Αριθμός 239/2023 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Α1' Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ευδοξία Κιουπτσίδου - Στρατουδάκη, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, Ιωάννα Κλάπα - Χριστοδουλέα, Χρήστο Κατσιάνη, Ασημίνα Υφαντή και Αικατερίνη Χονδρορίζου - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες. Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 10 Οκτωβρίου 2022, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Του αναιρεσείοντος: Ε. Χ. του Α., …, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Βασίλειο Σωτηρόπουλο και κατέθεσε προτάσεις. Του αναιρεσιβλήτου: Δ. Μ. του Γ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Ελευθερία Ρίζου και κατέθεσε προτάσεις. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 21/8/2018 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3184/2019 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2351/2021 του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 9/7/2021 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, η πληρεξούσια του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Με την κρινόμενη από 9-7-2021 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η υπ'αριθ.2351/2021 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, εκδοθείσα αντιμωλία των διαδίκων κατά την ειδική διαδικασία περιουσιακών διαφορών (άρθρ. 614 αρ. 7 ΚΠολΔ), επί των α) από 5-11-2019 έφεσης του εναγομένου και β) από 2-12-2019 έφεσης του ενάγοντος, που συνεκδίκασε τις αντίθετες εφέσεις, τις οποίες δέχθηκε τυπικά και απέρριψε κατ' ουσίαν, κατά της υπ'αριθ.3184/2019 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Με την τελευταία είχε γίνει εν μέρει δεκτή ως και ουσιαστικά βάσιμη η από 21-8-2018 με αριθ.καταθ…. αγωγή του ενάγοντος ήδη αναιρεσιβλήτου κατά του ήδη αναιρεσείοντος και αναγνώρισε την υποχρέωση του τελευταίου να καταβάλει σ' αυτόν, το ποσό των 10.000 ευρώ, με το νόμιμο τόκο, για την ικανοποίηση της ηθικής βλάβης που υπέστη από την παράνομη και υπαίτια προσβολή της προσωπικότητάς του εξαιτίας της περιγραφόμενης στην αγωγή αδικοπραξίας του αντιδίκου του. Η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 495 παρ. 3 Β' αριθμ. 4, 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.). Είναι, συνεπώς παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα) και πρέπει να ερευνηθεί, περαιτέρω, ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων αυτής, κατ' άρθρο 577 παρ. 3 του ίδιου Κώδικα. Με τις διατάξεις των άρθρων 57 και 59 ΑΚ, προστατεύεται η προσωπικότητα και κατ' επέκταση η αξία του ανθρώπου, ως ατομικό δικαίωμα κατοχυρωμένο από το άρθρο 2 παρ. 1 του Συντάγματος (ΑΠ 1735/2009), αποτελεί δε η προσωπικότητα πλέγμα αγαθών που συνθέτουν την υπόσταση του προσώπου και είναι αναπόσπαστα συνδεδεμένα μαζί του και τέτοια είναι, μεταξύ άλλων, η τιμή και η υπόληψη κάθε ανθρώπου, είναι δε τιμή η εκτίμηση που απολαμβάνει το άτομο στην κοινωνία με βάση την ηθική αξία που έχει λόγω της συμμόρφωσής του με τις νομικές και ηθικές του υποχρεώσεις, ενώ υπόληψη είναι η εκτίμηση που απολαμβάνει το άτομο στην κοινωνία, με βάση την κοινωνική του αξία, συνεπεία των ιδιοτήτων και ικανοτήτων του για την εκπλήρωση των ιδιαίτερων κοινωνικών του έργων ή του επαγγέλματός του. Προϋποθέσεις για την προστασία της προσωπικότητας, της οποίας η παράνομη και συγχρόνως υπαίτια προσβολή συνιστά ειδικότερη μορφή αδικοπραξίας, οπότε συνδυαστικά εφαρμόζονται και οι διατάξεις των άρθρων 914, 919, 920, 932 ΑΚ, είναι, σύμφωνα με τις διατάξεις των παραπάνω άρθρων, α) η ύπαρξη προσβολής της προσωπικότητας με πράξη ή παράλειψη άλλου, που διαταράσσει μια ή περισσότερες εκδηλώσεις της σωματικής, ψυχικής, πνευματικής και κοινωνικής ατομικότητας του βλαπτόμενου κατά τη στιγμή της προσβολής, β) η προσβολή να είναι παράνομη, που συμβαίνει όταν γίνεται χωρίς δικαίωμα ή με βάση δικαίωμα, το οποίο, όμως, είτε είναι μικρότερης σπουδαιότητας στο πλαίσιο της έννομης τάξης, είτε ασκείται υπό περιστάσεις που καθιστούν την άσκησή του καταχρηστική, κατά την έννοια των άρθρων 281 ΑΚ και 25 παρ. 3 του Συντάγματος, γ) υπαιτιότητα (πταίσμα) του προσβολέα, όταν πρόκειται ειδικότερα για επιδίκαση χρηματικής ικανοποίησης, λόγω ηθικής βλάβης, εξαιτίας της παράνομης προσβολής της προσωπικότητας (ΟλΑΠ 2/2008, ΑΠ 292/2020, ΑΠ 271/2012), εκδηλούμενη, είτε με τη μορφή του δόλου, είτε με τη μορφή της αμέλειας, η οποία υπάρχει, όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια, που απαιτείται στις συναλλαγές (άρθρο 330 παρ. 2 του ΑΚ) και δ) επέλευση ηθικής βλάβης στον προσβληθέντα, τελούσα σε αιτιώδη σύνδεσμο με την παράνομη και υπαίτια προσβολή. Συνεπώς, παράνομη