Αριθμός 736/2023 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Β2' Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Πιπιλίγκα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρία Σιμιτσή - Βετούλα, Αριστείδη Βαγγελάτο, Κωνσταντίνα Νάκου - Εισηγήτρια και Νικόλαο Πουλάκη, Αρεοπαγίτες. Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 12 Απριλίου 2022, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ: Των αναιρεσειόντων: 1)Α. Τ. του Δ., κατοίκου …, 2)Χ. Χ. του Ν., κατοίκου …, 3)Δ. Μ. του Γ., κατοίκου …, 4)Ι. - Σ. Π., 5)Β. Λ. του Γ., κατοίκου …, 6)Α. Κ. του Α., κατοίκου …, 7)Η. Δ. του Ι., κατοίκου …, 8)Ν. Σ. του Χρήστου, κατοίκου …, 9)Π. Κ. του Κ., κατοίκου …, 10)Θ. Δ. του Ν., κατοίκου …, 11)Γ. Τ. του Α., κατοίκου … και 12)Θ. Σ. του Ά., κατοίκου …, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Μαρία Ασημακοπούλου, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., η οποία κατέθεσε προτάσεις. Του αναιρεσιβλήτου: Ελληνικού Δημοσίου, νόμιμα εκπροσωπουμένου από τον Υπουργό Οικονομικών που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιό του Ευάγγελο Τσάκαλο, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., ο οποίος κατέθεσε προτάσεις. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 21-12-2010 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων και λοιπών προσώπων που δεν είναι διάδικοι στη δίκη αυτή, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 150/2015 του ίδιου Δικαστηρίου και 6142/2019 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 25-8-2020 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Με την κρινόμενη από 25-8-2020 και με αριθ. κατ. …1-9- 2020 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η εκδοθείσα αντιμωλία των διαδίκων κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών με αριθ. 6142/7-11-2019 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποία έγινε τυπικά δεκτή και απορρίφθηκε κατ' ουσίαν η από 12-1-2017 και με αριθ. κατ. …2017 έφεση των εναγόντων κατά της με αριθ. 150/15-1-2015 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που εκδόθηκε επί της από 21-12-2010 και με αριθ. κατ. …23-12-2010 αγωγής. Με την εν λόγω αγωγή, οι αρχικώς 29 ενάγοντες, οι 12 εξ αυτών ήδη αναιρεσείοντες, ισχυρίσθηκαν ότι δυνάμει των αναφερομένων συβάσεων ορισμένου χρόνου (συμφωνητικών συνεργασίας στο πλαίσιο προγράμματος για την απόκτηση εργασιακής εμπειρίας ΟΑΕΔ), προσέφεραν στο εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο κατά τους αναφερόμενους, ειδικότερα, χρόνους, των ετών 2007 έως 2010, τις υπηρεσίες τους ως φύλακες αρχαιοτήτων. Ότι οι σχετικές συμβάσεις ορισμένου χρόνου καθενός από αυτούς παρατάθηκαν μέχρι τις αναφερόμενες ημερομηνίες του έτους 2010, μετά δε τη λήξη τους το εναγόμενο έπαυσε να αποδέχεται τις υπηρεσίες τους, καταγγέλλοντας σιωπηρώς τη σύμβαση, χωρίς την καταβολή της νόμιμης αποζημίωσης απόλυσης. Ότι στην πραγματικότητα δεν προσλήφθηκαν για την απόκτηση εργασιακής εμπειρίας, αλλά προσέφεραν εξαρτημένη εργασία, εξυπηρετώντας πάγιες και διαρκείς ανάγκες του εναγομένου, έτσι ώστε η κατάρτιση διαδοχικών συμβάσεων ορισμένου χρόνου να μη δικαιολογείται. Ζήτησαν δε: α) να αναγνωρισθεί ότι οι παραπάνω συμβάσεις τους συνιστούν για καθένα από αυτούς μία ενιαία σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, β)να αναγνωρισθεί η ακυρότητα της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας καθενός και γ) να υποχρεωθεί το εναγόμενο να αποδέχεται τις υπηρεσίες τους, δυνάμει της σύμβασης αυτής, στη θέση την ειδικότητα και με τις νόμιμες αποδοχές. Το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, με την, ως άνω, με αριθ. 150/2015 οριστική απόφαση απέρριψε την αγωγή ως μη νόμιμη. Κατά της απόφασης αυτής, οι ενάγοντες άσκησαν την, ως άνω, από 12-1-2017 έφεση. Το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, με την προσβαλλόμενη με αριθ. 6142/2019 απόφαση, δεχόμενο, όπως και το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, ότι η αγωγή είναι απορριπτέα ως μη νόμιμη, δέχθηκε τυπικά και απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση. Η αίτηση αναίρεσης των 12 εκ των αρχικώς 29 εναγόντων- εκκαλούντων, ήδη αναιρεσιβλήτων και συγκεκριμένα των: 1)Α. Τ. (11ου ενάγοντος-εκκαλούντος), 2) Χ. Χ. (12ου ενάγοντος-εκκαλούντος), 3) Δ. Μ. (6ης ενάγουσας- εκκαλούσας), 4)Ι.-Σ. Π. (7ης ενάγουσας- εκκαλούσας), 5) Β. Λ. (5ης ενάγουσας-εκκαλούσας), 6) Α. Κ. (4ης ενάγουσας-εκκαλούσας), 7)Η. Δ. (2ου ενάγοντος-εκκαλούντος), 8)Ν. Σ. (8ης ενάγουσας- εκκαλούσας), 9) Π. Κ. (3ου ενάγοντος-εκκαλούντος), 10)Θ. Δ. (1ης ενάγουσας-εκκαλούσας), 11) Γ. Τ. (10ης ενάγουσας-εκκαλούσας) και 12) Θ. Σ. (9ης ενάγουσας-εκκαλούσας), ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3 και 566 παρ. 1 ΚΠολΔ). Επομένως είναι παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ). Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 εδ. α' ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάσθηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, δηλαδή εσφαλμένη υπαγωγή σε αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης, που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα, με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013). Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του δικαστηρίου, κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικώς και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή δεν αποδείχθηκαν (ΑΠ 683/2022, ΑΠ 109/2020). Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 648, 649, 672 ΚΠολΔ και 1 του ν. 2112/1920 συνάγεται ότι σύμβαση ορισμένου χρόνου είναι εκείνη στην οποία, ρητά ή σιωπηρά, έχει συμφωνηθεί η λήξη της σε ορισμένο χρόνο ή η λήξη της προκύπτει από το είδος και το σκοπό της εργασιακής σύμβασης ή επιβάλλεται από διάταξη νόμου. Εξάλλου το άρθρο 8 παρ. 1 εδ. β' του ν. 2112/1920, όπως συμπληρώθηκε με το άρθρο 11 του α.ν. 547/1937, ορίζει ότι οι διατάξεις του νόμου αυτού περί υποχρεωτικής καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας αορίστου χρόνου εφαρμόζονται και επί συμβάσεως εργασίας ορισμένου χρόνου, όταν ο σκοπός της διάρκειας αυτής δε δικαιολογείται, αλλά τέθηκε σκοπίμως προς καταστρατήγηση των διατάξεων περί υποχρεωτικής καταγγελίας. Η διάταξη αυτή αναφέρεται στην προστασία των εργαζομένων από τη μη τήρηση εκ μέρους του εργοδότη των τυπικών όρων που επιβάλλει κατά την καταγγελία ο ν. 2112/1920 και αξιοποιήθηκε γενικότερα για τον ορθό νομικό χαρακτηρισμό των συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας ως ορισμένης ή αόριστης χρονικής διάρκειας, στις περιπτώσεις ιδίως των διαδοχικών συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου, οι οποίες στην πραγματικότητα καλύπτουν πάγιες και διαρκείς και όχι πρόσκαιρες ή απρόβλεπτες ανάγκες του εργοδότη, οπότε ο καθορισμός της ορισμένης διάρκειας αυτών δεν δικαιολογείται από τη φύση ή το είδος ή το σκοπό της εργασίας και δεν υπαγορεύεται από ειδικό λόγο που ανάγεται κυρίως στις ιδιαίτερες συνθήκες λειτουργίας της επιχείρησης, παρέχοντας μάλιστα πληρέστερη προστασία έναντι της μεταγενέστερης 1999/70 κοινοτικής Οδηγίας (ΟλΑΠ 7/2011). Στην περίπτωση αυτή ανακύπτει ακυρότητα των συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου ως προς τον καθορισμό ορισμένης χρονικής διάρκειας της σύμβασης εργασίας και θεωρείται ότι τότε καταρτίστηκε ενιαία σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αόριστου χρόνου στην οποία δεν είναι δυνατή η απόλυση του εργαζομένου χωρίς έγγραφη, καταγγελία και καταβολή της νόμιμης αποζημίωσης (ΟλΑΠ 6/2022). Η πρόθεση καταστρατήγησης τεκμαίρεται από το γεγονός ότι επιλέγεται η σύμβαση ορισμένου χρόνου, χωρίς να δικαιολογείται αντικειμενικά η ορισμένη διάρκεια αυτής από τη φύση της εργασίας ή τις λειτουργικές ανάγκες της επιχείρησης, απαιτείται όμως και η συνδρομή του υποκειμενικού στοιχείου, δηλαδή η ύπαρξη καταστρατηγητικής πρόθεσης από την πλευρά του εργοδότη, έστω και αν αυτή είναι από τη φύση της δυσαπόδεικτη. Σκοπός της διάταξης είναι η εξασφάλιση της αποζημίωσης απόλυσης που καταβάλλεται στο μισθωτό, όταν αυτός απασχολείται με σχέση εργασίας αορίστου χρόνου, και όχι η μονιμότητα, η οποία δεν προβλέπεται στις συμβάσεις εργασίας ιδιωτικού δικαίου που διέπονται από το σύστημα της αναιτιώδους καταγγελίας της σύμβασης. Εξάλλου με τη διάταξη του άρθρου 21 παρ. 1, 2 και 3 του Ν. 2190/1994, όπως αυτό ίσχυε πριν από την κατάργησή του με το άρθρο 61 παρ. 1α ν. 4765/2021 (ΦΕΚ 6/15.1.2021, τ. Α') και εφαρμόζεται στην παρούσα υπόθεση λόγω του χρόνου άσκησης της αγωγής, ορίστηκε ότι οι δημόσιες υπηρεσίες, τα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου, οι οργανισμοί τοπικής αυτοδιοίκησης και γενικότερα τα νομικά πρόσωπα του δημόσιου τομέα που αναφέρονται στο άρθρο 14 παρ. 1 του νόμου, επιτρέπεται να απασχολούν προσωπικό με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου για αντιμετώπιση εποχιακών ή άλλων περιοδικών ή πρόσκαιρων αναγκών, με διάρκεια απασχόλησης η οποία δεν μπορεί να υπερβαίνει τους οκτώ μήνες μέσα σε συνολικό χρόνο δώδεκα μηνών, ενώ στις περιπτώσεις προσωρινής πρόσληψης προσωπικού για αντιμετώπιση κατεπειγουσών αναγκών, λόγω απουσίας προσωπικού ή κένωσης θέσεων, η διάρκεια της απασχόλησης δεν μπορεί να υπερβαίνει τους τέσσερις μήνες για το ίδιο άτομο, χωρίς να επιτρέπεται εγκύρως παράταση ή σύναψη νέας σύμβασης κατά το αυτό ημερολογιακό έτος ή μετατροπή αυτής σε σύμβαση αορίστου χρόνου. Με την παράγραφο 4 του ίδιου άρθρου ορίζεται ότι τα αρμόδια για την εκκαθάριση των αποδοχών όργανα υποχρεούνται να παύσουν να καταβάλλουν