Αριθμός 933/2023 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Α1' Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χρήστο Τζανερρίκο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ευδοξία Κιουπτσίδου - Στρατουδάκη, Ιωάννα Κλάπα - Χριστοδουλέα, Χρήστο Κατσιάνη και Γεώργιο Παπαγεωργίου - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 9 Ιανουαρίου 2023, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Του αναιρεσείοντος: Ι. Φ. του Χ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Αρβανίτη και κατέθεσε προτάσεις. Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΥΔΡΕΥΣΕΩΣ ΚΑΙ ΑΠΟΧΕΤΕΥΣΕΩΣ ΠΡΩΤΕΥΟΥΣΗΣ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Προκόπιο Τάραντο με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 2/9/2008 ανακοπή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 48/2014 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1849/2017 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 22/4/2019 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Με την κρινομένη, από 22-4-2019, αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων, κατά τη διαδικασία των πιστωτικών τίτλων, εκδοθείσα υπ' αριθ. 1849/2017 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποία έγινε δεκτή η έφεση του ήδη αναιρεσίβλητου κατά της υπ' αριθ 48/2014 οριστικής αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που είχε απορρίψει την από 2-9-2008 ανακοπή του κατά της επισπευδομένης σε βάρος του αναγκαστικής εκτελέσεως. Η αίτηση ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ.1 και 144 παρ. 1 ΚΠολΔ). Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρ. 577 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 ΚΠολΔ). Κατά το άρθρο 281 ΑΚ, η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος. Σύμφωνα δε με την ανωτέρω διάταξη, η οποία αποσκοπεί στην πάταξη της κακοπιστίας και της ανηθικότητας στις συναλλαγές και γενικώς στην άσκηση κάθε δικαιώματος, για να θεωρηθεί η άσκηση του δικαιώματος καταχρηστική, πρέπει η προφανής υπέρβαση των ορίων που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο οικονομικός ή κοινωνικός σκοπός του δικαιώματος να προκύπτει από την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου και του υπόχρεου ή από την πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε κατά το χρονικό διάστημα που μεσολάβησε από τότε που ο δικαιούχος μπορούσε να ασκήσει το δικαίωμά του, μέχρι την άσκηση αυτού, ή από τις περιστάσεις που μεσολάβησαν ή από άλλα περιστατικά, τα οποία, χωρίς κατά νόμον να εμποδίζουν τη γέννηση ή να επάγονται την απόσβεση του δικαιώματος, δεν δικαιολογούν επαρκώς, αλλά καθιστούν μη ανεκτή την άσκησή του, κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου, ως αντιτιθεμένη στο περί δικαίου αίσθημα και την ηθική τάξη και προκαλούσα έντονη εντύπωση αδικίας. Το χρονικό διάστημα που διήρκεσε η ειρημένη κατάσταση, πρέπει να είναι μακρό, πλην μικρότερο του προβλεπόμενου από το νόμο για την παραγραφή του δικαιώματος και ο δικαιούχος να αδράνησε στην άσκηση αυτού. Μόνη, όμως, η αδράνεια του δικαιούχου δεν αρκεί, αλλ' απαιτείται επιπρόσθετα να συντρέχουν περιστατικά αναγόμενα στον ίδιο