Αριθμός 1928/2013 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ B2' Πολιτικό Τμήμα ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Γιαννούλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δημήτριο Μουστάκα, Χριστόφορο Κοσμίδη, Νικόλαο Τρούσα και Ασπασία Καρέλλου, Αρεοπαγίτες. ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 8 Οκτωβρίου 2013, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ: Των αναιρεσειόντων: 1) Φ. Α., 2) Σ. Α., 3) Δ. Α., 4) Β. Β., 5) Ι. Γ., 6) Σ. Δ., 7) Γ. Κ., 8) Σ. Κ., 9) Γ. Μ., 10) Ε. Μ., 11) Α. Μ., 12) Α. Μ., 13) Δ. Π., 14) Ν. Π., 15) Δ. Π., 16) Γ. Σ., 17) Ι. Σ., 18) Λ. Τ., 19) Θ. Α., 20) Β. Β., 21) Ε. Β., 22) Χ. Γ., 23) Β. Δ., 24) Χ. Ζ., 25) Χ. Ι., 26) Α. Κ., 27) Κ. Κ., 28) Γ. Κ., 29) Δ. Κ., 30) Σ. Κ., 31) Μ. Κ., 32) Σ. Κ., 33) Ε. Κ., 34) Α. Λ., 35) Ι. Μ., 36) Α. Μ., 37) Φ.-Ι. Μ., 38) Κ. Μ., 39) Κ. Ν., 40) Θ. Π., 41) Β. Π., 42) Ά. Π., 43) Μ.-Ν. Ρ., 44) Δ. Σ., 45) Φ. Σ., 46) Σ. Σ., 47) Ν. Τ., 48) Ρ. Χ., 49) Χ. Ω., 50) Π. Ζ., κατοίκων ... οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Νικόλαο Σωτηρακόπουλο και κατέθεσαν προτάσεις. Του αναιρεσιβλήτου: Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΥ, ΑΘΛΗΤΙΣΜΟΥ ΚΑΙ ΝΕΟΛΑΙΑΣ ΔΗΜΟΥ ΑΘΗΝΑΙΩΝ" ως διαδόχου του αρχικά αναιρεσιβλήτου Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "ΠΟΛΙΤΙΣΜΙΚΟΣ ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΔΗΜΟΥ ΑΘΗΝΑΙΩΝ" που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Αικατερίνη Ευκλείδου με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και δεν κατέθεσε προτάσεις. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30/9/2005 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 348/2006 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 7253/2007 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 4/11/2010 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ασπασία Καρέλλου ανέγνωσε την από 17/1/2012 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της από 4/11/2011 αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη. ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Επειδή, με το άρθρο 17 του Ν. 2839 / 2000 ορίστηκαν τα εξής : "1 Προσωπικό το οποίο υπηρετεί κατά την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου ή υπηρέτησε μέσα στο χρονικό διάστημα από 1/8/1999 μέχρι 31131-2000 στο Δημόσιο, τους ΟΤΑ α' και β' βαθμού και στα ΝΠΔΔ, με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου πλήρους απασχόλησης ή με σύμβαση μίσθωσης έργου, κατατάσσεται σε οργανικές θέσεις με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου του φορέα τελευταίας απασχόλησης, εφόσον κατά την 31-3-2000 : α) Είχε συνολική παροχή υπηρεσίας στο φορέα, με συμβάσεις εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου ή συμβάσεις μίσθωσης έργου τουλάχιστον είκοσι τέσσερις (24) μήνες, β) Δεν είχε μεσολαβήσει, προκειμένου για προσωπικό που απασχολήθηκε με περισσότερες της μιας συμβάσεις εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου, χρονικό διάστημα διακοπής μεταξύ των συμβάσεων μεγαλύτερο των δύο (2) μηνών. γ) Η απαιτούμενη κατά το εδάφιο α' συνολική παροχή υπηρεσίας, προκειμένου για προσωπικό που απασχολήθηκε με συμβάσεις μίσθωσης έργου, έχει παρασχεθεί από 1-1-1995 και εφ εξής. δ) Κατά την πρόσληψη ή την κατάρτιση των συμβάσεων δεν παραβιάσθηκαν οι διατάξεις της κείμενης νομοθεσίας που διέπει την πρόσληψη ή την κατάρτιση της συμβάσεως, των ΠΥΣ 236 /1994 ( ΦΕΚ ΑΊ15) και 5571998 (ΦΕΚ Α'292), καθώς και οι διατάξεις του άρθρου 21 του Ν. 2190/1994 (ΦΕΚ Α'28) και του άρθρου 6 του Ν.2527/1997 ( ΦΕΚ A' 206 ). ε) Πρόκειται εφεξής να καλύψει πάγιες και διαρκείς ανάγκες του φορέα σε θέσεις του οποίου κατατάσσεται ... 