Αριθμός 743/2013 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ε' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χαράλαμπο Δημάδη Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βιολέττα Κυτέα - Εισηγήτρια, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Αικατερίνη Βασιλακοπούλου - Κατσαβριά και Δήμητρα Λεοντάρη - Μπουρνάκα, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 25 Ιανουαρίου 2013, με την παρουσία του Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Γεωργίου Κολιοκώστα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελεύς) και του Γραμματέως Γεράσιμου Βάλσαμου, για να δικάσει την αίτηση των αναιρεσειόντων-κατηγορουμένων: 1)Ε. Α. ή Α. του Α., κατοίκου ... και 2)Κ. Π. του Ι., κατοίκου ... που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Χρήστο Κακαρούνα, για αναίρεση της υπ'αριθ.754/2012 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και οι αναιρεσείοντες-κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 5 Μαρτίου 2012 αίτησή τους αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 402/2012. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο των αναιρεσειόντων, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθούν οι προκείμενες αιτήσεις αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Οι από 5 Μαρτίου και 2012 αιτήσεις αναιρέσεως των Ε. Α. και Κ. Π. στρέφονται κατά της αυτής αποφάσεως υπ'αριθμ.754/2012 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών και πρέπει να εκδικασθούν λόγω της μεταξύ των προδήλου συναφείας. Για την κατ'άρθρο 224 παρ.2 ΠΚ στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της ψευδορκίας απαιτείται α)ο μάρτυς να καταθέσει ενόρκως ενώπιον αρχής αρμοδίας για την εξέτασή του β)τα πραγματικά περιστατικά τα οποία κατέθεσε να είναι ψευδή γ)να υφίσταται άμεσος δόλος του, που συνίσταται στη γνώση του, ότι αυτά τα οποία κατέθεσεν είναι ψευδή ή ότι έχει γνώση των αληθινών, αλλά σκοπίμως τα αποκρύπτει ή αρνείται να (τα) καταθέσει. Η ένορκη κατάθεση του δράστου του εγκλήματος αυτού πρέπει να αναφέρεται σε γεγονότα αντικειμενικώς ανακριβή (και όχι σε κρίσεις, γνώμες ή πεποιθήσεις, εκτός εάν αυτές είναι αναπόσπαστα συνδεδεμένες προς τα γεγονότα που κατέθεσε), θεωρείται δε αντικειμενικώς ψευδές το περιστατικό, όχι μόνον όταν αυτό είναι αντίθετο προς την αντικειμενική πραγματικότητα αλλά και προς εκείνα που ο μάρτυς αντελήφθη ή από διηγήσεις τρίτων επληροφορήθη και ως εκ τούτου εγνώριζε. Περαιτέρω κατά τη διάταξη του άρθρου 46 παρ.1 εδ.α'ΠΚ με την ποινή του αυτουργού τιμωρείται όποιος με πρόθεση προκάλεσε σε άλλον την απόφαση να εκτελέσει την άδικη πράξη που διέπραξε. Εξ αυτού προκύπτει ότι για την ύπαρξη ηθικής αυτουργίας απαιτούνται α)πρόκληση από τον ηθικό αυτουργό σε κάποιο άλλο της αποφάσεως να διαπράξει ορισμένη άδικη πράξη, η πρόκληση δε αυτή μπορεί να γίνει με οποιοδήποτε τρόπο ή μέσο, όπως υπόσχεση ή χορήγηση αμοιβής, πειθώ η φορτικότητα, απειλή κ.τ.