χρόνο και στην όλη συμπεριφορά τόσο αυτού, όσο και εκείνου που αποκρούει το δικαίωμα, από τα οποία γεννιέται στον τελευταίο (υπόχρεο) η καλόπιστη πεποίθηση ότι δεν υπάρχει το δικαίωμα κατ' αυτού ή ότι αυτό δεν πρόκειται ν ασκηθεί εναντίον του, έτσι ώστε η μεταγενέστερη επιδίωξη ανατροπής της κατάστασης που δημιουργήθηκε υπό τις ειδικές συνθήκες και διατηρήθηκε επί μακρό χρόνο, να συνεπάγεται επαχθείς για τον υπόχρεο συνέπειες (ΟλΑΠ 62/1990, ΟλΑΠ 56/1990, ΑΠ 909/2017). Οι συνέπειες αυτές, οι οποίες πρέπει να αντιμετωπίζονται σε συνάρτηση και με τις αντίστοιχες συνέπειες που μπορεί να επέλθουν σε βάρος του δικαιούχου από την παρακώλυση της ικανοποίησης του δικαιώματός του, δεν είναι απαραίτητο, για την κατάφαση της καταχρηστικότητας, να είναι αφόρητες ή δυσβάστακτες, θέτοντας σε κίνδυνο την οικονομική υπόσταση του υπόχρεου, αλλά αρκεί να είναι απλώς δυσμενείς για τα συμφέροντά του. Η συμπεριφορά του υπόχρεου και η κατάσταση πραγμάτων που διαμορφώθηκε υπέρ αυτού, πρέπει να τελούν σε αιτιώδη σχέση με την προηγούμενη συμπεριφορά του δικαιούχου, αφού, κατά τους κανόνες της καλής πίστης, οι συνέπειες που απορρέουν από πράξεις και συμπεριφορές άσχετες, δεν συγχωρείται να προβάλλονται προς απόκρουση του δικαιώματος. Σύμφωνα με τα προαναφερόμενα, για την εφαρμογή της ανωτέρω διάταξης, δεν αρκεί μόνη η επί μακρό χρόνο αδράνεια του δικαιούχου να ασκήσει το δικαίωμά του, ούτε μόνον η τυχόν καλόπιστη πεποίθηση του υπόχρεου ότι δεν υπάρχει το δικαίωμα κατ' αυτού ή ότι δεν πρόκειται τούτο να ασκηθεί, ούτε μόνο το γεγονός ότι η άσκηση του δικαιώματος στη συγκεκριμένη περίπτωση επιφέρει βλάβη, έστω και μεγάλη, στον υπόχρεο, αλλά απαιτείται κατά περίπτωση συνδυασμός των ανωτέρω και γενικώς η συνδρομή ιδιαίτερων περιστάσεων, αναγομένων στη συμπεριφορά τόσο του δικαιούχου όσο και του υπόχρεου, ώστε η άσκηση του δικαιώματος να εξέρχεται των ορίων της καλής πίστης και των χρηστών ηθών που τίθενται με τη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ και, συνεπώς, να καταστεί καταχρηστική και απαγορευμένη (ΟλΑΠ 6/2016, ΟλΑΠ 5/2011, ΟλΑΠ 16/2006, ΟλΑΠ 8/2001). Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, δηλαδή κανόνας που ρυθμίζει τις βιοτικές σχέσεις, την κτήση δικαιωμάτων και τη γένεση υποχρεώσεων και επιβάλλει κυρώσεις (ΑΠ 1223/2015, ΑΠ 659/2015). Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα. Η παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, δηλαδή με απόδοση στον κανόνα δικαίου έννοιας μη αληθινής ή μη αρμόζουσας, ή έννοιας περιορισμένης ή στενής, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013). Με τον ως άνω λόγο αναίρεσης, ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ, ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ` ουσίαν (ΟλΑΠ 27 και 28/1998). Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας επί των ζητημάτων που ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης και της υπαγωγής αυτών στο νόμο, όπως διατυπώνονται στην ελάσσονα πρόταση του δικαστηρίου και με βάση τα οποία τούτο, ως αναγκαία, κατέληξε στην κρίση περί παραδοχής ή απόρριψης της αγωγής, της ένστασης ή αντένστασης. Ο Άρειος Πάγος διαπιστώνει την ύπαρξη ή την ανυπαρξία του αντίστοιχου λόγου αναίρεσης, ελέγχοντας μόνο την προσβαλλόμενη απόφαση και το αιτιολογικό της, από την οποία πρέπει να προκύπτει αμέσως η αποδιδόμενη σ' αυτήν νομική πλημμέλεια και όχι από το περιεχόμενο άλλων εγγράφων ή αποφάσεων σε εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ (ΑΠ 156/2017). Ιδρύεται, δε, ο από τις ανωτέρω διατάξεις αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παράβαση (ΑΠ 531/2014). Τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΟλΑΠ 7/2006, ΑΠ 114/2016). Ο έλεγχος συνίσταται στο αν υπήρξε σφάλμα στη μείζονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού είτε αυτή διατυπώνεται ρητώς είτε εξυπονοείται ή σφάλμα στην υπαγωγή της ελάσσονος πρότασης, την οποία συνιστούν οι πραγματικές παραδοχές στη μείζονα πρόταση. Συνεπώς, η εσφαλμένη κρίση του δικαστηρίου ότι συντρέχουν ή όχι οι προϋποθέσεις αυτές ιδρύει τον ως άνω αναιρετικό λόγο (ΟλΑΠ 25/2008). Εάν τα περιστατικά που προβάλλονται με τους λόγους αναίρεσης δεν αποτέλεσαν αντικείμενο έρευνας από το δικαστήριο ή αν αυτά ως εκ περισσού διατυπώθηκαν ως παραδοχές της απόφασης, χωρίς να είναι αναγκαία για τη θεμελίωση του αξιούμενου με την αγωγή δικαιώματος και τη στήριξη του διατακτικού της απόφασης με βάση τους προταθέντες ισχυρισμούς των διαδίκων ή αν οι παραδοχές της απόφασης ανάγονται σε μη προταθέντα κατ' ένσταση ή αντένσταση ισχυρισμό των διαδίκων, τότε, οι σχετικές προς θεμελίωση των λόγων αυτών αναίρεσης αιτιάσεις, στηρίζονται σε εσφαλμένη προϋπόθεση ή είναι αλυσιτελείς και οι λόγοι αναίρεσης απορρίπτονται ως αβάσιμοι (ΑΠ 2090/2017, ΑΠ 255/2010). Τέλος, κατά το άρθρο 559 αρ. 1 του ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως ιδρύεται, όταν δεν προκύπτουν, σαφώς, από το αιτιολογικό της τα αναγκαία περιστατικά για την κρίση, στη συγκεκριμένη περίπτωση ως προς τη συνδρομή των νόμιμων όρων και προϋποθέσεων της διατάξεως που εφαρμόσθηκε ή για τη μη συνδρομή τους που αποκλείει την εφαρμογή της καθώς και όταν η απόφαση έχει ελλιπείς ή αντιφατικές αιτιολογίες στο νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Αντίθετα δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσεως, όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του εξαγόμενου απ' αυτές πορίσματος, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές το πόρισμα και για το λόγο αυτό γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος. Εξάλλου για να είναι ορισμένος ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως πρέπει να διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο: 1) οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως ή η μνεία, ότι αυτή στερείται παντελώς αιτιολογίας, 2) ο ισχυρισμός (αγωγικός, ένσταση) και τα περιστατικά που προτάθηκαν προς θεμελίωσή του, ως προς τον οποίο η έλλειψη, η ανεπάρκεια ή αντίφαση και η σύνδεσή του με το διατακτικό, 3) εξειδίκευση του σφάλματος του δικαστηρίου, δηλαδή αν πρόκειται για παντελή έλλειψη αιτιολογίας, μνεία μόνο τούτου, αν πρόκειται για ανεπαρκή αιτιολογία, ποιά επί πλέον περιστατικά έπρεπε ν' αναφέρονται ή ως προς τι υπάρχει έλλειψη του νομικού χαρακτηρισμού και αν πρόκειται για αντιφατικές αιτιολογίες, ποιες