προσβολή της προσωπικότητας δημιουργείται και από ποινικά κολάσιμη πράξη, όπως συμβαίνει, όταν το άτομο προσβάλλεται στην τιμή και στην υπόληψή του με εξυβριστικές εκδηλώσεις ή με ισχυρισμούς δυσφημιστικούς ή πολύ περισσότερο συκοφαντικούς, κατά την έννοια των άρθρων 361-363 ΠΚ (ΑΠ 292/2020, AΠ 1116/2019, AΠ 1394/2017, ΑΠ 726/2015, ΑΠ 1216/2014, ΑΠ 1230/2014). Για τη στοιχειοθέτηση της υποκειμενικής υπόστασης του εγκλήματος της δυσφήμησης απαιτείται γνώση του δράστη ότι το ισχυριζόμενο ή διαδιδόμενο από αυτόν ενώπιον τρίτου γεγονός, είναι πρόσφορο και κατάλληλο να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη άλλου και θέληση ή αποδοχή του ίδιου να ισχυρισθεί ή να διαδώσει ενώπιον τρίτου το βλαπτικό για άλλον γεγονός, ενώ για τη στοιχειοθέτηση της υποκειμενικής υπόστασης του εγκλήματος της συκοφαντικής δυσφήμησης απαιτείται, επιπλέον, και γνώση του δράστη ότι το γεγονός είναι ψευδές. Έτσι, σε περίπτωση που ο δράστης δεν γνώριζε το ψεύδος του γεγονότος που ισχυρίσθηκε ή διέδωσε ή είχε αμφιβολίες γι' αυτό, δεν στοιχειοθετείται μεν το έγκλημα της συκοφαντικής δυσφήμησης σε βάρος άλλου, παραμένει, όμως, ως έγκλημα η απλή δυσφήμηση κατ' άρθρο 362 του ΠΚ, που προσβάλλει επίσης, την προσωπικότητα του άλλου σε βαθμό μη ανεκτό από την έννομη τάξη. Ωστόσο ως αστικό αδίκημα, η δυσφήμηση θεμελιώνεται υποκειμενικά και σε απλή αμέλεια του δράστη και συνεπώς όποιος από πρόθεση ή από αμέλεια ισχυρίζεται ή διαδίδει προς τρίτους, με οποιονδήποτε τρόπο γεγονότα που θίγουν την τιμή και την υπόληψη άλλου, υπό την προαναφερόμενη έννοια, προσβάλλοντας παράνομα την προσωπικότητά του, έχει υποχρέωση, να τον αποζημιώσει και να ικανοποιήσει και την ηθική βλάβη του, εκτός αν συντρέχει κάποια από τις προβλεπόμενες στο άρθρο 367 παρ. 1 ΠΚ περιπτώσεις, που αίρουν τον άδικο χαρακτήρα της πράξης του, τόσο ως ποινικό όσο και ως αστικό αδίκημα, αφού οι διατάξεις των άρθρων 361 - 367 του ΠΚ εφαρμόζονται αναλογικά για την ενότητα της έννομης τάξης και στο χώρο του ιδιωτικού δικαίου, όπως αυτός οριοθετείται από τις προαναφερθείσες διατάξεις των άρθρων 57-59 και 914 επ ΑΚ (ΑΠ 272/2020, ΑΠ 611/2019, ΑΠ 1394/2017, AΠ 343/2016). Ειδικότερα, το άρθρο 367 ΠΚ ορίζει στην παρ. 1, ότι, ''δεν αποτελούν άδικη πράξη, α) οι δυσμενείς κρίσεις ... καθώς και, γ) οι εκδηλώσεις που γίνονται για την εκτέλεση νομίμων καθηκόντων, την άσκηση νόμιμης εξουσίας ή για τη διαφύλαξη (προστασία) δικαιώματος ή από άλλο δικαιολογημένο ενδιαφέρον ...'' και στην παρ. 2 ότι η προηγούμενη διάταξη δεν εφαρμόζεται, α) όταν οι παραπάνω κρίσεις και εκδηλώσεις περιέχουν τα συστατικά στοιχεία της πράξης του άρθρου 363 (δηλαδή της συκοφαντικής δυσφήμησης) καθώς και β) όταν από τον τρόπο εκδήλωσης ή από τις περιστάσεις υπό τις οποίες τελέσθηκε η πράξη, προκύπτει σκοπός εξύβρισης. Επομένως, αιρομένου του άδικου χαρακτήρα των προαναφερθεισών αξιόποινων πράξεων, αποκλείεται και το στοιχείο του παράνομου της επιζήμιας συμπεριφοράς, ως όρος της αντίστοιχης αδικοπραξίας του αστικού δικαίου. Όμως, ο άδικος χαρακτήρας της πράξης, ως προς τις εξυβριστικές ή δυσφημιστικές εκφράσεις που περιέχει, δεν αίρεται στις προαναφερθείσες περιπτώσεις (λόγω δικαιολογημένου ενδιαφέροντος κλπ.), και συνεπώς, παραμένει η ποινική ευθύνη του δράστη, άρα και η υποχρέωσή του προς αποζημίωση και χρηματική ικανοποίηση κατά το αστικό δίκαιο, όταν συντρέχει μια από τις περιπτώσεις της παρ. 2 του άρθρου 367 ΠΚ, δηλαδή, όταν οι επίμαχες κρίσεις περιέχουν τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος της συκοφαντικής δυσφήμησης του άρθρου 363 ΠΚ, ή όταν από τον τρόπο εκδήλωσης, ή από τις περιστάσεις υπό τις οποίες τελέσθηκε η πράξη, προκύπτει σκοπός εξύβρισης, δηλαδή πρόθεση που κατευθύνεται ειδικά στην προσβολή της τιμής του άλλου (ΑΠ 972/2020, ΑΠ 1431/2017, ΑΠ 343/2016). Ο ισχυρισμός του εναγομένου, ότι συντρέχει περίπτωση δικαιολογημένου ενδιαφέροντος που αίρει κατά το άρθρο 367 παρ. 1 γ ΠΚ τον άδικο χαρακτήρα δυσφημιστικού για τον ενάγοντα ισχυρισμού του συνιστά ένσταση καταλυτική της εναντίον του αγωγής με αντικείμενο την ικανοποίηση της ηθικής βλάβης του αντιδίκου από την επικαλούμενη προσβολή της προσωπικότητάς του με το δυσφημιστικό σε βάρος του ισχυρισμό, ενώ αντένσταση συνιστά ο ισχυρισμός του ενάγοντος ότι δεν αίρεται ο άδικος χαρακτήρας της δυσφήμησής του από τον εναγόμενο, επειδή οι επίμαχες εκδηλώσεις περιέχουν τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος της συκοφαντικής δυσφήμησης ή επειδή αυτός ενήργησε με ειδικό σκοπό εξύβρισής του (ΑΠ 792/2020, 2049/2017). Ειδικός σκοπός εξύβρισης, που ως νομική έννοια ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο, υπάρχει στον τρόπο εκδήλωσης