Αριθμός 1593/2013 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Α1' Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Λυκούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ιωάννη Σίδερη, Νικόλαο Λεοντή, Γεώργιο Γεωργέλλη και Δημήτριο Κράνη, Αρεοπαγίτες. Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 1 Απριλίου 2013, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Των αναιρεσειόντων: 1. Γ. Α. του Β. και 2. Φ. Α. του Β., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξουσία Δικηγόρο τους Ελένη Τσουκλείδου. Των αναιρεσιβλήτων: 1. Δ. Σ. του Α., κατοίκου ... και 2. Ν. Σ. του Α., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Μιχαήλ Κουράκο - Μαυρομιχάλη. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30 Ιουλίου 2007 ανακοπή των ήδη αναιρεσιβλήτων που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1356/2009 οριστική του ιδίου δικαστηρίου και 6642/2011 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 14 Μαΐου 2012 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης, Γεώργιος Γεωργέλλης, ανέγνωσε την από 22 Μαρτίου 2013 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτός ο πρώτος λόγος της αναίρεσης και ν' απορριφθούν οι λοιποί. Η πληρεξουσία των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου του στην δικαστική δαπάνη του. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Το Εφετείο με την προσβαλλομένη απόφασή του δέχθηκε τα εξής: "Κατ' εφαρμογή του ρυμοτομικού σχεδίου του Δήμου Αμαρουσίου Αττικής στην περιοχή Σισμανογλείου Νέου Μαρουσιού, που εγκρίθηκε με το από 28-6-1986 διάταγμα (ΦΕΚ Δ 642/8-8-1946), εκδόθηκε η υπ' αριθμόν 1/1989 πράξη εφαρμογής της Διευθύνσεως Πολεοδομίας Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης Αθηνών (Τομέας Ανατολικής Αττικής), η οποία κυρώθηκε με την υπ' αριθμόν 18887/Τ -1694/19.7.1991 απόφαση του Νομάρχη Ανατολικής Αττικής, και συνετάγη το - από 19.7.1991, συνημμένο στην πράξη αυτή, διάγραμμα των τοπογράφων μηχανικών Η. Κ., Α. Κ. και Β. Κ., το οποίο θεωρήθηκε αυθημερόν από τον Νομάρχη Ανατολικής Αττικής Ε. Χαραλαμπίδη. Με βάση την παραπάνω πράξη και το συνημμένο διάγραμμα ρυμοτομήθηκε για τη δημιουργία κοινόχρηστου χώρου και συγκεκριμένα τη διάνοιξη της οδού ..., μεταξύ άλλων ακινήτων, και το υπ' αριθμόν ... του πιο πάνω διαγράμματος ακίνητο, το οποίο ανήκει από κοινού και κατά/ήμισυ εξ αδιαιρέτου εις έκαστον των καθών η ανακοπή Γ. Α. και Φ. Α.. Με την ίδια πράξη υπόχρεοι προς αποζημίωση, λόγω της ρυμοτόμησης του ακινήτου των καθών η ανακοπή, ορίστηκαν, για τμήμα αυτού εμβαδού 65 τετ. μέτρων, ο Δήμος Αμαρουσίου και για τμήμα αυτού εμβαδού 363,50 τετ. μετ. το έναντι αυτού κείμενο και εκ της ρυμοτομήσεως ωφελούμενο υπ' αριθμόν ... του διαγράμματος γειτονικό ακίνητο, εμβαδού 2.524,92 τετ, μέτρων, το οποίο κατά το χρόνο έκδοσης της πράξης (1989) ανήκε στον Ν. Λ. του Κ.. Ο τελευταίος, μετά την έκδοση της πράξης και συγκεκριμένα την 15.1.1990, με το υπ' αριθμόν ... της 15.1.1990 πωλητήριο συμβόλαιο της Συμβολαιογράφου Αθηνών Σοφίας Σίμου - Ταμπούρη, που μεταγράφηκε έκτοτε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Δήμου Αμαρουσίου, στον τόμο 261 και υπ' αύξοντα αριθμό μεταγραφής ..., πούλησε και μεταβίβασε στους Γ. Δ. του Α. και Α. - Ρ. Σ. του Ν., κοινώς και κατά το ήμισυ εξ αδιαιρέτου εις έκαστον, από το πιο πάνω βαρυνόμενο με