τις αποδοχές στο προσωπικό που συμπλήρωσε την κατά τις προηγούμενες παραγράφους διάρκεια απασχόλησης, άλλως καταλογίζονται στα ίδια οι αποδοχές που καταβλήθηκαν, ενώ στην παράγραφο 5 του ίδιου άρθρου, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 8 παρ. 10 περ. ε του ν. 2225/1994, ορίζεται ότι οι προϊστάμενοι ή άλλα αρμόδια όργανα που ενεργούν κατά παράβαση των προηγούμενων παραγράφων διώκονται αυτεπαγγέλτως για παράβαση καθήκοντος κατά το άρθρο 259 ΠΚ και παραπέμπονται υποχρεωτικά στην αρμόδια πειθαρχική δικαιοδοσία. Ο ίδιος νόμος (2190/1994) ορίζει στην παρ. 3 του άρθρου 14 αυτού ότι ο διορισμός ή η πρόσληψη τακτικού προσωπικού με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου στις υπηρεσίες και τα νομικά πρόσωπα της παρ. 1 γίνεται είτε με γραπτό διαγωνισμό είτε με καθορισμένη σειρά προτεραιότητας, σύμφωνα με τους όρους και διαδικασίες που ορίζονται από τις διατάξεις του και προβλέπονται στα άρθρα 15 και 18, ανάλογα με τα απαιτούμενα από την κείμενη νομοθεσία τυπικά προσόντα κάθε πρόσληψης, και μετά από προηγουμένη προκήρυξη, υπό την έγκριση ή τον έλεγχο και εποπτεία του Ανώτατου Συμβουλίου Επιλογής Προσωπικού (ΑΣΕΠ). Περαιτέρω στις διατάξεις του άρθρου 103 παρ. 2 και 3 του Συντάγματος, με τις οποίες επιβάλλεται η νομοθετική πρόβλεψη οργανικών θέσεων για την κάλυψη των πάγιων και διαρκών αναγκών του Δημοσίου, των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης και των άλλων νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου, ορίζονται τα εξής: "Κανένας δεν μπορεί να διοριστεί υπάλληλος σε οργανική θέση που δεν είναι νομοθετημένη. Εξαιρέσεις μπορεί να προβλέπονται από ειδικό νόμο, για να καλυφθούν απρόβλεπτες και επείγουσες ανάγκες με προσωπικό που προσλαμβάνεται για ορισμένη χρονική περίοδο με σχέση ιδιωτικού δικαίου" (παρ. 2). "Οργανικές θέσεις ειδικού επιστημονικού, καθώς και τεχνικού ή βοηθητικού προσωπικού, μπορούν να πληρούνται με προσωπικό που προσλαμβάνεται με σχέση ιδιωτικού δικαίου. Νόμος ορίζει τους όρους για την πρόσληψη, καθώς και τις ειδικότερες εγγυήσεις τις οποίες έχει το προσωπικό που προσλαμβάνεται" (παρ. 3). Με την αναθεώρηση του Συντάγματος που έλαβε χώρα με το από 6- 4-2001 ψήφισμα της Ζ' Αναθεωρητικής Βουλής (ΦΕΚ 84/17.4.2001, τ. Α) προστέθηκε στο άρθρο 103 του Συντάγματος η παράγραφος 7, που προβλέπει ότι: "Η πρόσληψη υπαλλήλων στο Δημόσιο και στον ευρύτερο δημόσιο τομέα, όπως αυτός καθορίζεται κάθε φορά, πλην των περιπτώσεων της παρ. 5 (η οποία δεν αφορά στην επίδικη υπόθεση), γίνεται είτε με διαγωνισμό, είτε με επιλογή σύμφωνα με προκαθορισμένα και αντικειμενικά κριτήρια και υπάγεται στον έλεγχο ανεξάρτητης αρχής, όπως νόμος ορίζει". Επίσης στο ίδιο πιο πάνω άρθρο προστέθηκε η παράγραφος 8 που προβλέπει ότι: "Νόμος ορίζει τους όρους και τη χρονική διάρκεια των σχέσεων εργασίας ιδιωτικού δικαίου στο Δημόσιο και τον ευρύτερο δημόσιο τομέα, όπως αυτός καθορίζεται κάθε φορά, για την κάλυψη είτε οργανικών θέσεων και πέραν των προβλεπόμενων στο πρώτο εδάφιο της παραγράφου 3 είτε πρόσκαιρων είτε απρόβλεπτων και επειγουσών αναγκών του δεύτερου εδαφίου της παραγράφου 2. Νόμος ορίζει επίσης τα καθήκοντα που μπορεί να ασκεί το προσωπικό του προηγούμενου εδαφίου. Απαγορεύεται η από το νόμο μονιμοποίηση προσωπικού που υπάγεται στο πρώτο εδάφιο ή η μετατροπή των συμβάσεών του σε αορίστου χρόνου. Οι απαγορεύσεις της παραγράφου αυτής ισχύουν και ως προς τους απασχολουμένους με σύμβαση έργου". Σύμφωνα με τις παραπάνω συνταγματικές διατάξεις, στη Δημόσια Διοίκηση, η οποία, κατά τον κανόνα της παραγράφου 1 του άρθρου 103 του Συντάγματος, στελεχώνεται από μόνιμους δημοσίους υπαλλήλους (ΣτΕ 2686/2005), δηλαδή πρόσωπα συνδεόμενα με το Κράτος ή άλλους φορείς δημόσιας εξουσίας με ειδική νομική σχέση και υπαγόμενα σε ειδικό νομικό καθεστώς δημοσίου δικαίου, είναι δυνατόν να παρέχουν τις υπηρεσίες τους και πρόσωπα συνδεόμενα με τους εν λόγω φορείς με σχέση ιδιωτικού δικαίου. Όμως η σύναψη συμβάσεων ιδιωτικού δικαίου μεταξύ φορέων δημόσιας εξουσίας και των προσώπων αυτών, με αντικείμενο την εκ μέρους τους παροχή εργασίας, δεν μπορεί να αποτελεί τον κανόνα για τη στελέχωση της Δημόσιας Διοίκησης και τελεί υπό τις αυστηρές προϋποθέσεις που θέτουν οι παράγραφοι 2, 3 και 8 του άρθρου 103 του Συντάγματος, ενώ τα απασχολούμενα για την κάλυψη απρόβλεπτων και επειγουσών αναγκών των υπηρεσιών της φυσικά πρόσωπα δεν καταλαμβάνουν νομοθετημένες οργανικές θέσεις. Στην περίπτωση σύναψης συμβάσεων ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου με φυσικά πρόσωπα, οι όροι σύναψης των συμβάσεων, η χρονική τους διάρκεια και τα καθήκοντα που μπορούν να ασκούν τα απασχολούμενα φυσικά πρόσωπα ρυθμίζονται με νόμο, σε συνάρτηση προς τις ανάγκες που εξυπηρετούν, απαγορεύεται δε η μετατροπή των