8.Οι κατατασσόμενοι λαμβάνουν τις αποδοχές της νέας θέσης τους από την ημερομηνία έκδοσης της πράξης κατάταξης τους. Ο χρόνος των συμβάσεων μίσθωσης έργου του εδ. α' της παρ. 1 λογίζεται για όλες τις συνέπειες ότι έχει διανυθεί με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου ..." Εξ άλλου, κατά το άρθρο 6 του Ν. 2527/1997 , "Για τη σύναψη σύμβασης μίσθωσης έργου από υπηρεσίες και νομικά πρόσωπα του δημόσιου τομέα με φυσικά πρόσωπα , σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 681 κ.ε. του Αστικού Κώδικα ή με άλλες διατάξεις, απαιτείται η προηγούμενη έκδοση κοινής απόφασης του Υπουργού Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης και του κατά περίπτωση αρμόδιου υπουργού ,με την οποία καθορίζεται ο αριθμός των προσώπων που θα απασχοληθούν, το συγκεκριμένο έργο που θα εκτελέσουν, το χρονικό διάστημα που απαιτείται για την ολική ή τμηματική παράδοση του έργου, το συνολικό ποσό της αμοιβής του αναδόχου, ο τόπος εκτέλεσης του έργου καθώς και ότι το έργο δεν ανάγεται στον κύκλο των συνήθων καθηκόντων των υπαλλήλων του οικείου φορέα και αιτιολογία για τους λόγους που δεν μπορεί να εκτελεσθεί από υπαλλήλους του. Με τη σύμβαση μίσθωσης έργου καθορίζονται οι τυχόν αναγκαίοι όροι και κάθε λεπτομέρεια , σχετικώς με τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις του αναδόχου. Σύμβαση μίσθωσης έργου που καλύπτει πάγιες και διαρκείς ανάγκες είναι αυτοδικαίως και καθ' ολοκληρίαν άκυρη" (παρ. 1). "Για την έκδοση της απόφασης που προβλέπεται στην παράγραφο 1, καθώς και για την προηγούμενη έγκριση, όπως αυτή προβλέπεται κατά τις κείμενες διατάξεις, για τη σύναψη μίσθωσης έργου, απαιτείται βεβαίωση του ΑΣΕΠ ότι πρόκειται για γνήσια σύμβαση έργου που δεν υποκρύπτει εξαρτημένη εργασία και δεν καλύπτονται με αυτή πάγιες και διαρκείς ανάγκες" (παρ. 5 ). "Ανανέωση ή παράταση της σύμβασης μίσθωσης έργου απαγορεύεται και είναι αυτοδικαίως άκυρη...Ρήτρα καταβολής της εργολαβικής αμοιβής τμηματικώς κατά μήνα ή άλλα χρονικά όρια χωρίς συνάρτηση με την πρόοδο του έργου είναι αυτοδικαίως άκυ¬ρη ". Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 648 επ. 652 ΑΚ και 6 Α. Ν. 765/1943 , που κυρώθηκε με την ΠΥΣ 324/11946 και διατηρήθηκε σε ισχύ και μετά την εισαγωγή του ΑΚ (άρθρο 38 Εισ .ΝΑΚ), συνάγεται ότι σύμβαση εξαρτημένης εργασίας υπάρχει, όταν οι συμβαλλόμενοι αποβλέπουν στην παροχή της συμφωνηθείσας εργασίας και στο μισθό , ανεξάρτητα από τον τρόπο πληρωμής του, και ο εργαζόμενος υπόκειται σε νομική και προσωπική εξάρτηση από τον εργοδότη που εκδηλώνεται με το δικαίωμα του τελευταίου να δίνει δεσμευτικές για τον εργαζόμενο εντολές και οδηγίες ως προς τον τρόπο και το χρόνο παροχής της εργασίας και ν' ασκεί εποπτεία και έλεγχο για τη διαπίστωση της συμμόρφωσης του εργαζομένου προς αυτές. Η υποχρέωση μάλιστα , του εργαζομένου να δέχεται τον έλεγχο του εργοδότη και να συμμορφώνεται προς τις οδηγίες του ως προς τον τρόπο παροχής της εργασίας αποτελεί το βασικό γνώρισμα της εξάρτησης αυτής, η οποία μπορεί να είναι χαλαρότερη στις περιπτώσεις που ο εργαζόμενος αναπτύσσει πρωτοβουλία κατά την εκτέλεση της εργασίας του, λόγω των επιστημονικών ή ειδικών γνώσεων του και του αντικειμένου της εργασίας, αλλά θα πρέπει να υπάρχει για να θεωρηθεί η εργασία ως εξαρτημένη. Η σύμβαση αυτή διακρίνεται από την αναφερόμενη στο άρθρο 681 ΑΚ σύμβαση μίσθωση έργου, επί της οποίας δεν έχουν εφαρμογή οι διατάξεις του εργατικού δικαίου , κυρίως