της προσβλητικής της τιμής του άλλου συμπεριφοράς, όταν αυτός δεν ήταν αντικειμενικά αναγκαίος για τη δέουσα απόδοση του περιεχομένου της σκέψης εκείνου που φέρεται ότι ενεργεί από δικαιολογημένο ενδιαφέρον και ο οποίος καίτοι γνώριζε τούτο, χρησιμοποίησε τον τρόπο αυτό για να προσβάλει την τιμή του άλλου. Έτσι, ο ειδικός σκοπός εξύβρισης έγκειται στην ενσυνείδητη υπέρβαση των ορίων του δικαιώματος, η οποία κατατείνει στην προσβολή της τιμής και αποτελεί πρόσθετο στοιχείο της υποκειμενικής υπόστασης του αδικήματος (ΑΠ 972/2020). Εξάλλου, από το συνδυασμό των άρθρων 14 παρ. 1, 25 παρ. 3 του Συντάγματος και 281 ΑΚ, προκύπτει ότι, το δικαίωμα της ελευθεροτυπίας υπόκειται σε περιορισμούς και ασκείται εντός των ορίων που χαράσσουν οι νόμοι του κράτους, οι οποίοι επιδιώκουν όχι τη, με οποιονδήποτε τρόπο, παρεμπόδιση της ελευθεροτυπίας, αλλά την προστασία των πολιτών και του κοινωνικού συνόλου από την καταχρηστική άσκηση του δικαιώματος της, με τον τύπο, ελεύθερης έκφρασης γνώμης ή διάδοσης πληροφοριών ή άσκησης κριτικής. Τα δυσδιάκριτα όρια του δικαιώματος της ελευθεροτυπίας από την εφαρμογή των προμνησθεισών διατάξεων προσδιορίζονται από το ημεδαπό δίκαιο από την προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 367 ΠΚ. Επίσης, το άρθρο 10 της Διεθνούς Σύμβασης της Ρώμης, που κυρώθηκε και αποτελεί εσωτερικό δίκαιο (ν.δ/γμα 53/1974), καθιερώνει με την παρ. 1 αυτού, την ελευθερία της γνώμης και της μετάδοσης πληροφοριών ή ιδεών, όμως, με την παρ. 2 αυτού προβλέπει δυνατότητα περιορισμού της ελευθερίας του τύπου, ορίζοντας ότι η άσκηση του δικαιώματος της ελεύθερης έκφρασης συνεπάγεται καθήκοντα και ευθύνες και μπορεί να υπαχθεί σε περιορισμούς ή κυρώσεις που προβλέπονται από το νόμο και αποτελούν αναγκαία μέτρα σε δημοκρατική κοινωνία για την εθνική ασφάλεια, τη δημόσια τάξη, την προστασία της υπόληψης και των δικαιωμάτων τρίτων, για την παρεμπόδιση της κοινολόγησης εμπιστευτικών πληροφοριών ή για την εξασφάλιση του κύρους ή της αμεροληψίας της δικαστικής εξουσίας (ΑΠ 520/2018, ΑΠ 697/2017, ΑΠ 1565/2012). Από το πλέγμα των προαναφερθεισών διατάξεων συνάγεται ότι, από τον ενυπάρχοντα στη δημοσιογραφική δραστηριότητα αυξημένο κίνδυνο προσβολής της προσωπικότητας λόγω της δημοσιότητας, που αποτελεί το πεδίο δράσης του τύπου, απορρέουν οι λεγόμενες συναλλακτικές υποχρεώσεις του τύπου, μεταξύ των οποίων η υποχρέωση σεβασμού της προσωπικότητας και το καθήκον αλήθειας, που επιβάλλει να προηγηθεί ο έλεγχος της αλήθειας των πληροφοριών και των ειδήσεων, ώστε το περιεχόμενο να συμπίπτει με την πραγματικότητα. Η μη τήρηση αυτών των συναλλακτικών υποχρεώσεων αποκλείει, στην περίπτωση της μετάδοσης αναληθούς είδησης, την ύπαρξη δικαιολογημένου ενδιαφέροντος του δημοσιογράφου προς ενημέρωση του κοινού, και γι' αυτό δεν τίθεται θέμα άρσης του παράνομου της προσβολής, κατ' άρθρο 367 ΠΚ (ΑΠ 574/2019, ΑΠ 632/2015, ΑΠ 1466/2014, ΑΠ 1940/2014, ΑΠ 1095/2010). Ο δημοσιογράφος οφείλει να εξακριβώνει, πριν από τη δημοσίευση, την αλήθεια των όλων δυσφημιστικών γεγονότων, χωρίς να μπορεί να θεωρηθεί, σε αντίθετη περίπτωση, ότι η παράδοση σε δημόσια ανυποληψία του δυσφημούμενου προσώπου τελεί σε αναλογία με την κοινωνική αποστολή του τύπου για ενημέρωση του κοινού, ή ότι αποτελεί αυτή το επιβεβλημένο μέσο άσκησης του έργου της ενημέρωσης, εάν δε συντρέχει τέτοια περίπτωση, ο άδικος χαρακτήρας της πράξης του δημοσιογράφου δεν αίρεται (ΑΠ 1017/2022, ΑΠ 1017/2020, ΑΠ 158/2020, ΑΠ 574/2019, ΑΠ 1587/2017). Περαιτέρω, κατά την παρ. 1 του άρθρου μόνου ν. 1178/1981, ''περί αστικής ευθύνης του τύπου και άλλων τινών διατάξεων'', όπως τροποποιήθηκε με το ν. 2243/1994 και στον οποίο παραπέμπει και το άρθρο 4 παρ. 10 του ν. 2328/1995 (''Νομικό καθεστώς της ιδιωτικής τηλεόρασης και της τοπικής ραδιοφωνίας...''), προκειμένου για προσβολές της προσωπικότητας κατά τη διάρκεια ραδιοφωνικών ή τηλεοπτικών εκπομπών, ο ιδιοκτήτης κάθε εντύπου υποχρεούται σε πλήρη αποζημίωση για την παράνομη περιουσιακή ζημία, καθώς και σε χρηματική ικανοποίηση για την ηθική βλάβη που προξενήθηκαν υπαίτια με δημοσίευμα, το οποίο θίγει την τιμή ή την υπόληψη κάθε ατόμου, έστω και αν η κατά τα άρθρα 914, 919 και 920 ΑΚ υπαιτιότητα, πρόθεση και γνώση ή υπαίτια άγνοια αντιστοίχως, συντρέχουν στο πρόσωπο του συντάκτου του δημοσιεύματος ή αν ο τελευταίος είναι άγνωστος στον εκδότη ή στο διευθυντή συντάξεως του εντύπου. Στην παρ. 2 του ιδίου άρθρου, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο μόνο παρ. 4 ν. 2243/1994, η κατά το άρθρο 932 του ΑΚ χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης του αδικηθέντος από κάποια από τις προβλεπόμενες στην προηγουμένη παράγραφο πράξεις