είναι αυτές, σε τι συνίσταται η αντίφαση και από πού προκύπτει. Στην προκείμενη περίπτωση, από την προσβαλλόμενη απόφαση, παραδεκτά επισκοπούμενη (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), προκύπτει ότι το Μονομελές Εφετείο Αθηνών, ύστερα από συνεκτίμηση των αποδεικτικών μέσων που νόμιμα προσκόμισαν οι διάδικοι, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη επί της ουσίας κρίση του (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ), τα ακόλουθα, αναφορικά με τον εξεταζόμενο λόγο αναίρεσης, πραγματικά περιστατικά: " ... Στην προκειμένη περίπτωση από την παραδεκτή, κατά το άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ, επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης και της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτουν τα εξής: Η ανακόπτουσα ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "Εταιρεία Υδρεύσεως και Αποχετεύσεως Πρωτευούσης" µε την από 2.9.2008 ανακοπή της ζήτησε την ακύρωση της από 31/07/2008 επιταγής προς πληρωμή, συνταχθείσης κατόπιν αντιγράφου του πρώτου απογράφου εκτελεστού της με αριθμό 559/2004 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών που επικυρώθηκε με την 1136/2006 απόφαση του Eφετείου Αθηνών, με την οποία υποχρεώθηκε να καταβάλει στο καθού - αναιρεσείοντα το ποσό των 48.971,85 ευρώ και συγκεκριμένα το ποσό του 30.567,96 ευρώ ως επίδομα ανθυγιεινής εργασίας σε ποσοστό 30% επί του βασικού μισθού και του χρόνου επιδόματος, καθώς και για τη διαφορά της αναλογούσης ΑΤΑ, για το χρονικό διάστημα από την 01/04/1997 έως την 30/9/2002, και το ποσό των 16.903,89 ευρώ ως επίδομα θέσεως προϊσταμένου, και μάλιστα τα ως άνω ποσά, πλέον τόκων και εξόδων, για το λόγο ότι η ενάσκηση του δικαιώματος του αυτού, ήτοι το να ζητεί την καταβολή του ως άνω ποσού αντίκειται στην καλή πίστη, τα χρηστά ήθη τον κοινωνικό και οικονομικό σκοπό του δικαιώματος, δοθέντος ότι επιδιώκει να εισπράξει για δεύτερη φορά το εν λόγω ποσό αφού δυνάμει της με αριθμό 1182/ 2003 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που επικυρώθηκε από την υπ' αρ. 7578/2003 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, υποχρεώθηκε να καταβάλει στον καθού η ανακοπή - αναιρεσείοντα το ποσό των 16.760,43 ευρώ πλέον τόκων και εξόδων ως επίδομα ανθυγιεινής εργασίας για το ίδιο χρονικό διάστημα δηλαδή από την 01/04/1997 έως την 31/12/2002. Περαιτέρω, με τον δεύτερο λόγο ανακοπής η ανακόπτουσα προέβαλε την ένσταση εξοφλήσεως ισχυριζόμενη ότι τα ίδια ποσά τα είχε ήδη καταβάλει δια μέσου των αποφάσεων που προανέφερε. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο με την υπ' αρ. 48/2014 απόφαση του απέρριψε την ανακοπή ως μη νόμιμη στο σύνολό της. Ασκηθείσας εφέσεως από την ανακόπτουσα εκδόθηκε η προσβαλλομένη υπ' αρ. 1849/2017 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών η οποία έκανε δεκτή την έφεσή τυπικά και κατ' ουσία εξαφάνισε την πρωτοβάθμια απόφαση και έκανε δεκτή την ανακοπή και δέχθηκε, όσον αφορά τον ισχυρισμό της αναιρεσίβλητης περί καταχρηστικής ασκήσεως του ενδίκου δικαιώματος του αναιρεσείοντα τα εξής ουσιώδη "Ο καθού η ανακοπή, με την από 30-9-2002 (αριθμ. κατάθ. 