εν λόγω συμβάσεων ορισμένου χρόνου σε συμβάσεις αορίστου χρόνου, ή η μονιμοποίηση των παραπάνω προσώπων, προκειμένου να αποτραπεί αφενός η καταστρατήγηση του συνταγματικού κανόνα που απαιτεί την πρόσληψη των υπαλλήλων στο δημόσιο τομέα είτε με διαγωνισμό είτε με επιλογή βάσει προκαθορισμένων και αντικειμενικών κριτηρίων και αφετέρου η "τακτοποίηση" του προσωπικού που προσλήφθηκε με σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου (ΟλΣτΕ 943/2012). Με τις ανωτέρω διατάξεις ο αναθεωρητικός νομοθέτης θέλησε να αποτρέψει τη συνέχιση μιας συνήθους πρακτικής του παρελθόντος, η οποία συνίστατο στην πρόσληψη προσωπικού με σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου για την κάλυψη, τύποις, απροβλέπτων η επειγουσών η παροδικών αναγκών του Δημοσίου και των νπδδ, στην εκ των υστέρων διαπίστωση ότι οι ανάγκες αυτές είναι πάγιες και διαρκείς και, τελικά, στην τακτοποίηση του προσληφθέντος κατά τα ως άνω με σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου προσωπικού, με την σύσταση οργανικών θέσεων για την κάλυψη των εν λόγω πάγιων και διαρκών αναγκών και με την πλήρωση των οργανικών αυτών θέσεων από το ίδιο προσωπικό, είτε με τον διορισμό του ως μόνιμου δημοσιοϋπαλληλικού είτε με την μετατροπή των συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου σε συμβάσεις αορίστου χρόνου, κατά αποκλεισμό όλων των πάγιων διατάξεων της εκάστοτε ισχύουσας νομοθεσίας (Πρακτικά Συνεδριάσεων Βουλής ΡΜΔ'/21.3.2001, σ. 731, 744, 754, 755 και ΡΜΕ'/21.3.2001, σ. 768, 771, 772, 782) (ΟλΑΠ 6/2022). Η τακτική της προσλήψεως χωρίς διαγωνισμούς και εχέγγυα αντικειμενικότητας, είναι αποδοκιμαστέα και για τον πρόσθετο λόγο ότι ευνοεί την αναξιοκρατία, απολήγοντας εις βάρος άλλων επιθυμούντων να προσληφθούν στον δημόσιο τομέα, οι οποίοι έχουν ενδεχομένως περισσότερα προσόντα και οι οποίοι στερούνται αυτή η δυνατότητα, όταν οι ανανεώσεις των συμβάσεων γίνονται παρανόμως, ερήμην του ΑΣΕΠ. Για την αποτροπή δε του φαινομένου στο μέλλον, επέβαλε στον κοινό νομοθέτη και στη διοίκηση αυστηρούς όρους σχετικά με την πρόσληψη προσωπικού για την κάλυψη των λειτουργικών αναγκών του Δημοσίου και του ευρύτερου δημόσιου τομέα, περιλαμβάνοντας τόσο το προσωπικό που συνδέεται με το Δημόσιο, τους οργανισμούς τοπικής αυτοδιοίκησης και τα άλλα νομικά πρόσωπα του ευρύτερου δημόσιου τομέα με υπαλληλική σχέση δημόσιου δικαίου, όσο και το προσωπικό που προσλαμβάνεται με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου για την πλήρωση οργανικών θέσεων. Από τα προεκτεθέντα προκύπτει ότι διαδοχικές συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου συναπτόμενες με το Δημόσιο, τους οργανισμούς τοπικής αυτοδιοίκησης και τους λοιπούς φορείς του ευρύτερου δημόσιου τομέα υπό την ισχύ των πιο πάνω διατάξεων του άρθρου 103 παρ.7 και 8 του Συντάγματος (δηλαδή από την 17.4.2001 και εφεξής) δεν μπορούν, ούτε και με νόμο, να μετατραπούν σε συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας αόριστου χρόνου, έστω και αν καλύπτουν πάγιες και διαρκείς και όχι πρόσκαιρες ή απρόβλεπτες ανάγκες του οικείου φορέα που προέβη στην πρόσληψη. Ούτε καταλείπεται πλέον πεδίο εκτίμησης των συμβάσεων αυτών, κατ' ορθό νομικό χαρακτηρισμό της έννομης σχέσης κατά τη δικαστική διαδικασία, ως συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αόριστου χρόνου στην περίπτωση που αυτές καλύπτουν πάγιες και διαρκείς ανάγκες διότι, έστω και αν τούτο συμβαίνει, ο εργοδότης βάσει των πιο πάνω διατάξεων δεν έχει την ευχέρεια να προβεί στη σύναψη σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, χωρίς την τήρηση της διαδικασίας και των προϋποθέσεων που θέτει ο νόμος για την πρόσληψη τακτικού προσωπικού. Τυχόν αντίθετη ερμηνεία, ότι οι συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου με τις οποίες καλύπτονται πάγιες και διαρκείς ανάγκες μπορούν να αναγνωρίζονται, κατ' ορθό νομικό χαρακτηρισμό, ως συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου και μετά την πιο πάνω συνταγματική αναθεώρηση, θα είχε ως συνέπεια τη διαιώνιση του αποδοκιμασθέντος από τον αναθεωρητικό νομοθέτη φαινομένου (ΟλΑΠ 19, 20/2007). Συνεπώς στις συναφθείσες μετά την 17.4.2001 συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου στο δημόσιο ή σε φορείς του δημοσίου τομέα, δεν είναι πλέον δυνατή η εφαρμογή της ως άνω διάταξης του άρθρου 8 παρ. 1 και 3 του ν. 2112/1920 σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 281, 671 του ΑΚ και 25 παρ. 1 και 3 του Συντάγματος, από τις οποίες προκύπτει, κατά τα ήδη προαναφερθέντα, ότι όταν συνάπτονται αλλεπάλληλες συμβάσεις εργασίας ορισμένης χρονικής διάρκειας, αν ο καθορισμός της διάρκειάς τους δεν δικαιολογείται από τη φύση ή το είδος ή το σκοπό της εργασίας ή δεν υπαγορεύεται από ειδικό λόγο που ανάγεται ιδίως στις