την αποζημίωση των καθών η ανακοπή ακίνητο του διαιρετό τμήμα αυτού εμβαδού 1.364,05 τετ. μέτρων, άρτιο και οικοδομήσιμο, ο ίδιος δε διατήρησε στην κυριότητα του το απομείναν διαιρετό τμήμα του αρχικού οικοπέδου του εμβαδού (2.524,92 -1.364 =) 1.160,87 τετ. μέτρων, άρτιο και οικοδομήσιμο επίσης. Την 13.8.2000 απεβίωσε ο Ν. Λ. του Κ. και με την υπ' αριθμόν .../24.4.1991 δημόσια διαθήκη του που συντάχθηκε ενώπιον της Συμβολαιογράφου Κυθήρων Αγγελικής Αλέγρη - Λιαχάτου και δημοσιεύθηκε νόμιμα με το υπ' αριθμόν 994/1.12.2000 πρακτικό δημόσιας συνεδρίασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς κατέλειψε το πιο πάνω εναπομείναν από το αρχικό οικόπεδό του τμήμα εμβαδού 1.160,87 τετ. μέτρων κατά ψιλή κυριότητα κοινώς και κατά το ήμισυ εξ αδιαιρέτου εις έκαστον εκ των ανακοπτόντων, εγγονών του, Δ. Σ. του Α. και Ν. Σ. του Α.. Οι τελευταίοι απεδέχθησαν την κληρονομιά του παππού τους με την υπ' αριθμόν .../26.7.2001 πράξη αποδοχής κληρονομιάς του Συμβολαιογράφου Αθηνών Παναγιώτη Χαλκιέρα και την υπ' αριθμόν .../22.10.2003 διορθωτική αυτής πράξη του Συμβολαιογράφου Αθηνών Γεωργίου Στεφανάκου, που μεταγράφηκαν έκτοτε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφής του Δήμου Αμαρουσίου στους τόμους 394 και 413 και υπ' αύξοντες αριθμούς μεταγραφής ... και ..., αντιστοίχως και έτσι έγιναν ψιλοί συγκύριοι του κληρονομιαίου ακινήτου, έκαστος κατά το ήμισυ εξ αδιαιρέτου. Την 8.1.1999 συζητήθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών η από 26.1.1998 αίτηση των καθών η ανακοπή, στρεφόμενη κατά του Δήμου Αμαρουσίου, του εν ζωή τότε ακόμη ευρισκομένου καθολικού δικαιοπαρόχου των ανακοπτόντων Ν. Λ. και των Γ. Δ. και Α. - Ρ. Σ., για τον προσωρινό προσδιορισμό της αποζημίωσης του ρυμοτομηθέντος ακινήτου τους και εξεδόθη η υπ' αριθμόν 189/1999 απόφαση του πιο πάνω Δικαστηρίου, η οποία καθόρισε προσωρινά την τιμή μονάδας αποζημιώσεως στο ποσό των 100.000 δραχμών ανά τετ. μέτρο, ήδη 293 ευρώ/τετ.μετ. Η προσωρινή αυτή τιμή έγινε και οριστική με την υπ' αριθμόν 2213/2000 απόφαση του παρόντος Δικαστηρίου που εξεδόθη κατόπιν της από 17.7.1999 αιτήσεως του Ν. Λ. και της από 21.5.1999 αντίθετης των καθών η ανακοπή για τον οριστικό καθορισμό της αποζημίωσης. Επακολούθησε η έκδοση της υπ' αριθμόν 1717/2001 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία έκανε δεκτή την από 21.9.1999 αίτηση των καθών η ανακοπή και την κύρια παρέμβαση των ανακοπτόντων, ως καθολικών διαδόχων του εν τω μεταξύ αποβιώσαντος Ν. Λ. και αναγνώρισε τους καθών η ανακοπή δικαιούχους της αποζημιώσεως που καθόρισε οριστικά η προαναφερθείσα απόφαση του παρόντος Δικαστηρίου. Με βάση τα παραπάνω, εξ εγγράφων πλήρως αποδεικνυόμενα, περιστατικά και σύμφωνα με την προηγούμενη υπό στοιχεία Ι σκέψη, εφ' όσον την 8.1.1999, ότε συζητήθηκε η αίτηση για τον προσωρινό προσδιορισμό της αποζημίωσης, το βαρυνόμενο με την προς τους καθών η ανακοπή οφειλόμενη, λόγω ρυμοτομίας, αποζημίωση αρχικά ενιαίο ακίνητο, συνολικού εμβαδού 2.524,92 τετ. μέτρων, είχε, λόγω της επιγενόμενης μεταβίβασης τμήματος αυτού από τον αρχικό ιδιοκτήτη του Ν. Λ. προς τους Γ. Δ. και Α. - Ρ. Σ., διαιρεθεί σε δύο αυτοτελή ακίνητα, εκ των οποίων το ένα, εμβαδού 1.160,87 τετ. μέτρων, ανήκε στον Ν. Λ. και το άλλο, εμβαδού 1.364,05 τετ. μέτρων, ανήκε κοινώς και κατ' ισομοιρίαν στους Γ. Δ. και Α. - Ρ. Σ., συνυπόχρεοι