λ β)διάπραξη από άλλον της πράξεως αυτής και γ)δόλος του ηθικού αυτουργού, δηλαδή ηθελημένη πρόκληση της αποφάσεως για την διάπραξη από τον άλλον της αντικειμενικής υποστάσεως ορισμένου εγκλήματος με γνώση θέληση ή αποδοχή της συγκεκριμένης εγκληματικής πράξεως. Η καταδικαστική απόφαση έχει την από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ απαιτουμένη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγον αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Δ' ΚΠΔ, όταν αναφέρονται σ' αυτήν με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία εστηρίχθη η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι νομικοί συλλογισμοί, με τους οποίους έγινε η υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφηρμόσθη. Ειδικότερα, ως πρός την έκθεση των αποδείξεων, αρκεί η γενική κατά το είδος καθενός αναφορά τους, χωρίς να προσαπαιτείται και η ιδιαίτερη μνεία του κάθε αποδεικτικού στοιχείου και τι προέκυψε από το καθένα απ' αυτά. Πρέπει, όμως, να προκύπτει χωρίς αμφιβολία ότι το δικαστήριο έλαβεν υπόψη του και συνεξετίμησε όλα τα αποδεικτικά μέσα και όχι μόνον μερικά απ' αυτά κατ'επιλογή για να μορφώσει την καταδικαστική για τον κατηγορούμενο κρίση του όπως επιβάλλουν οι διατάξεις των άρθρων 477 παρ.1 και 178 ΚΠΔ (Ολ.ΑΠ 1/2005). Για την ύπαρξη τοιαύτης αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Η ύπαρξη του δόλου που απαιτείται, κατά το άρθρο 26 παρ.1 ΠΚ, για τη θεμελίωση της υποκειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος, δεν είναι καταρχήν ανάγκη να αιτιολογείται ιδιαιτέρως, αφού ο δόλος ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και εξυπακούεται ότι προκύπτει από την πραγμάτωση των περιστατικών τούτων. Όταν όμως αξιώνονται από το νόμο πρόσθετα στοιχεία για την υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, όπως επί του εγκλήματος της ψευδορκίας μάρτυρος, η "εν γνώσει" ορισμένου περιστατικού τέλεση της πράξεως, δηλαδή άμεσος δόλος, η αιτιολογία πρέπει να εκτείνεται και στη γνώση αυτή. Ήτοι απαιτείται η αναφορά των αληθών περιστατικών που εγνώριζε ο εξετασθείς και αντ'αυτών κατέθεσε τα ψευδή και τα πραγματικά περιστατικά με βάση τα οποία το δικαστήριο εδέχθη ότι αυτός είχε γνώση ότι αυτά ήσαν ψευδή. Και τούτο διότι η γνώση ως ενδιάθετη βούληση επιβάλλεται να εξειδικεύεται και να συνοδεύεται από εκδηλώσεις του δράστου, εις τρόπον ώστε να συνάγεται σαφώς ότι το περιεχόμενο της καταθέσεώς του ήτο αποτέλεσμα της ενσυνειδήτου ενεργείας του. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη υπ'αριθμ.754/2012 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών τούτο, μετ'αναφορά κατ'είδος όλων των αποδεικτικών μέσων τα οποία έλαβεν υπόψη του "καταθέσεις μαρτύρων υπεράσπισης που εξετάσθηκαν ενόρκως στο Δικαστήριο τούτο, τα πρακτικά και την απόφαση της πρωτοβάθμιας δίκης που αναγνώσθηκαν καθώς και τα έγγραφα που αναγνώσθηκαν" εδέχθη, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του ότι απεδείχθησαν τα εξής πραγματικά περιστατικά: "Ο δεύτερος κατηγορούμενος που κατά το έτος 2003 ασκούσε το επάγγελμα του εργολάβου οικοδομών, με το σύστημα της αντιπαροχής, κατά το θέρος του έτους 2002 ...την υποχρέωση να ανεγείρει οικοδομή σε οικόπεδο συνιδιοκτησίας Ε. και Μ. Κ., κειμένου στα ... Στις αρχές του μηνός Δεκεμβρίου του επομένου έτους (2003), ο εκγαλών Χ. Β. κατάρτισε άτυπη συμφωνία με τον άνω κατ/νο, δυνάμει της οποίας ο τελευταίος ανέλαβε την υποχρέωση να μεταβιβάσει στον εγκαλών τις υπό στοιχεία Δ-1 και Δ-2 οριζόντιες ιδιοκτησίες την του τετάρτου ...