ιδιαίτερες συνθήκες λειτουργίας της επιχείρησης, αλλά έχει τεθεί με σκοπό την καταστρατήγηση των διατάξεων περί υποχρεωτικής καταγγελίας των αόριστου χρόνου συμβάσεων (άρθρα 1 και 3 του Ν. 2112/1920 και 1, 3, 5 του Β. Δ/τος 16/18.7.1920), ανακύπτει ακυρότητα αυτών ως προς τον καθορισμό ορισμένης χρονικής διάρκειας και θεωρείται ότι τότε καταρτίστηκε ενιαία σύμβαση αόριστου χρόνου, επί της οποίας δεν είναι δυνατή η απόλυση του εργαζομένου, χωρίς έγγραφη καταγγελία και καταβολή της νόμιμης αποζημίωσης (ΟλΑΠ 19 και 20/2007). Οποιαδήποτε άλλη αντίθετη ερμηνεία συνιστά contra legem ερμηνεία της ως άνω συνταγματικής διάταξης. Περαιτέρω, η Οδηγία 1999/70/ΕΚ του Συμβουλίου της 28.6.1999 (που δημοσιεύθηκε στις 10.7.1999 στην Εφημερίδα των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων και άρχισε να ισχύει από 10.7.2001, με δικαίωμα παράτασης της προθεσμίας για την ενσωμάτωση αυτής στην εσωτερική έννομη τάξη των κρατών - μελών κατά ένα έτος, του οποίου η Ελλάδα έκανε χρήση) έχει ως σκοπό την αποτροπή της κατάχρησης σύναψης διαδοχικών συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας ορισμένου χρόνου με την λήψη από τα κράτη - μέλη, όταν δεν υπάρχουν ισοδύναμα μέτρα για την πρόληψη των καταχρήσεων, συγκεκριμένων μέτρων προσαρμογής (ρήτρα 5 του παραρτήματος αυτής). Η Οδηγία αυτή ειδικότερα παρέχει στα κράτη - μέλη ευρεία ευχέρεια επιλογών, μεταξύ περισσοτέρων λύσεων, ώστε να αποτρέψουν την καταχρηστική χρησιμοποίηση των διαδοχικών συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, χωρίς να επιβάλλει, σε περίπτωση σύναψης τέτοιων συμβάσεων, τον χαρακτηρισμό αυτών ως συμβάσεων αορίστου χρόνου, καθόσον τούτο προβλέπεται ως μέτρο δυνητικό (ΔΕΚ C - 212/2004, ΔΕΕ C-184/15 και C 197/15). Η Οδηγία ενσωματώθηκε στην ελληνική έννομη τάξη με τα πδ 81/2003 και 164/2004, που ήδη εφαρμόζονται στους εργαζομένους με συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου στον ιδιωτικό και δημόσιο τομέα αντίστοιχα, η ισχύς των οποίων άρχισε από την δημοσίευσή τους στην Εφημερίδα της Κυβέρνησης στις 2-4-2003 και 19-7-2004, αντίστοιχα. Ειδικότερα, με το π.δ. 164/2004 "Ρυθμίσεις για τους εργαζομένους με συμβάσεις ορισμένου χρόνου στο δημόσιο τομέα" (ΦΕΚ Α 134), που άρχισε να ισχύει από 19-7-2004, θεσπίσθηκαν νομοθετικά μέτρα που λήφθηκαν στο δημόσιο και ευρύτερο δημόσιο τομέα, με σκοπό την ενσωμάτωση στην ελληνική έννομη τάξη των ρυθμίσεων, της, ως άνω, 1999/70 Οδηγίας. Η επιλογή των μέτρων που προβλέπονται από το π.δ. 164/2004 έγινε με γνώμονα την ιδιαιτερότητα του δημόσιου τομέα και τις συνταγματικές επιταγές για τη διαδικασία επιλογής του μόνιμου προσωπικού στο δημόσιο και τον ευρύτερο δημόσιο τομέα. Οι ρυθμίσεις αυτές κρίθηκαν συμβατές με το κοινοτικό δίκαιο (ΔΕΕ της 23-4-2009 υποθέσεις C-378 έως C-380). Ειδικότερα, με το άρθρο 7 του εν λόγω π.δ. 164/2004, ως κύρωση για την περίπτωση της παράνομης, κατά παράβαση των ρυθμίσεων αυτού, κατάρτισης διαδοχικών συμβάσεων ορισμένου χρόνου προβλέφθηκε η αυτοδίκαιη ακυρότητά τους, ενώ θεσπίσθηκε ποινική και πειθαρχική ευθύνη για την παράβαση των κανόνων αυτών. Εξάλλου, με τη μεταβατικού χαρακτήρα διάταξη του άρθρου 11 παρ. 1 περ. α', 2 εδ. α' και β', 3 και 5 του π.δ. 164/2004, που κρίθηκε συνταγματικώς ανεκτή, ως μεταβατική διάταξη τακτοποίησης εκκρεμών εργασιακών σχέσεων (ΟλΑΠ 16/2017), ρυθμίσθηκε το ζήτημα του χαρακτηρισμού διαδοχικών συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας ορισμένης διάρκειας κατά την παρ. 1 του άρθρου 5 αυτού (δηλαδή διαδοχικών συμβάσεων με αντικείμενο την ίδια ή παρεμφερή εργασία μεταξύ του ίδιους εργοδότη και του ίδιου εργαζομένου, μεταξύ των οποίων μεσολαβεί χρονικό διάστημα μικρότερο των τριών μηνών), που είχαν συναφθεί πριν την έναρξη ισχύος του (19-7-2004) ή είχαν λήξει εντός του προηγουμένου τριμήνου, ως συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου για τον εφεξής χρόνο, υπό τις τασσόμενες στη διάταξη αυτή προϋποθέσεις, με απόφαση του αρμοδίου οργάνου του φορέα απασχόλησης και έλεγχο από το ΑΣΕΠ. Η διάταξη όμως αυτή δεν εφαρμόζεται επί συμβάσεων ορισμένου χρόνου, που καταρτίσθηκαν μεταγενέστερα. Ενόψει δε των παραπάνω συνταγματικών ρυθμίσεων και της προσαρμογής της ελληνικής νομοθεσίας στις ρυθμίσεις της 1999/70 Οδηγίας, που δεν επιβάλλει το χαρακτηρισμό των συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου, έστω και αν αυτές καλύπτουν πάγιες και διαρκείς ανάγκες, ως συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, η διάταξη του άρθρου 8 παρ. 1 και 3 ν. 2112/1920 δεν ευρίσκει πλέον έδαφος εφαρμογής στο δημόσιο ή τον ευρύτερο δημόσιο τομέα, ούτε κατ' επιταγή της, ως άνω, Οδηγίας, για το μεσοδιάστημα από 10-7-2002 (ημερομηνία λήξης της προθεσμίας προσαρμογής της ελληνικής νομοθεσίας σε αυτήν) μέχρι την έναρξη ισχύος του π.