Αριθμός 1737/2023 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Α3' Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αικατερίνη Κρυσταλλίδου, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Χρήστο Κατσιάνη, Στέφανο-Σπυρίδωνα Πανταζόπουλο - Εισηγητή, Κορνηλία Πανούτσου και Χρυσούλα Πλατιά, Αρεοπαγίτες. ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 25 Σεπτεμβρίου 2023, με την παρουσία και της Γραμματέως Μαρίας Σουλάκα, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Της αναιρεσείουσας: Εταιρείας Περιορισμένης Ευθύνης με την επωνυμία "... ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΠΕΡΙΟΡΙΣΜΕΝΗΣ ΕΥΘΥΝΗΣ" και το διακριτικό τίτλο "... Ε.Π.Ε.", που εδρεύει στην Θέση ... Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο, Λάουρα Κουνβερτίνι με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ. Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης Εταιρείας Χρηματοδοτικών Μισθώσεων με την επωνυμία "HELLAS CAPITAL LEASING A.E. ΧΡΗΜΑΤΟΔΟΤΙΚΩΝ ΜΙΣΘΩΣΕΩΝ" (πρώην "CREDIT AGRICOLE LEASING HELLAS ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΧΡΗΜΑΤΟΔΟΤΙΚΩΝ ΜΙΣΘΩΣΕΩΝ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία δεν εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 9/9/2016 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 10482/2017 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 4156/2019 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 15/9/2019 αίτησή της. Με την υπ' αριθμ. 158/2023 Πράξη του Προέδρου του Α2' Πολιτικού Τμήματος, ορίστηκε, κατ' εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 307 του ΚΠολΔ, η δικάσιμος, που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά τις διατάξεις του άρθρου 307 ΚΠολΔ, αν για οποιονδήποτε λόγο που παρουσιάστηκε μετά το τέλος της συζήτησης είναι αδύνατο να εκδοθεί η απόφαση, η συζήτηση επαναλαμβάνεται, αφού οριστεί νέα δικάσιμος και κοινοποιηθεί κλήση. Ο ορισμός της δικασίμου μπορεί να γίνει και η κλήση για τη συζήτηση μπορεί να κοινοποιηθεί με την επιμέλεια είτε κάποιου διαδίκου, είτε της γραμματείας του δικαστηρίου. Η επαναλαμβανόμενη κατ' άρθρο 307 ΚΠολΔ συζήτηση αποτελεί, όπως και η από το άρθρο 254 ΚΠολΔ συζήτηση, συνέχεια της προηγούμενης και όχι νέα συζήτηση. Συνακόλουθα, ο διάδικος ο οποίος δεν παρίσταται στην επαναλαμβανόμενη, είχε όμως παραστεί στην αρχική, δικάζεται αντιμωλία, ο διάδικος δε που παρίσταται στην επαναλαμβανόμενη συζήτηση δεν χρειάζεται να καταθέσει εκ νέου προτάσεις (ΑΠ936/2018, ΑΠ 869/2017). Εν προκειμένω, φέρεται προς ανασυζήτηση, στη σημερινή δικάσιμο, η από 15-9-2019 αίτηση αναίρεσης, σύμφωνα με την υπ' αριθμ. 158/2023 Πράξη του Προέδρου του A3 Πολιτικού Τμήματος, κατ' εφαρμογή του άρθρου 307 ΚΠολΔ, κατόπιν διαπίστωσης αδυναμίας εκδόσεως αποφάσεως επί της εν λόγω αιτήσεως αναιρέσεως, η οποία είχε συζητηθεί στην αρχικώς ορισθείσα δικάσιμο της 7-2-2022 ενώπιον του Α1 Πολιτικού Τμήματος του Αρείου Πάγου, λόγω παραίτησης του Αντιπροέδρου του ως άνω Τμήματος Χρήστου Τζανερίκου. Κατά την παρούσα δικάσιμο, η αναιρεσίβλητη, που είχε εκπροσωπηθεί από πληρεξούσιο δικηγόρο κατά την αρχική δικάσιμο, δεν εμφανίστηκε, παρότι κλήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, όπως προκύπτει από το με ημεροχρονολογία 5-7-2023 αποδεικτικό επιδόσεως του επιμελητή του Αρείου Πάγου Κ. Τ. στον αντίκλητο δικηγόρο του Νικόλαο Σύρμα. Ωστόσο, δικάζεται κατ' αντιμωλία, εφόσον η παρούσα, επαναλαμβανόμενη συζήτηση, αποτελεί συνέχεια της προηγούμενης, δηλαδή συνθέτει μία (ενιαία) συζήτηση με την αρχική ως άνω συζήτηση, κατά την οποία αυτός παραστάθηκε (ΑΠ674/2023). Υπόκειται προς κρίση η από 15-9-2019 αίτηση για αναίρεση της εκδοθείσας αντιμωλία των διαδίκων κατά την τακτική διαδικασία υπ' αριθμ. 4156/2019 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Με την προσβαλλόμενη απόφαση έγινε δεκτή η από 20-12-2017 έφεση της ενάγουσας και ήδη αναιρεσίβλητης κατά της υπ' αριθμ. 10482/2017 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία είχε απορρίψει την από 9-9-2016 αγωγή της κατά της εναγομένης, ήδη αναιρεσείουσας, και αφού εξαφάνισε την ως άνω απόφαση, δέχθηκε εν μέρει ως κατ' ουσία βάσιμη την αγωγή και υποχρέωσε την εναγόμενη να καταβάλει στην ενάγουσα το ποσό των 22.320 ευρώ με το νόμιμο τόκο από ενδοσυμβατική ευθύνη (σύμβαση παρακαταθήκης). Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ.1 ΚΠολΔ). Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να εξεταστεί το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της. Η νομική ανεπάρκεια των αναφερομένων στην αγωγή πραγματικών περιστατικών, σε σχέση με αυτά που απαιτούνται από το νόμο για τη θεμελίωσή της, χαρακτηρίζεται ως νομική αοριστία και ελέγχεται με τον αναιρετικό λόγο από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ως παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, εφόσον το δικαστήριο της ουσίας έκρινε τελικά ως ορισμένη την αγωγή, αρκούμενο σε λιγότερα στοιχεία από αυτά που απαιτεί ο νόμος, ή ως αόριστη, αξιώνοντας για τη θεμελίωσή της περισσότερα στοιχεία από όσα απαιτεί ο νόμος (ΟλΑΠ 18/1998, ΑΠ 59/2019, ΑΠ 1295/2017, ΑΠ 1967/2006). Αντίθετα, η έλλειψη εξειδίκευσης των πραγματικών περιστατικών, που θεμελιώνουν το ασκούμενο με την αγωγή ουσιαστικό δικαίωμα και αποτελούν την προϋπόθεση εφαρμογής του αντίστοιχου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, χαρακτηρίζεται ως ποσοτική αοριστία της αγωγής, ενώ η επίκληση απλώς των στοιχείων του νόμου, χωρίς αναφορά πραγματικών περιστατικών χαρακτηρίζεται ως ποιοτική αοριστία της αγωγής και ελέγχονται και οι δύο αναιρετικά με τους λόγους από τους αριθ. 8 και 14 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 1573/1981, ΑΠ 43/2022, ΑΠ 1452/2007, ΑΠ 963/2006). Ειδικότερα, ο από το άρθρο 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται, αν το δικαστήριο, παρά τη μη επαρκή έκθεση σ' αυτήν των στοιχείων που είναι αναγκαία για την στήριξη του αιτήματος της αγωγής, την έκρινε ορισμένη, θεωρώντας ότι αυτά εκτίθενται με επάρκεια ή αν παρά την επαρκή έκθεση των στοιχείων αυτών την απέρριψε ως αόριστη. Για να ιδρύεται πάντως ο αντίστοιχος λόγος αναίρεσης πρέπει ο σχετικός με την ποιοτική ή ποσοτική αοριστία ισχυρισμός, ο οποίος δεν υπάγεται στις εξαιρέσεις του άρθρ. 