για την καταβολή της αποζημίωσης αυτής προς τους καθών η ανακοπή είναι, αφενός μεν, ο Ν. Λ. και, μετά τον επακολουθήσαντα θάνατό του, οι ανακόπτοντες, ως εκ διαθήκης κληρονόμοι του, αφετέρου δε οι Γ. Δ. και Α. -Ρ. Σ., όχι όμως αλληλεγγύως και εις ολόκληρον εκάστη πλευρά αλλά διαιρετώς κατά το λόγο του εμβαδού του ακινήτου τους προς το εμβαδόν του όλου αρχικού ακινήτου. Επομένως, η αποζημίωση που οι ανακόπτοντες οφείλουν στους καθών η ανακοπή για τα ρυμοτομούμενα 363,50 τετ. μέτρα του ακινήτου τους ανέρχεται σε (363,50 τ.μ. ευρώ = 106.505,5 ευρώ Χ 1.160,87/2.524,92 =) 48.967,50 ευρώ συνολικά, ή οφείλουν από (48.967,50 : 2 =) 24.483,75 ευρώ έκαστος. Το υπόλοιπο της αποζημιώσεως, ήτοι το ποσό των (106.505,5 ευρώ Χ 1.364,05/2.524,92 =) 57.537,99 ευρώ βαρύνει τους Γ. Δ. και Α. - Ρ. Σ.. Περαιτέρω, η προαναφερόμενη αρχική υπ' αριθμόν 1/1989 πράξη εφαρμογής διορθώθηκε μεταγενέστερα με την υπ' αριθμόν 18510/1704/14.12 2002 απόφαση του Νομάρχη Αθηνών. Με την απόφαση αυτή το αρχικά ενιαίο υπ' αριθμόν ... του κτηματολογικού πίνακα ακίνητο του Ν. Λ., λόγω της επιγενόμενης μεταβιβάσεως τμήματος αυτού, για την οποίαν έγινε λόγος παραπάνω, και χάριν προσαρμογής του αναλογισμού της αποζημιώσεως στη διαμορφωθείσα κατάσταση, χωρίστηκε σε δύο επιμέρους αυτοτελή ακίνητα που έλαβαν τους αριθμούς ... και ... Α, εμβαδού 1.160,87 τετ. μέτρων και 1.364,05 τετ. μέτρων, με φερόμενους ιδιοκτήτες τον Ν. Λ. και τους Γ. Δ. και Α. - Ρ. Σ., αντιστοίχως, και παράλληλα μετεβλήθη ο αναλογισμός της αποζημίωσης και ορίστηκε ότι το μεν υπ' αριθμόν ... ακίνητο των ανακοπτόντων βαρύνεται να αποζημιώσει εκείνο των καθών η ανακοπή, για 37,17 τετ. μέτρα, το δε υπ' αριθμόν ... Α ακίνητο των Γ. Δ. και Α. - Ρ. Σ., βαρύνεται να αποζημιώσει εκείνο των καθών η ανακοπή, για 349,44 τετ. μέτρα. Με βάση την πιο πάνω διορθωτική απόφαση οι ανακόπτοντες όφειλαν να καταβάλουν στους καθών η ανακοπή αποζημίωση ποσού (37,17 τετ. μετρ. Χ 293,40 ευρώ =) 10.905,6 ευρώ, την οποίαν και πράγματι τους κατέβαλαν οικειοθελώς δυνάμει του από 10.3.2003 ιδιωτικού συμφωνητικού που συνήψαν με αυτούς και των τεσσάρων από 10.3.2003, 10.4.2003, 14.5.2003 και 12.6.2003 εξοφλητικών αποδείξεων των καθών η ανακοπή. Την καταβολή αυτή οι καθών η ανακοπή την αποδέχθηκαν, διότι συνιστούσε αναγκαία κατά το νόμο προϋπόθεση για την έκδοσης άδειας ανοικοδομήσεως του ακινήτου που τους είχε, μετά τη ρυμοτόμηση, απομείνει. Κατά της πιο πάνω 18510/1704/14.10.2002 διορθωτικής απόφασης του Νομάρχη Αθηνών οι εκ των συνυποχρέων θιγόμενοι Γ. Δ. και Α. - Ρ. Σ. άσκησαν την από 12-12-2002 προσφυγή τους ενώπιον του Γενικού Γραμματέα της Περιφέρειας Αττικής και ζήτησαν την τροποποίησή της ώστε να ελαφρυνθεί το βάρος που επιβλήθηκε στην ιδιοκτησία τους. Επί της προσφυγής αυτής εξεδόθη η υπ' αριθμόν 2546/11.2.2003 απόφαση του πιο πάνω Γενικού Γραμματέα που την απέρριψε κατ' ουσίαν. Την ακύρωση της τελευταίας αυτής απόφασης οι πιο πάνω προσφεύγοντες Γ. Δ. και Α. - Ρ. Σ. ζήτησαν με την από 12.3.2003 αίτησή τους ενώπιον του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών. Το τελευταίο με την υπ' αριθμόν 3035/2003 οριστική απόφασή του δέχθηκε την αίτηση, ακύρωσε την προσβληθείσα υπ' αριθμόν 2546/11.2.2003 απόφαση του Γενικού Γραμματέα της Περιφέρειας Αττικής, με την αιτιολογία, σύμφωνα και με την προηγούμενη υπό στοιχεία