διότι με τη σύμβαση εργασίας οι συμβαλλόμενοι αποβλέπουν στη εργασία που θα παρέχεται σε ορισμένο ή αόριστο χρόνο, ενώ με τη σύμβαση μίσθωσης έργου, οι συμβαλλόμενοι αποβλέπουν στην επίτευξη του συμφωνηθέντος τελικού αποτελέσματος, η πραγμάτωση του οποίου συνεπάγεται την αυτόματη λύση της μεταξύ των συμβαλλομένων συμβατικής σχέσης. Πάντως ο χαρακτήρας της εργασίας ως εξαρτημένης δεν επηρεάζεται από τον τρόπο προσδιορισμού ή καταβολής της αμοιβής ή από άλλα δευτερεύοντα στοιχεία. Τέλος, ο ορθός νομικός χαρακτηρισμός της σύμβασης ως εξαρτημένης εργασίας ή έργου ή ανεξαρτήτων υπηρεσιών αποτελεί κατ' εξοχήν έργο της δικαιοδοτικής λειτουργίας , όπως οριοθετείται από τις διατάξεις των άρθρων 26 παρ. 23 και 87 παρ. 3 του Συντάγματος, και ανήκει στο δικαστήριο, το οποίο μετά από εκτίμηση όλων των πραγματικών περιστατικών που αποδεικνύονται στη συγκεκριμένη περίπτωση , ερμηνεύοντας το περιεχόμενο της σύμβασης, όπως απαιτούν η καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη , χαρακτηρίζει αυτεπάγγελτα τη σύμβαση, ανεξάρτητα από το χαρακτηρισμό που δίνουν σ' αυτήν τα συμβαλλόμενα μέρη ή ο νόμος , η κρίση δε αυτή ελέγχεται αναιρετικά στα πλαίσια των διατάξεων των άρθρων 559 αρ. 1 ή 560 α 1 Κ.Πολ.Δ., ενώ η δυνατότητα του ορθού νομικού χαρακτηρισμού μιας έννομης σχέσης ως σύμβασης εργασίας ή έργου δεν αποκλείεται στις εργασιακές σχέσεις του Δημοσίου και του ευρύτερου δημόσιου τομέα ( ΟλΑΠ. 8 / 2011, Ολ.ΑΠ 19, 20/2007 ). Στην προκείμενη περίπτωση το Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών, δικάζοντας ως Εφετείο επί αγωγής των αναιρεσειόντων , με αντικείμενο την καταβολή της διαφοράς των αποδοχών, που προέκυπταν μεταξύ των καταβαλλομένων και των δικαιουμένων από τις οικείες ΣΣΕ, του εις αυτή χρονικού διαστήματος, δέχθηκε κατ' ανέλεγκτη κρίση τα ακόλουθα : Οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσείοντες προσλήφθηκαν από το εναγόμενο και ήδη αναιρεσίβλητο ΝΠΔΔ, με την επωνυμία " Πολιτιστικός Οργανισμός Δήμου Αθηναίων (Π.Ο.Δ.Α.) τα έτη 1996, οι εξ αυτών 1 έως 18 (πλην των 5,11 και 15), 1997 οι λοιποί ( στους οποίους συμπεριλαμβάνονται και οι 5, 11 και 15 ) πλην των 35ου , 36ου , 39ου , 45ου, 47ου και 50ου , οι οποίοι προσλήφθηκαν το έτος 1998 , με διαδοχικές συμβάσεις έργου ως μουσικοί .προκειμένου να προσφέρουν τις υπηρεσίες τους στην Αθηναϊκή Φιλαρμονία ( Φιλαρμονική) αυτού, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 6 του Ν. 2527 /1997. Οι ανωτέρω συμβάσεις των εναγόντων ήταν ουσιαστικά συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου και όχι μίσθωσης έργου, δεδομένου ότι καθ' όλο το χρονικό διάστημα που εργάζονταν, παρείχαν κανονικά τις υπηρεσίες τους ως μουσικοί, συνεχώς και αδιαλείπτως, εντός του προβλεπόμενου από την υπηρεσία ωραρίου, υπό τις εντολές των προϊσταμένων τους και τις οδηγίες των οργάνων του εναγομένου , καλύπτοντας πάγιες και διαρκείς ανάγκες του εναγομένου .Για το λόγο αυτό υπέβαλαν αίτηση στο εναγόμενο προκειμένου να καταταγούν σε οργανικές ,άλλως προσωποπαγείς ,θέσεις, με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου ,κατά τα προβλεπόμενα στις διατάξεις του άρθρου 17 του Ν. 2839 / 2000. Με την με αριθμό 605/19/12/-2000 Πράξη του, το ΔΣ του εναγομένου , πρότεινε , σύμφωνα με το άρθρο 17 παρ. 7 εδ. β' του Ν. 2839 / 2000, την κατάταξη των παραπάνω εργαζομένων σε θέσεις εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου διότι οι τελευταίοι πληρούσαν την προϋπόθεση του άρθρου 17 παρ. 1 εδ. ε', ήτοι επρόκειτο να καλύψουν τις πάγιες και διαρκείς ανάγκες της Αθηναϊκής Φιλαρμονίας (Φιλαρμονικής) του εναγομένου. Περαιτέρω, και το αρμόδιο Υπηρεσιακό Συμβούλιο του Δήμου Αθηναίων , σύμφωνα με τις ίδιες ως άνω διατάξεις του άρθρου 19 παρ. 7 εδ. β του Ν. 2839 / 2000, γνωμοδότησε υπέρ της συνδρομής της παραπάνω προϋπόθεσης .