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, να προτάθηκε παραδεκτά στο δικαστήριο της ουσίας και να αναφέρεται αυτό στην αίτηση αναίρεσης. Εξάλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 111 παρ. 2, 118 αρ. 4 και 216 παρ. 1 του ΚΠολΔ, προκύπτει ότι το δικόγραφο της αγωγής πρέπει να περιέχει, σαφή έκθεση των γεγονότων, τα οποία θεμελιώνουν κατά νόμο την αγωγή και δικαιολογούν την άσκηση αυτής από τον ενάγοντα κατά του εναγομένου, ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς και ορισμένο αίτημα. Η έκθεση δε στο δικόγραφο της αγωγής των πραγματικών περιστατικών, τα οποία πρέπει να είναι όσα είναι νομικώς ικανά και αναγκαία για τη θεμελίωση του δικαιώματος, η προστασία του οποίου ζητείται, πρέπει να γίνεται με τέτοια σαφήνεια, ώστε να εξατομικεύουν την επίδικη έννομη σχέση. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 822 του ΑΚ "με τη σύμβαση της παρακαταθήκης ο θεματοφύλακας παραλαμβάνει από άλλον κινητό πράγμα για να το φυλάξει με την υποχρέωση να το αποδώσει όταν του ζητηθεί. Αμοιβή μπορεί να απαιτηθεί μόνον όταν συμφωνηθεί ή συνάγεται από τις περιστάσεις". Κατά δε το άρθρο 823 του ΑΚ "ο θεματοφύλακας οφείλει να καταβάλει την επιμέλεια που καταβάλλει στις δικές του υποθέσεις. Αν όμως οφείλεται αμοιβή για τη φύλαξη, ευθύνεται για κάθε πταίσμα". Από τις διατάξεις αυτές, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 361, 330-336 ΑΚ, συνάγεται ότι η σύμβαση παρακαταθήκης μπορεί κατ' αρχήν να καταρτίζεται και στα πλαίσια άλλης ρυθμισμένης συμβάσεως, οπότε για τη μικτή αυτή σύμβαση, εάν μεν κάθε παροχή, ανεξάρτητα από τον τύπο στον οποίον ανήκει, είναι της αυτής σπουδαιότητας για τους συμβαλλομένους, θα εφαρμοσθούν οι για τον τύπο καθεμιάς ισχύοντες κανόνες, εάν δε η μία από τις δύο είναι απλώς παρακολουθηματική της άλλης και οι εξ αυτής υποχρεώσεις είτε ανήκουν στις συνήθεις υποχρεώσεις από την κύρια σύμβαση είτε είναι παρακολουθηματικές της κύριας συμβάσεως, οι για την κύρια σύμβαση εφαρμοστέες διατάξεις είναι κρίσιμες για την όλη σύμβαση. Όταν για τη φύλαξη του πράγματος οφείλεται αμοιβή, οπότε θα πρόκειται κατά κανόνα για αυτοτελή σύμβαση παρακαταθήκης στα πλαίσια άλλης κύριας συμβάσεως, τότε ο θεματοφύλακας ευθύνεται για κάθε πταίσμα, δηλαδή για δόλο ή αμέλεια, η οποία (αμέλεια) υπάρχει όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια του μετρίως συνετού κοινωνικού ανθρώπου στον κύκλο της επαγγελματικής του δραστηριότητας. Διαφορετικά ο θεματοφύλακας ευθύνεται πάντοτε για βαριά αμέλεια και για ελαφρά αμέλεια μέχρι το βαθμό, πέρα από τον οποίο και για τις δικές του υποθέσεις δεν επιδεικνύει επιμέλεια. Για να απαλλαγεί από την ευθύνη του, επί αδυναμίας παροχής, ο θεματοφύλακας πρέπει να αποδείξει ότι η αδυναμία οφείλεται σε γεγονός για το οποίο δεν έχει ευθύνη αυτός ή τα πρόσωπα, για το πταίσμα των οποίων ευθύνεται όπως για δικό του πταίσμα, κατά τις προαναφερόμενες διαβαθμίσεις (AΠ 504/2016, 1024/2010). Από το συνδυασμό των πιο πάνω άρθρων συνάγεται ότι η αγωγή του παρακαταθέτη για αποζημίωσή του λόγω απώλειας η βλάβης του παρακαταθέντος πράγματος απαιτεί την επίκληση της κατάρτισης έστω και σιωπηρώς με τον εναγόμενο θεματοφύλακα της σύμβασης για το παραλαμβανόμενο από εκείνον προς φύλαξη πράγμα με την υποχρέωση απόδοσής του, όταν ζητηθεί, καθώς και τις ζημίες που ο ίδιος υπέστη λόγω των βλαβών που προξενήθηκαν σε αυτό. Στην προκειμένη περίπτωση με την ένδικη αγωγή η ενάγουσα ανώνυμη εταιρεία ισχυρίστηκε ότι δραστηριοποιείται στον τομέα της χρηματοδοτικής μίσθωσης και ότι συνήψε με την εναγόμενη εταιρεία περιορισμένης ευθύνης την από 12-3-2014 έγγραφη σύμβαση συνεργασίας, δυνάμει της οποίας η τελευταία ανέλαβε έναντι αμοιβής την ανεύρεση, παραλαβή, μεταφορά, αποθήκευση, φύλαξη, επισκευή και επίδειξη των μίσθιων εξοπλισμών ιδιοκτησίας της, των οποίων οι συμβάσεις χρηματοδοτικής μίσθωσης είχαν λήξει είτε πρόωρα λόγω καταγγελίας, είτε με την πάροδο του συμβατικού χρόνου, ότι σύμφωνα με το άρθρο 7 παρ. 2 και 8 της ως άνω σύμβασης η εναγόμενη ανέλαβε την υποχρέωση να αποθηκεύσει και να φυλάσσει τα κινητά πράγματα σε ειδικά διαμορφωμένους χώρους, ώστε να αποφεύγεται η πρόκληση ζημιών σε αυτά, απαγορευομένης της με οποιοδήποτε τρόπο χρήσης ή μεταφοράς των πραγμάτων από την εναγόμενη σε εγκαταστάσεις διαφορετικές από τις συμφωνηθείσες, ενώ σύμφωνα με τα άρθρα 2 παρ. 4-5 και 7 παρ. 6 της ίδιας σύμβασης, σε περίπτωση πρόκλησης ζημίας επί των κινητών πραγμάτων από πράξη ή παράλειψη της εναγομένης, θεμελιώνεται ευθύνη αυτής προς αποκατάσταση της επελθούσας στην ενάγουσα ζημίας, ότι τον Ιούλιο 2015 συμφωνήθηκε η λύση της μεταξύ των διαδίκων σύμβασης και κάλεσε την εναγόμενη να της αποδώσει τα λεπτομερώς περιγραφόμενα στο δικόγραφο της αγωγής κινητά πράγματα που βρίσκονταν στην κατοχή