Αριθμός 546/2013 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Α1' Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Λυκούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ιωάννη Σίδερη, Νικόλαο Λεοντή, Γεώργιο Γεωργέλλη και Μιχαήλ Αυγουλέα, Αρεοπαγίτες. Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 19 Νοεμβρίου 2012, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Του αναιρεσείοντος: Κ. Β. του Γ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Βουκελάτο. Των αναιρεσιβλήτων: 1. Δ. Ζ. του Γ., κατοίκου ... ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Παπαγιάννη, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔικ., 2.Α. Σ. του Δ., κατοίκου ..., 3.Ε. θυγ. Χ. Κ., κατοίκου …, για τον εαυτόν της και ως κληρονόμος της αδελφής της Α. θυγ. Χ. Κ., κατοίκου εν ζωή …, 4.Χ. Κ. του Σ., κατοίκου …, ως κληρονόμος της αποβιωσάσης θείας του Α. θυγ. Χ. Κ., κατοίκου εν ζωή …, 5.Κ. Τ. του Δ., κατοίκου ... , 6.Ε. Τ. του Δ., κατοίκου ... και 7Γ. Τ. του Δ., κατοίκου ..., ως μοναδικών εξ αδιαθέτου κληρονόμων της Μ. Γ. - Ζ. Άπαντες οι ανωτέρω από δεύτερο έως έβδομο δεν παραστάθηκαν. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10 Μαΐου 2003 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Ιωαννίνων. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 237/2007 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου, 279/2010 του Εφετείου Ιωαννίνων. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 12 Μαρτίου 2011 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Μιχαήλ Αυγουλέας, ανέγνωσε την από 9 Νοεμβρίου 2012 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτή η αίτηση αναιρέσεως για τον πρώτο λόγο αυτής. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη των αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη του. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ 1. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 62, 73, 286 επ. και 313 ΚΠολΔ, προκύπτει, ότι, αν κάποιος διάδικος αποβιώσει κατά την διάρκεια της δίκης και μέχρι το τέλος της προφορικής συζητήσεως, μετά την οποία εκδίδεται η οριστική απόφαση, και εφόσον τηρηθούν οι νόμιμες διατυπώσεις, μεταξύ των οποίων είναι και εκείνη της γνωστοποιήσεως του θανάτου στον αντίδικο του αποβιώσαντος, επέρχεται διακοπή της δίκης και όλες οι διαδικαστικές πράξεις που επιχειρούνται μέχρι την νόμιμη επανάληψη της διαδικασίας λογίζονται άκυρες. Αν δεν γίνει η γνωστοποίηση του θανάτου, δεν επέρχεται διακοπή της δίκης, η δε απόφαση που εκδίδεται είναι υποστατή και μπορεί να προσβληθεί με το ένδικο μέσο της αναιρέσεως. Σε περίπτωση που ο διάδικος αποβιώσει μετά το πέρας της προφορικής συζητήσεως, μετά την οποία εκδίδεται η οριστική απόφαση ή πολύ περισσότερο μετά την έκδοση της τελευταίας, όταν δηλαδή δεν υφίσταται πλέον εκκρεμής δικαστικός αγών, δεν υπάρχει στάδιο εφαρμογής των διατάξεων περί διακοπής της δίκης. Σε κάθε περίπτωση τα ένδικα μέσα που ασκούνται κατά της οριστικής αποφάσεως, άρα και η αίτηση αναιρέσεως, πρέπει να απευθύνονται, σύμφωνα με το άρθρο 558 ΚΠολΔ κατά των καθολικών διαδόχων (κληρονόμων) του αποβιώσαντος, απευθυνόμενα δε κατ` αυτού είναι άκυρα, υπό την προϋπόθεση, ότι ο αναιρεσείων διάδικος είχε λάβει γνώση του θανάτου του αντιδίκου του με οποιονδήποτε τρόπο, ώστε να διαπιστώσει τους κληρονόμους του και να απευθύνει κατ` αυτών την αναίρεση. Επομένως, η αναίρεση που απευθύνεται κατά αποβιώσαντος, χωρίς όμως να γνωρίζει τον θάνατο ο αναιρεσείων, δεν είναι άκυρη και η συζήτησή της χωρεί νομίμως με τους κληρονόμους του αποβιώσαντος, οι οποίοι καλούνται προς τούτο ή εμφανίζονται κατά την συζήτηση με την ιδιότητα αυτή, στην θέση του αποβιώσαντος αναιρεσιβλήτου και προβάλλουν υπεράσπιση επί της ουσίας της διαφοράς (Ολ. ΑΠ 27/1987). Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα διαδικαστικά έγγραφα της υπόθεσης: 1) η από τους αρχικούς διαδίκους (ενάγοντες) και τρίτη αναιρεσίβλητη, Ε. Κ., μετά την άσκηση της από τους ενάγοντες αυτούς έφεση, αλλά και την έφεση του αναιρεσίβλητου κατά της 237/2007 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ιωαννίνων, απεβίωσε στις 19-5-2008, χωρίς να δηλωθεί ο θάνατός της. Αντιθέτως, από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης απόφασης φέρεται να εμφανίζεται και να συμμετέχει στη συζήτηση της έφεσης, δια πληρεξουσίου δικηγόρου να υποβάλει προτάσεις με ισχυρισμούς προς υπεράσπιση της εφέσεως της και την αντίκρουση της έφεσης των αναιρεσείοντα. Μετά δε την έκδοση της απόφασης αυτής (προσβαλλόμενης), φέρεται με τους λοιπούς ομοδίκους της να υποβάλει αίτηση στο ίδιο δικαστήριο, για διόρθωση της απόφασης αυτής, όσον αφορά τα στοιχεία ταυτότητός της καθώς και εκείνου του τέταρτου των αναιρεσειόντων, εμφανίζεται δε ως εκπροσωπούμενη από πληρεξούσιο δικηγόρο να συμμετέχει στη συζήτηση της ως άνω αίτησης, μετά την οποία εκδόθηκε η 203/2011 απόφαση του Εφετείου Ιωαννίνων με την οποία έγινε δεκτή ως κατ' ουσίαν βάσιμη η αίτηση διόρθωσης. Η τελευταία κληρονομήθηκε εκ διαθήκης, ( βλ. την υπ' αρθ. …/30-9-2005 Δημόσια Διαθήκη της Συμβολαιογράφου Αθηνών και το 5378/31-10-2008 πρακτικό δημοσιεύσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών),από τον τέταρτο των αναιρεσίβλητων, Χ. Κ., ο οποίος αποδέχτηκε την κληρονομιά της, με δήλωσή του που περιλήφθηκε στην υπ' αριθ…/17-12-2009 πράξη της Συμβολαιογράφου Ιωαννίνων. Εξάλλου, κατ' αυτεπάγγελτη έρευνα (άρθρα 62 και 73 ΚΠολΔ), από τα στοιχεία της δικογραφίας δεν προκύπτει ότι ο αναιρεσείων, κατά την άσκηση της κρινόμενης αναίρεσης γνώριζε το θάνατο της ως άνω αρχικής διαδίκου, αλλά ότι τούτο πληροφορήθηκε μεταγενέστερα, όταν ο δικαστικός επιμελητής κατ' εντολή του, επεχείρησε να επιδώσει την αίτηση αναίρεσης. Στη συνέχεια ο αναιρεσείων, επέδωσε την αίτηση στον ως άνω, ενώ την κλήση για τη συζήτηση αυτής, έχει απευθύνει κατά αυτού ως κληρονόμου της, την οποία και επέδωσε σ' αυτόν όπως προκύπτει από την υπ' αριθ…/12-9-2012 έκθεση του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών, καλώντας αυτόν, υπό την αναφερομένη ιδιότητά του, να παραστεί και να συμμετάσχει στη συζήτηση της υπόθεσης, κατά την σημειούμενη, στην αρχή της παρούσης δικάσιμο. Επομένως, η κρινόμενη αίτηση, όσον αφορά την Ε. Χ., είναι έγκυρη και νομίμως χωρεί η συζήτηση αυτής, με τον Χ. Κ., να έχει υπεισέλθει στην θέση αυτής υπό την προαναφερόμενη ιδιότητά του. και 2) ότι από τους ίδιους πιο πάνω αρχικούς διαδίκους και ο έκτος, κατά του οποίου απευθύνεται η κρινόμενη αίτηση, Ε. Τ., απεβίωσε στις 27-1-2011, μετά την έκδοση της προσβαλλόμενης απόφασης, γεγονός δε