III σκέψη, ότι, εφόσον η υπ' αριθμόν 1/1989 πράξη εφαρμογής είχε νομίμως κυρωθεί και ακολούθως μεταγραφεί, είχε γίνει πλέον οριστική και αμετάκλητη και δεν ήταν νομικώς επιτρεπτή η επάνοδος της διοίκησης σε αυτήν, είτε δι' ανακλήσεως είτε δια ανασυντάξεώς της, ούτε για λόγους νομιμότητας και ότι, επομένως, η μεν υπ' αριθμόν 18510/1704/14.10.2002 διορθωτική απόφαση του Νομάρχη Αθηνών ήταν για το λόγο αυτό αυτεπαγγέλτως ακυρωτέα κατά το μέρος που αφορά το ακίνητο των αιτούντων, συνακόλουθα δε ακυρωτέα κατέστη και η προσβαλλόμενη πιο πάνω απόφαση του Γενικού Γραμματέα της Περιφέρειας Αττικής, που, αντί να δεχθεί την προσφυγή, την απέρριψε, και ανέπεμψε την υπόθεση στον πιο πάνω Γενικό Γραμματέα για νέα νόμιμη κρίση. Ο τελευταίος, συμμορφούμενος με την πιο πάνω απόφαση, εξέδωσε την υπ' αριθμόν 17307 + 8365/7.4.2004 απόφασή του, με την οποία δέχθηκε την από 12.12.2002 προσφυγή των Γ. Δ. και Α. - Ρ. Σ. και ακύρωσε την υπ' αριθμόν 18510/1704/14.10.2002 διορθωτική απόφαση του Νομάρχη Αθηνών κατά το μέρος που αφορά την ιδιοκτησία των προσφευγόντων. Την ακύρωση της πιο πάνω υπ' αριθμόν 17307 + 8365/7.4.2004 απόφασης του Γενικού Γραμματέα της Περιφέρειας Αττικής καθώς και της πιο πάνω υπ' αριθμόν 3035/2003 απόφασης του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών ζήτησαν στη συνέχεια οι ανακόπτοντες με τις από 13.5.2004 υπ' αριθμούς εκθέσεων καταθέσεως 116/2004 και 115/2004 αίτηση και τριτανακοπή τους, αντιστοίχως, ενώπιον του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών. Το τελευταίο με τις υπ' αριθμούς 2658/2004 4. 2057/2004 αποφάσεις του απέρριψε τόσον την αίτηση ακυρώσεως όσο και την Τριτανακοπή, ενώ στη συνέχεια με τις υπ' αριθμούς 2602/2008 και 2601/2008 αποφάσεις του Συμβουλίου της Επικρατείας απερρίφθησαν και οι από 3.2.2005 δύο εφέσεις που οι ανακόπτοντες άσκησαν κατ' εκείνων. Η αμετάκλητη αυτή, πλέον, κατά τα άνω, ακύρωση της υπ' αριθμόν 18510/1704/14.10.2002 διορθωτικής απόφασης του Νομάρχη Αθηνών κατά το μέρος που αφορά την ιδιοκτησία των Γ. Δ. και Α. - Ρ. Σ. ήρε στο σύνολό του τον αναλογισμό της αποζημίωσης που στηρίχθηκε στην ιδιοκτησία αυτή, ως αυτοτελή, επομένως δε και τον προσδιορισμό της βαρύνουσας το ακίνητο των ανακοπτόντων αποζημίωσης των καθών η ανακοπή μόνο για ρυμοτομηθέν τμήμα του ακινήτου τους εμβαδού 37,17 τετ. μέτρων, και επανέφερε σε ισχύ την αρχική υπ' αριθμόν 1/1989 πράξη εφαρμογής, με την οποίαν το αρχικό όλο ακίνητο, ιδιοκτησίας, κατά το χρόνο έκδοσής της, του Ν. Λ., βαρυνόταν να αποζημιώσει εκείνο των καθών η ανακοπή για ρυμοτομηθέν τμήμα του 363,50 τετ. μέτρων. Με βάση την πράξη αυτή εφαρμογής, τις αποφάσεις για τον προσωρινό και οριστικό καθορισμό της αποζημίωσης και την απόφαση αναγνώρισής των ως δικαιούχων, για τις οποίες έγινε λόγος παραπάνω, οι καθών η ανακοπή ζήτησαν, με την από 22.3.2007 αίτησή τους προς τον Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, την έκδοση διαταγής πληρωμής κατά των ανακοπτόντων για το ποσό των 95.600 ευρώ, που αποτελεί τη διαφορά μεταξύ του συνολικού εξ 106.505,5 ευρώ ποσού της οφειλόμενης αποζημίωσης και εκείνου των 10.905,6 ευρώ που τους είχαν ήδη καταβάλει. Η αίτηση έγινε δεκτή και εξεδόθη η ανακοπτόμενη υπ' αριθμόν 6667/2007 διαταγή πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που υποχρέωσε τους ανακόπτοντες να καταβάλουν στους καθών