το ισόγειο ορόφου της άνω οικοδομής έναντι του συνολικού ποσού των 24.000.000 δρχ. (ήτοι ευρώ 71.900,22). Στα πλαίσια της ανωτέρω συμφωνίας ο εγκαλών πλήρωσε στον άνω κατ/νο το συνολικό ποσό των 42.000 ευρώ. Ωστόσο, ο κατ/νος όχι μόνο δεν πώλησε και μεταβίβασε τις άνω οριζόντιες ιδιοκτησίες στον εγκαλούντα, αλλά αντιθέτως αυτός υποσχέθηκε να μεταβιβάσει στο Γ. Λ., λαμβάνοντας κατά τη σύνταξη και υπογραφή σχετικού συμβολαιογραφικού προσυμφώνου το συνολικό ποσό των 58.760 ευρώ, χωρίς να επιστρέψει στον εγκαλούντα το άνω ποσό των 42.000 ευρώ, όπως δέχθηκε η υπ'αριθμ.3694/2008 οριστική απόφαση του Πολ. Πρωτοδ. Αθηνών, κατά της οποίας δεν προκύπτει ότι ασκήθηκε έφεση. Ο δεύτερος κατ/νος στην από 6-2-2006 ένορκη κατάθεσή του και στην από 3-3-2006 ίδια κατάθεση, που εργαζόταν στο συνεργείο εργατών του β'κατ/νου κατέθεσε ότι: α)ο εγκαλών δεν πλήρωσε στο συγ/νό του το ποσό των 42.000 ευρώ για την παραπάνω αιτία, β)ο εγκαλών υπαναχώρησε της άτυπης συμφωνίας του με το συγ/νό του και για το λόγο αυτό ο τελευταίος προχώρησε στο προσύμφωνο μεταβίβασης με τον Γ. Λ. και γ)ότι ο άνω β'συγ/νος ήταν φερέγγυος με σημαντική ακίνητη περιουσία ουδέποτε είχε διενέξεις με τις άνω συνιδιοκτήτριες. Ωστόσο ο ανωτέρω .....γνώριζε ότι τα κατατεθε....υπ'αυτού στο πλαίσιο δικών του συγ/νου του με εγκαλούντα, ήταν παντελώς ψευδή δεδομένου ότι ο εγκαλών είχε πληρώσει στον συγ/νό του το ποσό των 42.000 ευρώ β)ουδέποτε ο εγκαλών υπαναχώρησε σε άτυπη συμφωνία του με τον β'κατ/νο και γ)τελευταία είχε σφοδρές διενέξεις με τις άνω συνιδιοκτήτριες. Στις ανωτέρω ψευδείς καταθέσεις του ο α' κατ/νος προχώρησε μετά από συνεχείς παραινέσεις του β' κατ/νου, ο οποίος με τον τρόπο αυτό προκάλεσε την απόφαση του α' κατ/νου να καταθέσει όσα ψευδώς ανέφερε, κατά τη συζήτηση της αιτήσεως ασφαλιστικών μέτρων του εγκαλούντος στις 3-3-2006 (βλ.απόφαση 3376/2006 Μον.Αθηνών) και κατά την έκδοση της από 6-2-2006 πρ.διαταγής του Προέδρου υπηρεσίας του άνω Πρωτοδικείου. Συνεπώς οι κατ/νοι πρέπει να κηρυχθούν ένοχοι: ο α' της ψευδορκίας μάρτυρα και ο β'της ηθικής αυτουργίας στην άνω πράξη". Μετά ταύτα εκήρυξε τους κατηγορούμενους ένοχους του ότι στην Αθήνα, στους παρακάτω χρόνους, τέλεσαν τις ακόλουθες αξιόποινες πράξεις: "Α) Ο πρώτος κατηγορούμενος Ε. Α., την 6-2-2006 και την 3-3-2006, με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος, εξεταζόμενος ενόρκως ως μάρτυρας ενώπιον αρχής αρμόδιας να ενεργεί ένορκη εξέταση κατέθεσε εν γνώσει του ψέματα. Συγκεκριμένα, εξεταζόμενος ενόρκως ως μάρτυρας, την 6-2-2006 ενώπιον του Προέδρου Υπηρεσίας του Πρωτοδικείου Αθηνών και την 3-3-2006 ενώπιον του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, στα πλαίσια της εκδίκασης της από 30-1-2006 αίτησης ασφαλιστικών μέτρων του εγκαλούντος Χ. Β. κατά του δεύτερου κατηγορουμένου Κ. Π., κατέθεσε ότι ο ως άνω εγκαλών δεν κατέβαλε χρήματα στον Κ. Π. για την αγορά του ΔΙ διαμερίσματος της πολυκατοικίας επί της οδού ... στα ... ότι ο εγκαλών υπαναχώρησε από την αρχική του επιθυμία για την αγορά του παραπάνω διαμερίσματος και γι' αυτό το λόγο ο Κ. Π. το πώλησε στον Γ. Λ., καθώς και ότι ο Κ. Π. ήταν φερέγγυος με σημαντική ακίνητη περιουσία και δεν είχε ποτέ δικαστικές διενέξεις με τις Ε. και Μ. Κ., οικοπεδούχους της ανωτέρω πολυκατοικίας. Προέβη δε στην πράξη αυτή αν και γνώριζε ότι τα παραπάνω γεγονότα που κατέθεσε δεν ανταποκρίνονταν στην αλήθεια. Β) Ο δεύτερος κατηγορούμενος Κ. Π., την 6-2-2006 και την 3-3-2006, με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος, με πρόθεση προκάλεσε σε άλλον την απόφαση να εκτελέσει τις άδικες πράξεις που διέπραξε. Συγκεκριμένα, κατά τον παραπάνω τόπο και χρόνο, με πειθώ, φορτικότητα, προτροπές και παραινέσεις, έπεισε τον Ε. Α. να τελέσει το αδίκημα της ψευδορκίας μάρτυρα κατ' εξακολούθηση, πράξη την οποία διέπραξε όπως αναλυτικά διαλαμβάνεται στις ως άνω υπό στοιχεία Α κατηγορίες.". Όμως ουδαμού εις την προσβαλλομένη απόφαση αναφέρονται τα πραγματικά περιστατικά, από τα οποία εδέχθη το δικαστήριο ότι ο κατηγορούμενος Σ.