τούτο, όπως συνομολογείται από τον αναιρεσείοντα (βλ. προσθήκη προτάσεων του, που υποβλήθηκαν, μετά τη συζήτηση, στις 23-11-2012), το γνώριζε πριν την άσκηση της κρινόμενης αίτησης, καθώς και τους κληρονόμους του (σύζυγο και δυο τέκνα του). Πλην όμως αυτός απηύθυνε αυτήν (αίτηση αναιρέσεως) κατά του αποβιώσαντος, και όχι, ως όφειλε, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στη μείζονα σκέψη, κατά των κληρονόμων του. Η παράλειψή του αυτή δεν αναπληρώνεται με την κλήση που επέδωσε στους κληρονόμους του ως άνω. Κατά συνέπεια, η κρινόμενη αίτηση, κατά το μέρος που στρέφεται κατά του Ε. Τ., είναι άκυρη και πρέπει να απορριφθεί 2. Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 576 παρ. 1, 2 και 3, 568 παρ. 1 και 4,498 παρ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι, αν κατά την συζήτηση της αναιρέσεως δεν εμφανισθεί κάποιος διάδικος, το δικαστήριο οφείλει να εξετάσει αν επισπεύδει αυτός την συζήτηση ή, όταν την επισπεύδει άλλος, αν κλητεύθηκε νομίμως και εμπροθέσμως, σε αποφατική δε περίπτωση να κηρύξει απαράδεκτη την συζήτηση ως προς όλους τους διαδίκους. Στην προκειμένη περίπτωση, από τις 1) υπ' αριθ. .../11-1-2012 εκθέσεως επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης …, 2) .../15-12-2011 και ... β/12-9-2012 εκθέσεις του δικαστικού επιμελητή, στο Πρωτοδικείο Αθηνών, …, 3) .../9-3-2012 εκθέση του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Ιωαννίνων …και 4) .../2-2-2012 έκθεση της δικαστικής επιμελήτριας του Πρωτοδικείου Κορίνθου …, προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της ένδικης αίτησης αναιρέσεως, μαζί με την κάτω απ' αυτήν πράξη του Προέδρου του Α1 Πολιτικού Τμήματος του Αρείου Πάγου, με την οποία ορίστηκε δικάσιμος για την αίτηση αυτή, η σημειούμενη στην αρχή της παρούσης καθώς και κλήση για να παραστούν κατ' αυτήν, νομίμως και εμπροθέσμως επιδόθηκαν στους 2ο, στον κληρονόμο της 3ης, 4ο, 5ο, και 7ο των αναιρεσίβλητων, με την επιμέλεια του πληρεξουσίου δικηγόρου του αναιρεσείοντος. Πλην όμως, αυτοί όπως προκύπτει από τα πρακτικά συνεδριάσεως του παρόντος δικαστηρίου, δεν εμφανίστηκαν κατά τη συζήτηση, στην πιο πάνω δικάσιμο κατά την οποία εκφωνήθηκε η υπόθεση από τη σειρά της στο πινάκιο, ούτε κατέθεσαν σχετική δήλωση, σύμφωνα με τα άρθρα 573 παρ. 1 και 242 παρ. 2 ΚΠολΔ. Επομένως, η συζήτηση πρέπει να προχωρήσει, παρά την απουσία τους, σύμφωνα με το άρθρο 576 παρ. 2 ΚΠολΔ. 3. Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα, κατά την τακτική διαδικασία υπ' αριθ. 279/ 2010 απόφαση του Εφετείου Ιωαννίνων, που απέρριψε ως απαράδεκτη την από 4-6-2012 έφεση του αναιρεσείοντα, λόγω εκπρόθεσμης άσκησής της, ενώ έκρινε παραδεκτή την έφεση των αναιρεσίβλητων, την οποία στη συνέχεια απέρριψε κατ' ουσίαν. Η αίτηση ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558. 