτούς, και ειδικότερα ως προς τον υπολογισμό της εύλογης αμοιβής του αναιρεσιβλήτου, αλλά εκτιμώντας τις αποδείξεις κατέληξε στην ως άνω εύλογη αμοιβή αυτού. Εξάλλου, το Εφετείο δεν διαπίστωσε, έστω και εμμέσως, κενό ή αμφιβολία ως προς τη δικαιοπρακτική βούληση των διαδίκων αναφορικά με την επίδικη εκμετάλλευση των συγγενικών δικαιωμάτων του αναιρεσιβλήτου, αφού "αξιωματικά" και "αδιάστικτα", όπως ομολογεί και η αναιρεσείουσα, δέχθηκε ότι δεν υπήρξε οποιαδήποτε σχετική σύμβαση των διαδίκων και ότι επρόκειτο για έναν εντελώς διαφορετικό τρόπο εκμετάλλευσης, ως προς τον οποίο ουδεμία συζήτηση είχε γίνει μεταξύ των διαδίκων. Ως εκ τούτου, δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, οι οποίες και δεν εφαρμόσθηκαν. Περαιτέρω, η μνεία στην προσβαλλόμενη απόφαση της μη εφαρμοστέας διάταξης του άρθρου 52 Ν.2121/1993 (σχετικά με την αναδρομικότητα του νόμου αυτού ως προς τον τύπο της σύμβασης παραχώρησης εκμετάλλευσης συγγενικών δικαιωμάτων) δεν συνιστά παραβίαση της διάταξης αυτής, ώστε να θεμελιώνεται πλημμέλεια από τους αριθμούς 1 ή 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αφού τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το Εφετείο στην ελάσσονα πρότασή του, δεν υπαγάγει στη διάταξη αυτή, αλλά μόνο στις προαναφερόμενες διατάξεις, οι οποίες στηρίζουν το διατακτικό της. Οι ελλείψεις δε και οι ατέλειες της μείζονος πρότασης, με την αναγραφή και νομικών διατάξεων που δεν θεμελιώνουν την έννομη συνέπεια, δεν καθιστούν την απόφαση αναιρετέα, διότι ως αιτιολογίες κατά το άρθρο 93 παρ.3 του Συντάγματος, νοούνται μόνο οι πραγματικές παραδοχές, αρκεί να υπάρχει κανόνας δικαίου, ο οποίος με βάση αυτές επάγεται την έννομη συνέπεια που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας. Εξάλλου, το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του δεν παραβίασε εκ πλαγίου τις παραπάνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, ούτε στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης, καθόσον περιέλαβε σ' αυτήν σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την εφαρμογή των ανωτέρω διατάξεων. Ειδικότερα, στην προσβαλλόμενη απόφαση με πληρότητα και σαφήνεια εκτίθενται όλα τα πραγματικά περιστατικά που θεμελιώνουν το σαφώς διατυπούμενο ως άνω αποδεικτικό της πόρισμα, με τις υποστηρίζουσες αυτό ακόλουθες παραδοχές, ήτοι: α) η εναγομένη σύναψε την 1-3-2015 και την 1-7-2015 με την εκδότρια της εφημερίδας "Δημοκρατία" δύο συμβάσεις με αντικείμενο την παραχώρηση από την πρώτη στη δεύτερη της αποκλειστικής άδειας για την αναπαραγωγή, κατασκευή και διάθεση στο κοινό, ως ένθετη προσφορά (premium on pack), στα φύλλα της εφημερίδας "Δημοκρατία" της 15-2-2015 και της 7-6-2015 αντιστοίχως τριών μουσικών ψηφιακών δίσκων (cds) κάθε φορά, με τα αναλυτικά αναφερόμενα ηχογραφήματα ορχηστρικών εκτελέσεων μουσικών συνθέσεων, με κορυφαίο όργανο το σαξόφωνο, β) σε εκτέλεση των συμβάσεων αυτών η εναγομένη παρέδωσε στην παραπάνω εταιρία αντίτυπα των αναφερομένων πρωτότυπων μαγνητικών ταινιών, επί των οποίων είχαν ηχογραφεί το πρώτον οι ορχηστρικές εκτελέσεις μουσικών συνθέσεων με κορυφαίο όργανο το σαξόφωνο και σολίστα τον ενάγοντα, γ) η εκδοτική εταιρία προέβη με βάση τη σχετική άδεια που της είχε παραχωρηθεί από την εναγομένη με την πρώτη ως άνω σύμβαση στην παραγωγή τριών ψηφιακών δίσκων που περιείχαν συλλογή από 52 συνολικά ορχηστρικές εκτελέσεις και με βάση τη δεύτερη ως άνω άδεια στην παραγωγή τριών ψηφιακών δίσκων που περιείχαν συλλογή από 48 συνολικά μουσικές εκτελέσεις, δ) η εναγομένη προέβη στην παραχώρηση προς την αντισυμβαλλομένη της των έξι προαναφερομένων ψηφιακών μουσικών συνθέσεων με κορυφαίο όργανο το σαξόφωνο και σολίστα τον ενάγοντα, χωρίς η ίδια να έχει προηγουμένως εφοδιασθεί με σχετική άδεια του ενάγοντος για τη συγκεκριμένη χρήση της εγγραφής της ερμηνείας του, ε) η συγκεκριμένη εκμετάλλευση (premium on pack) παρέχει τη δυνατότητα της αναπαραγωγής των μουσικών ηχογραφημάτων σε εκατοντάδες χιλιάδες αντίτυπα για μαζική κυκλοφορία με την εφημερίδα, γεγονός που αποφέρει το μέγιστο εμπορικό κέρδος για τους ιδιοκτήτες των εφημερίδων, τόσο ως προς τη