της, πλην όμως στις 21-7-2015 και 27-7-2015 διαπιστώθηκε ότι η εναγομένη κατά παράβαση των συμφωνηθέντων δεν είχε προβεί στη συντήρησή τους, είχε αφαιρέσει τμήματα αυτών και είχε προκαλέσει φθορές και αλλοιώσεις, οι οποίες εκτίθενται αναλυτικά στην αγωγή και οι οποίες μείωναν ουσιωδώς την αξία τους, ότι η ζημία της από την αντισυμβατική συμπεριφορά της εναγομένης συνίσταται αφενός στη διαφορά της αξίας των κινητών πραγμάτων κατά τον χρόνο αφαίρεσής τους από τους μισθωτές της ενάγουσας και της αξίας αυτών κατά τον χρόνο παράδοσής τους στην ίδια από την εναγόμενη, ανερχόμενη στο ποσό των 20712 ευρώ, αφετέρου στη διαφορά μεταξύ της αξίας των κινητών πραγμάτων κατά τον χρόνο αφαίρεσής τους από τους μισθωτές της ενάγουσας και του μειωμένου τιμήματος που αυτή εισέπραξε από τη μεταπώλησή τους σε τρίτους λόγω της χειροτέρευσης της κατάστασής τους, ανερχόμενη στο ποσό των 41500 ευρώ και συνολικά στο ποσό των 62.282 ευρώ. Με βάση τα πραγματικά περιστατικά ζήτησε να υποχρεωθεί η εναγόμενη να της καταβάλει ως αποζημίωση το ανωτέρω ποσό νομιμοτόκως από την επίδοση της αγωγής. Υπό το προεκτεθέν περιεχόμενο η αγωγή είναι ορισμένη, αφού διαλαμβάνει όλα τα αναγκαία προς τούτο στοιχεία ήτοι την επίκληση της κατάρτισης έστω και σιωπηρώς με τον εναγόμενο θεματοφύλακα της σύμβασης για το παραλαμβανόμενο από εκείνον προς φύλαξη πράγμα με την υποχρέωση απόδοσής του, όταν ζητηθεί, καθώς και τις ζημίες που ο ίδιος υπέστη λόγω των βλαβών που προξενήθηκαν σε αυτό. Συνεπώς, ο από τους αρ. 8 και 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πρώτος λόγος αναίρεσης με τον οποίο η αναιρεσείουσα μέμφεται το Εφετείο ότι δεν έλαβε υπόψη του τον προβληθέντα με τις προτάσεις της ισχυρισμό περί πραγματικής αοριστίας της αγωγής και παρά το νόμο δεν κήρυξε απαράδεκτο είναι αβάσιμος. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 εδ. α του Συντάγματος που επιτάσσει ότι κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά "έλλειψη αιτιολογίας", ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της "ανεπαρκής αιτιολογία", ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους "αντιφατική αιτιολογία" (ΟλΑΠ 1/1999). Ειδικότερα αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που αναγράφονται σε αυτήν και στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμα της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή κατάλυση του επιδίκου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της συγκεκριμένης ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης. Αντίστοιχα ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι όμως όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση των αποδείξεων εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (ΟλΑΠ 15/2006). Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία", ώστε στο πλαίσιο της διάταξης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ να επιδέχονται μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια. Ούτε εξ άλλου ιδρύεται ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ εξ αιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων (ΑΠ 1420/2013, ΑΠ 1703/2009). Για να είναι ορισμένος ο λόγος αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται ότι η προσβαλλομένη απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση εξαιτίας ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών, πρέπει στο αναιρετήριο, πλην της αναφοράς στη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε, του προταθέντος ουσιώδους αυτοτελούς ισχυρισμού και των θεμελιούντων αυτόν πραγματικών περιστατικών, το μεν να αναφέρονται οι ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης, το δε να εξειδικεύονται οι ανεπάρκειες ή οι αντιφάσεις που προσάπτονται στις ως άνω παραδοχές, δηλαδή να διαλαμβάνεται ποίες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιλαμβάνει η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας ή που εντοπίζονται οι αντιφάσεις (ΟλΑΠ 20/2005, ΑΠ 1184/2015). Συνακόλουθα η παραβίαση του κανόνα του ουσιαστικού δικαίου (άρθ. 559 παρ. 1 του ΚΠολΔ) οσάκις το δικαστήριο ερεύνησε την υπόθεση κατ' ουσία, και η έλλειψη νόμιμης βάσης της προσβαλλομένης απόφασης για ελλιπείς, ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες (άρθ. 559 αριθ.19 του ΚΠολΔ) πρέπει να προκύπτουν από τη διατυπωθείσα προς στήριξη του διατακτικού της απόφασης ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δηλαδή από τις παραδοχές της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας επί των ζητημάτων, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και με βάση τις οποίες το δικαστήριο, ως αναγκαίες, κατέληξε στην κρίση περί παραδοχής ή απόρριψης της αγωγής, της ένστασης ή της αντένστασης (ΑΠ 1420/2013) και κατά τούτο συνιστούν κατά τα ήδη προεκτεθέντα στοιχεία του ορισμένου του προβαλλομένου στο αναιρετήριο σχετικού λόγου αναίρεσης (ΟλΑΠ 27/1998). Τέλος από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ.1 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών και ιδιαίτερα του περιεχομένου εγγράφων, εφόσον δεν παραβιάσθηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι αναιρετικά ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, από το περιεχόμενο του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις, απορρίπτεται ως απαράδεκτος, αφού πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο από το δικαστήριο του Αρείου Πάγου. Στην προκειμένη περίπτωση από την παραδεκτή κατά το άρθρο 561 παρ. 2 επισκόπηση της αναιρεσιβαλλομένης απόφασης κατά το μέρος που ενδιαφέρει τον αναιρετικό έλεγχο προκύπτει ότι αυτή δέχθηκε τα εξής: "Η ενάγουσα ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "HELLAS CAPITAL / LEASING ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΧΡΗΜΑΤΟΔΟΤΙΚΩΝ ΜΙΣΘΩΣΕΩΝ" και πρώην επωνυμία "CREDIT AGRICOLE LEASING HELLAS ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΧΡΗΜΑΤΟΔΟΤΙΚΩΝ ΜΙΣΘΩΣΕΩΝ", μετά την τροποποίηση του καταστατικού της σύμφωνα με την από 07.10.2014 απόφαση της έκτακτης γενικής συνέλευσης των μετόχων αυτής που καταχωρήθηκε στο Γενικό Εμπορικό Μητρώο (Γ.