η ανακοπή το πιο πάνω συνολικό ποσό των 95.600 ευρώ διαιρετώς, ήτοι ο καθένας τους το ποσό των (95.600 : 4 =) 23.900 ευρώ στον καθένα των καθών η ανακοπή με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της διαταγής. Κατά της εις βάρος τους αυτής διαταγής πληρωμής οι καθών αυτή, ήδη ανακόπτοντες, άσκησαν την υπό κρίση από 26.7.2007 ανακοπή τους, την οποίαν η εκκαλουμένη υπ. αριθμόν αριθμόν 1356/2009 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών απέρριψε. Με την ανακοπή τους οι ανακόπτοντες ισχυρίζονται ότι η αμετάκλητη, κατά τα άνω, ακύρωση της υπ' αριθμόν 18510/1704/14.10. 2002 διορθωτικής απόφασης του Νομάρχη Αθηνών κατά το μέρος που αφορά την ιδιοκτησία των Γ. Δ. και Α. -Ρ. Σ. δεν έθιξε τον αναλογισμό της αποζημιώσεως όσον αφορά τη δική τους ιδιοκτησία, ότι δηλαδή αυτή εξακολουθεί να βαρύνεται προς αποζημίωση της ιδιοκτησίας των καθών η ανακοπή μόνο για ρυμοτομηθέν τμήμα της εμβαδού 37,17 τετ. μέτρων, και ότι, εφόσον τους έχουν καταβάλει την αντιστοιχούσα στο τμήμα αυτά αποζημίωση εκ 10.905,6 ευρώ, τους έχουν ολοσχερώς εξοφλήσει και ουδεμία περαιτέρω εκ της αιτίας αυτής αξίωση οι καθών η ανακοπή έχουν απέναντι τους. Ο ισχυρισμός αυτός των ανακοπτόντων, όμως, σύμφωνα με όσα εκτίθενται παραπάνω, είναι αβάσιμος, ακριβώς επειδή η ακύρωση της πιο πάνω διορθωτικής απόφασης κατά το μέρος που αφορά την ιδιοκτησία των Γ. Δ. και Α. - Ρ. Σ. ήρε στο σύνολό του τον αναλογισμό της αποζημίωσης που στηρίχθηκε στην ιδιοκτησία αυτή, ως αυτοτελή, και επανέφερε σε ισχύ την αρχική αριθμόν 1/1989 πράξη εφαρμογής, με την οποίαν το αρχικά όλο ακίνητο, ιδιοκτησίας, κατά το χρόνο έκδοσης της, του Ν. Λ., βαρυνόταν να αποζημιώσει εκείνο των καθών η ανακοπή για ρυμοτομηθέν τμήμα του 363,50 τετ. μέτρων. Δεν έσφαλε, επομένως, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο περί την ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου ούτε περί την εκτίμηση των αποδείξεων, με το να μην ακυρώσει, για το λόγο αυτό, στο σύνολο της, την ανακοπτόμενη διαταγή πληρωμής, όπως οι ανακόπτοντες με την υπό κρίση έφεσή τους αβάσιμα ισχυρίζονται. Έσφαλε όμως το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο περί την ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου, σύμφωνα και με όσα εκτίθενται στην προηγούμενη υπό στοιχεία Ι σκέψη, με το να κρίνει νόμιμη την έναντι των ανακοπτόντων αξίωση των καθών η ανακοπή για καταβολή του συνόλου της αποζημιώσεως που βάρυνε το αρχικό όλο ακίνητο ιδιοκτησίας, κατά το χρόνο έκδοσης της υπ' αριθμόν 1/1989 πράξεως εφαρμογής, του καθολικού δικαιοπαρόχου τους Ν. Λ., παρόλο ότι κατά τον κρίσιμο χρόνο της συζήτησης για τον προσωρινό προσδιορισμό της αποζημίωσης αυτός δεν ήταν καθολικός κύριος του όλου ακινήτου, γιατί εν τω μεταξύ είχε μεταβιβάσει διαιρετό τμήμα του στους Γ. Δ. και Α. - Ρ. Σ., σύμφωνα με όσα εκτίθενται παραπάνω, και ως εκ τούτου δεν βαρυνόταν με το σύνολο της αποζημίωσης αλλά με ένα μέρος αυτής ανάλογο προς το υφιστάμενο, κατά το χρόνο αυτό, δικαίωμά του πάνω στο βαρυνόμενο ακίνητο, το οποίο, σύμφωνα με τα παραπάνω, ανερχόταν στο ποσό των 48.967,50 ευρώ, και να μην ακυρώσει την ανακοπτόμενη διαταγή πληρωμής, μετ1 αφαίρεση και του καταβληθέντος ποσού των 10.905,6 ευρώ, ως προς το επιπλέον των (48.967,50 -10.905,6 =) 38.061,9 ευρώ ποσό, δηλαδή ως προς το ποσό των (95.600 -38.061,9 =) 57.538,1 