3122/2002) αγωγή του κατά της ανακόπτουσας, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, επικαλούμενος την κατάρτιση σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, μεταξύ αυτού και της ανακόπτουσας, στα πλαίσια της οποίας εργάστηκε ως μηχανικός στην υπηρεσία της τελευταίας και μονομερή βλαπτική μεταβολή των όρων της σύμβασης αυτής από την ανακόπτουσα, με τον υποβιβασμό του σε απλό υπάλληλο, ζήτησε μεταξύ άλλων, να υποχρεωθεί η καθής να του καταβάλει το συνολικό ποσό των 47.471,85 ευρώ, από το οποίο, α) το ποσό των 30.567,96 ευρώ, για επίδομα ανθυγιεινής εργασίας και τη διαφορά της ΑΤΑ, για το χρονικό διάστημα από 1-4-1997 μέχρι 30-9-2002 και β) το ποσό των 16.903,89 ευρώ, για επίδομα θέσης Προϊσταμένου, για το χρονικό διάστημα από 1-6-1997 μέχρι 30-9-2002, καθώς και το ποσό των 15.000 ευρώ, ως χρηματική ικανοποίηση, λόγω ηθικής βλάβης. Η αγωγή αυτή έγινε δεκτή με τη με αριθμό 559/2004 απόφαση του παραπάνω Δικαστηρίου, με την οποία, αφού κρίθηκε ότι η μετακίνηση του καθού από τη θέση την οποία κατείχε, σε θέση απλού υπαλλήλου, συνιστά βλαπτική μεταβολή των όρων εργασίας του και ότι συνεπεία αυτής στερήθηκε, τα επιδόματα, ανθυγιεινής εργασίας και τη διαφορά της ΑΤΑ, κατά το χρονικό διάστημα, από 1-4-1997 μέχρι 30-9-2002, ποσού 30.567,96 ευρώ και το επίδομα θέσης Προϊσταμένου, κατά το χρονικό διάστημα από 1-6-1997 μέχρι 30-9-2002, ποσού 16.903,89 ευρώ, υποχρέωσε την ανακόπτουσα να του καταβάλει εντόκως, τα ποσά αυτά, για τις άνω αιτίες και επιπλέον το ποσό των 1.500 ευρώ, ως χρηματική ικανοποίηση, λόγω ηθικής βλάβης. Η άνω δε απόφαση, κατέστη τελεσίδικη μετά την απόρριψη της ασκηθείσας έφεσης κατ' αυτής, με τη με αριθμό 1136/2006 απόφαση του Εφετείου Αθηνών. Αντίγραφο δε της τελευταίας απόφασης επιδόθηκε στην ανακόπτουσα στις 26-6-2006 (βλ. τη με αριθμό 5485/26-6-2006 έκθεση επίδοσης της δικαστικής Επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Αθηνών, Π. Ν.), χωρίς να προκύπτει άσκηση αναίρεσης κατ' αυτής. Περαιτέρω, σε προηγούμενο χρόνο, ο καθού η ανακοπή είχε ασκήσει κατά της ανακόπτουσας την από 18-6-2002 (αριθμ. καταθ. 2062/2002) αγωγή του, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία επικαλούμενος την εργασιακή του, σχέση με την ανακόπτουσα και την παραβίαση από την τελευταία της αρχής της ίσης μεταχείρισης, κατά τη χορήγηση της από αυτή οικειοθελούς καταβολής επιδόματος ανθυγιεινής εργασίας, στους υπαλλήλους της, ζήτησε να υποχρεωθεί η τελευταία να του καταβάλει εντόκως, το ποσό των 16.760,47 ευρώ, ως επίδομα ανθυγιεινής εργασίας, για το χρονικό διάστημα από 1-4-1997 και εφεξής. Και η αγωγή αυτή έγινε δεκτή με τη με αριθμό 1182/2003 απόφαση του παραπάνω Δικαστηρίου, με την οποία υποχρεώθηκε η ανακόπτουσα να καταβάλει στον καθού, το άνω ποσό των 16.760,47 ευρώ, ως επίδομα ανθυγιεινής εργασίας, για το χρονικό διάστημα από 1-4-1997 μέχρι 30-9-2002, με το νόμιμο τόκο. Η παραπάνω δε απόφαση, κατέστη τελεσίδικη μετά την απόρριψη της ασκηθείσας έφεσης κατ' αυτής, με τη με αριθμό 7578/2005 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, ενώ μετά την τελεσιδικία της απόφασης αυτής (1182/2003), η ανακόπτουσα κατέβαλε στον καθού το επιδικασθέν ποσό, όπως