Ε.ΜΗ.) την 27.01.2015 και δημοσιεύθηκε στο προσκομιζόμενο υπ' αριθ. Φύλλου 1991/08.04.2015 ΦΕΚ Τεύχος Καταχώρισης Πράξεων και Στοιχείων Λοιπών Φορέων Δημοσίου και Ιδιωτικού Τομέα, δραστηριοποιείται στον τομέα των χρηματοδοτικών μισθώσεων. Στα πλαίσια αυτής της δραστηριότητάς της συνήψε με την εναγόμενη εταιρεία περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "... ... ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΠΕΡΙΟΡΙΣΜΕΝΗΣ ΕΥΘΥΝΗΣ", δυνάμει του προσκομιζόμενου από 12.03.2014 ιδιωτικού συμφωνητικού, σύμβαση συνεργασίας, με την οποία η τελευταία ανέλαβε έναντι αμοιβής, την ανεύρεση, παραλαβή, μεταφορά, αποθήκευση, φύλαξη, επισκευή και επίδειξη των μίσθιων εξοπλισμών ιδιοκτησίας της ενάγουσας, των οποίων είχαν λήξει οι συμβάσεις χρηματοδοτικής μίσθωσης είτε πρόωρα λόγω καταγγελίας, είτε με την πάροδο του συμβατικού χρόνου. Σύμφωνα με το άρθρο 2 παρ. 4 της σύμβασης, η εναγόμενη ανέλαβε την υποχρέωση να αποθηκεύει και να φυλάσσει τα κινητά πράγματα της ενάγουσας στις εγκαταστάσεις της στον Ασπρόπυργο Αττικής επί της οδού ..., είτε στις εγκαταστάσεις της ενάγουσας που θα υποδειχθούν από αυτήν, επιπλέον δε ανέλαβε την υποχρέωση να τα αποδώσει άμεσα στην ενάγουσα όταν ζητηθεί από αυτήν, καθώς και να συνάψει συμβάσεις ασφάλισης των κινητών πραγμάτων κατά τη μεταφορά αυτών από τα σημεία περισυλλογής στις εγκαταστάσεις της, αλλά και των εγκαταστάσεών αυτής, για κάθε κίνδυνο, με ασφαλιστική εταιρεία επιλογής της ενάγουσας, ενώ συμφωνήθηκε ότι η ενάγουσα θα προβαίνει στην ασφάλιση των κινητών πραγμάτων από την αποθήκευσή τους στις εγκαταστάσεις της εναγόμενης μέχρι την εκποίηση ή την ανάκτηση αυτών από την ίδια. Κατά το άρθρο 7 παρ. 8 της σύμβασης απαγορεύθηκε στην εναγόμενη να χρησιμοποιεί τα κινητά πράγματα της ενάγουσας και να τα μεταφέρει σε εγκαταστάσεις διαφορετικές από τις συμφωνηθείσες, καθώς και να αναθέτει την αποθήκευση και φύλαξη αυτών σε τρίτους, χωρίς την προηγούμενη έγγραφη έγκριση της ενάγουσας. Σύμφωνα δε με τα άρθρα 5 και 7 παρ. 6 και 9 της σύμβασης, συμφωνήθηκε μεταξύ των συμβαλλομένων ότι σε περίπτωση πρόκλησης ζημίας επί των κινητών πραγμάτων της ενάγουσας από πράξη ή παράλειψη της εναγόμενης ή/και των προστηθέντων που αυτή χρησιμοποιεί για την εκπλήρωση των συμβατικών της υποχρεώσεων, η τελευταία θα ευθύνεται προς πλήρη αποκατάσταση της επελθούσας στην ενάγουσα ζημίας. Αποδείχθηκε περαιτέρω ότι με την προσκομιζόμενη από 09.07.2015 επιστολή της ενάγουσας προς την εναγόμενη, την κάλεσε να της αποδώσει τα κινητά πράγματα που βρίσκονταν στις εγκαταστάσεις της στον Ασπρόπυργο Αττικής επί της οδού .... Ακολούθως συντάχθηκαν τα προσκομιζόμενα από 21.07.2015 και 27.07.2015 αντίστοιχα, πρωτόκολλα παράδοσης και παραλαβής των περιγραφόμενων σε αυτά κινητών πραγμάτων ιδιοκτησίας της ενάγουσας. Εντούτοις, η εναγόμενη δεν προέβη στην απόδοση όλων των κινητών πραγμάτων της ενάγουσας που βρίσκονταν στην κατοχή της, καθόσον εκδήλωσε ενδιαφέρον για την αγορά ορισμένων εξ αυτών αυτών, στη συνέχεια όμως δεν κατέθεσε δεσμευτικές προσφορές και για τον λόγο αυτό η ενάγουσα κοινοποίησε στην εναγόμενη την προσκομιζόμενη από 01.10.2015 εξώδικη δήλωσή της (βλ. την υπ' αριθ. 1026Δ/01.10.2015 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Εφετείο Πειραιά Ν. Χ.), με την οποία κατήγγειλε την καταρτισθείσα μεταξύ τους από 12.03.2014 σύμβαση, η διάρκεια της οποίας είχε συμφωνηθεί αόριστη, δυνάμενη να λυθεί δι εγγράφου καταγγελίας σύμφωνα με το άρθρο 4 της σύμβασης, και την κάλεσε, εντός προθεσμίας τριών ημερών, να της παραδώσει τα αναγραφόμενα σε αυτή κινητά πράγματα. Εντούτοις, η εναγόμενη αρνήθηκε την απόδοση των εν λόγω κινητών πραγμάτων, αντιποιούμενη έτσι τη νομή αυτών, και ακολούθως η ενάγουσα άσκησε σε βάρος την από 16.10.2015 αίτησή της ενώπιον του Ειρηνοδικείου Αθηνών, η οποία έγινε δεκτή με την προσκομιζόμενη υπ' αριθ. 3267/2015 απόφασή του, με την οποία αναγνωρίσθηκε προσωρινά η ενάγουσα νομέας των κινητών πραγμάτων και υποχρεώθηκε η εναγόμενη να της αποδώσει τη νομή αυτών. Αποδείχθηκε περαιτέρω ότι κατά την παραλαβή την 21.07.2015 και την 27.07.2015 αντίστοιχα των ακόλουθων κινητών πραγμάτων της ενάγουσας από τις εγκαταστάσεις της εναγόμενης, διαπιστώθηκαν σε αυτά φθορές και ελλείψεις, για τις οποίες ευθύνεται αποκλειστικώς η εναγόμενη λόγω παραβίασης της συμβατικής της υποχρέωσης ως θεματοφύλακα να παραδώσει τα πράγματα σε καλή κατάσταση. Ειδικότερα αποδείχθηκε ότι μεταξύ των κινητών πραγμάτων που αποδόθηκαν στην ενάγουσα την 21.07.2015 περιλαμβάνονταν ένα φορτηγό αυτοκίνητο με γερανό, αποτελούμενο από ένα λευκό πετρελαιοκίνητο φορτηγό αυτοκίνητο έως 3,5 t, εργοστασίου κατασκευής "DAF", τύπου CF 65.220, κυλινδρισμού 6.700 cc, έτους κατασκευής 2002, με αριθμό πλαισίου ... και από ένα υδραυλικό γερανό, εργοστασιακής κατασκευής "FASSI", τύπου F-110-A-23, με σειριακό αριθμό ..., έτους κατασκευής 2010, τα οποία είχαν αποτελέσει αντικείμενο σύμβασης χρηματοδοτικής μίσθωσης μεταξύ της ενάγουσας και του Η. Ρ. και είχαν αφαιρεθεί από την κατοχή του, δυνάμει της προσκομιζόμενης υπ' αριθ. 2793/03.06.2014 έκθεσης αφαίρεσης αυτοκινήτου του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Αθηνών Ι. Π., παραδιδόμενα αυθημερόν στην εναγόμενη. Την 27.03.2015, ο εν λόγω εξοπλισμός εκτιμήθηκε στο ποσό των 20.000,00 ευρώ, όπως προκύπτει από την προσκομιζόμενη υπ' αριθ. .../2015 έκθεση εκτίμησης του Δ. Χ. μηχανολόγου - μηχανικού της εταιρείας με την επωνυμία "... Α.