δ. 164/2004 (19-7-2004), ούτε βεβαίως μετά την έναρξη ισχύος του τελευταίου. (ΟλΑΠ 19/2007). Εξάλλου, με βάση τη ρήτρα της εν λόγω Οδηγίας, παρέχεται η δυνατότητα στα κράτη μέλη να εξαιρέσουν από το πεδίο εφαρμογής αυτής τις σχέσεις βασικής επαγγελματικής κατάρτισης και τα συστήματα μαθητείας (περ. α), καθώς και τις συμβάσεις ή σχέσεις εργασίας που έχουν συναφθεί στο πλαίσιο ενός ειδικού ή από το δημόσιο υποστηριζόμενου προγράμματος κατάρτισης, ένταξης και επαγγελματικής επανεκπαίδευσης (περ. β), της οποίας (δυνατότητας) η Ελλάδα έκανε χρήση, εξαιρώντας από το πεδίο εφαρμογής του π.δ. 164/2004, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 2 παρ. 2 αυτού, τις σχέσεις επαγγελματικής κατάρτισης, τις συμβάσεις ή σχέσεις μαθητείας και τις συμβάσεις ή σχέσεις εργασίας που έχουν συναφθεί στο πλαίσιο ενός ειδικού προγράμματος κατάρτισης, ένταξης και επαγγελματικής επανεκπαίδευσης υποστηριζομένου από τον Οργανισμό Απασχόλησης Εργατικού Δυναμικού (ΑΠ 795/2020, ΑΠ 66/2020). Επισημαίνεται ότι η στο πλαίσιο του ενωσιακού δικαίου ερμηνευτική εκδοχή του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης με την υπ' αριθ. C 760/18 της 21ης Φεβρουαρίου 2021 απόφασή του επί προδικαστικού ερωτήματος του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λασιθίου ότι "η ρήτρα 5 σημείο 1 της συμφωνίας - πλαισίου για την εργασία ορισμένου χρόνου έχει την έννοια ότι, όταν έχει σημειωθεί καταχρηστική χρησιμοποίηση διαδοχικών συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, η υποχρέωση του αιτούντος δικαστηρίου να ερμηνεύσει και να εφαρμόσει, κατά το μέτρο του δυνατού, όλες τις κρίσιμες διατάξεις του εσωτερικού δικαίου κατά τρόπο ώστε να επιβληθεί η προσήκουσα κύρωση για την κατάχρηση και να εξαλειφθούν οι συνέπειες της παραβίασης του δικαίου της Ένωσης, περιλαμβάνει την εκτίμηση του ζητήματος αν οι διατάξεις προγενέστερης και εισέτι ισχύουσας νομοθεσίας που επιτρέπει την μετατροπή διαδοχικών συμβάσεων ορισμένου χρόνου σε σύμβαση αορίστου χρόνου μπορούν, ενδεχομένως, να εφαρμοσθούν στο πλαίσιο της σύμφωνης αυτής ερμηνείας, μολονότι εθνικές διατάξεις συνταγματικής φύσης απαγορεύουν απολύτως τέτοια μετατροπή, όσον αφορά τον δημόσιο τομέα", - εκδοχή που σε κάθε περίπτωση θα μπορούσε να τύχει εφαρμογής μόνο σε όλως οριακές περιπτώσεις διαδοχικών συμβάσεων ορισμένης διάρκειας, όπως άλλωστε συνάγεται και από τη χρήση του όρου "ενδεχομένως" από το ως άνω Δικαστήριο, αναγκαίως προϋποθέτει ότι κατά το εσωτερικό (ελληνικό) δίκαιο, για την ερμηνεία του οποίου αποκλειστική αρμοδιότητα έχουν μόνο τα Ελληνικά Δικαστήρια, υπάρχει εισέτι έδαφος εφαρμογής της διάταξης του άρθρου 8 παρ. 3 του Ν. 2112/1920 στους απασχολουμένους στο δημόσιο τομέα με διαδοχικές συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου (βλ. και σκέψεις 63, 67 και 70 στην ως άνω υπ' αριθ. C 760/18 απόφαση). Τέτοιο έδαφος εφαρμογής της διάταξης του άρθρου 8 παρ. 3 του Ν. 2112/1920 στους απασχολουμένους στο δημόσιο τομέα με διαδοχικές συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου δεν υφίσταται όμως μετά την έναρξη εφαρμογής (18.4.2001) της πιο πάνω Συνταγματικής Αναθεώρησης, κατά τα ήδη προαναφερθέντα, αφού τούτο θα αντέβαινε ευθέως στη διάταξη του άρθρου 103 παρ. 8 του Συντάγματος και θα οδηγούσε αναγκαίως σε μία contra legem ερμηνεία των συνταγματικών αυτών ρυθμίσεων. Εξ' άλλου την πλήρη αποτελεσματικότητα των κανόνων που θεσπίσθηκαν με την ως άνω Οδηγία, η οποία, όπως προαναφέρθηκε, δεν επιβάλλει, σε περίπτωση σύναψης τέτοιων συμβάσεων, τον χαρακτηρισμό αυτών ως συμβάσεων αορίστου χρόνου, καθόσον τούτο προβλέπεται ως μέτρο δυνητικό (βλ. και σκέψη 58 της ως άνω απόφασης υπ' αριθ. C - 760/2018 του Δ.Ε.Ε με περαιτέρω παραπομπές), εξασφαλίζουν οι διατάξεις των άρθρων 5, 6 και 7 του Π.Δ/τος 164/2004, με τα οποία μεταφέρθηκε στην ελληνική έννομη τάξη η ρήτρα 5 σημείο 1 αυτής, οι οποίες προβλέπουν την αυτοδίκαιη ακυρότητα των συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου που συνάπτονται κατά παράβαση των άρθρων 5 και 6 του ως άνω Διατάγματος (με μοναδική εξαίρεση τις υπαγόμενες στη μεταβατικού χαρακτήρα διάταξη του άρθρου 11 αυτού περιπτώσεις), την δυνατότητα του απασχοληθέντος ακύρως και για όσο χρόνο διήρκεσε η άκυρη σύμβαση να λάβει ευθέως εκ του νόμου βάσει της άκυρης σύμβασης (και όχι βάσει των περί αδικαιολογήτου πλουτισμού διατάξεων, όπου για τον προσδιορισμό της ωφέλειας του εργοδότη δεν συνυπολογίζονται παροχές εξαρτώμενες από τις προσωπικές ιδιότητες του απασχοληθέντος) τις οφειλόμενες σε αυτόν αποδοχές και την δυνατότητα αυτού να λάβει ως αποζημίωση το ποσό το οποίο θα λάμβανε ο αντίστοιχος εργαζόμενος με σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου σε περίπτωση καταγγελίας αυτής (εάν οι άκυρες συμβάσεις είναι περισσότερες, ως χρόνος για τον υπολογισμό της αποζημίωσης λαμβάνεται η συνολική διάρκεια απασχόλησης με βάση τις άκυρες συμβάσεις), ενώ παράλληλα προβλέπουν ποινικές κυρώσεις για όσους παραβιάζουν από δόλο ή από αμέλεια τις ως άνω διατάξεις των άρθρων 5 και 6 του Π.