ορίζεται, εφόσον αυτές τελέστηκαν δια του τύπου, κατά την κρίση του δικαστή, όχι κατώτερη των αναφερόμενων κατά περίπτωση ποσών. Η ευθύνη δηλαδή του ιδιοκτήτη του εντύπου είναι σε όλες αυτές τις περιπτώσεις γνήσια αντικειμενική, η οποία έχει ως προϋπόθεση την ύπαρξη αντίστοιχης υποκειμενικής ευθύνης του συντάκτη ή αναλόγως του εκδότη ή του διευθυντή συντάξεως του εντύπου, με τους οποίους συνευθύνεται κατά το άρθρο 926 ΑΚ εις ολόκληρον. Ο συντάκτης (του επιλήψιμου δημοσιεύματος), ο εκδότης (αν δεν είναι και ιδιοκτήτης του εντύπου) ή ο διευθυντής σύνταξης ευθύνονται προς αποκατάσταση της περιουσιακής ζημίας ή της ηθικής βλάβης που έχει προκληθεί από το επιλήψιμο δημοσίευμα, κατά τις κοινές διατάξεις των άρθρων 57, 59, 914, 919, 920, 932 ΑΚ, σε συνδυασμό με τα άρθρα 361-363 ΠΚ (ΑΠ 387/2005). Οι διατάξεις του ν. 1178/1981, όπως αυτός τροποποιημένος ισχύει, εφαρμόζονται αναλόγως και επί προσβολών της προσωπικότητας, οι οποίες συντελούνται στο διαδίκτυο (internet) μέσω ηλεκτρονικών ιστοσελίδων (περιοδικών), που λειτουργούν ως διεθνές μέσο διακίνησης πληροφοριών. Στην περίπτωση των ιστοσελίδων υπάρχει ο κάτοχος-διαχειριστής, ο οποίος μπορεί να ταυτίζεται ή όχι με το συντάκτη ορισμένου δημοσιεύματος, δεδομένου ότι σε αυτές, ανακοινώσεις συντάσσουν και οι αναγνώστες τους. Η καταχώρηση σε μία ιστοσελίδα παρουσιάζει την ιδιομορφία, ότι, ενώ η δημοσίευση σε συγκεκριμένο φύλλο εφημερίδας ή περιοδικού ή η αναφορά σε συγκεκριμένη ραδιοφωνική ή τηλεοπτική εκπομπή προσβλητικής είδησης κ.λπ. γίνεται, άπαξ και δεν έχει διάρκεια, αντίθετα η αντίστοιχη καταχώρηση σε μια ιστοσελίδα, μπορεί να παραμείνει εκεί για απροσδιόριστο χρόνο, έχοντας διάρκεια, το μέγεθος της οποίας θα πρέπει να λαμβάνεται υπόψη για την επιδίκαση του ποσού προς αποκατάσταση της προκληθείσης ηθικής βλάβης (ΑΠ 1017/2022, ΑΠ 1425/2017, ΑΠ 575/2015, ΑΠ 1652/2013, ΑΠ 1701/2013). Κατά την έννοια του άρθρου 932 ΑΚ, το δικαστήριο της ουσίας, αφού δεχθεί ότι συνεπεία αδικοπραξίας προκλήθηκε σε κάποιο πρόσωπο ηθική βλάβη ή ψυχική οδύνη, καθορίζει στη συνέχεια το ύψος της οφειλόμενης γι' αυτήν χρηματικής ικανοποίησης, με βάση τους κανόνες της κοινής πείρας και της λογικής, λαμβάνοντας ιδίως υπόψη ως κριτήρια: το είδος της προσβολής, την έκταση της βλάβης, τις συνθήκες τέλεσης της αδικοπραξίας, τη βαρύτητα του πταίσματος του υποχρέου, το τυχόν συντρέχον πταίσμα του δικαιούχου και την οικονομική και κοινωνική κατάσταση των διαδίκων μερών, επιπροσθέτως δε σύμφωνα με την παρ. 2 του άρθρου μόνου του ν. 1178/1981, όπως αντικ. με το άρθρο 37 παρ. 1 του ν.4356/2015, για την ανάλογη χρηματική ικανοποίηση του θιγόμενου, ως προς την τιμή και την υπόληψή του, από δημοσίευμα, λαμβάνει υπόψη και τις επιπτώσεις του δημοσιεύματος στον αδικηθέντα καθώς και στο οικογενειακό, κοινωνικό και επαγγελματικό περιβάλλον του. Εξάλλου, κατά το άρθρο 216 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ., για το ορισμένο της αγωγής, με την οποία επιδιώκεται χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, πρέπει στο δικόγραφο αυτό να εκτίθεται με ακρίβεια η τέλεση της αδικοπραξίας από τον υπόχρεο στην καταβολή της χρηματικής ικανοποίησης ή οι προϋποθέσεις θεμελίωσης αντικειμενικής ευθύνης από το νόμο, καθώς και η πρόκληση της ηθικής βλάβης στα αιτούμενα την χρηματική ικανοποίηση πρόσωπα. Πρέπει, επίσης με την αγωγή να ζητείται ορισμένο χρηματικό ποσό, καθόσον ο ενάγων δεν απαλλάσσεται να διατυπώσει ορισμένο αίτημα, ενόψει του άρθρου 932 του ΑΚ, στο οποίο ορίζεται ότι το ποσό της χρηματικής ικανοποίησης, επιδικάζεται κατά την εύλογη κρίση του δικαστηρίου. Δεν είναι όμως αναγκαίο να εκτίθενται στο δικόγραφο της αγωγής, τα προσδιοριστικά εκείνα στοιχεία βάσει των οποίων θα καθορισθεί το ύψος της χρηματικής ικανοποίησης, όπως, προκειμένου περί ηθικής βλάβης, μεταξύ άλλων, ο βαθμός του πταίσματος του αδικοπρακτήσαντος ή η κοινωνική και οικονομική κατάσταση των διαδίκων μερών, ή , σε περίπτωση προσβολής τιμής και υπόληψης από δημοσίευμα, οι επιπτώσεις αυτού στον αδικηθέντα, καθώς και στο οικογενειακό, κοινωνικό και επαγγελματικό περιβάλλον του, καθόσον τα παραπάνω στοιχεία δύνανται να προκύψουν από τις αποδείξεις (ΑΠ 511/2022, ΑΠ 1017/2020, ΑΠ 265/2015). Η πληρότητα ή μη του δικογράφου της αγωγής, ως προς την έκθεση των πραγματικών περιστατικών που συγκροτούν την ιστορική βάση αυτής, εκτιμάται κυριαρχικά από το δικαστήριο της ουσίας (ΑΠ 917/2017). Ο Άρειος Πάγος ελέγχει την επάρκεια ή μη της θεμελίωσης της αγωγής, με βάση τις διακρίσεις της νομικής αοριστίας, της ποιοτικής αοριστίας και της ποσοτικής αοριστίας. Η νομική αοριστία της αγωγής, στηρίζει λόγο αναίρεσης για παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου (άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ), συντρέχει δε αν το δικαστήριο για τη θεμελίωση της αγωγής στο συγκεκριμένο κανόνα ουσιαστικού δικαίου αρκέστηκε σε στοιχεία λιγότερα ή αξίωσε περισσότερα από εκείνα που ο κανόνας αυτός απαιτεί για τη γένεση του οικείου δικαιώματος, κρίνοντας αντιστοίχως νόμιμη ή μη στηριζόμενη στο νόμο την αγωγή. Αντίθετα, η ποσοτική ή ποιοτική αοριστία της αγωγής, η οποία υπάρχει όταν δεν εκτίθενται στην αγωγή όλα τα στοιχεία που απαιτούνται κατά νόμο για τη στήριξη του αιτήματος της αγωγής, τα πραγματικά, δηλαδή, περιστατικά που απαρτίζουν την ιστορική βάση της αγωγής και προσδιορίζουν το αντικείμενο της δίκης, δημιουργεί λόγους αναίρεσης από το άρθρο 559 αρ. 14 ΚΠολΔ. Ειδικότερα, ο από το άρθρο 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν το δικαστήριο, παρά τη μη επαρκή έκθεση σε αυτήν των στοιχείων που είναι αναγκαία για τη στήριξη του αιτήματος της αγωγής, την έκρινε ορισμένη, θεωρώντας ότι αυτά εκτίθενται με επάρκεια ή αν παρά την επαρκή έκθεση των στοιχείων αυτών την απέρριψε ως αόριστη (ΑΠ 511/2022, ΑΠ 46/2020, ΑΠ 106/2015). Από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση του αγωγικού δικογράφου προκύπτει, ότι ο ενάγων (αναιρεσίβλητος) ισχυρίζεται με την αγωγή του, ότι τυγχάνει επιχειρηματίας και ιδιοκτήτης ποδοσφαιρικής ομάδας και ότι στις 15-5-2018 ο εναγόμενος, δημοσιογράφος και διαχειριστής της ιστοσελίδας "Το 10.gr", ανήρτησε στην ιστοσελίδα αυτή, το επίδικο δημοσίευμα-καταχώρηση, το οποίο υπέγραφε ο ίδιος και περιήλθε σε γνώση πλήθους χρηστών της άνω ιστοσελίδας, και με αυτό ο τελευταίος ισχυρίστηκε για τον ίδιο (ενάγοντα) τα αναφερόμενα στο δικόγραφο γεγονότα, τα οποία ήταν εν γνώσει του ψευδή, έβλαψαν την τιμή και την υπόληψή του, τόσο ως επιχειρηματία, όσο και ως μέσου κοινωνικού ατόμου, και έτσι προσέβαλε παράνομα και υπαίτια την προσωπικότητά του. Με βάση δε το ιστορικό αυτό, μετά από παραδεκτό περιορισμό του καταψηφιστικού αιτήματος της αγωγής σε αναγνωριστικό, ο ενάγων ζήτησε να αναγνωριστεί η υποχρέωση του εναγομένου, να του καταβάλει το ποσό των 300.000 ευρώ, με το νόμιμο τόκο, ως χρηματική ικανοποίηση της ηθικής βλάβης που υπέστη συνεπεία της αδικοπρακτικής συμπεριφοράς του εναγομένου και της προσβολής της προσωπικότητάς του. Με το περιεχόμενο αυτό η αγωγή είναι πλήρως ορισμένη, διότι εκτίθενται αναλυτικά και με σαφήνεια τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία απαιτούνται για τη θεμελίωσή της σύμφωνα με το νόμο και δικαιολογούν την άσκησή της από τον ενάγοντα κατά του εναγομένου. Ειδικότερα γίνεται ακριβής περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς, κατά την έννοια του άρθρου 216 ΚΠολΔ, καθώς αναφέρονται τα πραγματικά περιστατικά, με βάση τα οποία θεμελιώνεται επαρκώς και με πληρότητα η παράνομη και υπαίτια προσβολή της προσωπικότητας του ενάγοντος και ήδη αναιρεσιβλήτου από τον εναγόμενο και η απορρέουσα από αυτή ηθική βλάβη του ενάγοντος, για την αποκατάσταση της οποίας ο τελευταίος αξιώνει την αιτούμενη χρηματική ικανοποίηση, από τον εναγόμενο, ήδη αναιρεσείοντα, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 57, 59, 914 και 932 ΑΚ. και άρθρ. μόνο του ν.1178/1981 όπως αντικ. με άρθρο 37 παρ. 1 του ν.4356/2015. Πέραν των ανωτέρω, δεν είναι αναγκαίο για την πληρότητα του δικογράφου της αγωγής να εκτίθενται τα προσδιοριστικά εκείνα στοιχεία βάσει των οποίων θα καθορισθεί το ύψος της χρηματικής ικανοποίησης, όπως, μεταξύ άλλων, οι επιπτώσεις του επιδίκου δημοσιεύματος για τον ενάγοντα - αδικηθέντα, καθώς και για το οικογενειακό, κοινωνικό και επαγγελματικό του περιβάλλον του. Επομένως, στο δικόγραφο της αγωγής εκτίθενται όλα τα κατά νόμο απαραίτητα στοιχεία που τη θεμελιώνουν στις προαναφερόμενες διατάξεις και συνεπώς, το Εφετείο που με την προσβαλλόμενη απόφασή του δεν απέρριψε την κρινόμενη αγωγή ως μη νόμιμη ή απαράδεκτη, λόγω αοριστίας, δεν παραβίασε τις ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, αρκούμενο σε στοιχεία λιγότερα από εκείνα που οι ως άνω κανόνες απαιτούν για τη γένεση του δικαιώματος του ενάγοντος, ούτε παρέλειψε παρά το νόμο να κηρύξει απαράδεκτο και, συνεπώς, ο πρώτος λόγος αναίρεσης, από τους αριθμούς 1 και 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο ο αναιρεσείων επικαλείται τα αντίθετα, ισχυριζόμενος ότι για την πληρότητα της αγωγής απαιτείτο κατά νόμο να εκτίθενται και οι επιπτώσεις που είχε το επίδικο δημοσίευμα για τον ίδιο και το οικογενειακό και κοινωνικό του περιβάλλον, είναι αβάσιμος. Από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, προκύπτει ότι το Εφετείο, κατά το μέρος που ενδιαφέρει την αναιρετική διαδικασία, δέχθηκε