Ε.", ενώ στα βιβλία παγίων της ενάγουσας η αξία του καταγράφηκε ως ανερχόμενη στο ποσό των 16.062,00 ευρώ (βλ. Το προσκομιζόμενο αντίγραφο εκ των βιβλίων της ενάγουσας). Στην ανωτέρω υπ' αριθ. 2793/03.06.2014 έκθεση αφαίρεσης αυτοκινήτου περιγράφεται ως ένα πετρελαιοκίνητο φορτηγό αυτοκίνητο έως 3,5 ί, εργοστασίου κατασκευής "DAF", τύπου AE65CC, κυλινδρισμού 6.700 cc, έτους κατασκευής 2002, με αριθμό πλαισίου ... και τύπο κινητήρα ... και ένα μηχάνημα - υδραυλικό γερανό F110/95A23090 6-... με όλα του τα παρελκόμενα, ενώ ουδόλως αναφέρεται η κατάσταση του κινητού κατά την αφαίρεσή του από τον οφειλέτη ούτε οι τυχόν φθορές που είχαν προκληθεί σε αυτό από τη συνήθη ή από κακή χρήση του μισθωτή, ούτε οι τυχόν ελλείψεις εξαρτημάτων αυτού και επιπλέον γίνεται μνεία ότι δεν παραδόθηκαν η άδεια κυκλοφορίας και οι πινακίδες του οχήματος, διότι, κατά δήλωση του οφειλέτη, είχαν κατατεθεί στο αρμόδιο υπουργείο. Σύμφωνα δε με την προαναφερόμενη υπ' αριθ. .../2015 έκθεση εκτίμησης, το φορτηγό όχημα δεν διέθετε αριθμό κυκλοφορίας, τα ελαστικά του είχαν φθαρεί στο 100%, ο εσωτερικός χώρος του οχήματος ήταν σε μέτρια κατάσταση και το φορτηγό τέθηκε σε λειτουργία κατά την αυτοψία, ενώ ήταν σπασμένα τα σκαλοπάτια του φορτηγού αριστερά και δεξιά, ήταν χτυπημένη η "μάσκα" του φορτηγού και σπασμένος ο αριστερός καθρέπτης και από τον δεξιό έλλειπαν πλαστικά τμήματα, όπως και το αριστερό πέδιλο του γερανού. Επίσης σημειωνόταν ότι επ' αυτού υπήρχε γερανός του οίκου "FASSI", τύπου "F-110-A-24", με σειριακό αριθμό ..., έτους κατασκευής 2010, ο οποίος ήταν σε σχετικά μέτρια κατάσταση, ενώ λόγω της ηλικίας και του τύπου του οχήματος, των χιλιομέτρων που είχε διανύσει (πιθανότατα πάνω από 1.000.000 χλμ.) υπήρχε μεγάλη δυσκολία διάθεσης αυτού. Τέλος, στην από 05.10.2015 έκθεση εκτίμησης του Ι. Β. χημικού - μηχανικού της εταιρείας με την επωνυμία "... ΕΠΕ", αφού γίνεται μνεία των ανωτέρω διαπιστώσεων αναφορικά με την κατάσταση του οχήματος που εμπεριέχονταν στην υπ' αριθ. .../2015 έκθεση εκτίμησης, αναφέρεται επιπλέον ότι το όχημα δεν ήταν δυνατό να εκκινήσει διότι οι μπαταρίες του είχαν αφαιρεθεί, ενώ κατά δήλωση του υπαλλήλου της εναγόμενης το όχημα έφτασε στις εγκαταστάσεις της οδικώς χωρίς να αναφέρεται πρόβλημα λειτουργίας, και ότι το φορτηγό έφερε χτυπήματα περιμετρικά και οξειδώσεις στο πίσω τμήμα του (ανοικτή καρότσα). Αναφορικά με τον γερανό γίνεται μνεία ότι φέρει διακριτικά "FASSI" F110-A24, με σειριακό αριθμό ... και έτος κατασκευής 2010 σε αντίθεση με το τιμολόγιο αγοράς No ...2010 της εναγόμενης, το οποίο αναφέρει μοντέλο F110-A23, ότι ο συγκεκριμένος γερανός που βρίσκεται εγκατεστημένος στο φορτηγό δεν είναι ο ανωτέρω περιγραφόμενος, αφού παρουσιάζει σημαντικές φυσικές διαφορές με το ανωτέρω μοντέλο και ότι υπάρχουν ενδείξεις ότι γερανός έχει επαναβαφεί, ενώ τα χειριστήριά του και κάποιες σωλήνες του υδραυλικού συστήματος είναι αποσυνδεδεμένα, τα δε στοιχεία που βρίσκονται στον κορμό του έχουν παραποιηθεί με αποτέλεσμα να μην είναι δυνατή η ταυτοποίησή του όπως και η κατάσταση λειτουργίας αυτού. Από τα αποδειχθέντα ως άνω πραγματικά περιστατικά προέκυψε αφενός ότι οι προαναφερόμενες φθορές στο φορτηγό όχημα (αφαίρεση των μπαταριών, χτυπήματα περιμετρικά και οξειδώσεις στο πίσω τμήμα του) δεν είχαν προέλθει από τη συνήθη χρήση αυτού, αλλά οφείλονται σε ενέργειες της εναγομένης, αφετέρου ότι δεν βρέθηκε ο προαναφερόμενος γερανός εργοστασιακής κατασκευής "FASSI", τύπου "F-110-A-23", με σειριακό αριθμό ..., έτους κατασκευής 2010, αλλά έτερος με παρόμοια χαρακτηριστικά γνωρίσματα. Επομένως, η εναγόμενη ευθύνεται για την αποκατάσταση αυτής της ζημίας της ενάγουσας από την αντισυμβατική συμπεριφορά της, η οποία συνιστά πλημμελή εκτέλεση της παροχής της ως θεματοφύλακα και η οποία συνίσταται στη διαφορά μεταξύ της αξίας του ανωτέρω οχήματος κατά το χρόνο αφαίρεσής του από τον μισθωτή της ενάγουσας και της μειωμένης αξίας αυτού κατά το χρόνο παράδοσής του από την εναγόμενη στην ενάγουσα και μεταπώλησής του από την τελευταία. Ειδικότερα από το προσκομιζόμενο υπ' αριθ. .../15.01.2016 τιμολόγιο πώλησης - δελτίο αποστολής αποδείχθηκε ότι η ενάγουσα πώλησε το φορτηγό αντί τιμήματος 5.143,64 ευρώ και τον γερανό αντί τιμήματος 7.156,36 ευρώ, ήτοι συνολικά 12.300,00 ευρώ, και ως εκ τούτου η εναγόμενη υποχρεούται να της καταβάλει την αξιούμενη εκ μέρους της διαφορά ύψους 7.700,00 ευρώ μεταξύ του εισπραχθέντος ως άνω τιμήματος των 12.300,00 ευρώ, σε σχέση με το ποσό των 20.000,00 ευρώ, στο οποίο είχε προσδιορισθεί αρχικά η εμπορική αξία του εν λόγω εξοπλισμού, σύμφωνα με τα αναφερόμενη στην υπ' αριθ. .../2015 έκθεση εκτίμησης, αφού είχαν ληφθεί υπόψη τόσο οι ανωτέρω φθορές του οχήματος, όσο και η μείωση της αξίας αυτού, που κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, προκύπτει σε όλα τα χρησιμοποιούμενα μηχανήματα και οχήματα. Επιπλέον αποδείχθηκε ότι μεταξύ των κινητών πραγμάτων που αποδόθηκαν στην ενάγουσα την 27.07.2015 περιλαμβάνονταν και ένας υδραυλικός γερανός επί φορτηγού εργοστασιακής