Α. είχε γνώση ότι αυτά που κατέθεσεν ήσαν ψευδή και ....τόσο στο σκεπτικό, όσο και στο διατακτικό ουδέν εκτίθεται περί αυτών, και δη στο μεν σκεπτικό το ζητούμενο θεωρείται ως δεδομένο και είναι απλώς το αληθές, ότι δηλαδή ο εγκαλών είχε πληρώσει 42.000 ευρώ και ουδέποτε είχεν υπαναχωρήσει από την συμφωνία με τον β' κατ/νο ως και ότι ο τελευταίος αυτός είχε αντιδικίες με τις συνιδιοκτήτριες, στο δε διατακτικό απλώς περιέχεται ότι ο ανωτέρω πρώτος κατηγορούμενος γνώριζε ότι τα άνω γεγονότα δεν ανταποκρίνονταν στην αλήθεια. Συνεπώς η προσβαλλομένη απόφαση στερείται της επιβαλλομένης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, εξ αιτίας της άνω πλημμελείας, ως προς τον κατηγορούμενο Ε.Α. για την ύπαρξη της ψευδορκίας κατ'εξακολούθηση και πρέπει να γίνει δεκτός ο μόνος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως αυτού ως βάσιμος κατ'ουσίαν και, αφού αναιρεθεί η απόφαση ως προς αυτόν, να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστάς, (άρθρο 519 ΚΠΔ), εκτός εκείνων, οι οποίοι εδίκασαν προηγουμένως. Όσον αφορά όμως την πράξη της ηθικής αυτουργίας στην ψευδορκία κατ'εξακολούθηση για την οποία κατεδικάσθη ο δεύτερος κατηγορούμενος Κ. Π., η απόφαση περιέχει την απαιτουμένη ειδική και εμπεριστατωμένη και όχι τυπική αιτιολογία αφού εκτίθεται σ'αυτή τα πραγματικά περιστατικά τα οποία απεδείχθησαν από την ακροαματική διαδικασία που συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος της ηθικής αυτουργίας εις ψευδορκίαν, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς με βάση τους οποίους υπήγαγε τα περιστατικά αυτά στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων που εφήρμοσε. Ειδικότερα αναφέρονται η σχέση του κατηγορουμένου εργολάβου Σ.Α. με τον Κ.Π., εργαζόμενο στο συνεργείο εργασιών του, ο τρόπος (παραινέσεις) με τον οποίον προκάλεσε ο τελευταίος ηθελημένα στον πρώτο την απόφαση να διαπράξει την άνω άδικη πράξη, με γνώση και αποδοχή αυτής, αφού τα ψευδή περιστατικά που κατέθεσεν ο Σ.Α. αφορούσαν ακριβώς τον ηθικό αυτουργό Κ.Π., χωρίς, για την πληρότητα της αιτιολογίας, να απαιτείται να εξειδικεύεται εις τι συνίσταντο οι παραινέσεις, όπως αβασίμως αιτιάται ο αναιρεσείων Κ.Π. Συνεπώς ο σχετικός μόνος λόγος της αναιρέσεως του τελευταίου περί ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας από την απόφαση, όσον αφορά την ηθική αυτουργία στην ψευδορκία, είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Μετά ταύτα και μη υπάρχοντος άλλου λόγου προς έρευνα πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η κρινόμενη αίτηση του Κ. Π. ως κατ'ουσίαν αβάσιμος, καταδικασθεί δε ο αναιρεσείων αυτός εις τα δικαστικά έξοδα (αρθρ.583 παρ.1 ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 5 Μαρτίου 2012 αίτηση του Κ. Π. του Ι. για αναίρεση της υπ'αριθμ.754/2012 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα αυτού στα δικαστικά έξοδα εξ ευρώ διακοσίων πενήντα (250). Αναιρεί την άνω απόφαση, ως προς τον αναιρεσείοντα Ε. Α.. Και Παραπέμπει την υπόθεση ως προς αυτόν για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτηθησόμενο από άλλους δικαστάς, εκτός εκείνων που εδίκασαν προηγουμένως. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 8 Φεβρουαρίου 2013. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 16 Μαΐου 2013. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