διαφήμισή τους όσο και ως προς τις εισπράξεις τους, στ) η μαζική κυκλοφορία των ηχογραφημάτων, με τη μορφή ένθετων σε εφημερίδες, αποτελεί απαξίωση για τον εκάστοτε καλλιτέχνη, διότι ακριβώς εξαιτίας της μαζικής κυκλοφορίας του σε εξαιρετικά χαμηλή τιμή, τα μουσικά ηχογραφήματα με την ερμηνεία του σολίστα, κατ' αποτέλεσμα εξαφανίζονται επί μακρό χρονικό διάστημα από την κανονική αγορά του δίσκου ή του cd που πωλούνται στα σχετικά καταστήματα (δισκοπωλεία κλπ), ζ) η διάθεση υλικών φορέων μέσω εφημερίδων αποτελεί εντελώς διαφορετικό τρόπο κυκλοφορίας των υλικών φορέων σε σχέση με τους κλασικούς τρόπους διάθεσής τους από δισκοπωλεία κλπ., για τους αναφερόμενους λόγους και κυρίως το εξαιρετικά χαμηλό κόστος κατασκευής και αντίστοιχα την πολύ χαμηλή ποιότητα κατασκευής, σε συνδυασμό με την μαζική κατασκευή και κυκλοφορία τους από τους χώρους διάθεσης των εφημερίδων, η) η εναγομένη τελούσε σε γνώση της υποχρέωσής της να εξασφαλίσει τη σχετική άδεια του ενάγοντος, συνάπτοντας μαζί του και ειδική συμφωνία σχετικά με την αμοιβή του για τη συγκεκριμένη χρήση των ερμηνειών του, θ) η εναγομένη με τη συμπεριφορά της προσέλαβε παράνομα και υπαίτια και δη με δόλο το συγγενικό δικαίωμα του ενάγοντος επί των ερμηνειών που περιελήφθησαν στις δύο ως άνω συλλογές και ειδικότερα προσέβαλε το δικαίωμα του ενάγοντος να επιτρέπει ή να απαγορεύει την αναπαραγωγή της εγγραφής σε υλικό φορέα των ως άνω ερμηνειών του και την διανομή στο κοινό του εν λόγω υλικού φορέα με τον προαναφερόμενο τρόπο, ι) η προσβολή των δικαιωμάτων του ενάγοντος επήλθε και κατά τις ημέρες που οι ανωτέρω μουσικές συλλογές διατέθηκαν ως ένθετα στις προαναφερόμενες εφημερίδες (12 συνολικά φορές) και το γεγονός αυτό τελεί σε αιτιώδη συνάφεια με την παράνομη παραχώρηση των σχετικών αδειών δυνάμει των από 1-3-2015 και 1-7-2015 συμβάσεων που καταρτίστηκαν μεταξύ της εναγομένης και της ως άνω εκδοτικής εταιρίας και ια) η συμφωνηθείσα αμοιβή της εναγομένης για την ως άνω παραχώρηση δεν επηρεάζει το ύψος της αποζημίωσης που δικαιούται να λάβει ο ενάγων και η οποία προσδιορίστηκε με βάση το διπλάσιο της εύλογης και συνήθους αμοιβής που καταβάλλεται για το συγκεκριμένο είδος εκμετάλλευσης και είναι ανάλογη με την καλλιτεχνική αξία, τη δημοφιλία και την αναγνωρισιμότητα του ενάγοντος. Περαιτέρω, η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας περί έλλειψης του απαιτούμενου τύπου, όσον αφορά τις από 13-8-1988 και 12-2-1989 συμβάσεις, που δήθεν συνήφθησαν με τις αντίστοιχες επιστολές της εναγομένης προς τον ενάγοντα, δεν επιδρά στο διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, αφού με επάρκεια, σαφήνεια και χωρίς αντιφατικές αιτιολογίες το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ότι, κατά τον χρόνο αποστολής τους, δεν ίσχυε ο επίδικος τρόπος εκμετάλλευσης των συγγενικών δικαιωμάτων και συνεπώς δεν αφορούσαν την επίδικη εκμετάλλευση των δικαιωμάτων αυτών. Επομένως, είναι αβάσιμοι οι υπό στοιχεία II, III, IV λόγοι της αίτησης αναίρεσης από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ. Κατά τα λοιπά οι ίδιοι λόγοι είναι απαράδεκτοι, καθόσον οι προβαλλόμενες με αυτούς αιτιάσεις ανάγονται στην εκτίμηση, αξιολόγηση και συσχέτιση των αποδείξεων από το δικαστήριο της ουσίας που δεν ελέγχεται αναιρετικά (άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ). Στη διάταξη του άρθρου 932 ΑΚ ορίζεται σε περίπτωση αδικοπραξίας, ανεξάρτητα από την αποζημίωση για την περιουσιακή ζημία, το δικαστήριο μπορεί να επιδικάσει εύλογη, κατά την κρίση του, χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης. Αυτό ισχύει ιδίως για εκείνον που έπαθε προσβολή της υγείας, της τιμής ή της αγνείας του ή στερήθηκε την ελευθερία του. Κατά την έννοια του άρθρου αυτού, το δικαστήριο της ουσίας, αφού δεχθεί ότι συνεπεία αδικοπραξίας προκλήθηκε σε κάποιο πρόσωπο ηθική βλάβη, καθορίζει στη συνέχεια το ύψος της οφειλόμενης χρηματικής ικανοποίησης, με βάση τους κανόνες της κοινής πείρας και της λογικής, λαμβάνοντας ιδίως υπόψη ως κριτήρια, το είδος της προσβολής, την έκταση της βλάβης, τις συνθήκες τελέσεως της αδικοπραξίας, την βαρύτητα του πταίσματος