τα ακόλουθα: "Ο εναγόμενος, δημοσιογράφος και διαχειριστής της ιστοσελίδας "Το10. gr" ανήρτησε στις 15-05-2018 δημοσίευμα αναφερόμενος στο πρόσωπο του ενάγοντος, ο οποίος μεταξύ άλλων τυγχάνει μεγαλομέτοχος της ΠΑΕ ΑΕΚ, με υπέρτιτλο (έντονα γράμματα) "Καλή η μαγκιά του λιμανιού. Αρκεί να είναι του Πειραιά, όχι της Νάπολης" και ακριβώς από κάτω υπότιτλο με το εξής περιεχόμενο " Ο τρόπος που αντιμετώπισε ο ιδιοκτήτης της ΑΕΚ τον Λ. Χ., ήρθε να μας θυμίσει τον Δ. Μ. που όλοι... αγαπήσαμε". Στη συνέχεια ακολούθησε κείμενο-άρθρο με τα κάτωθι περιεχόμενο: "Με απειλές δεν χτίζεται εμπιστοσύνη". Με αυτό τον τρόπο περιέγραψε ο Λ. Χ. το είδος της μεταχείρισης που του επιφύλαξε ο ιδιοκτήτης της ΑΕΚ Δ. Μ.. Αφορμή το αυτονόητο: ο Χ. MVP της ΑΕΚ στο φετινό πρωτάθλημα, ζήτησε ... αύξηση στο σχετικά χαμηλό συμβόλαιο που είχε τα τελευταία δύο χρόνια ύψους 250.000 το χρόνο. Αντ' αυτού εισέπραξε άρνηση, τον κράτησαν έξω από τον τελικό και προφανώς τον απείλησαν. Το ποιες μπορεί να ήταν οι απειλές που άκουσε ο παίκτης του δικεφάλου μπορούμε να το συνάγουμε από όσες απειλές έχει εκστομίσει κατά καιρούς ο Δ. Μ.. Όταν τα συνδικάτα των ναυτεργατών κατήγγειλαν την εφοπλιστική ασυδοσία που οδήγησε στην έκρηξη στο πλοίο "Σ" πλοιοκτησίας ..., ο τελευταίος πήρε τηλέφωνο τον πρόεδρο της Πανελλήνιας Ένωσης Μηχανικών Εμπορικού Ναυτικού Γ. Τ. και του είπε "ποιος είσαι εσύ, που ζητάς εξηγήσεις από το ΝΑΤ για το ναυτολόγιο του "..." ... το καταλαβαίνεις ότι ανοίγεις λογαριασμούς μαζί μου;". Το Μάιο του 2013 είναι σε εξέλιξη η διαδικασία πώλησης του ΟΠΑΠ. Η κοινοπραξία ..., στην οποία συμμετέχει ο Δ. ... και η οποία ήταν η μόνη που είχε κάνει προσφορά ζητούσε να ακυρωθεί η συμφωνία παροχής τεχνολογικού εξοπλισμού από την I… που είχε γίνει από τη διοίκηση του ΟΠΑΠ ΑΕ. Ο τότε πρόεδρος του ΟΠΑΠ Κ. Λ. δέχεται απειλητικά τηλεφωνήματα από τον Δ. ... ο οποίος του λέει" Αν τολμήσεις να υπογράψεις (τα συμβόλαια για I… και λοταρία) θα σου κόψω το κεφάλι". Την ίδια χρονιά, ο τότε αναπληρωτής πρόεδρος της ΚΕΔ Χ. Ζ. που είχε καταθέσει μήνυση κατ' αγνώστων για απόπειρα δολοφονίας, ανέφερε στη μήνυσή του ότι άτομο που του συστήθηκε ως "Δ. Μ." του είπε: "Ζούμε σε άλλη χώρα; Με δουλεύεις; Θα σε πετάξω στη θάλασσα. Ξέρω το σπίτι σου". Το Φεβρουάριο του 2016 ήταν η σειρά του παρατηρητή διαιτησίας στον αγώνα ΑΕΚ-Ολυμπιακού Δ. Κ. να γίνει ο δέκτης απειλών από τον Δ. Μ.. Το φύλλο αγώνα που συντάσσεται είναι ιδιαίτερα αποκαλυπτικό: "Μετά τη λήξη του αγώνα ο παρατηρητής διαιτησίας Κ. Δ. μας δήλωσε ότι "Στο 30' του αγώνα κινήθηκε απειλητικά εναντίον του και του επιτέθηκε φραστικά ο κ. ...Δ. ρωτώντας τον σε έντονο ύφος "αρχίδι τι ήρθες να κάνεις εδώ; Πάλι στον ίδιο αγώνα ρε ξεφτιλισμένε; Καλά τα γράφει ο Δ. ότι είσαι κολλητός του Β. και παίζεις συνέχεια. Θα σε λιώσω. Θα σε πνίξω με το κασκόλ. Θα σε γ@μήσω. Γ@μώ την συμμορία σας". Μετά το τέλος του ημιχρόνου κινήθηκε πάλι ο ίδιος προς το μέρος του και τον απείλησε λέγοντάς του: "Θα σε τινάξω στον αέρα, ξέρω που μένεις και τι κάνεις, είσαι μέλος της συμμορίας". Επομένως, ο Λ. Χ. δεν είναι ο πρώτος ούτε φοβάμαι ο τελευταίος που έχει αυτού του είδους τη μεταχείριση από τον "Τίγρη ...". Και καλό είναι να το δει ψύχραιμα και σε τελική ανάλυση να καταλάβει ότι είναι από πάνω. Και καλά κάνει και το δημοσιοποιεί γιατί αυτά πρέπει να γράφονται και να ακούγονται για να θυμόμαστε τι εστί ...ς. Αυτό έκανα κι εγώ όταν δέχτηκα του 2013 απειλητικό τηλεφώνημα, για το οποίο εν μέρει και τον ευγνωμονώ γιατί μου έδωσε μεγαλύτερη ώθηση να ψάξω και να σκαλίσω τους ιδιότυπους τρόπους με τους οποίους ορίζει, χρόνια τώρα, την "επιχειρηματικότητα" ο ...ς. Είναι σαφές ότι ο ...ς όποτε μιλάει έτσι νοιώθει "μάγκας" και δη "μάγκας λιμανίσιος". Μόνο που οι απειλές δύσκολα μπορούν να συγκαλύψουν ότι δεν είναι καθόλου μάγκας αλλά απλώς τσιφούτης. Τόσο τσιφούτης που δεν του πέρασε από το μυαλό ότι ο καλύτερος παίκτης της ομάδας του φέτος άξιζε π.χ. μία αύξηση έστω 100.000 ευρώ, για να μείνει και να συνεχίσουν οι οπαδοί να χειροκροτούν τον φετινό τους ήρωα. Ο Δ. Μ. πρέπει έστω και τώρα, στα γεράματα να καταλάβει, ότι υπάρχουν λιμάνια και λιμάνια, όπως υπάρχουν μαγκιές και "μαγκιές". Υπάρχει ο Πειραιάς, που έχει κανόνες και κώδικες (και θα έπρεπε να τους ξέρει) υπάρχει και η Νάπολη. Μόνον που εκεί μιλάει η Κ. και οι κανόνες είναι ποιος θα προλάβει να φάει τον άλλον. Και αυτό μπορεί να είναι ωραίο να το χαζεύει κανείς στις κινηματογραφικές ταινίες με μαφιόζους, αλλά τέλος πάντων ούτε το "Good Fellas" ούτε το "Gomorrah" θα έπρεπε να αποτελούν πρότυπα ούτε για το ποδόσφαιρο, ούτε για τις επιχειρήσεις στην Ελλάδα". Αναφορικά με τις "απειλές" του ενάγοντος, σύμφωνα