Δ/τος (πρβλ. ΔΕΕ C 378 -380 υπόθ. Α. ε.α.) Μάλιστα, προκειμένου να διασφαλισθεί υπέρ των απασχοληθέντων μισθωτών η πλήρης αποτελεσματικότητα των κανόνων δικαίου που θεσπίσθηκαν από τον έλληνα νομοθέτη στο πλαίσιο εφαρμογής της Οδηγίας, δεν αποκλείεται και η ανάλογη εφαρμογή της ρύθμισης για την καταβολή αποζημίωσης σε περιπτώσεις εγκυρότητας των ως άνω διαδοχικών συμβάσεων ορισμένου χρόνου, πέραν των ανωτάτων χρονικών ορίων που προβλέπει το Π.Δ/μα 164/2004, οσάκις η ανανέωση αυτών έλαβε χώρα, κατά παρέκκλιση των διατάξεων των άρθρων 5 και 6 του Π.Δ/τος 164/2004, με ειδική νομοθετική ρύθμιση. Τέλος η προσθήκη από τον Αναθεωρητικό Νομοθέτη των πιο πάνω διατάξεων των παρ. 7 και 8 στο άρθρο 103 του Συντάγματος κατά τη διάρκεια της χρονικής περιόδου μεταφοράς της υπ' αριθ. 1999/70 Οδηγίας στην ελληνική έννομη τάξη δεν έλαβε χώρα προκειμένου να τεθεί σε σοβαρό κίνδυνο η επίτευξη του επιδιωκομένου με την Οδηγία αποτελέσματος, αλλά για την κατοχύρωση ενός διαφανούς και αξιοκρατικού συστήματος προσλήψεων βάσει συγκεκριμένων δεσμευτικών διαδικασιών, αναγομένων στις ιδιαιτερότητες του δημοσίου τομέα και συνακόλουθα στην αποτροπή του αποδοκιμασθέντος από τον αναθεωρητικό νομοθέτη ως άνω φαινομένου πρόσληψης προσωπικού με αδιαφανή κριτήρια, πολλώ δε μάλλον που κατά τα ήδη προεκτεθέντα αφενός μεν η Οδηγία δεν επιβάλλει, σε περίπτωση σύναψης τέτοιων συμβάσεων, τον χαρακτηρισμό αυτών ως συμβάσεων αορίστου χρόνου, καθόσον τούτο προβλέπεται ως μέτρο δυνητικό, αφετέρου οι προπαρατεθείσες εφαρμοστικές διατάξεις του υπ' αριθ. 164/2004 Π.Δ/τος, που σε συμφωνία με την συνταγματική απαγόρευση αποκλείουν τον χαρακτηρισμό των διαδοχικών συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου των απασχολουμένων στο δημόσιο τομέα σε έγκυρη ενιαία σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου, συνιστούν κατά τα προεκτεθέντα το προσήκον αντιστάθμισμα που αποτρέπει την καταχρηστική χρησιμοποίηση των διαδοχικών συμβάσεων ορισμένου χρόνου στο δημόσιο τομέα (ΟλΑΠ 6/2022). Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης, όπως εκτιμάται από το δικαστήριο, οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι, με το να απορρίψει την αγωγή ως μη νόμιμη, παραβίασε τις διατάξεις του άρθρου 103 παρ. 7 και 8 του Συντάγματος και του άρθρου 8 παρ. 3 ν. 2112/1920, καθώς και την 1999/70/ΕΚ Οδηγία. Από την επισκόπηση, για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, της προσβαλλόμενης απόφασης, προκύπτει ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, μετά την παράθεση των συγκροτούντων τη μείζονα σκέψη του δικανικού του συλλογισμού νομικών σκέψεων, διέλαβε τις ακόλουθες νομικές παραδοχές: " Ενόψει αφενός των πιο πάνω συνταγματικών διατάξεων (δηλαδή των προεκτεθεισών διατάξεων του άρθρου 103 παρ. 7 και 8 του Συντάγματος) και αφετέρου της προσαρμογής της ελληνικής νομοθεσίας προς την Οδηγία 1999/70/ΕΚ του Συμβουλίου, η οποία δεν επιβάλλει το χαρακτηρισμό των συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, έστω και αν αυτές καλύπτουν πάγιες και διαρκείς ανάγκες, ως συμβάσεων εργασίας αορίστου χρόνου, το άρθρο 8 του ν. 2112/1920, ούτε κατ' επιταγή της Οδηγίας αυτής έχει εφαρμογή κατά το μεσοδιάστημα από 10-7-2002 (ημερομηνία λήξης της προθεσμίας προσαρμογής) μέχρι την έναρξη ισχύος του π.δ. 164/2004, αλλά βέβαια και μετά την έναρξη ισχύος του π.δ. αυτού". Ακολούθως, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, αξιολογώντας το δικόγραφο της ένδικης αγωγής, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση τις ακόλουθες παραδοχές: " Η αγωγή δεν είναι νόμιμη και πρέπει να απορριφθεί, διότι οι επίδικες συμβάσεις (αρχικές και οι ανανεώσεις τους) καταρτίσθηκαν μετά την ισχύ των διατάξεων των παρ. 7 και 8 του άρθρου 103 του Συντάγματος (6-4-2001), οπότε, οποιαδήποτε σύμβαση με το Δημόσιο, με ΟΤΑ, με ΝΠΔΔ και επιχειρήσεις που ανήκουν στον ευρύτερο δημόσιο τομέα, εφόσον δεν ακολουθηθεί η από το νόμο οριζόμενη διαδικασία για τη σύναψή της, αφενός μεν είναι άκυρη και αφετέρου δεν επιτρέπεται η μετατροπή οποιασδήποτε σύμβασης ορισμένου χρόνου σε αορίστου και συνεπώς η κατ' αυτόν τον τρόπο και χωρίς την τήρηση των προβλεπομένων από την παρ. 7 του άρθρου 103 του Συντάγματος διατυπώσεων μονιμοποίηση των συμβασιούχων και, κατ' επέκταση, η δικαστική αναγνώριση ύπαρξης μιας τέτοιας (παράνομης) εργασιακής σχέσης. Ούτε εξάλλου συντρέχει περίπτωση εφαρμογής των διατάξεων του π.