του υπόχρεου, το τυχόν συντρέχον πταίσμα του δικαιούχου και την οικονομική και κοινωνική κατάσταση των διαδίκων μερών. Ο προσδιορισμός του ποσού της εύλογης χρηματικής ικανοποιήσεως αφέθηκε στην ελεύθερη εκτίμηση του δικαστηρίου, η σχετική κρίση του οποίου δεν υπόκειται, κατ' αρχήν, σε αναιρετικό έλεγχο, αφού σχηματίζεται από την εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ.), χωρίς υπαγωγή του πορίσματος σε νομική έννοια, ώστε να μπορεί να κριθεί εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου, είτε ευθέως, είτε εκ πλαγίου, για έλλειψη νόμιμης βάσεως. Επιβάλλεται όμως, σε κάθε περίπτωση, να τηρείται, κατά τον καθορισμό του επιδικαζόμενου ποσού, η αρχή της αναλογικότητας ως γενική νομική αρχή και δη αυξημένης τυπικής ισχύος (άρθρα 2 παρ. 1 και 25 του Συντάγματος), με την έννοια ότι η σχετική κρίση του δικαστηρίου δεν πρέπει να υπερβαίνει τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας, πράγμα που, αν συμβαίνει, ελέγχεται ως παραβίαση της πιο πάνω νομικής αρχής, την οποία ήτοι ως πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ (ολ. ΑΠ 10/2017, ολ. ΑΠ 9/2015, ΑΠ 869/2020). Και τούτο, διότι μία απόφαση, με την οποία επιδικάζεται ένα ευτελές ή υπέρμετρα μεγάλο ποσό, ως δήθεν εύλογο, κατά την ελεύθερη κρίση του δικαστηρίου, προς αποκατάσταση της ηθικής βλάβης, ευτελίζει, στην πρώτη περίπτωση (όσον αφορά τον δικαιούχο παθόντα), το σεβασμό της αξίας του ανθρώπου και στη δεύτερη (όσον αφορά τον υπόχρεο), το δικαίωμα της περιουσίας του, αφού το δικαστήριο, επεμβαίνοντας στη διαφορά μεταξύ ιδιωτών, πρέπει να τηρεί μια δίκαιη ισορροπία ανάμεσα στα αντιτιθέμενα συμφέροντα, με παράλληλη προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων (ΑΠ 869/2020, ΑΠ 170/2020 ΑΠ 989/2018). Στην προκειμένη περίπτωση, με τον υπό στοιχείo V λόγο της αναίρεσης, η αναιρεσείουσα πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση για πλημμέλεια από το άρθρο 559 αρ.1 ΚΠολΔ, κατά το μέρος που αφορά το αγωγικό κονδύλιο της χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης, ισχυριζόμενη ότι το Εφετείο επιδικάζοντας στον αναιρεσίβλητο το ποσό των 15.000 ευρώ, ως χρηματική ικανοποίηση, λόγω ηθικής βλάβης συνεπεία της ένδικης αδικοπραξίας, υπερέβη τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας και την αρχή της αναλογικότητας. Όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης (άρθρο 261 παρ.2 ΚΠολΔ), το Εφετείο, αναφορικά με το κεφάλαιο της χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης, δέχθηκε τα εξής: "Περαιτέρω, αποδεικνύεται ότι στο πλαίσιο της πρώτης από τις δύο ανωτέρω συμβάσεις που συνήψε με την ως άνω εκδοτική εταιρεία, παρέδωσε σε αυτήν, δυνάμει του 5ου όρου της εν λόγω σύμβασης μία φωτογραφία από το αρχείο της, στην οποία απεικονίζεται ο ενάγων με το σαξόφωνό του ανά χείρας, προκειμένου η τελευταία να το χρησιμοποιήσει για την διακόσμηση της συσκευασίας (εξωφύλλου) των ψηφιακών δίσκων της συλλογής "Τ. ... του Γ. Κ." που θα διέθετε στο αναγνωστικό κοινό, ως ένθετη προσφορά με τις εφημερίδες της, όπως και έγινε. Η συγκεκριμένη φωτογραφία είχε ληφθεί και χρησιμοποιηθεί στο παρελθόν από την εναγομένη με την συναίνεση του ενάγοντος, για την διακόσμηση της συσκευασίας των υλικών φορέων ήχου παραγωγής της που περιελάμβαναν τις ερμηνείες του τελευταίου, στο πλαίσιο της προεκτιθέμενης μακρόχρονης μεταξύ τους επαγγελματικής συνεργασίας. Ωστόσο, ενόψει του γεγονότος ότι ο ενάγων δεν είχε δώσει την έγγραφη συναίνεσή του προς την εναγομένη κατά τα προαναφερόμενα, για την ως άνω παράνομη εκμετάλλευση των ένδικων ερμηνειών του, κρίνεται ότι ουδέποτε είχε χορηγήσει την συναίνεσή του προς την εναγομένη για την συγκεκριμένη χρήση της εικόνας του εκ μέρους της. Κατά συνέπειαν, η εναγομένη χρησιμοποίησε την εικόνα του προσώπου του ενάγοντος για εμπορική εκμετάλλευση χωρίς την συναίνεσή του. Κατ' αποτέλεσμα προσέβαλε παράνομα και υπαίτια την προσωπικότητα του ενάγοντος, έκφανση της οποίας αποτελεί και το δικαίωμά του επί της Ιδίας αυτού φωτογραφίας. Συνακόλουθα κρίνεται ότι εξαιτίας της προσβολής της προσωπικότητας του ενάγοντος καθώς και των συγγενικών του