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ). Επομένως, είναι παραδεκτή (άρθρο 577 παρ.1 ΚΠολΔ) και πρέπει μα ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της. 4. Κατά το άρθρο 495 παρ. 1 και 2 του ΚΠολΔ, τα ένδικα μέσα της ανακοπής ερημοδικίας, της έφεσης, της αναψηλάφησης και της αναίρεσης ασκούνται με δικόγραφο που κατατίθεται στο πρωτότυπο στη γραμματεία του δικαστηρίου που έχει εκδώσει την προσβαλλόμενη απόφαση. Για την κατάθεση συντάσσεται έκθεση στο βιβλίο που τηρείται σύμφωνα με το άρθρο 496, την οποία υπογράφει αυτός που καταθέτει. Στο δικόγραφο που κατατίθεται σημειώνεται ο αριθμός της έκθεσης και η χρονολογία της και βεβαιώνονται με την υπογραφή εκείνου που συντάσσει την έκθεση. Κατά το επόμενο άρθρο 496, η γραμματεία των δικαστηρίων τηρεί χωριστό βιβλίο για καθένα από τα ένδικα μέσα που αναφέρονται στο άρθρο 495 παρ. 1. Ο τρόπος που τηρείται το βιβλίο και οι άλλες λεπτομέρειες ορίζονται με διάταγμα. Ο αρμόδιος υπάλληλος της γραμματείας κάθε δικαστηρίου είναι υποχρεωμένος, μόλις προσαχθεί δικόγραφο ένδικου μέσου για κατάθεση, να συντάξει χωρίς καθυστέρηση και μπροστά σε εκείνον που έφερε το δικόγραφο, την έκθεση της κατάθεσης και να την καταχωρίσει στο βιβλίο που αναφέρεται στην παρ.1. Κατά το άρθρο 497, το πρωτότυπο του ένδικου μέσου ή η έκθεση που κατατέθηκε φυλάγονται στο αρχείο του δικαστηρίου. Τέλος, κατά το άρθρο 498 παρ.1. Κάθε διάδικος μπορεί μετά την άσκηση του ένδικου μέσου, προσκομίζοντας αντίγραφο του ένδικου μέσου και της απόφασης που προσβάλλεται στη γραμματεία του δικαστηρίου προς το οποίο το ένδικο μέσο απευθύνεται, να ζητήσει να προσδιορισθεί δικάσιμος και να φέρει για συζήτηση την υπόθεση με κλήση κλπ. Με το β.δ. 564/1968 (ΦΕΚ Α'-189), ορίσθηκαν οι λεπτομέρειες και ο τρόπος τηρήσεως του βιβλίου ενδίκων μέσων που προβλέπει το άρθρο 496 ΚΠολΔ. Από τις πιο πάνω διατάξεις προκύπτει με σαφήνεια ότι : α) Η κατάθεση του δικογράφου του ένδικου μέσου στη γραμματεία του δικαστηρίου που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, καθώς και η σύνταξη εκθέσεως στο κατά το άρθρο 496 ΚΠολΔ βιβλίο αποτελεί αναγκαίο όρο για να τελειωθεί η άσκηση αυτού, χωρίς τον οποίο το ένδικο τούτο μέσο είναι δικονομικώς ανυπόστατο. και β) Στοιχείο από το οποίο κρίνεται το εμπρόθεσμο ή μη της ασκήσεως του ένδικου μέσου είναι η χρονολογία της εκθέσεως που καταχωρίζεται στο ειδικό βιβλίο του άρθρου 496 και η οποία σημειώνεται επάνω στο πρωτότυπο του ένδικου μέσου που φυλάγεται στο αρχείο του δικαστηρίου, μαζί με τον αριθμό της εκθέσεως. Ο αναιρεσείων, με την κρινόμενη αίτηση, αποδίδει τις πλημμέλειες στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο ότι: 1) για να καταλήξει στο συμπέρασμα ότι η ασκηθείσα εκ μέρους του έφεση ήταν εκπρόθεσμη, κηρύσσοντας παρά το νόμο απαράδεκτο, έλαβε υπόψη την από τους αντιδίκους προσκομισθείσα, σε αντίγραφο, έκθεση καταθέσεως, στην οποία όμως η ημερομηνία είχε παραποιηθεί και αντί της αληθούς 6-6-2008, αναγραφόταν 10-6-2008 Αντιθέτως, ισχυρίζεται ότι δεν λήφθηκε υπόψη, η μετ' επικλήσεως από αυτόν προσκομιζόμενη στην οποία αναγραφόταν η αληθής ημερομηνία καταθέσεως (6-6-2008). Και 2) εξαιτίας της εσφαλμένης απόρριψης της εφέσεως του, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, στη συνέχεια, εσφαλμένως, δέχτηκε ότι η πρωτοβάθμια απόφαση είχε καταστεί τελεσίδικη και ότι απ' αυτήν παράγεται δεδικασμένο. Τούτο διότι, συνέπεια της παραδοχής του αυτής ήταν να θεωρήσει, κατά την ουσιαστική έρευνα του λόγου εφέσεως των αντιδίκων του, ως αποδεδειγμένο ότι η μεταξύ αυτού και της αντισυμβαλλόμενης του (κληρονομηθείσας από τους αναιρεσίβλητους) σύμβαση έργου ήταν αισχροκερδής και στη συνέχεια να ερευνήσει μόνο την οφειλόμενη, εξαιτίας της ακυρότητας αυτής, αποζημίωση. Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, κατά το μέρος που ενδιαφέρει τις πιο πάνω αιτιάσεις, δέχτηκε τα εξής: "....επί της από 10.5.2003 (αρ. καταθ. 208/2003) αγωγής της Μ. συζ. Δ. Ζ., με την οποία διώκεται η αναγνώριση της ακυρότητας του αναφερομένου συμβολαίου λόγω αντιθέσεως της δικαιοπραξίας στα χρηστά ήθη και υποχρεώσεως του εναγομένου σε καταβολή αποζημιώσεως στην ενάγουσα, το Πολυμελές Πρωτοδικείο Ιωαννίνων, αφού δίκασε κατά την τακτική διαδικασία, εξέδωσε την 237/2007 οριστική του απόφαση, με την οποία δέχθηκε εν μέρει ως βάσιμη και κατ' ουσίαν την αγωγή. Η ως άνω οριστική απόφαση, όπως προκύπτει από την κατά το άρθρο 139 παρ. 3 του ΚΠολΔ σημείωση της δικαστικής επιμελήτριας του Πρωτοδικείου Ιωαννίνων … πάνω στο προσκομιζόμενο ακριβές αντίγραφο αυτής, το οποίο επιδόθηκε στον εναγόμενο στις 7-5-2008, με εντολή του πληρεξουσίου δικηγόρου που εκπροσώπησε τους υπεισελθόντες στη θέση της ενάγουσας κληρονόμους της (αναιρεσίβλητους), λόγω θανάτου αυτής πριν από τη συζήτησή της στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο. Κατά της αποφάσεως αυτής ο εναγόμενος άσκησε την υπό κρίση από 4.6.2008 έφεση, η οποία κατατέθηκε, όπως προκύπτει από τη συνταχθείσα αντίστοιχη 114/2008 έκθεση καταθέσεως του δικογράφου της στη γραμματεία του δικαστηρίου που έχει εκδώσει την προσβαλλομένη απόφαση, την 10.6.2008. Από την επομένη της επίδοσης της εκκαλουμένης αποφάσεως, που άρχισε να τρέχει η προθεσμία ασκήσεως της έφεσης κατ' αυτής, σύμφωνα με το άρθρο 144 παρ. 1 ΚΠολΔ, ήτοι από την 8.5.2008, μέχρι την κατά τα ανωτέρω άσκηση της εφέσεως, δηλαδή την 10.6.2008, παρήλθε χρόνος μεγαλύτερος των τριάντα ημερών. Η κατά το άρθρο 518 παρ. 1 ΚΠολΔ προθεσμία των τριάντα ημερών για την άσκηση της έφεσης, ενόψει της διαμονής του εναγομένου εκκαλούντος στην Ελλάδα, λήγει στις 7 το βράδυ της τριακοστής ημέρας από την επομένη της επιδόσεως της εκκαλουμένης (άρθρο 144 παρ. 1 ΚΠολΔ), δηλαδή την 6.6.2008, που δεν είναι εξαιρετέα ημέρα. Επομένως, η ανωτέρω έφεση του εναγομένου ασκήθηκε μετά την παρέλευση της προβλεπόμενης προθεσμίας ασκήσεώς της και αυτεπαγγέλτως εξεταζομένου του παραδεκτού αυτής, πρέπει, να απορριφθεί ως απαράδεκτη. Εντεύθεν, είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι και οι πρόσθετοι λόγοι έφεσης που άσκησε ο εναγόμενος με το από 23.11.2009 (αρ. καταθ. 543/2009) αυτοτελές δικόγραφο, λόγω του παρακολουθηματικού τους χαρακτήρα Εξάλλου, ενόψει του ότι η έφεση των εναγόντων (αναιρεσίβλητων) είναι εμπρόθεσμη, η έφεση του εναγομένου (αναιρεσείοντα), σύμφωνα με τα προαναφερόμενα και μόνο ως προς το κεφάλαιο της εκκαλουμένης που προσβάλλεται με την έφεση των εναγόντων, και συγκεκριμένα εκείνο που αφορά την κρίση της περί της ανά τετραγωνικό μέτρο αξίας των διαμερισμάτων της επίδικης οικοδομής, στο οποίο αναφέρεται ο πέμπτος λόγος (στοιχ. α') της εκπρόθεσμης έφεσης, ισχύει ως αντέφεση και ως προς τούτο πρέπει να εξεταστεί κατ' ουσίαν, συνεκδικαζόμενη με την έφεση αυτών.......". Από την, κατ' αυτεπάγγελτη έρευνα και ελεύθερη εκτίμηση των στοιχείων του φακέλου της δικογραφίας προκύπτει ότι στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο προσκομίσθηκαν, όσον αφορά την έφεση που άσκησε ο αναιρεσείων, δυο (2) αντίγραφα της εκθέσεως