κατασκευής "FASSI", τύπου F310AXP26, με αριθμό πλαισίου ..., αποτελούμενος από χειριστήριο 4 θέσεων D 850, RCH 6 θέσεων, κόκκινο/κίτρινο φως και ασφ. βαλ. FX800L, καθώς και ένα πετρελαιοκίνητο φορτηγό αυτοκίνητο, εργοστασίου κατασκευής "VOLVO'', τύπου FH12, με αριθμό πλαισίου ... και με αριθμό κινητήρα TD122F, τα οποία είχαν αποτελέσει αντικείμενο σύμβασης χρηματοδοτικής μίσθωσης της ενάγουσας με τον Μ. Μ. και τα οποία αφαιρέθηκαν από την κατοχή του δυνάμει της προσκομιζόμενης υπ' αριθ. 2706/08.04.2014 έκθεσης αφαίρεσης κινητών του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών Ι. Π.. Την 27.12.2014, εκτιμήθηκε η αξία του φορτηγού στο ποσό των 4.290,00 ευρώ και του γερανού στο ποσό των 17.606,16 ευρώ, ήτοι στο συνολικό ποσό των 21.896,16 ευρώ και στρογγυλοποιημένο στο ποσό των 22.000,00 ευρώ, όπως προκύπτει από την προσκομιζόμενη από 27.12.2014 έκθεση εκτίμησης της εταιρείας με την επωνυμία "...", ενώ στα βιβλία παγίων της ενάγουσας η συνολική αξία του καταγράφηκε ως ανερχόμενη στο ποσό των 19.397,40 ευρώ (βλ. Το προσκομιζόμενο αντίγραφο εκ των βιβλίων της ενάγουσας). Στην ανωτέρω υπ' αριθ. 2706/08.04.2014 έκθεση αφαίρεση κινητών περιγράφεται ως ένα μεταχειρισμένο πετρελαιοκίνητο φορτηγό αυτοκίνητο, εργοστασίου κατασκευής "VOLVO", τύπου FH12, με αριθμό πλαισίου ..., με αριθμό κινητήρα TD122F και με αριθμό κυκλοφορίας Μ.Ε. ... Ι.Χ., και ως ένας υδραυλικός γερανός τύπου F310AXP26, με αριθμό πλαισίου ..., αποτελούμενος από χειριστήριο 4 θέσεων D 850, RCH 6 θέσεων, κόκκινο/κίτρινο φως και ασφ. βαλ. FX800L, ενώ δεν αναφέρεται η κατάσταση του κινητού κατά την αφαίρεσή του από τον οφειλέτη, ούτε οι τυχόν φθορές που είχαν προκληθεί σε αυτό, ούτε οι τυχόν ελλείψεις εξαρτημάτων του και επιπλέον γίνεται μνεία ότι δεν παραδόθηκαν η άδεια κυκλοφορίας, οι πινακίδες του οχήματος και το βιβλιάριο μεταβολών, διότι είχαν κατατεθεί στο αρμόδιο υπουργείο. Σύμφωνα δε με την προαναφερόμενη από 27.12.2014 έκθεση εκτίμησης, ο υδραυλικός γερανός επί φορτηγού εργοστασιακής κατασκευής "FASSI", τύπου F310AXP26, με αριθμό πλαισίου ..., αποτελούμενος από χειριστήριο 4 θέσεων D 850, RCH 6 θέσεων, κόκκινο/κίτρινο φως και ασφ. βαλ. FX800L, αγοράσθηκε το έτος 2010 από τον ανωτέρω μισθωτή, βρίσκεται εκτός χρήσης ύστερα από την ημερομηνία αφαίρεσής του και δεν κατέστη εφικτός ο έλεγχος της λειτουργίας του, ούτε ο έλεγχος των εργασιών συντήρησης, η δε κατάστασή του είναι σε σχετικά ικανοποιητικό επίπεδο, αλλά λόγω παύσης της λειτουργίας του το τελευταίο διάστημα απαιτείται η συντήρησή του, ενώ το φορτηγό αυτοκίνητο, εργοστασίου κατασκευής "VOLVO", τύπου FH12, με αριθμό πλαισίου ... και με αριθμό κινητήρα TD122F, αγοράστηκε μεταχειρισμένο το έτος 2010 από τον ανωτέρω μισθωτή, έχει διανύσει 622.937 χιλιόμετρα και διαθέτει αυτόματο κιβώτιο ταχυτήτων, ράδιο/κασετόφωνο και ανοικτή καρότσα στην οποία είναι τοποθετημένος ο γερανός, εμφανίζει δε τοπικές φθορές και διαβρώσεις στο αμάξωμα, στα ελαστικά και στην εσωτερική καμπίνα (θέση οδηγού και συνοδηγού), βρίσκεται εκτός χρήσης ύστερα από την ημερομηνία αφαίρεσής του και δεν κατέστη εφικτός ο έλεγχος της λειτουργίας του, ούτε ο έλεγχος των εργασιών συντήρησης. Τέλος, στην από 21.09.2015 έκθεση εκτίμησης του Ι. Β. χημικού - μηχανικού της εταιρείας με την επωνυμία "... ΕΠΕ", αφού γίνεται μνεία των ανωτέρω διαπιστώσεων αναφορικά με την κατάσταση του φορτηγού που εμπεριέχονταν και στην από 27.12.2014 έκθεση εκτίμησης, αναφέρεται επιπλέον ότι το όχημα φέρει κτυπήματα στο πίσω μέρος της καρότσας και στα εξωτερικά της καμπίνας (πίσω αριστερά), ότι είναι ξαναβαμμένο με το προηγούμενο χρώμα του να είναι κόκκινο και ότι δεν ήταν δυνατό να εκκινήσει παρά την παροχή ρεύματος. Αναφορικά με τον γερανό γίνεται μνεία ότι φέρει μεταλλική πινακίδα ταυτοποίησης που αναγράφει το μοντέλο "FASSI F310AXP26" με ημερομηνία κατασκευής το 2010, πλην όμως ο συγκεκριμένος γερανός δεν εντοπίσθηκε επί του φορτηγού, αλλά στη θέση του βρέθηκε άλλος γερανός φερόμενος του ιδίου εργοστασίου κατασκευής για τον οποίο δεν υπάρχουν λοιπά στοιχεία ταυτοποίησης και ο οποίος είναι σαφώς μεγαλύτερης ηλικίας (πλέον των 20 ετών παλαιότερος), σε μη λειτουργική κατάσταση με αποσυναρμολογημένα τμήματα και δεν συνοδεύεται από οποιοδήποτε άλλο αξεσουάρ (χειριστήριο, φώτα ασφαλείας κλπ), ενώ έχει ενδεικτική αξία ως σκραπ 500,00 ευρώ. Από τα αποδειχθέντα ως άνω πραγματικά περιστατικά προέκυψε αφενός ότι οι προαναφερόμενες φθορές στο φορτηγό όχημα (κτυπήματα στο πίσω μέρος της καρότσας και στα εξωτερικά της καμπίνας (πίσω αριστερά), εκ νέου βαφή, μη δυνατότητα εκκίνησης παρά την παροχή ρεύματος) δεν είχαν προέλθει από τη συνήθη χρήση αυτού, αλλά οφείλονται σε ενέργειες της εναγομένης, αφετέρου ότι δεν βρέθηκε ο προαναφερόμενος γερανός εργοστασιακής κατασκευής "FASSI", τύπου F310AXP26, έτους κατασκευής 2010, αλλά έτερος σαφώς μεγαλύτερης ηλικίας (πλέον των 20 ετών παλαιότερος), σε μη λειτουργική κατάσταση με αποσυναρμολογημένα τμήματα και μη συνοδευόμενος από οποιοδήποτε άλλο αξεσουάρ. Επομένως, η εναγόμενη ευθύνεται για την αποκατάσταση αυτής της ζημίας της ενάγουσας από την αντισυμβατική συμπεριφορά της, η οποία συνιστά πλημμελή εκτέλεση της παροχής της ως θεματοφύλακα και η οποία συνίσταται στη διαφορά μεταξύ της αξίας του ανωτέρω οχήματος κατά το χρόνο αφαίρεσής του από τον μισθωτή της ενάγουσας και της μειωμένης αξίας αυτού κατά το χρόνο παράδοσής του από την εναγόμενη στην ενάγουσα και μεταπώλησής του από την τελευταία. Ειδικότερα από το προσκομιζόμενο