δικαιωμάτων κατά τα προαναφερόμενα εκ μέρους της εναγομένης, ο ίδιος υπέστη ηθική βλάβη, για την χρηματική ικανοποίηση του οποίου πρέπει να του επιδικαστεί, συνεκτιμωμένων της έντασης του δόλου της εναγομένης, της έκτασης της βλάβης που υπέστη ο ενάγων, των συνθηκών υπό τις οποίες τελέστηκαν οι ανωτέρω αδικοπρακτικές συμπεριφορές της εναγομένης, της μουσικής προσφοράς του ενάγοντος, της αναγνωρισιμότητας και δημοφιλίας αυτού, της οικονομικής και κοινωνικής κατάστασης του ενάγοντος, το ποσό των 15.000 ευρώ". Με την κρίση του αυτή το δικαστήριο της ουσίας δεν παραβίασε ευθέως την αρχή της αναλογικότητας (άρθρο 25 I του Συντάγματος), ούτε τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας, κατά την εφαρμογή του άρθρου 932 ΑΚ, καθότι, υπό τα γενόμενα δεκτά, ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, που διαλαμβάνονται στην προηγούμενη σκέψη και με βάση τα κριτήρια καθορισμού εύλογης χρηματικής ικανοποίησης του άρθρου 932 ΑΚ, το εν λόγω ποσό των 15.000 ευρώ, κατά την κοινή πείρα, τη δικαστηριακή πρακτική και την περί δικαίου αντίληψη δεν υπερβαίνει και μάλιστα καταφανώς το συνήθως επιδικαζόμενο ποσό σε παρόμοιες περιπτώσεις. Επομένως, ο από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ περί του αντιθέτου υπό στοιχείου λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος. Κατά το άρθρο 281 ΑΚ "Η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται, αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος". Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, η οποία αποσκοπεί στην πάταξη της κακοπιστίας και της ανηθικότητας στις συναλλαγές και γενικώς στην άσκηση κάθε δικαιώματος, για να θεωρηθεί η άσκηση του δικαιώματος καταχρηστική, πρέπει η προφανής υπέρβαση των ορίων που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο οικονομικός ή κοινωνικός σκοπός του δικαιώματος να προκύπτει από την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου και του υποχρέου ή από την πραγματική κατάσταση που δημιουργήθηκε ή από τις περιστάσεις που μεσολάβησαν ή από άλλα περιστατικά, τα οποία, χωρίς κατά νόμο να εμποδίζουν την γέννηση ή να επάγονται την απόσβεση του δικαιώματος, καθιστούν μη ανεκτή την άσκησή του, κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου, ως αντιτιθέμενη στο περί δικαίου αίσθημα και την ηθική τάξη και προκαλούσα έντονη εντύπωση αδικίας. Απαιτείται δηλαδή για να χαρακτηρισθεί καταχρηστική η άσκηση δικαιώματος, να έχει δημιουργηθεί στον υπόχρεο από τη συμπεριφορά του δικαιούχου σε συνάρτηση και με εκείνη του υποχρέου, και μάλιστα ευλόγως, η πεποίθηση ότι ο δικαιούχος δεν πρόκειται να ασκήσει το δικαίωμά του. Επίσης, οι πράξεις του υποχρέου και η κατάσταση των πραγμάτων που διαμορφώθηκε υπέρ αυτού πρέπει να τελούν σε αιτιώδη σχέση με την προηγούμενη συμπεριφορά του δικαιούχου, αφού, κατά τους κανόνες της καλής πίστης, οι συνέπειες που απορρέουν από πράξεις άσχετες προς αυτή τη συμπεριφορά δεν συγχωρείται να προβάλλονται προς απόκρουση του δικαιώματος (ολ ΑΠ 6/2016). Εξάλλου, η παράβαση κανόνα δικαίου, που ιδρύει τον λόγο αναίρεσης του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, υπάρχει εφόσον αυτός δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή εάν αυτός εφαρμοσθεί, ενώ δεν έπρεπε ή αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα (ΑΠ 864/2020). Ακόμη, έλλειψη νόμιμης βάσης, που ιδρύει το λόγο αναίρεσης του άρθρου 559 αρ.19 ΚΠολΔ, υπάρχει όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού, δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά ή τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του κανόνα δικαίου, για την επέλευση της απαγγελθείσας έννομης συνέπειας ή την άρνησή της ή αντιφάσκουν μεταξύ τους (ολ ΑΠ 25/2004). Στην προκειμένη περίπτωση, με τον υπό στοιχείο VI λόγο αναίρεσης, η αναιρεσείουσα πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση για πλημμέλειες από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ και ειδικότερα για την εσφαλμένη απόρριψη ως ουσιαστικά αβάσιμης της ένστασης καταχρηστικής άσκησης δικαιώματος, που άσκησε αυτή παραδεκτά ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, αμυνόμενη