με το ανωτέρω δημοσίευμα του εναγομένου, προς τον τότε ποδοσφαιριστή της ΑΕΚ Λ. Χ., απεδείχθη ότι: Το Μάιο του 2018, όταν τέθηκε θέμα ανανέωσης του συμβολαίου του ποδοσφαιριστή ώστε να παραμείνει στην ομάδα της ΑΕΚ, οι διαπραγματεύσεις των μερών δεν κατέληξαν σε συμφωνία, με τον ποδοσφαιριστή να δηλώνει δημόσια ότι "Τις τελευταίες ώρες δέχομαι αρκετές πιέσεις, να ανανεώσω με την ΑΕΚ. Αλλά με απειλές ούτε κτίζεται εμπιστοσύνη, ούτε υπογράφονται συμβόλαια. Λυπάμαι πολύ, αλλά με αυτές τις συνθήκες σε καμία περίπτωση δεν μπορώ να συνεχίσω την καριέρα μου στην ΑΕΚ" (σχετ. εκτυπώσεις από αναρτήσεις στο διαδίκτυο διαφόρων ιστοσελίδων αθλητικού περιεχομένου). Από κανένα στοιχείο δεν απεδείχθη ότι ο ποδοσφαιριστής αναφερόμενος σε "απειλές" ισχυρίστηκε ότι ήταν ο ενάγων, μεγαλομέτοχος και πρόεδρος της ΠΑΕ ΑΕΚ, που τον απείλησε, χρησιμοποιώντας μάλιστα "μαφιόζικες μεθόδους", όπως υπονοούσε το επίδικο δημοσίευμα. Ο ίδιος, μάλιστα, δεν προέβη σε καμία έννομη ενέργεια, αναφορικά με απειλές που δέχτηκε, απευθυνόμενος στις αρχές, τόσο εναντίον της ΠΑΕ ΑΕΚ, όσο και κατά του ενάγοντος, για την σε βάρος του παράνομη συμπεριφορά του τελευταίου. Αντιθέτως, προέκυψε ότι για τις δηλώσεις του αυτές η ΠΑΕ ΑΕΚ κίνησε καταρχήν πειθαρχική διαδικασία εναντίον του, το δε διοικητικό συμβούλιο αυτής του επέβαλε μάλιστα και πειθαρχική ποινή, ήτοι πρόστιμο 37.893ευρώ (πρακτικό ΔΣ ΑΕΚ από 20-6-2018), ενώ προσέφυγε και στην αθλητική Δικαιοσύνη με την από 29-06-2018 αίτησή της. Ο ποδοσφαιριστής ουδόλως προσέβαλε την ανωτέρω απόφαση. Στην συνέχεια, δε, και για τις δηλώσεις του αυτές, ο ενάγων, ως πρόεδρος της ομάδας, υπέβαλε στις 14-08-2018 ενώπιον του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Αθηνών σε βάρος του ανωτέρω ποδοσφαιριστή έγκληση (….), καταγγέλλοντας ότι με τις αναφερόμενες, ανωτέρω, δηλώσεις του, τέλεσε το αδίκημα της συκοφαντικής δυσφήμισης ανώνυμης εταιρείας. Συνακόλουθα των ανωτέρω, οι ισχυρισμοί του εναγομένου στο επίδικο δημοσίευμα, για τα ανωτέρω περιστατικά είναι αναληθή, αποσκοπούσαν στην αμφισβήτηση της ηθικής και κοινωνικής αξίας του ενάγοντος, ο οποίος εμφανίζεται ως άτομο που μετέρχεται, υπό τη ιδιότητα του προέδρου της ΠΑΕ ΑΕΚ μαφιόζικες πρακτικές, επιδεικνύοντας επικίνδυνη και επιθετική συμπεριφορά έναντι τρίτων προσώπων. Περαιτέρω, ο εναγόμενος στο ίδιο -επίδικο- δημοσίευμα αναφέρει για τον ενάγοντα ότι, τον Μάιο του 2013, υπό την ιδιότητά του ως συμμέτοχου στην κοινοπραξία "...", η οποία ήταν η μοναδική πλειοδότρια για την αγορά της εταιρείας "ΟΠΑΠ ΑΕ" απείλησε τον τότε πρόεδρο της τελευταίας, Κ. Λ., προκειμένου ο τελευταίος να ακυρώσει την συμφωνία παροχής τεχνολογικού εξοπλισμού που είχε καταρτίσει η "ΟΠΑΠ ΑΕ" με την εταιρεία "Intralot ΑΕ". Ο ισχυρισμός του αυτός αποδεικνύεται ψευδής καθόσον ο ίδιος ο φερόμενος ως παθών, ανωτέρω, ουδέποτε έκανε δηλώσεις σχετικά με απειλές εναντίον του, αν και το ζήτημα είχε λάβει δημοσιότητα και σχετικά άρθρα αναρτούνταν σε διάφορες ειδησιογραφικές ιστοσελίδες, ενώ ουδέποτε υπέβαλε σχετική έγκληση εναντίον του ενάγοντος για απειλές, ή απευθύνθηκε εν γένει σας αρχές. Αντιθέτως σε δελτίο τύπου της εταιρείας "ΟΠΑΠ ΑΕ" την 28-08-2013, ο ίδιος ο φερόμενος ως παθών δήλωνε ότι, αναφορές περί απειλών σε βάρος του "αφορούν επιχειρηματικούς ανταγωνισμούς", υπονοώντας σαφώς ότι ουδέποτε έλαβαν χώρα από μέρους του ενάγοντος. Το ανωτέρω δελτίο τύπου δε ευχερώς μπορούσε να λάβει γνώσει η εναγόμενος, παρόλα αυτά επέλεξε να συμπεριλάβει στο επίδικο δημοσίευμα ψευδή, τα οποία είναι και συκοφαντικά για τον ενάγοντα, καθώς τον παρουσίαζε ως άτομο που εν γένει απειλεί και τρομοκρατεί τρίτους προκειμένου να επιτύχει επιχειρηματικούς του σκοπούς. Περαιτέρω δε, ισχυρίζεται σε άλλο σημείο του επίδικου δημοσιεύματος του ο εναγόμενος ότι ο ενάγων είχε απειλήσει και τον ίδιο τηλεφωνικά το ίδιο έτος 2013. Ο ισχυρισμός του αυτός κρίνεται παντελώς ψευδής ενόψει του ότι, ο ίδιος ουδέποτε κατήγγειλε την εν λόγω παράνομη συμπεριφορά του ενάγοντος εναντίον του στις αρχές ή ανέφερε ποτέ αυτό το γεγονός ενώπιον τρίτων, επιπλέον δε ουδόλως αναφέρει το περιεχόμενο της "απειλής". Συμπεριλαμβάνει τον εν λόγω ισχυρισμό του, το πρώτον δε το έτος 2018 (πέντε έτη μετά), εν γνώση της αναλήθειας αυτού. Με τον εν λόγω ισχυρισμό του, ο οποίος κρίνεται δυσφημιστικός για τον ενάγοντα, τον οποίο παρουσιάζει, εξακολουθητικά, ως άτομο που απειλεί και δημοσιογράφους. Δεδομένου επομένως ότι η προσβολή της τιμής και συνακόλουθα και της προσωπικότητας του ενάγοντα προκλήθηκε με περιστατικά, ως άνω αναφέρθηκαν, ψευδή, εν γνώσει της αναλήθειάς τους (συκοφαντική δυσφήμηση του άρθρου 363 ΠΚ και όχι απλή δυσφήμηση του άρθρου 362 ΠΚ), η