Αριθμός 779/2013 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δήμητρα Παπαντωνοπούλου - Εισηγήτρια, Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Ανδρέα Ξένο και Βασίλειο Καπελούζο, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 3 Απριλίου 2013, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Σταύρου Μαντακιοζίδη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Κ. Τ. του Α., κατοίκου ... που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Παπαναστασόπουλο, για αναίρεση της υπ'αριθ.1678/2012 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πατρών. Με πολιτικώς ενάγον το Ελληνικό Δημόσιο, που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα από το Υπουργό Οικονομικών και που στο ακροατήριο εκπροσωπήθηκε από την πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους Γεωργία Μπουρδάκου. Το Τριμελές Εφετείο Πατρών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 6 Φεβρουαρίου 2013 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 235/2013. Αφού άκουσε Τους πληρεξούσιους δικηγόρους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 171 § 1 στοιχ. δ', 329, 331, 333 § 2, 358, 364 και 369 ΚΠοινΔ, προκύπτει ότι αν ληφθεί υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας, για το σχηματισμό της κρίσεώς του ως προς την ενοχή του κατηγορουμένου, έγγραφο που δεν αναγνώσθηκε κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο, δημιουργείται απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας, η οποία ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 § 1 στοιχ. Α' ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως, διότι αποστερείται έτσι ο κατηγορούμενος του δικαιώματος να εκθέσει τις απόψεις του και να προβεί σε παρατηρήσεις σχετικά με το αποδεικτικό αυτό μέσο σύμφωνα με το άρθρο 358. Εξάλλου, το περιεχόμενο του εγγράφου που αναγνώσθηκε δεν είναι αναγκαίο να αναφέρεται στα πρακτικά της αποφάσεως, είναι, όμως, αναγκαίο να αναφέρονται τα στοιχεία εκ των οποίων προσδιορίζεται επαρκώς η ταυτότητά του, έτσι ώστε να μην καταλείπεται αμφιβολία για το ποιο έγγραφο αναγνώσθηκε. Ο προσδιορισμός, δηλαδή, της ταυτότητας του εγγράφου είναι αναγκαίος μόνο για τη δημιουργία βεβαιότητας ότι το έγγραφο αυτό και όχι κάποιο άλλο αναγνώσθηκε στη συγκεκριμένη δίκη και έτσι δόθηκε η δυνατότητα στον κατηγορούμενο να εκθέσει τις απόψεις του και να κάνει τις παρατηρήσεις του ως προς το περιεχόμενό του (κατά το αρθρ. 358 ΚΠοινΔ). Διαφορετικά, αν δηλαδή, η ταυτότητα του εγγράφου δεν προσδιορίζεται επαρκώς, υπάρχει η ίδια ακυρότητα. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης αποφάσεως, ως αναγνωσθέντα στο ακροατήριο έγγραφα, τα οποία έλαβε υπόψη του το δικαστήριο για το σχηματισμό της κρίσεώς του περί της ενοχής του αναιρεσείοντος, αναφέρονται, μεταξύ άλλων, και τα ".....5. φωτ/φο έκθεσης χρέωσης διαφυγόντων φορολογικών επιβαρύνσεων, 6. φωτ/φο έκθεσης ελέγχου - πορισματικής αναφοράς με ημερομηνία 12-4-2006 και ημερομηνία θεώρησης 13-4-2006 και.... 10. φωτ/φο έκθεσης διαφυγόντων της κατάσχεσης ειδών". Ενόψει, όμως, του ότι ο προσδιορισμός της ταυτότητας του εγγράφου είναι αναγκαίος, όπως προαναφέρθηκε, για τη δημιουργία βεβαιότητας ότι αυτό το έγγραφο και όχι κάποιο άλλο αναγνώσθηκε στη συγκεκριμένη δίκη, ο κατά τον άνω τρόπο προσδιορισμός στα πρακτικά των τριών αυτών εγγράφων είναι επαρκής και δεν καταλείπεται αμφιβολία για την ταυτότητά τους, λαμβανομένου μάλιστα υπόψη και του ότι άλλα έγγραφα με τον ανωτέρω προσδιορισμό δεν αναγνώσθηκαν, με την ανάγνωση δε αυτών κατέστη γνωστό το περιεχόμενό τους στον κατηγορούμενο, ο οποίος είχε έτσι τη δυνατότητα να υποβάλει τις επ' αυτών παρατηρήσεις και απόψεις του, γεγονός που δεν εξαρτάται από τον τρόπο που αυτά αναφέρονται στα πρακτικά. Επομένως, ο εκ του άρθρου 510 § 1 στοιχ. Α' ΚΠοινΔ πρώτος λόγος αναιρέσεως, που πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση για απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο, με την ειδικότερη αιτίαση ότι τα ανωτέρω έγγραφα που αναγνώσθηκαν δεν προσδιορίζονται κατά τα στοιχεία της ταυτότητάς τους, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί. Κατά τις διατάξεις των άρθρων 111 παρ.1 και 3 και 112 ΠΚ το αξιόποινο εξαλείφεται με την παραγραφή η οποία, προκειμένου περί πλημμελημάτων, όπως η λαθρεμπορία (άρθρο 155 του ν. 2960/2001) είναι πενταετής από την ημέρα τέλεσης της αξιόποινης πράξης. Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 113 παρ. 1 ΠΚ η προθεσμία της παραγραφής αναστέλλεται για όσο χρονικό διάστημα διαρκεί η κυρία διαδικασία και μέχρι να γίνει αμετάκλητη η καταδικαστική απόφαση, όχι όμως πέρα από τρία έτη για τα πλημμελήματα. Περαιτέρω από το συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων με αυτές των άρθρων 370 στοιχ. β' και 511 ΚΠοινΔ προκύπτει, ότι η παραγραφή, ως θεσμός δημόσιας τάξεως, εξετάζεται αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο σε κάθε στάση της ποινικής διαδικασίας και ενώπιον του Αρείου Πάγου, ο οποίος, εάν διαπιστώσει τη συμπλήρωση του χρόνου της, αναιρεί την προσβαλλομένη απόφαση και παύει οριστικώς την ποινική δίωξη, υπό την προϋπόθεση όμως, ότι θα κριθεί βάσιμος ένας λόγος αναιρέσεως. Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 17 ΠΚ ως χρόνος τέλεσης της πράξης θεωρείται ο χρόνος κατά τον οποίο ο υπαίτιος ενήργησε ή όφειλε να ενεργήσει. Η αναφορά του ακριβούς χρόνου τέλεσης της πράξης στην απόφαση είναι αναγκαία μόνον εάν ασκεί επιρροή στην ταυτότητα της πράξης ή στην εξάλειψη του αξιοποίνου αυτής λόγω παραγραφής. Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη 1678/2012 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, που δίκασε κατ' έφεση, ο αναιρεσείων κηρύχθηκε ένοχος λαθρεμπορίας με αναγνώριση της ελαφρυντικής περιστάσεως του άρθρου 84 παρ. 2ε ΠΚ και του επιβλήθηκε ποινή φυλακίσεως οκτώ (8) μηνών, ανασταλείσα για μια τριετία και χρηματική ποινή 25.583,18 ευρώ. Στην αιτιολογία της αποφάσεως αυτής δέχθηκε το δικάσαν Εφετείο, κατά το ουσιώδες μέρος της, μετά από συνεκτίμηση των αναφερομένων αποδεικτικών μέσων, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά (κατά περιληπτική εδώ περιγραφή): Ο αναιρεσείων ήταν διαχειριστής και νόμιμος εκπρόσωπος δύο ετερορρύθμων εταιρειών ήτοι της "..." και της "...", αντικείμενο των οποίων ήταν η εκμετάλλευση δύο πρατηρίων υγρών καυσίμων, ότι στις 9-3-2006 το Τελωνείο Πάτρας πραγματοποίησε έλεγχο στην πρώτη από τις ανωτέρω επιχειρήσεις του κατηγορουμένου από τον οποίο προέκυψε ότι είχε πωλήσει κατά το χρονικό διάστημα από 1-2 έως 9-3-2006 10.337 λίτρα πετρελαίου χωρίς να επιδείξει τα αντίστοιχα φορολογικά στοιχεία αγοράς, ότι στις 27-7-2006 ο αναιρεσείων υπέβαλε υπόμνημα στο οποίο απέδιδε τη διαπιστωθείσα διαφορά σε λάθος εγγραφή στο Βιβλίο Απογραφών της Επιχείρησης του αποθέματος της 31-12-2005, οφειλόμενης σε αβλεψία των λογιστών του, ότι το Τελωνείο Πάτρας στα πλαίσια της χρηστής διοίκησης έκανε δεκτό το υπόμνημα του κατηγορουμένου, του γνωστοποίησε όμως ότι θα προέβαινε σε αντίστοιχο έλεγχο για το έτος 2005, ότι από τον έλεγχο που διενήργησε το σχετικό κλιμάκιο προέκυψε ότι κατά τη χρήση του 2005 οι πωλήσεις του πετρελαίου κίνησης του εν λόγω πρατηρίου ήταν κατά 68.683 λίτρα περισσότερες από τις αντίστοιχες αγορές, ότι πολύ αργότερα από το πέρας του ελέγχου ο αναιρεσείων προσκόμισε στο Τελωνείο Πάτρας προκειμένου να δικαιολογήσει την ανωτέρω διαπιστωθείσα διαφορά τα αναφερόμενα ειδικώς στο σκεπτικό και στο διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης δώδεκα δελτία αποστολής-τιμολόγια πώλησης (αναγόμενα όλα στο έτος 2005) από το ένα πρατήριο στο άλλο, παραστατικά τα οποία όμως, όπως διαπιστώθηκε από τον