κατά της από 24-10-2016 αγωγής του αναιρεσίβλητου κατ' αυτής. Το Εφετείο δέχθηκε, με την προσβαλλομένη απόφασή του, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό λόγο μέρος, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Περαιτέρω η εναγομένη και ήδη εκκαλούσα με τις έγγραφες προτάσεις της νόμιμα επαναφέρει την κατ' άρθρο 281 ΑΚ ένσταση της περί καταχρηστικής ασκήσεως δικαιώματος του ενάγοντος με την άσκηση της ένδικης αγωγής για τους ακόλουθους λόγους: 1ον) Επειδή o ενάγων ουδέποτε αμφισβήτησε το δικαίωμα της εναγομένης για την εκ μέρους της διάθεση με οποιονδήποτε τρόπο των ηχογραφημάτων του, η συμπεριφορά του δε κατά το παρελθόν δημιούργησε στην εναγόμενη την πεποίθηση ότι η εναγομένη έχει κάθε νόμιμο δικαίωμα για την διάθεση των ηχογραφημάτων κατά τον προαναφερόμενο επίδικο τρόπο. 2ον) Ενώ o ενάγων έχει καταδικάσει με τον πλέον κατηγορηματικό τρόπο την κυκλοφορία των ηχογραφημάτων του μαζί με τις προαναφερόμενες εφημερίδες κι ενώ έχει δημιουργήσει την εντύπωση ότι η εμπορική εκμετάλλευση των ηχογραφημάτων του μέσω premium σχεδόν τον έχει καταρρακώσει ως καλλιτέχνη, στην συνέχεια με την ένδικη αγωγή ζητεί αμοιβή για τις πωλήσεις αυτές, αποτιμώντας την συναίνεσή του για την κυκλοφορία αυτή στα ποσά των 109.200 Ευρώ και 72.00 Ευρώ για τα άλμπουμ "..." και "...", αντίστοιχα και ότι με την αποτίμηση της συναίνεσής του και με τον προσδιορισμό της αμοιβής του για την επίδικη κυκλοφορία, ο ενάγων ομολογεί ότι ουδεμία προσβολή ή άλλως ηθική βλάβη έχει υποστεί αντιφάσκοντας στην ένδικη αγωγή. 3ον) Από το παρελθόν ο ενάγων έχει ήδη συναινέσει στην κυκλοφορία των ηχογραφημάτων του ως ένθετα σε εφημερίδες καθόσον η συλλογή με τον τίτλο "..." κυκλοφόρησε ως ένθετο με την εφημερίδα "..." στις 2/11/2014 με την συναίνεση αυτού. 4ον) Ενώ καθ' όλο το έτος 2015 γινόταν εκτεταμένη διαφήμιση σε όλα τα τηλεοπτικά και ραδιοφωνικά μέσα για την επικείμενη κυκλοφορία της εφημερίδας με τα ηχογραφήματά του, εντούτοις ο ενάγων δεν έκανε απολύτως τίποτα για να την σταματήσει και συγκεκριμένα ουδέποτε άσκησε ασφαλιστικά μέτρα, ουδέποτε απέστειλε εξώδικη δήλωση διαμαρτυρίας και ούτε και εξέφρασε με οποιονδήποτε τρόπο την αντίθεσή του, αλλά αντιθέτως ανέμεινε δύο χρόνια από την πρώτη επίδικη κυκλοφορία των ηχογραφημάτων ώστε να ασκήσει προσχηματικά την ένδικη αγωγή στις 2/2/2017 έχοντας προφανή σκοπό να πλουτίσει παρανόμως σε βάρος της εναγομένης. Όπως όμως προκύπτει από την μετ' επικλήσεως προσκομιζόμενη έγγραφη εκτύπωση του δημοσιεύματος που αναρτήθηκε την 29/10/2014 στον ιστότοπο "..." σχετικά με την διάθεση υπό την μορφή ένθετης προσφοράς της μουσικής συλλογής με τον τίτλο "..." με το φύλλο της εφημερίδας "..." της ίδιας μέρας καθώς και από το παράρτημα της από 25/5/2007 σύμβασης παραχώρησης άδειας αναπαραγωγής ηχογραφημάτων παραγωγής της εναγομένης, που συνήφθη μεταξύ της εναγομένης και της εκδοτικής εταιρείας με την επωνυμία "...", αμφότερες οι συμβάσεις που κατήρτησε η εναγομένη κατά το έτος 2014 με την εκδότρια της εφημερίδας "..." και κατά το έτος 2007 με την εκδοτική εταιρεία "..., αφορούσαν την παραχώρηση σ 'αυτές της άδειας εκμετάλλευσης, με τη μορφή "premium on pack", μουσικών συνθέσεων του ενάγοντος και όχι εκτελέσεων μουσικών έργων από αυτόν. Αφορούσαν, δηλαδή, αυτές (μουσικές συνθέσεις του ενάγοντος) πνευματικά έργα του ενάγοντος και όχι καλλιτεχνικές εισφορές - εκτελέσεις αυτού. Η διαχείριση δε και η προστασία των περιουσιακών δικαιωμάτων πνευματικής ιδιοκτησίας των δημιουργών μουσικών έργων συνήθως ανατίθεται από αυτούς σε οργανισμούς συλλογικής διαχείρισης, οι οποίοι και είναι αποκλειστικά αρμόδιοι για την χορήγηση της άδειας εκμετάλλευσης καθ' οιονδήποτε τρόπο των ανωτέρω πνευματικών έργων. Επομένως, στην περίπτωση που ο ενάγων είχε προβεί στην ανάθεση της διαχείρισης του περιουσιακού του δικαιώματος επί των ανωτέρω μουσικών συνθέσεών του σε οργανισμό συλλογικής διαχείρισης, δεν ήταν ο ίδιος αρμόδιος να συναινέσει ή να εναντιωθεί στην εκμετάλλευση των μουσικών του συνθέσεων με τη μορφή της διάθεσής τους στο κοινό ως ένθετης προσφοράς σε εφημερίδες. Στην περίπτωση