Στη συνέχεια όμως ο Γενικός Γραμματέας της Περιφέρειας Αττικής ,με την με αρ. 2147/24 / 5 72001 Απόφαση του, έκρινε ως μη νόμιμη την ανωτέρω κατάταξη των εναγόντων στις παραπάνω θέσεις. Η ως άνω απόφαση ακυρώθηκε με την με αριθμό 1424/2002 απόφαση του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών, μετά από προσφυγή των εναγόντων .Κατόπιν τούτου οι ενάγοντες κατετάγησαν στο εναγόμενο σε θέσεις με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου και δη με αύξοντα αριθμούς 1-18 από 11-9-2002 ( ΦΕΚ 206 /11-9- 2002, τεύχος ΝΠΔΔ ) και οι λοιποί από 31-1-2003 ( ΦΕΚ 5 / 31-1-2003, τεύχος ΝΠΔΔ),αμειβόμενοι από την κατάταξη τους σύμφωνα με τα προβλεπόμενα από τις οικείες ΣΣΕ. Εν τω μεταξύ από την 1-1-2001 και μέχρι την τελική ως άνω κατάταξη τους, οι ενάγοντες εξακολουθούσαν να εργάζονται στο εναγόμενο ως μουσικοί, με δύο διαδοχικές συμβάσεις μίσθωσης έργου, αμειβόμενοι σύμφωνα με τις συμβάσεις αυτές και όχι σύμφωνα με όσα προβλέπουν οι οικείες ΣΣΕ, για τους εργαζόμενους με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου. Καταλήγει δε το ως Εφετείο δίκασαν Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών , ότι οι ενάγοντες ορθώς άρχισαν να αμείβονται για τις νέες τους θέσεις (ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου ) ,σύμφωνα με τα προβλεπόμενα από τις οικείες ΣΣΕ, από την κατάταξη τους σε αυτές (11-9-2002 και 31-1-2003), μη δικαιούμενοι των επίδικων διαφορών για το μέχρι την τελική κατάταξη τους στις θέσεις αυτές διάστημα. Κατ' ακολουθίαν των παραδοχών αυτών, το ως Εφετείο δίκασαν Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών, αφού εξαφάνισε την απόφαση του Ειρηνοδικείου, που είχε δεχθεί ότι οι ενάγοντες δικαιούνται τις αιτούμενες διαφορές αποδοχών, τις οποίες και επιδίκασε σ' αυτούς, απέρριψε την αγωγή. Με την κρίση του αυτή το ως Εφετείο δίκασαν Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών, εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, αφού υπό τα γενόμενα δεκτά απ' αυτό ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, οι επίμαχες συμβάσεις μεταξύ των διαδίκων, ανεξάρτητα από τον χαρακτηρισμό τους, κατά νομοθετική επιταγή , ως συμβάσεων μίσθωσης έργου , κατ' ορθό νομικό χαρακτηρισμό, ήσαν συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας , με περαιτέρω συνέπεια οι ενάγοντες να δικαιούνται τις αποδοχές των οικείων ΣΣΕ και για το προ της κατάταξης τους σε θέσεις (προσωποπαγείς ή οργανικές) χρονικό διάστημα. Επομένως , ο πρώτος λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 560 αρ. 1 Κ.Πολ.Δ είναι βάσιμος και πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παρα¬πεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών, του οποίου η συγκρότηση από άλλους δικαστές είναι δυνατή ( άρθρο 580 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ.). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί την 7253/2007 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Παραπέμπει την υπόθεση στο ίδιο Δικαστήριο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές . Καταδικάζει το αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες τριακόσια (2.300) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 31 Οκτωβρίου 2013 Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 31 Οκτωβρίου 2013 O ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