ευρώ, διότι μόνο για το ποσό των 38.061,9 ευρώ οι καθών η ανακοπή έχουν βάσιμη αξίωση κατά των ανακοπτόντων οι τελευταίοι δε αντίστοιχη βάσιμη υποχρέωση έναντι εκείνων, όπως οι ανακόπτοντες τόσο με την υπό χρίση ανακοπή όσο και με την έφεση τους ισχυρίζονται. Μετά ταύτα η υπό κρίση έφεση πρέπει να γίνει δεκτή ως βάσιμη και κατ' ουσίαν, να εξαφανιστεί η εκκαλούμενη υπ' αριθμόν 1356/2009 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, να κρατηθεί η υπόθεση από το παρόν Δικαστήριο και να δικαστεί κατ' ουσίαν, να γίνει δεκτή εν μέρει η υπό κρίση από 26.7.2007 ανακοπή, και να ακυρωθεί η ανακοπτόμενη υπ' αριθμόν 6667/2007 διαταγή πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών κατά το συνολικό ποσό των 57.538,1 ευρώ, ήτοι κατά το ποσό των (57.538,1 :4 =) 14.384,52 ευρώ για καθένα από τους ανακόπτοντες έναντι καθενός των καθών η ανακοπή. Περαιτέρω, από τις επικαλούμενες και προσκομιζόμενες από τους ανακόπτοντες δύο από 5.3.2008 εξοφλητικές αποδείξεις των καθών η ανακοπή πλήρως αποδεικνύεται ότι οι ανακόπτοντες, για να αποφύγουν την αναγκαστική εις βάρος των εκτέλεση της ανακοπτόμενης διαταγής πληρωμής, κατέβαλαν στους καθών η ανακοπή έκαστος το ποσό των 52.741,97 ευρώ, ενόλω δε το ποσό των 105.483,94 ευρώ. Στο ποσό αυτό συμπεριλαμβάνεται και εκείνο των 57.538,1 ευρώ, κατά το οποίο ακυρώνεται με την παρούσα απόφαση η ανακοπείσα διαταγή πληρωμής. Το ποσό αυτό μαζί με τους νόμιμους τόκους που αναλογούν σε αυτό και τους έχουν καταβληθεί οι καθών η ανακοπή έχουν υποχρέωση να το αποδώσουν στους ανακόπτοντες, διαιρετώς και με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της παρούσης, κατά μερική παραδοχή ως νόμιμου (914 του ΚΠολΔ.) και βάσιμου του σχετικού περί επαναφοράς των πραγμάτων αιτήματος που οι ανακόπτοντες παραδεκτώς προέβαλαν με τις προτάσεις της συζήτησης στον πρώτο βαθμό και επαναπροβάλλουν με το δικόγραφο της έφεσης και να υποχρεωθούν καθένας από τους καθών η ανακοπή να καταβάλει στον καθένα από τους ανακόπτοντες το ποσά των (57.538,1 : 4 =) 14.384,52 ευρώ μετά των τόκων που αναλογούν σε αυτό και έχουν καταβληθεί εντόκως νομίμως από την επίδοση της παρούσας έως την ολοσχερή του εξόφληση" . Κατά το άρθρο 585 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., που έχει εφαρμογή και στην ανακοπή κατά διαταγής πληρωμής του άρθρου 632 του ίδιου Κώδικα, το έγγραφο της ανακοπής πρέπει να περιέχει, εκτός από τα στοιχεία που αναφέρονται στα άρθρα 118 έως 120, και τους λόγους της, νέοι δε λόγοι μπορούν να προταθούν μόνο με πρόσθετο δικόγραφο που κατατίθεται στη γραμματεία του δικαστηρίου προς το οποίο απευθύνεται η ανακοπή, κάτω από το οποίο συντάσσεται έκθεση και κοινοποιείται στον αντίδικο οκτώ τουλάχιστον ημέρες πριν από τη συζήτηση. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι α) το δικόγραφο της ανακοπής και των πρόσθετων λόγων αυτής, πρέπει να περιέχει, πλην άλλων, κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, τους λόγους της, με τους οποίους οριοθετείται η δίκη της ανακοπής, να περιέχει δηλαδή σαφείς και ορισμένες τις αντιρρήσεις και ενστάσεις του ανακόπτοντος κατά της συνδρομής των νομίμων προϋποθέσεων για την έκδοση της ανακοπτόμενης διαταγής πληρωμής και β) νέοι λόγοι, μη περιεχόμενοι στο δικόγραφο της ανακοπής ή των πρόσθετων λόγων αυτής, δεν επιτρέπεται να προταθούν για πρώτη φορά με τις έγγραφες προτάσεις του ανακόπτοντος της πρωτοβάθμιας ή δευτεροβάθμιας δίκης ή με το δικόγραφο της έφεσης, που ασκείται κατά της απορριπτικής αποφάσεως της ανακοπής ή το δικόγραφο των πρόσθετων λόγων της έφεσης και αν ακόμη οι νέοι λόγοι αφορούν ισχυρισμούς, που αναφέρονται στα άρθρα 269 και 527 του Κ.