δ. 164/2004 και ειδικότερα του (μεταβατικού χαρακτήρα) άρθρου 11 αυτού, αφού οι επίδικες εργασιακές συμβάσεις καταρτίσθηκαν μεταγενέστερα, ήτοι από το έτος 2007 και μετά". Έτσι που έκρινε το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τις διατάξεις του άρθρου 8 παρ. 3 ν. 2112/1920, του άρθρου 103 παρ. 7 και 8 του Συντάγματος και τις διατάξεις της Οδηγίας 1999/70/ΕΚ του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, αφού, με βάση τα εκτιθέμενα στην αγωγή, εφόσον οι επικαλούμενες συμβάσεις καταρτίσθηκαν από το έτος 2007 και εφεξής, δηλαδή μετά την έναρξη ισχύος του άρθρου 103 παρ. 7 και 8 του Συντάγματος (από 17-4-2001) και του π.δ. 164/2004 (από 19-7-2004), το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο, σύμφωνα με τις νομικές σκέψεις που προεκτέθηκαν, ενόψει του υφισταμένου, ως άνω, νομικού πλαισίου, δεν είχε τη νομική δυνατότητα να καταρτίσει με τους ενάγοντες σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου, ενώ δεν καταλειπόταν πεδίο εκτίμησης από το δικαστήριο για τον ορθό νομικό χαρακτηρισμό των ενδίκων συμβάσεων ορισμένου χρόνου, ως συμβάσεων εργασίας αορίστου χρόνου, ακόμη και αν οι ενάγοντες εξυπηρετούσαν πάγιες και διαρκείς ανάγκες του εναγομένου. Σε κάθε δε περίπτωση, από το ρυθμιστικό πεδίο της Οδηγίας 1999/70/ΕΚ, σύμφωνα με τη ρήτρα 2 αυτής και το άρθρο 2 π.δ. 164/2004, εκφεύγουν οι συμβάσεις που έχουν καταρτισθεί στα πλαίσια ενός ειδικού προγράμματος απόκτησης εργασιακής εμπειρίας ανέργων, όπως στην προκειμένη περίπτωση. Επομένως, ο πρώτος λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 559 αριθ. 19 και 11 εδ. β' του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (αριθμός 19), καθώς και αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν (αριθμός 11 εδ. β'). Αμφότεροι οι, ως άνω, αναιρετικοί λόγοι δεν ιδρύονται αν το δικαστήριο απέρριψε την αγωγή ως απαράδεκτη ή ως μη νόμιμη, χωρίς να ερευνήσει την υπόθεση κατ' ουσίαν. Ειδικότερα, με τον αναιρετικό λόγο από τον αριθμό 19, πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για σφάλμα που εντοπίζεται στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, όπου η ανεπαρκής ή αντιφατική περιγραφή των περιστατικών καθιστά αδύνατη την κρίση για το αν είναι ορθή ή όχι η υπαγωγή που έκανε το δικαστήριο της ουσίας. Έτσι, δεν ιδρύουν το λόγο αυτό σφάλματα ως προς την έννοια και την ισχύ του κανόνα δικαίου, ή αντιφατικές κρίσεις σχετικές με τη μείζονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δηλαδή, της διάταξης, που κατά το δικαστήριο της ουσίας στηρίζει το διατακτικό (ΟλΑΠ 3/1997, ΑΠ 104/2014). Επίσης, με τον αναιρετικό λόγο από τον αριθμό 11 εδ. β' πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για σφάλμα που αναφέρεται στα αποδεικτικά μέσα , βάσει των οποίων καταρτίζεται η ελάσσων πρόταση του δικανικού συλλογισμού (ΑΠ 615/2019, ΑΠ 1409/2018). Στην προκειμένη περίπτωση, με το δεύτερο από τους αριθμούς 19 (κατά το πρώτο σκέλος αυτού) και 11 εδ. β (κατά το δεύτερο σκέλος αυτού), λόγο αναίρεσης, όπως εκτιμάται από το δικαστήριο, οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση τις πλημμέλειες ότι στερείται αιτιολογίας (αριθμός 19) και ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη τα προσκομισθέντα αποδεικτικά στοιχεία. Ο αναιρετικός αυτός λόγος είναι απαράδεκτος, ως προς αμφότερα τα σκέλη του και πρέπει να απορριφθεί, καθόσον, σύμφωνα με τις νομικές σκέψεις που προεκτέθηκαν, δεν ιδρύονται στην προκειμένη περίπτωση οι αναιρετικοί λόγοι από τους αριθμούς 19 και 11 εδ. β' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, εφόσον, όπως προεκτέθηκε, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δεν ερεύνησε την αγωγή κατ' ουσίαν, αλλά την απέρριψε ως μη νόμιμη. Κατόπιν των παραπάνω και επειδή δεν υπάρχει άλλος λόγος προς έρευνα πρέπει να απορριφθεί στο σύνολο της η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες, λόγω της ήττας τους (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ) στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του εναγομένου, που παρέστη και κατέθεσε προτάσεις, μειωμένων κατά το μέτρο του άρθρου 22 ν. 3693/1957 σε συνδυασμό προς την παρ. 2 της με αριθμό 134423 οικ. της 8-12-1992/20-1-1993 Κοινής υπουργικής Απόφασης των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης (ΦΕΚ Β 11), που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 12 παρ. 5 ν. 1738/1987, όπως ορίζεται, ειδικότερα, στο διατακτικό. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ - Απορρίπτει την από 25-8-2020 και με αριθ. κατ. …2020 αίτηση για αναίρεση της με αριθ. 6142/2019 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ. ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 27 Νοεμβρίου 2022. ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 17 Μαΐου 2023. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