που ο ενάγων δεν είχε προβεί σε μία τέτοια ανάθεση, τυχόν μη εναντίωσή του ή ακόμα και συναίνεσή του στην εκμετάλλευση των πνευματικών του έργων ως μουσικοσυνθέτη κατά τον συγκεκριμένο τρόπο δεν θα μπορούσε να δημιουργήσει την εύλογη πεποίθηση στην εναγομένη ότι θα υφίστατο αντίστοιχη συναίνεσή του και για την εκμετάλλευση κατά τον ίδιο τρόπο των επίδικων ερμηνειών-εκτελέσεών του καθόσον πρόκειται για διαφορετικά δικαιώματα τα δικαιώματα του πνευματικού δημιουργού και εκείνα του φορέα συγγενικών δικαιωμάτων. Ο δε ενάγων έχει διακριτική ευχέρεια να επιλέξει ποια εξ αυτών θα διεκδικήσει δικαστικά. Επιπλέον, οι προαναφερόμενοι μάρτυρες του ενάγοντος Ε. Α. και Γ. Λ., ως μέλη του οργανισμού που προαναφέρεται "ΑΠΟΛΛΩΝ", ως μουσικοί αλλά και ως επί μακρό χρονικό διάστημα διατηρούντες φιλικές σχέσεις με τον ίδιο (ενάγοντα), εξ Ιδίας αντιλήψεως γνωρίζοντας) σαφώς βεβαιώνουν ότι o ενάγων διαμαρτυρήθηκε προφορικά επανειλημμένως στην εναγομένη για την διάθεση των ένδικων ερμηνειών του στο κοινό με την μορφή της ένθετης προσφοράς σε εφημερίδες χωρίς την προηγούμενη άδεια του, χωρίς όμως αποτέλεσμα, καθώς η εναγομένη συνέχισε να προβαίνει στην συγκεκριμένη χρήση των ερμηνειών του, επικαλούμενη ότι η άδεια εκμετάλλευσης αυτών που της είχε παραχωρήσει με τις μεταξύ τους συναφθείσες συμβάσεις κατά τα έτη 1974 έως 1990 κάλυπτε και αυτού του είδους την χρήση. Επομένως, ο ενάγων δήλωσε ρητώς την εναντίωσή του στην συγκεκριμένη χρήση των ερμηνειών του, τα δε περί του αντιθέτου υποστηριζόμενα από την εναγομένη, ελέγχονται απορριπτέα ως κατ' ουσίαν αβάσιμα. Επιπλέον, ο ενάγων με την ένδικη αγωγή του ζητεί αποζημίωση σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 46 παρ.2 και 65 παρ.2 Ν.2121/1993 σαν συνέπεια της παράνομης προσβολής των συγγενικών του δικαιωμάτων εκ μέρους της εναγομένης κατά τα προαναφερόμενα και δεν ζητεί αμοιβή για τις πωλήσεις των ανωτέρω εφημερίδων με τα ένθετα των δύο μουσικών συλλογών με τα ηχογραφήματά του, ως αποτίμηση της συναίνεσής του για τις δημοσιεύσεις αυτές, όπως αβάσιμα υποστηρίζεται από την εναγομένη. Με τα δεδομένα όμως αυτά κρίνεται ότι δεν στοιχειοθετείται καταχρηστική άσκηση δικαιώματος κατ' άρθρο 281 ΑΚ εκ μέρους του ενάγοντος, η δε σχετικώς προβληθείσα ένσταση από την εναγομένη ελέγχεται απορριπτέα ως κατ' ουσίαν αβάσιμη". Έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, καθόσον υπό τα γενόμενα δεκτά ως αποδειχθέντα ως άνω πραγματικά περιστατικά, που διαλαμβάνονται στην προηγούμενη σκέψη, η άσκηση του ένδικου δικαιώματος του αναιρεσιβλήτου δεν είναι προφανώς αντίθετη, τα χρηστά ήθη ή τον κοινωνικό και οικονομικό σκοπό του δικαιώματος, ενώ, εξάλλου, αναφέρονται στην απόφαση, με επάρκεια, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις όλα τα αναγκαία περιστατικά που δικαιολογούν την παραπάνω κρίση περί μη συνδρομής των προϋποθέσεων εφαρμογής του άρθρου 281 ΑΚ. Επομένως, ο έκτος λόγος αναίρεσης από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ είναι αβάσιμος. Με τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 9 του ΚΠολΔ ορίζεται ότι αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν το δικαστήριο επιδίκασε περισσότερα από όσα ζητήθηκαν ή άφησε αίτηση αδίκαστη. Επιδίκαση, κατά την έννοια του προαναφερθέντος αναιρετικού λόγου που συνιστά έκφανση της αρχής της διάθεσης, σημαίνει ότι το δικαστήριο της ουσίας αποφάσισε σε "αίτημα", με διάταξη του ή αιτιολογία που έχει προσόντα διατακτικού, χωρίς όμως να υφίσταται αντίστοιχο αίτημα (ΑΠ 1406/2021). Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τέταρτο λόγο αναίρεσης, κατά το οικείο μέρος του, η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 9 εδ. α' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ότι δηλαδή επιδίκασε μη αιτηθέν ή διαφορετικό από το αιτηθέν, καθότι ενώ με την αγωγή ζητήθηκε η συνήθης αμοιβή για την εκμετάλλευση των επίδικων συγγενικών δικαιωμάτων για τα αναπαραχθέντα α) 52 ηχογραφήματα της πρώτης μουσικής συλλογής με τον τίτλο "Το ...", την οποία προσδιόρισε σε 300 ευρώ για κάθε ένα από τα 52 μουσικά ηχογραφήματα, και πολλαπλασίασε επί επτά φορές και συνολικά ανήλθε σε 109.200 ευρώ, β) 48 ηχογραφήματα της δεύτερης συλλογής με τίτλο ..., την οποία προσδιόρισε σε 300 ευρώ για κάθε ένα από τα 48 ηχογραφήματα και πολλαπλασίασε επί πέντε φορές και συνολικά σε 72.000 ευρώ, εντούτοις το Εφετείο, επιδίκασε ως ειθισμένη αμοιβή για κάθε φωνογραφικό δίσκο το ποσό των 1000 ευρώ και για τους τρεις δίσκους κάθε συλλογής σε 3000 ευρώ, πολλαπλασίασε αυτήν επί επτά φορές και πέντε φορές αντίστοιχα για κάθε εκμετάλλευση κάθε συλλογής και ακολούθως διπλασίασε το ποσό αυτό και επιδίκασε το συνολικό ποσό των 72.000 ευρώ, ήτοι [(3000 x 7 φορές)+(3000 x 5 φορές) = 21.000+15.000=36.000 x 2 = 72.000 ευρώ]. Όπως, όμως, προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της αγωγής και της προσβαλλόμενης απόφασης, το αίτημα της αγωγής ήταν η επιδίκαση αποζημίωσης διπλάσιας από την ειθισμένη για ανάλογες περιπτώσεις και η προσβαλλόμενη απόφαση επιδίκασε αποζημίωση διπλάσια της ειθισμένης, υπολογίζοντας αυτήν σε μικρότερο ύψος από την αιτηθείσα και συνολικά για κάθε δίσκο και συλλογή για κάθε φορά εκμετάλλευσης, χωρίς βεβαίως ο υπολογισμός αυτός να συνιστά κάτι διάφορο του αιτηθέντος. Επομένως, ο τέταρτος κατά το οικείο μέρος, λόγος αναίρεσης, από τον αριθμό 9 περ. α' του άρθρου 559 ΚΠολΔ είναι αβάσιμος. Κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ. 8 ΚΠολΔ, "πράγματα", των οποίων η λήψη υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας ιδρύει τον οικείο λόγο αναιρέσεως, νοούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί που, υπό την προϋπόθεση της νόμιμης προτάσεως τους, θεμελιώνουν ιστορικώς το αίτημα αγωγής, ένστασης ή αντένστασης, ως και οι λόγοι έφεσης που περιέχουν παράπονα κατά της πρωτοβάθμιας απόφασης. Αντίθετα, δεν συνιστούν "πράγματα" η αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής, ένστασης ή αντένστασης ούτε οι νομίμως αβάσιμοι ή οι απαράδεκτοι ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και στους οποίους το δικαστήριο δεν είναι υποχρεωμένο να απαντήσει (ολ ΑΠ 8/2013, ΑΠ 1354/2017, ΑΠ 1545/2014). Στην προκειμένη περίπτωση, η αναιρεσείουσα με το οικείο μέρος του υπό στοιχείο II λόγου της αίτησης, μέμφεται το Εφετείο, για την πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ.8 ΚΠολΔ, ότι δηλαδή εσφαλμένα έκρινε ως άκυρη τη συμφωνία των διαδίκων περί παροχής άδειας εκμετάλλευσης των συγγενικών δικαιωμάτων του αναιρεσίβλητου από αυτήν, που έγινε με τις από 13-9-1988 και 12-2-1989 επιστολές της αναιρεσείουσας, από τις οποίες συνάγεται ομολογία του αναιρεσίβλητου για την ως άνω συμφωνία των διαδίκων. Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, ως αλυσιτελής, καθόσον ο ανωτέρω ισχυρισμός δεν στηρίζει το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, αφού κατά τις παραδοχές της, ανελέγκτως κρίθηκε ότι οι ως άνω συμφωνίες των διαδίκων, γενόμενες πριν την έναρξη του είδους της χρήσης των ένδικων συγγενικών δικαιωμάτων, δεν μπορούσαν να προβλεφθούν και συνεπώς να ρυθμισθούν από αυτές. Κατά το άρθρο 559 αρ. 11 περ. γ' ΚΠολΔ., αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, για την ίδρυση του σχετικού λόγου αναίρεσης αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για τη λήψη υπόψη από το δικαστήριο προσκομισθέντων με επίκληση αποδεικτικών μέσων, τα οποία το δικαστήριο έχει την υποχρέωση να λαμβάνει υπόψη κατά τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339, 341 και 346 ΚΠολΔ (Ολ. ΑΠ 2/2008). Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, αν αποδεικνύεται από την απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία προσκομίσθηκαν με επίκληση. Συνήθως αρκεί προς τούτο η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου (μάρτυρες, έγγραφα κ.λ.