συνομολογείται από τον τελευταίο. Ήδη ο καθού, με βάση την προαναφερθείσα με αριθμό 559/2004 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, επισπεύδει την ένδικη αναγκαστική εκτέλεση, επιδίδοντας στην ανακόπτουσα την από 31-7-2008 επιταγή προς εκτέλεση, κάτω από αντίγραφο εκτελεστό της απόφασης αυτής, με την οποία την επιτάσσει να του καταβάλει το συνολικό ποσό των 47.471,85 ευρώ, από το οποίο, α) το ποσό των 30.567,96 ευρώ, για επίδομα ανθυγιεινής εργασίας και τη διαφορά της ΑΤΑ, για το χρονικό διάστημα από 1-4-1997 μέχρι 30-9-2002, β) το ποσό των 16.903,89 ευρώ, για επίδομα θέσης Προϊσταμένου, για το χρονικό διάστημα από 1-6-1997 μέχρι 30-9-2002 και γ) το ποσό των 1.500 ευρώ, ως χρηματική ικανοποίηση, λόγω ηθικής βλάβης. Με δεδομένα τα περιστατικά αυτά που αποδείχθηκαν, στη δεύτερη απόφαση (559/2004), η εκτέλεση της οποίας επιδιώκεται, στο κονδύλιο του επιδόματος ανθυγιεινής εργασίας μετά της ΑΤΑ, ποσού 30.567,96 ευρώ, για το χρονικό διάστημα από 1-4-1997 μέχρι 30-9-2002, εμπεριέχεται μέρος του επιδόματος ανθυγιεινής εργασίας, ποσού 16.760,47 ευρώ, το οποίο επιδικάστηκε στον καθού η ανακοπή, με την προγενέστερη με αριθμό 1182/2003 απόφαση και ήδη έχει λάβει αυτός, σε εκτέλεση της τελευταίας απόφασης. Έτσι, ανεξάρτητα από τη νομική αιτία για την οποία χορηγήθηκε το επίδομα αυτό, πρόκειται για το ίδιο ακριβώς επίδομα, για το ίδιο χρονικό διάστημα. Κατόπιν αυτών, το δικαίωμα του καθού επιδίωξης της πληρωμής και του παραπάνω ήδη εισπραχθέντος μέρους του επιδόματος αυτού, για το οποίο επισπεύδει εκτέλεση με την προσβαλλόμενη επιταγή, καθίσταται καταχρηστικό, διότι υπερβαίνει τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη, τα χρηστά ήθη, καθώς και ο οικονομικός και κοινωνικός σκοπός του δικαιώματος. Και τούτο, διότι η άσκησή του δεν είναι ανεκτή κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου, σύμφωνα με τις προπαρατεθείσες σκέψεις, καθώς, ανεξάρτητα από το γεγονός ότι το επίδομα αυτό επιδικάσθηκε στον καθού δύο φορές, με τις προαναφερθείσες τελεσίδικες αποφάσεις, στηριζόμενο σε διαφορετική νομική αιτία, τούτο αφορά το ίδιο ακριβώς επίδομα, για το ίδιο χρονικό διάστημα, μετά δε την καταβολή του, δεν κρίνεται ανεκτή η επιδίωξη είσπραξής του για δεύτερη φορά. Κατ' ακολουθία, η προσβαλλόμενη επιταγή προς πληρωμή, κάτω από αντίγραφο εκτελεστό της με αριθμό 559/2004 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, όσον αφορά το ήδη καταβληθέν μέρος του άνω επιδόματος, ποσού 16.760,47 ευρώ, είναι καταχρηστική. Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο έκρινε ουσιαστικά βάσιμο τον ισχυρισμό της ήδη αναιρεσίβλητης περί καταχρηστικής άσκησης του ενδίκου δικαιώματος και δέχθηκε το σχετικό πρώτο λόγο έφεσης αυτής κατά της πρωτόδικης απόφασης που είχε κρίνει αντίθετα. Οι παραδοχές του Εφετείου, που εκτέθηκαν παραπάνω, σχετικά με την αποδοχή ως ουσιαστικά βάσιμης της ανωτέρω ένστασης, έχουν διατυπωθεί με σαφήνεια, πληρότητα, χωρίς λογικά κενά και αντιφάσεις, ενώ δεν απαιτείτο, για την πληρότητα της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασής του, η παράθεση και άλλων αιτιολογιών, πλην των ανωτέρω. Αρκούσαν δε αυτές για να δικαιολογήσουν