μεταγενέστερο έλεγχο που διενήργησαν υπάλληλοι του Τελωνείου, δεν είχαν καταχωρισθεί στα βιβλία Εσόδων-Εξόδων της ελεγχόμενης επιχείρησης για τη χρήση του 2005, παρά το ότι φέρονταν εκδοθέντα εντός του έτους 2005. Με βάση δε τις συνοπτικές αυτές παραδοχές το Εφετείο κήρυξε ακολούθως ένοχο τον αναιρεσείοντα του ότι στην Αχαΐα κατά το έτος 2005, υπό την ιδιότητα του νομίμου εκπροσώπου της εταιρίας "...", που εδρεύει στη ... και διατηρεί εκεί πρατήριο υγρών καυσίμων, προέβη σε ενέργειες που αποσκοπούσαν να στερήσουν το Ελληνικό Δημόσιο από τους εισπρακτέους δασμούς, φόρους και λοιπές επιβαρύνσεις επί των εισαγομένων από την αλλοδαπή εμπορευμάτων και δη καυσίμων. Συγκεκριμένα, κατά τον ανωτέρω τόπο και χρόνο, κατείχε και διέθεσε προς πώληση συνολική ποσότητα 66.493 λίτρων υγρού καυσίμου πετρελαίου κίνησης, χωρίς την καταβολή των νομίμων δασμοφορολονικών επιβαρύνσεων, ύψους 26.056,30 Ευρώ, ποσό το οποίο στερήθηκε το Ελληνικό Δημόσιο. Ειδικότερα, κατείχε εντός δεξαμενής πετρελαίου την ανωτέρω ποσότητα καυσίμου άνευ νομίμων παραστατικών αγοράς, καθόσον για την αγορά της προσκόμισε δώδεκα τιμολόγια πώλησης - δελτία αποστολής......, με φερόμενο εκδότη την εδρεύουσα στα ... επιχείρηση "...", τα οποία ελέγχονται ως εικονικά.....". Η ως άνω αιτιολογία της προσβαλλόμενης αποφάσεως είναι η απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη, αναφορικά ειδικότερα με το χρόνο τελέσεως της αξιόποινης πράξης για την οποία καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων, εφόσον ο χρόνος μέσα στον οποίο όφειλε αυτός να ενεργήσει δηλαδή να προβεί στην καταχώρηση στο βιβλίο εσόδων-εξόδων της επιχείρησής του των απαιτουμένων παραστατικών πωλήσεως υγρών καυσίμων προκειμένου να καταστεί δυνατή η καταβολή των δασμοφορολογικών επιβαρύνσεων, εκτείνετο καθ' όλη τη διάρκεια του έτους 2005. Δεν ήταν δε αναγκαίος για την πληρότητα της αιτιολογίας ειδικότερος προσδιορισμός του χρόνου καταχωρήσεως των εν λόγω παραστατικών ή του χρόνου πωλήσεως των επιμέρους ποσοτήτων των ως άνω καυσίμων, ενόψει του ότι δεν υφίστατο εν προκειμένω ζήτημα παραγραφής και εντεύθεν εξαλείψεως του αξιοποίνου, καθόσον από τον, κατά τις παραδοχές της αποφάσεως, χρόνο τελέσεως (2005) μέχρι την εισαγωγή της υποθέσεως στο ακροατήριο (4-12-2012) δεν είχε παρέλθει η οκταετία (πενταετής προθεσμία και τριετία του χρόνου αναστολής της παραγραφής). Ούτε ανέκυπτε εξάλλου ζήτημα εφαρμογής επιεικέστερου νόμου που να ασκεί έννομη επιρροή στο αξιόποινο ή την εξάλειψη του αξιοποίνου της πράξης για την οποία καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων. Επομένως, ο περί του αντιθέτου δεύτερος από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ'και Ε' ΚΠοινΔ αναιρετικός λόγος περί ελλείψεως αιτιολογίας και εσφαλμένης εφαρμογής του νόμου, λόγω μη αναφοράς του ειδικότερου χρόνου τελέσεως, είναι αβάσιμος. Συνακόλουθα η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί, με παράλληλη καταδίκη του αναιρεσείοντος στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ) και στα έξοδα του παραστάντος ως πολιτικώς ενάγοντος Ελληνικού Δημοσίου, (άρθρα 176, 183, ΚΠολΔ), μειωμένα όμως, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 22 του ν. 3693/1957 και την 134423/28-12-1992 κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 6 Φεβρουαρίου 2013 αίτηση του Κ. Τ. του Α. περί αναιρέσεως της υπ' αριθμ. 1678/2012 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πατρών (Πλημμελημάτων). Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα εκ διακοσίων πενήντα (250) ευρώ και στη δικαστική δαπάνη του πολιτικώς ενάγοντος Ελληνικού Δημοσίου εκ διακοσίων ενενήντα (290) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 17 Απριλίου 2013. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 22 Μαΐου 2013. Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