π.), χωρίς ανάγκη ειδικής αξιολογήσεως καθενός και χωρίς διάκριση από ποια αποδεικτικά μέσα προκύπτει άμεση και από ποια έμμεση απόδειξη. Μη λήψη υπόψη, πάντως, δεν συνάγεται από μόνο το γεγονός ότι μνημονεύονται στην απόφαση ορισμένα μόνο από τα προσκομισθέντα με επίκληση έγγραφα όχι όμως και τα φερόμενα ως αγνοηθέντα (ΑΠ 559/2020, ΑΠ 1437/2017). Στην προκειμένη περίπτωση, η αναιρεσείουσα με το υπό στοιχείο IV αναιρετικό λόγο από το άρθρο 559 αρ.11 γ ΚΠολΔ, κατά το οικείο μέρος του, μέμφεται το Εφετείο, ότι προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα περί της παροχής άδειας από τον αναιρεσίβλητο για την χρήση των αναφερόμενων συγγενικών δικαιωμάτων του, δεν έλαβε υπόψη του τις από 13-9-1988 και 12-2-1989 προσκομισθείσες με επίκληση επιστολές της αναιρεσείουσας προς αυτόν, το περιεχόμενο των οποίων αποδέχθηκε σιωπηρά ο αναιρεσίβλητος, αν και δεν φέρουν την υπογραφή του. Ο ανωτέρω λόγος είναι αβάσιμος, καθώς τόσο από τη ρητή διαβεβαίωση του Εφετείου ότι έλαβε υπόψη όλα τα έγγραφα που προσκομίζουν με επίκληση οι διάδικοι, είτε προς άμεση απόδειξη είτε προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, όσο και από τις παραδοχές και αιτιολογίες του, καθίσταται απολύτως βέβαιο ότι έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε με τα λοιπά αποδεικτικά στοιχεία και τα ανωτέρω ανυπόγραφα από τον αναιρεσίβλητο έγγραφα (ως δικαστικά τεκμήρια και όχι ως συμβάσεις μεταξύ των διαδίκων), προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα. Από τη διάταξη του άρθρου 352 παρ. 1 ΚΠολΔ., που ορίζει ότι, η ομολογία του διαδίκου, προφορική ή γραπτή, ενώπιον του δικαστηρίου που δικάζει τη δίκη ή του εντεταλμένου δικαστή αποτελεί πλήρη απόδειξη εναντίον εκείνου που ομολόγησε, προκύπτει ότι η δικαστική ομολογία, η οποία πρέπει να είναι σαφής και να μην εξαρτάται από αίρεση, αποτελεί πλήρη απόδειξη εναντίον εκείνου που ομολόγησε για όσα γεγονότα ομολογήθηκαν από αυτόν και κρίνεται αντικειμενικά, χωρίς να αποτελεί προϋπόθεσή της η πρόθεση προς ομολογία (ΑΠ 498/2019, ΑΠ 530/2015). Εξάλλου, κατά το άρθρο 261 ΚΠολΔ, κάθε διάδικος οφείλει να απαντά με σαφήνεια, γενικά ή ειδικά, για την αλήθεια ή όχι των πραγματικών ισχυρισμών των αντιδίκων, αν συνάγεται ομολογία ή άρνηση. Από τη διάταξη αυτή συνάγεται ότι προϋπόθεση συναγωγής της λεγόμενης έμμεσης δικαστικής ομολογίας των διαδίκων σε σχέση με συγκεκριμένο πραγματικό ισχυρισμό του αντιδίκου του είναι να μην αμφισβητήθηκε ειδικώς από εκείνον ο πραγματικός αυτός ισχυρισμός. Αν συντρέχει η αρνητική αυτή προϋπόθεση, η οποία και μόνον ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο (με τον αναιρετικό λόγο του άρθρου 559 αρ.11 ΚΠολΔ, ΑΠ 498/2019) το δικαστήριο της ουσίας δικαιούται να κρίνει, ανελέγκτως ως προς τούτο, αν από το σύνολο των ισχυρισμών και τη γενική άρνηση που προβάλλεται, συνάγεται έμμεση ομολογία (ΑΠ 498/2019, ΑΠ 1453/2003) Η κρίση δε του δικαστηρίου της ουσίας περί αυτού, ανάγεται σε πράγματα και ως εκ τούτου δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου (ΑΠ 498/2019, ΑΠ 653/2008). Στην προκειμένη περίπτωση, η αναιρεσείουσα, με τον υπό στοιχείο II, από τον αρ. 11γ (κατ' εκτίμηση) του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγο της αίτησης, κατά το οικείο μέρος του, μέμφεται το Εφετείο, διότι δεν έλαβε υπόψη έμμεση ομολογία περί της συμφωνίας των διαδίκων για εκμετάλλευση των συγγενικών δικαιωμάτων του αναιρεσίβλητου. Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, αφού το Εφετείο, κατά την ανέλεγκτη κρίση του, δεν δέχθηκε ότι συνάγεται έμμεση ομολογία του ισχυρισμού της αναιρεσείουσας από την μη ειδική άρνησή του από τον αναιρεσίβλητο (βλ. ΑΠ 33/2021, ΑΠ 1192/2011, ΑΠ 2030/2009). Μετά από αυτά και αφού δεν υπάρχει άλλος αναιρετικός λόγος προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης, να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ.3 ΚΠολΔ) και να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, που κατέθεσε προτάσεις κατά το σχετικό αίτημά του (άρθρα 176, 183, 189 παρ.1 και 191 παρ.2 ΚΠολΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 12-5-2021 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 6008/2020 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου που έχει καταθέσει η αναιρεσείουσα, στο Δημόσιο Ταμείο. Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2700) ευρώ. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 30 Ιανουαρίου 2023. ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 16 Οκτωβρίου 2023. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