στην προκειμένη περίπτωση, την εφαρμογή του ουσιαστικού κανόνα του άρθρου 281 ΑΚ και την κρίση του Εφετείου περί καταχρηστικής άσκησης του ενδίκου δικαιώματος του ήδη αναιρεσείοντος. Επομένως, το Εφετείο, ορθά ερμηνεύοντας και εφαρμόζοντας την ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διάταξη, δεν παραβίασε αυτήν ευθέως, αλλά ούτε και εκ πλαγίου και, συνακόλουθα, δεν υπέπεσε στις αναιρετικές πλημμέλειες από τους αριθμούς 1 και 19 άρθρου 559 ΚΠολΔ, τις οποίες του προσάπτει ο αναιρεσείων με τον τρίτο λόγο και το πρώτο σκέλος του πρώτου λόγου (αρ. 1 αρθρ. 559 ΚΠολΔ), καθώς, και με το πρώτο σκέλος του δευτέρου λόγου (αρ. 19 αρθρ. 559 ΚΠολΔ), οι οποίοι εντεύθεν κρίνονται αβάσιμοι. Πέραν βεβαίως του απαραδέκτου, λόγω της αοριστίας του τελευταίου, ως άνω, λόγου, καθόσον δεν εκτίθενται στο αναιρετήριο δικόγραφο οι σχετικές παραδοχές της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, παρά μόνο αυτές που, κατά την εκδοχή του αναφέρει ο αναιρεσείων, ούτε εξειδικεύεται σε τι συνίσταται η ανεπάρκεια των αιτιολογιών, καθώς και η "παροχή" όπως την ονομάζει ο αναιρεσείων ώστε να κριθεί αν ταυτίζεται και στις δύο περιπτώσεις ή είναι διαφορετική, προκειμένου να διακριβωθεί αν δικαιολογείται να τη λαμβάνει πλείονες φορές ο ήδη αναιρεσείων και, συνεπώς, αν οι σχετικές αιτιολογίες της αναιρεσιβαλλόμενης είναι αντιφατικές. Περαιτέρω, από τις ίδιες παραδοχές της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει ότι με αυτές δεν προσβάλλεται το επικαλούμενο από τον αναιρεσείοντα, δεδικασμένο, καθόσον αυτές αναφέρονται στο αν η άσκηση του ενδίκου δικαιώματος που απορρέει από την εκτελεστή απόφαση υπερβαίνει τα χρηστά ήθη και τον κοινωνικό και οικονομικό σκοπό του δικαιώματος και όχι την ύπαρξη (ή μη) τούτου και, συνακόλουθα ο σχετικός πρώτος λόγος κατά το δεύτερο σκέλος (αρ. 16 αρθρ. 559 ΚΠολΔ) στηρίζεται σε ανακριβή προϋπόθεση και κρίνεται αβάσιμος. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 20 του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου, με το να δεχθεί πραγματικά γεγονότα, προφανώς, διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στο έγγραφο. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, παραμόρφωση υπάρχει, όταν το δικαστήριο της ουσίας υποπίπτει σε διαγνωστικό λάθος (εσφαλμένη ανάγνωση), αποδίδει, δηλαδή, ύστερα από εσφαλμένη ανάγνωση του κειμένου αποδεικτικού, σύμφωνα με τα άρθρα 432 επ. του Κ.Πολ.Δ., εγγράφου, περιεχόμενο προφανώς διαφορετικό εκείνου που πραγματικά έχει και, κατά προφανή παρανόηση, δέχεται ως μνημονευόμενα σε αυτό πραγματικά περιστατικά, τα οποία, όμως, είναι καταδήλως διάφορα των πράγματι διαλαμβανομένων στο έγγραφο, ακολούθως, δε, στηριζόμενο αποκλειστικά στο ίδιο έγγραφο ή κυρίως σε αυτό, οδηγείται σε ουσιαστική κρίση βλαπτική για τον επικαλούμενο τον πιο πάνω αναιρετικό λόγο. Ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας, εκτιμώντας το έγγραφο ως αποδεικτικό μέσο, δεν υπέπεσε σε διαγνωστικό σφάλμα, αλλά, αναγιγνώσκοντας, το περιεχόμενο του εγγράφου αυτού, όπως αυτό πραγματικά έχει, προβαίνει σε εκτίμηση του αληθινού περιεχομένου του, δηλαδή, σε αποδεικτική αξιολόγησή του και συνάγει εξ αυτού, έστω και εσφαλμένα, αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που θεωρεί ορθό ο αναιρεσείων. Τούτο, δε, διότι, αυτή η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας που εξάγεται από το αληθινό περιεχόμενο του εγγράφου, είναι, κατά τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ., αναιρετικώς ανέλεγκτη, η δε σχετική αιτίαση αφορά στην εκτίμηση πραγμάτων (Ολ.Α.Π. 2/2008, Α.Π. 10/2021, Α.Π. 1071/2015, Α.Π. 825/2014). Ο αναιρετικός αυτός λόγος είναι ορισμένος (παραδεκτός), εφ` όσον στο δικόγραφο της αιτήσεως αναιρέσεως προσδιορίζονται (α το αληθινό (ακριβές) περιεχόμενο του εγγράφου, το οποίο φέρεται ότι παραμορφώθηκε, β) το περιεχόμενο του εγγράφου, όπως το προσέδωσε η απόφαση, που προσβάλλεται, ώστε από τη σύγκριση, να μπορεί να διαπιστωθεί το διαγνωστικό λάθος της, γ) ο ουσιώδης πραγματικός ισχυρισμός, για την απόδειξη ή την ανταπόδειξη του οποίου χρησιμοποιήθηκε το έγγραφο και δ) το επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα αποδεικτικό πόρισμα στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο, συνεπεία της παραμορφώσεως του εγγράφου (Ολ.Α.Π. 2/2008, Α.Π. 585/2020, Α.Π. 962/2012). Στην προκειμένη περίπτωση, με το δεύτερο σκέλος του δεύτερου λόγου της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η ανωτέρω αναιρετική πλημμέλεια και συγκεκριμένα αποδίδεται παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφων, χωρίς να αναφέρονται τα συγκεκριμένα έγγραφα, που παραμορφώθηκαν. Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, λόγω της αοριστίας του, καθόσον δεν παρατίθενται στο αναιρετήριο δικόγραφο τα παραμορφωθέντα έγγραφα καθώς και το περιεχόμενο αυτών, ώστε να ερευνηθεί αν, όντως, εχώρησε ή μη διαγνωστικό σφάλμα του Εφετείου, προκειμένου να κριθεί, εντεύθεν, η βασιμότητα του προβαλλόμενου αναιρετικού λόγου. Μη υπάρχοντος άλλου λόγου αναίρεσης θα πρέπει να απορριφθεί η από 22.4.2019 αίτηση για αναίρεση της 1849/2017 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. και να διαταχθεί, κατά την παρ. 3 του άρθρου 495 ΚΠολΔ, η εισαγωγή στο δημόσιο ταμείο του παραβόλου που κατατέθηκε από τον αναιρεσείοντα κατά την άσκηση της αίτησης αναίρεσης. Ο αναιρεσείων που νικήθηκε πρέπει να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, η οποία έχει καταθέσει προτάσεις, κατά το σχετικό νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτής (άρθρα 176, 183, 189 παρ. 1 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 22.4.2019 αίτηση του Ι. Φ. για αναίρεση της 1849/2017 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Διατάσσει την εισαγωγή στο δημόσιο ταμείο του παραβόλου που κατατέθηκε κατά την άσκηση της αίτησης αναίρεσης. Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2700) ευρώ. ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 27 Μαρτίου 2023. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ και τούτου, καθώς και της αρχαιοτέρας Αρεοπαγίτου, αποχωρησάντων από την υπηρεσία, και κωλυομένης της αμέσως αρχαιότερης Αρεοπαγίτου, ο αρχαιότερος της συνθέσεως Αρεοπαγίτης ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 19 Ιουνίου 2023. Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