υπ' αριθ. .../20.10.2015 τιμολόγιο πώλησης - δελτίο αποστολής αποδείχθηκε ότι η ενάγουσα πώλησε το φορτηγό αντί τιμήματος 1.230,00 ευρώ και τον γερανό αντί τιμήματος 6.150,00 ευρώ, ήτοι συνολικά 7.380,00 ευρώ, και ως εκ τούτου η εναγόμενη υποχρεούται να της καταβάλει την αξιούμενη εκ μέρους της διαφορά ύψους 14.620,00 ευρώ μεταξύ του εισπραχθέντος τιμήματος των 7.380,00 ευρώ και του ποσού των 22.000,00 ευρώ, στο οποίο είχε προσδιορισθεί αρχικά η εμπορική αξία του εν λόγω εξοπλισμού, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στην από 27.12.2014 έκθεση εκτίμησης, αφού είχαν ληφθεί υπόψη τόσο οι ανωτέρω φθορές του οχήματος, όσο και η μείωση της αξίας αυτού, που κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, προκύπτει σε όλα τα χρησιμοποιούμενα μηχανήματα και οχήματα...". Στη συνέχεια το Εφετείο κατά παραδοχή της εφέσεως της ενάγουσας ήδη αναιρεσίβλητης, εξαφάνισε την πρωτόδικη 10482/2017 απόφαση και αφού ερεύνησε εκ νέου την αγωγή της, δέχθηκε αυτήν κατά ένα μέρος κατ' ουσίαν, υποχρεώνοντας την εναγομένη (ήδη αναιρεσείουσα) να καταβάλει στην αναιρεσίβλητη για την ως άνω αιτία το συνολικό ποσό των 22.320 € με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής. Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικές διατάξεις των άρθρων 822επ., 330, 335 ΑΚ, των οποίων συνέτρεχαν οι νόμιμοι όροι και προϋποθέσεις, χωρίς να αρκεστεί σε λιγότερα στοιχεία από όσα οι διατάξεις αυτές απαιτούν για την εφαρμογή τους, καθόσον στην προσβαλλόμενη απόφαση υπάρχει νομική ακολουθία μεταξύ των πραγματικών γεγονότων που ανελέγκτως έγιναν δεκτά ως αποδειχθέντα και υπήχθησαν στις παραπάνω διατάξεις και του συμπεράσματος του δικανικού συλλογισμού που δικαιολογεί την παραδοχή της ένδικης αγωγής. Περαιτέρω, το Εφετείο υπό τις προεκτεθείσες παραδοχές δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, ούτε περιλαμβάνονται ενδοιαστικές ή ασαφείς κρίσεις ως προς τα κρίσιμα ζητήματα που έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης και δη αναφορικά με την ευθύνη της εναγόμενης από την υπαίτια παράβαση της ένδικης σύμβασης παρακαταθήκης κατά τα προαναφερθέντα και την υποχρέωσή της να αποζημιώσει την ενάγουσα κατά το ως άνω ποσό για τις βλάβες που υπέστησαν κατά το χρόνο της παρακαταθήκης τα μηχανήματα της ενάγουσας υπό τις υποστηρίζουσες το αποδεικτικό πόρισμα παραδοχές ότι α) η εναγομένη με ρητό όρο (2 παρ. 4) της σύμβασης παρακαταθήκης με την ενάγουσα είχε αναλάβει την υποχρέωση να φυλάσσει σε συγκεκριμένους χώρους τα κινητά της πράγματα, β) κατά τον όρο 5 και 7 της ίδιας σύμβασης σε περίπτωση πρόκλησης ζημίας επ' αυτών από πράξη ή παράλειψή της θα ευθύνεται σε αποζημίωση, γ) κατά την παραλαβή τους στις 21-7-2015 από την ενάγουσα διαπιστώθηκαν οι περιγραφόμενες αναλυτικά φθορές και ελλείψεις, δ) ότι γι' αυτές ευθύνεται αποκλειστικά η εναγομένη που παρέβη τις προμνημονευθείσες συμβατικές υποχρεώσεις ως θεματοφύλακας να τα παραδώσει σε καλή κατάσταση και ότι οι φθορές δεν προκλήθηκαν από τη συνήθη ή κακή χρήση των μισθωτών πριν να τα αναλάβει προς φύλαξη η εναγομένη, αλλά κατά τη διάρκεια της φύλαξής τους, ε) η ζημία που προκλήθηκε στην ενάγουσα από τη φθορά εκάστου κινητού της λόγω της υπό στοιχ. α, δ αντισυμβατικής συμπεριφοράς της (μη διατήρησης σε καλή κατάσταση των υπό παρακαταθήκη μηχανημάτων). Συνεπώς οι πρώτος κατά το συναφές μέρος του, δεύτερος, τρίτος και έκτος λόγοι αναίρεσης από τους αρ. 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τους οποίους τα αντίθετα υποστηρίζει η αναιρεσείουσα, είναι αβάσιμοι. Σε κάθε περίπτωση οι ως άνω λόγοι τυγχάνουν προεχόντως και απαράδεκτοι, διότι υπό την επίκληση δήθεν πλημμελειών της αναιρεσιβαλλομένης απόφασης των λόγων αναίρεσης των αρ. 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ βάλλουν κατά της ουσίας της υπόθεσης, κατά τα προαναφερθέντα στη μείζονα πρόταση, που είναι αναιρετικά ανέλεγκτη. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 εδ. β' του ΚΠολΔ η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναίρεσης μόνο αν τα διδάγματα αυτά αφορούν την ερμηνεία των κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ' αυτούς. Ως διδάγματα της κοινής πείρας θεωρούνται οι γενικές και αφηρημένες αρχές που αντλούνται από την εμπειρική πραγματικότητα, τη συμμετοχή στις συναλλαγές και τις γενικές τεχνικές ή επιστημονικές γνώσεις που έχουν γίνει κοινό κτήμα και χρησιμοποιούνται από το δικαστήριο είτε για την ανεύρεση με βάση αυτά της αληθινής έννοιας κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ιδίως όταν αυτός περιέχει αόριστες νομικές έννοιες, ήτοι για την εξειδίκευση των αόριστων νομικών εννοιών, είτε για την έμμεση απόδειξη κρίσιμων γεγονότων ή την εκτίμηση της αποδεικτικής αξίας των αποδεικτικών μέσων ή στοιχείων που χρησιμοποιήθηκαν κατά το άρθρο 336 παρ. 4 του ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 8/2005). Όμως η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας, κατά την έννοια της ως άνω διάταξης του εδ. β1 του αριθ. 