Πολ.Δ., καθόσον, έναντι των γενικών αυτών διατάξεων, κατισχύει η ειδική ως άνω διάταξη του άρθρου 585 παρ. 2 του ίδιου Κώδικα, η οποία ρυθμίζει αποκλειστικά το περιεχόμενο του δικογράφου της ανακοπής και τον τρόπο προβολής των νέων λόγων αυτής. Κατά το άρθρο 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 106, 335 και 338 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι "πράγματα" κατά την έννοια της πρώτης από αυτές (άρθρο 559 αριθ. 8) που προτάθηκαν ή δεν προτάθηκαν, των οποίων η λήψη ή μη λήψη υπόψη από το δικαστήριο ιδρύει τον προβλεπόμενο από αυτή λόγο αναιρέσεως, αποτελούν οι αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων που θεμελιώνουν ή καταλύουν τη βάση της αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως, και ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την επισκόπηση, του δικογράφου της ανακοπής προκύπτει ότι οι ανακόπτοντες και ήδη αναιρεσίβλητοι με το σχετικό λόγο της ανακοπής ζήτησαν την ακύρωση της υπ. αριθ. 6667/2007 διαταγής πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου κατά το μέρος που επιδικάστηκε με αυτή στους καθών η ανακοπή και ήδη αναιρεσείοντες ποσό πέραν του ποσού των 10.005 ευρώ που είχαν υποχρέωση να καταβάλουν στους καθών η ανακοπή με βάση την 18510/1704/14-10-2002 διορθωτική πράξη το οποίο και εισέπραξαν από αυτούς οι τελευταίοι αποδεχόμενοι την διορθωτική αυτή πράξη και τούτο ενόψει του ότι η διορθωθείσα υπ' αριθ. 1/1989 πράξη τακτοποίησης και αναλογισμού αποζημίωσης στην οποία οι καθών η ανακοπή θεμελίωσαν την αξίωση τους για το ποσό που τους επιδικάστηκε με τη διαταγή πληρωμής δεν αναβίωσε και ως προς αυτούς (τους καθών η ανακοπή) μετά την ακύρωση της υπ' αριθ. 18510/2002 διορθωτικής πράξης αφού η ακύρωσή της αυτή αφορά μόνο τους ασκήσαντες την προσφυγή μη διαδίκους στη παρούσα δίκη Γ. Δ. και τη σύζυγό του Α. - Ρ. Σ.. Το Εφετείο όπως προκύπτει από το περιεχόμενο της απόφασης έκρινε αβάσιμο το λόγο τούτο της ανακοπής με την αιτιολογία ότι η ακύρωση της πιο πάνω διορθωτικής απόφασης κατά το μέρος που αφορά την ιδιοκτησία των Γ. Δ. και Α. - Ρ. Σ. ήρε στο σύνολο του τον αναλογισμό της αποζημίωσης που στηρίχθηκε στην ιδιοκτησία αυτή, ως αυτοτελή και επανέφερε σε ισχύ την αρχική υπ' αριθ. 1/1989 πράξη εφαρμογής με την οποία το αρχικό όλο ακίνητο ιδιοκτησίας κατά το χρόνο έκδοσης της του Ν. Λ. βαρυνόταν να αποζημιώσει εκείνο των καθών η ανακοπή για ρυμοτομηθέν τμήμα 363,50 τ.μ. Περαιτέρω το Εφετείο έκρινε ότι ενόψει του ότι κατά το κρίσιμο χρόνο της συζήτησης για τον προσωρινό προσδιορισμό της αποζημίωσης ο δικαιοπάροχος των ανακοπτόντων δεν ήταν καθολικός κύριος του όλου ακινήτου γιατί στο μεταξύ είχε μεταβιβάσει διαιρετό τμήμα τούτου στους Γ. Δ. και Α. - Ρ. Σ. έκρινε ότι οι ανακόπτοντες είναι υπόχρεοι να καταβάλουν αποζημίωση ανάλογη προς το δικαίωμα του δικαιοπαρόχου τους στο βαρυνόμενο ακίνητο που ανέρχεται κατά τους σχετικούς ως άνω υπολογισμούς σε 48.967,50 ευρώ και μετ' αφαίρεση του ήδη καταβληθέντος ποσού των 10905,67 σε 38061,9 ευρώ και δεχόμενο