καταθέσεως στη γραμματεία του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου. Στο πρώτο από αυτά (αντίγραφα), που προσκομίσθηκε επικυρωμένο, από την αρμόδια Γραμματέα του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, αναγράφεται ως ημερομηνία καταθέσεως η 6η Ιουνίου 2008. Στο δεύτερο, που προσκομίσθηκε σε απλό, χωρίς επικύρωση αντίγραφο, αναγράφεται ως ημερομηνία η 10η Ιουνίου 2008. Στο αντίγραφο, όμως αυτό, το οποίο έλαβε υπόψη του το Εφετείο, και απέρριψε ως εκπρόθεσμη την έφεση τoυ αναιρεσείοντα, η ημερομηνία είναι εμφανώς αλλοιωμένη. Τούτο διότι, ο αριθμός 6 έχει παραποιηθεί και εμφανίζεται ως μηδέν, ενώ πριν απ' αυτόν (αριθ. 0), έχει προστεθεί ο αριθμός 1, έτσι ώστε να εμφανίζεται ως ημέρα καταθέσεως η 10η Ιουνίου. Από τα ως άνω, προκύπτει ότι η πραγματική ημερομηνία καταθέσεως της έφεσης είναι εκείνη της 6ης Ιουνίου 2008. Ενόψει όλων αυτών, δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι η έφεση του αναιρεσείοντα ασκήθηκε νομοτύπως και εμπροθέσμως, γεγονός άλλωστε που συνομολογείται και από τον πρώτο αναιρεσίβλητο, με τις προτάσεις του, στο δικαστήριο τούτο. Από τις ως άνω παραδοχές του Εφετείου δεν προκύπτει ότι έλαβε υπόψη και αξιολόγησε το περιεχόμενο του επικυρωμένου αντιγράφου της εκθέσεως καταθέσεως του δικογράφου της έφεσης, που μετ' επίκληση προσκόμισε ο αναιρεσείων, αφού καμιά αναφορά ή σχόλιο δεν περιέχεται στην προσβαλλόμενη απόφαση. Αποτέλεσμα αυτού ήταν, αφενός να κηρύξει παρά το νόμο απαράδεκτο, και αφετέρου να δεχτεί την ύπαρξη δεδικασμένου με τις προαναφερθείσες επιζήμιες συνέπειες για τον αναιρεσείοντα. Κατά συνέπεια οι ως άνω αιτιάσεις, με τις οποίες διατυπώνονται κατά της προσβαλλόμενης απόφασης οι αντίστοιχες, από τους αριθ. 14 και 16 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλειες, είναι ενόψει της ρύθμισης του άρθρου 562 παρ. 2 του ίδιου Κώδικα παραδεκτές, αφού τα αποδιδόμενα σφάλματα προκύπτουν από την απόφαση αυτή. Κατά συνέπεια, οι ως άνω λόγοι αναιρέσεως, είναι βάσιμοι και πρέπει η προσβαλλόμενη απόφαση να αναιρεθεί στο σύνολό της, ενώ παρέλκει η έρευνα των λοιπών λόγων αυτής. Ακολούθως, πρέπει να παραπεμφθεί η υπόθεση, προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, κατ' ορθή ερμηνευτική διατύπωση της παρ. 3 του άρθρου 580 ΚΠολΔ, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 12 παρ.4 του ν.4055/2012, του οποίου είναι δυνατή η σύνθεση από άλλους δικαστές. Τέλος, πρέπει οι αναιρεσίβλητοι, πλην του Ε. Τ., να καταδικασθούν στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντα (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την κρινόμενη αίτηση, κατά το μέρος που απευθύνεται, κατά του Ε. Τ. του Δ. Αναιρεί την 279/2010 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Ιωαννίνων, ως προς όλους τους διαδίκους, πλην του έκτου των αναιρεσίβλητων Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο συντιθέμενο από άλλους δικαστές. Επιβάλλει στους αναιρεσίβλητους, πλην του Ε. Τ., τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντα, τα οποία ορίζει στο ποσό των δυο χιλιάδων επτακοσίων (2700) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 15 Δεκεμβρίου 2012. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 28 Μαρτίου 2013. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