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, ιδρύει τον προβλεπόμενο απ' αυτήν αναιρετικό λόγο, μόνον όταν το δικαστήριο της ουσίας εσφαλμένα χρησιμοποιεί ή παραλείπει να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας κατά την ερμηνεία κανόνος δικαίου για την ανεύρεση με βάση αυτά της αληθινής έννοιας αυτού, ιδίως όταν ο κανόνας δικαίου περιέχει νομικές έννοιες ή για την υπαγωγή ή όχι στον κανόνα αυτό των πραγματικών γεγονότων της διαφοράς. Αντίθετα, όταν το δικαστήριο της ουσίας χρησιμοποιεί εσφαλμένα ή παραλείπει να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας, για να διαγνώσει αν συντρέχουν ή όχι τα εκάστοτε αποδεικτέα περιστατικά ή για να εκτιμήσει την αποδεικτική αξία των αποδεικτικών μέσων ή στοιχείων, δεν στοιχειοθετείται ο προαναφερόμενος λόγος αναίρεσης, αλλά ούτε και λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 11 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ αφού, όπως προκύπτει από τα άρθρα 336 παρ. 4 και 339 του ΚΠολΔ, τα διδάγματα της κοινής πείρας δεν συμπεριλαμβάνονται στα αποδεικτικά μέσα (ΟλΑΠ 8/2005, ΑΠ 60/2022, ΑΠ 1373/2022, ΑΠ79/2018, ΑΠ 1333/2018). Στην προκειμένη περίπτωση ο αρ. 1 εδ. β του άρθρου 559 ΚΠολΔ πέμπτος λόγος αναίρεσης με τον οποίον η αναιρεσείουσα επικαλείται ότι παραβιάστηκαν τα διδάγματα της κοινής πείρας ως προς την απόδειξη πραγματικών περιστατικών θεμελιωτικών της ευθύνης της αναιρεσείουσας-εναγομένης, είναι μη νόμιμος, διότι η παράβασή τους θεμελιώνει αναιρετικό λόγο μόνον όταν αυτά αφορούν στην ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών πραγματικών σ' αυτούς, γεγονός που δεν συντρέχει εν προκειμένω, και όχι όταν χρησιμοποιούνται για την εκτίμηση των αποδείξεων, όπως εσφαλμένα υπολαμβάνει η αναιρεσείουσα, πέραν της αοριστίας του συγκεκριμένου λόγου, ενόψει του ότι δεν εκτίθεται η έννοια που αποδόθηκε στον αντίστοιχο κανόνα δικαίου που χαρακτηρίζεται εσφαλμένη και η κατά την κρίση της αναιρεσείουσας ορθή, που προκύπτει από τα διδάγματα της κοινής πείρας, τα οποία το Εφετείο παρέλειψε να χρησιμοποιήσει (ΟλΑΠ 2/2008, ΑΠ 1662/2010). Με τον από τους αρ. 1 και 19 του άρθρου 559 τέταρτο λόγο αναίρεσης η αναιρεσείουσα επικαλείται ότι εσφαλμένως απερρίφθη κατά τα νόμο ο ισχυρισμός της περί καταχρηστικής άσκησης δικαιώματος. Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος καθότι από την παραδεκτή κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ επισκόπηση της αναιρεσιβαλλομένης απόφασης και των λοιπών διαδικαστικών εγγράφων προκύπτει ότι ο ως άνω σχετικός ισχυρισμός δεν υπεβλήθη από την αναιρεσείουσα ενώπιον του δικαστηρίου της ουσίας και για το λόγο αυτό δεν αποφάνθηκε τούτο περί αυτού, ούτε επί πλέον εκτίθενται στο αναιρετήριο οι σχετικές παραδοχές της αναιρεσιβαλλομένης απόφασης. Περαιτέρω: α) ο από τον αρ. 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ έβδομος λόγος αναίρεσης με τον οποίο η αναιρεσείουσα επικαλείται ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του πράγματα που έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης δηλ. την ιστορική βάση της ένδικης αγωγής για την ενδοσυμβατική της ευθύνη ως αληθινά δίχως απόδειξη είναι αβάσιμος, διότι από την παραδεκτή επισκόπηση κατά το άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ της αναιρεσιβαλλομένης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο κατέληξε στην αποδοχή ως εν μέρει κατ'ουσίαν βάσιμης της ένδικης αγωγής με βάση τα επικαλούμενα και προσκομιζόμενα από τους διαδίκους αποδεικτικά μέσα, β) ο από τον αρ. 12 του άρθρου 559 ΚΠολΔ κατά την αναιρεσείουσα, πλην όμως ορθώς εντασσόμενος στον αρ. 11γ του ίδιου άρθρου (εν όψει του ότι ο επικαλούμενος λόγος δεν ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας συνεκτιμώντας ελεύθερα τα αποδεικτικά μέσα κατά το άρθρο 340 ΚΠολΔ αποδίδει μεγαλύτερη ή μικρότερη βαρύτητα σ' ένα απ' αυτά, ούτε αν το δικαστήριο θεωρήσει πιο αξιόπιστο κάποιο από τα πολλά ισοδύναμα αποδεικτικά μέσα, ΑΠ 200/2018, 775/2017) όγδοος λόγος αναίρεσης, με τον οποίον η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του τις καταθέσεις των μαρτύρων της και τα προσκομιζόμενα με επίκληση έγγραφα είναι αφενός προδήλως αόριστος, καθότι δεν εκτίθεται ο πραγματικός ισχυρισμός το βάσιμο του οποίου θα αποδεικνύεται απ' αυτά και οι λόγοι για τους οποίους αυτός είναι ουσιώδης για την έκβαση της δίκης και η νόμιμη επίκλησή του απ' αυτήν (ΑΠ 675/2019, 901/2019), αφετέρου δε αβάσιμος, διότι από την παραδεκτή επισκόπηση κατά το άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ της αναιρεσιβαλλομένης απόφασης προκύπτει ότι αυτή έλαβε υπόψη της όλα τα προσκομιζόμενα με επίκληση από την αναιρεσείουσα αποδεικτικά μέσα, μεταξύ των οποίων και οι 776, 777, 778/15.12.2016 ένορκες βεβαιώσεις των: Θ. Π., Μ. Κ. και Ι. Π., καθώς και το σύνολο των με επίκληση προσκομιζομένων εγγράφων που φέρονται ως "αναγνοηθέντα", (πέραν του ότι δεν τα προσδιορίζει η αναιρεσείουσα) και σε κάθε περίπτωση, δίχως να είναι υποχρεωμένο το Εφετείο να περιέχει ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση καθενός από αυτά, αλλά αρκεί η γενική μνεία αυτών (ΑΠ 1038/2019, 703/2022). Κατ' ακολουθίαν, πρέπει να απορριφθεί η άνω αίτηση αναίρεσης. Περαιτέρω, πρέπει να διαταχθεί, κατά την παρ. 4 του άρθρου 495 ΚΠολΔ, η εισαγωγή του παραβόλου των τετρακοσίων πενήντα (450) ευρώ, που καταβλήθηκε από την αναιρεσείουσα στο Δημόσιο Ταμείο. Τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης θα επιβληθούν σε βάρος της αναιρεσείουσας λόγω της ήττας της (άρθρα 176, 183, 191 ΚΠολΔ), κατά τα αναφερόμενα στο διατακτικό. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την αίτηση αναίρεσης κατά της υπ' αριθμ. 4156/2019 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο. Επιβάλλει τη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης σε βάρος της αναιρεσείουσας, την οποίαν ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 9 Οκτωβρίου 2023. ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 20 Νοεμβρίου 2023. H ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