την έφεση και την ανακοπή ακύρωσε διαταγή πληρωμής κατά το επί πλέον ποσό των 57538,1 ευρώ το οποίο βαρύνει τους ιδιοκτήτες του υπόλοιπου ακινήτου που περιήλθε κατά τα προεκτεθέντα στους Γ. Δ. και Α. - Ρ. Σ.. Με αυτά που δέχθηκε όμως το Eφετείo έλαβε τούτο υπόψη του πράγματα που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης χωρίς να έχουν προταθεί και τούτο διότι δεν προβλήθηκε λόγος ανακοπής που να θεμελιώνεται στο πραγματικό γεγονός ότι η ακύρωση της πιο πάνω διορθωτικής απόφασης κατά το μέρος που αφορά την ιδιοκτησία των Γ. Δ. και Α. - Ρ. Σ. ήρε στο σύνολο του τον αναλογισμό της αποζημίωσης που στηρίχθηκε στην ιδιοκτησία αυτή, ως αυτοτελή και επανέφερε σε ισχύ την αρχική υπ' αριθ. 1/1989 πράξη εφαρμογής με την οποία το αρχικό όλο ακίνητο ιδιοκτησίας κατά το χρόνο έκδοσής της του Ν. Λ. βαρυνόταν να αποζημιώσει εκείνο των καθών η ανακοπή. Αντίθετα μάλιστα με τον μόνο απορριφθέντα λόγο της ανακοπής οι ανακόπτοντες ζήτησαν, όπως προεκτέθηκε, την ακύρωση της διαταγής πληρωμής επικαλούμενοι την ισχύ ως προς αυτούς της υπ' αριθ. 18510/1704/14-10-2002 διορθωτικής πράξης. Συνεπώς το Εφετείο με το να δεχθεί λόγο ανακοπής που δεν προβλήθηκε από τους ανακόπτοντες με το δικόγραφο της ανακοπής ούτε, με δικόγραφο προσθέτων λόγων υπέπεσε στη πλημμέλεια του αριθ. 8 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. γι' αυτό και ο σχετικός πρώτος λόγος της αναίρεσης από τον αριθμό αυτόν ο οποίος και μόνο προσήκει όχι δε και από τον αριθ. 9 που αναφέρεται στο αναιρετήριο είναι βάσιμος. Συνεπώς πρέπει ν' αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση κατά το βάσιμο τούτο λόγο, παρελκούσης ύστερα από αυτά της έρευνας των λοιπών λόγων της αναίρεσης. Περαιτέρω και ενόψει του ότι η υπόθεση δεν χρειάζεται άλλη διευκρίνιση πρέπει να κρατηθεί και να δικασθεί από το Τμήμα τούτο (άρθρο 580 παρ. 3 εδ. α' Κ.Πολ.Δ.) και ενόψει των ως άνω δεκτών γενομένων ν' απορριφθεί ως αβάσιμη η έφεση των αναιρεσιβλήτων κατά της υπ' αριθ. 1356/2009 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία απορρίφθηκε η από 26-7-2007 ανακοπή αυτών και επικυρώθηκε η υπ' αριθ. 6667/2007 διαταγή πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Εξάλλου πρέπει οι αναιρεσίβλητοι να καταδικασθούν στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων του δεύτερου βαθμού και της παρούσης αναιρετικής διαδικασίας (αρθρ. 183, 176 Κ.Πολ.Δ.) και να διαταχθεί η απόδοση του κατατεθέντος παραβόλου στους αναιρεσείοντες (άρθρ. 495 παρ. 4 Κ.Πολ.Δ.). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί την υπ' αριθ. 6642/2011 απόφαση του Εφετείου Αθηνών κατά το μέρος που αναφέρεται στο σκεπτικό. Κρατεί και δικάζει την υπόθεση. Απορρίπτει την έφεση. Καταδικάζει τους αναιρεσιβλήτους ανακόπτοντες στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων, καθόσον η ανακοπή του δευτέρου βαθμού και της παρούσης αναιρετικής διαδικασίας τα οποία ορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων οκτακοσίων (3.800) Ευρώ. Και Διατάσσει την απόδοση του κατατεθέντος παραβόλου στους αναιρεσείοντες. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε, στην Αθήνα, στις 15 Μαΐου 2013. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ Δημοσιεύθηκε, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 23 Ιουλίου 2013. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