διάταξη της παρ. 1 του άρθρου 367 του ΠΚ δεν εφαρμόζεται στην υπό κρίση υπόθεση αναφορικά με τα προαναφερόμενα περιστατικά (άρθρο 367 παρ. 2 περ. α του ΠΚ), και ως εκ τούτου πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος ο σχετικός λόγος της κρινόμενης έφεσης, ως προς αυτά, με τον οποίο ο εναγόμενος ισχυρίζεται, ότι προέβη στην επίδικη ανάρτηση από δημοσιογραφικό καθήκον και δικαιολογημένο ενδιαφέρον για την ενημέρωση του αναγνωστικού κοινού. Όσον αφορά όμως: α) τον ισχυρισμό του εναγομένου ότι, όταν τα συνδικάτα ναυτεργατών κατήγγειλαν τον ενάγοντα για την έκρηξη στο πλοίο "..." πλοιοκτησίας του, το έτος 2000, ο τελευταίος απείλησε τηλεφωνικά τον πρόεδρο της Πανελλήνιας Ένωσης Μηχανικών Εμπορικού Ναυτικού, Γ. Τ., με τις αναφερόμενες στο δημοσίευμα φράσεις, αυτός απεδείχθη αληθής. Το συμβάν έλαβε χώρα, ως αποδεικνύεται από τις ανακοινώσεις τόσο της "Κομματικής Οργάνωσης Ναυτεργατών", όσο και από της "Ναυτεργατικής Ένωσης "Στέφενσον" (σχετ. δημοσίευμα στον ηλεκτρονικό τύπο την 28-6-2000 της εφημερίδας "Ριζοσπάστης"), β) Επίσης και ο ισχυρισμός του ότι το έτος 2013 ο τότε αναπληρωτής της ΚΕΔ, διαιτητής αγώνων, Χ. Ζ., ανέφερε σε μήνυσή του, για απόπειρα ανθρωποκτονίας εναντίον του, κατά αγνώστων, ότι πριν το συμβάν αυτό κατά τη διάρκεια τηλεφωνικής επικοινωνίας άτομο, που του συστήθηκε με το όνομα του ενάγοντος, τον απείλησε με τις φράσεις που αναφέρει, είναι αληθής. Συγκεκριμένα, αποδεικνύεται από το γεγονός ότι ο ανωτέρω παθών στην από 18-11-2014 μήνυσή του ενώπιον του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Αθηνών ανέφερε ότι, απειλήθηκε από κάποιον που του συστήθηκε τηλεφωνικά με το όνομα του ενάγοντος στις 02-11-2014 περί ώρα 14.00. Είναι γεγονός ότι η ως άνω καταγγελία έλαβε χώρα όμως, δεν υπήρξαν ενδείξεις σε βάρος του ενάγοντος για τα καταγγελλόμενα. Το αληθές της υποβολής της άνω καταγγελίας δεν ανατρέπεται από το ότι η ανωτέρω μήνυση του Χ. Ζ., που αφορούσε τον ενάγοντα, τέθηκε στο αρχείο με την υπ' αριθμ.3/2015 διάταξη του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Αθηνών, απορριπτομένης και της προσφυγής κατά αυτής δια της υπ' αριθμ. 175/2015 διάταξης του Εισαγγελέα Εφετών. Γ) Τέλος δε, ο έτερος ισχυρισμός του εναγομένου σχετικά με το γεγονός που έλαβε χώρα τον Φεβρουάριο του 2016 κατά τη διάρκεια του αγώνα μεταξύ των ομάδων ΑΕΚ ΟΛΥΜΠΙΑΚΟΥ, ότι αυτός απείλησε και τον εξύβρισε τον Δ. Κ., παρατηρητή του αγώνα, με τις αναφερόμενες στο δημοσίευμα εκφράσεις και απειλές απεδείχθη αληθές, ότι δηλαδή ο Δ. Κ. προέβη στην άνω καταγγελία. Συγκεκριμένα, τα ανωτέρω καταχωρήθηκαν στο φύλλο αγώνα της 13-02-2016 που συνέταξε ο ίδιος ο ανωτέρω παθών. Το γεγονός δε ότι εν συνεχεία ο ενάγων απηλλάγη των κατηγοριών με αποφάσεις του Δικαστικού Τμήματος της Επιτροπής Δεοντολογίας και Πρωτοβαθμίου Πειθαρχικού Οργάνου δεν σημαίνει ότι δεν υπεβλήθη σε βάρος του ενάγοντος καταγγελία. Πλην όμως τα ανωτέρω περιστατικά (υπό στοιχεία α', β' και γ'), ως αναφέρονται από τον εναγόμενο στο επίδικο άρθρο, είναι δυσφημιστικά για τον ενάγοντα ενόψει του ότι υπερέβη το αντικειμενικά αναγκαίο μέτρο για να αποδοθεί το περιεχόμενο της σκέψης του συντάκτη, προς ικανοποίηση του δικαιολογημένου ενδιαφέροντος για την ενημέρωση των χρηστών της ιστοσελίδας, καθόσον προκειμένου να ενισχύσει την εικόνα του ενάγοντος ως ενός ατόμου που διαχρονικά ως επιχειρηματίας και αθλητικός παράγων απειλεί, εκφοβίζει και εν γένει μετέρχεται "μαφιόζικες" μεθόδους, επιλέγει να αναφερθεί σε περιστατικά που έλαβαν χώρα χρονικά πολύ πριν το επίδικο δημοσίευμα, ήτοι ακόμα και 18 έτη πριν, για τα οποία μάλιστα απηλλάγη ο ενάγων, με αποφάσεις των αρμοδίων αρχών, χωρίς να προβεί σε αντίστοιχη έρευνα ως αρμόζει στην δημοσιογραφική δεοντολογία. Ανεξαρτήτως, δε, εάν ο ίδιος ο εναγόμενος γνώριζε την πορεία των υποθέσεων αυτών ή μη, καθώς δεν είχε πρόσβαση σε δικογραφίες, παρόλα αυτά προέβη στην ανωτέρω ανάρτηση περιγράφοντας τα περιστατικά, υιοθετώντας τα, χωρίς να αναζητήσει την αλήθειά τους και χωρίς να διατηρήσει κάποια επιφύλαξη, καίτοι γνώριζε την έλλειψη της αναγκαιότητας της περιγραφής αυτών, προκειμένου να δικαιολογήσει την κατά τον ίδιο έκνομη συμπεριφορά του ενάγοντος, αναφορικά με τους ποδοσφαιριστές της ομάδας όπου είναι πρόεδρος, και να στηρίξει ένα καταρχήν ψευδές, κατά τα ανωτέρω αποδειχθέντα, γεγονός. Εκ του τρόπου εκδήλωσης ως άνω της προσβλητικής συμπεριφοράς του προς το πρόσωπο του ενάγοντος, με την αναφορά των ανωτέρω περιστατικών, είχε προφανή σκοπό την καταφρόνησή του (ενάγοντος) και την προσβολή της τιμής και της υπόληψής του δημόσια. Ο εναγόμενος ισχυρίζεται ότι προέβη στις ανωτέρω δημοσιεύσεις σχετικά με τον ενάγοντα, που είναι δημόσιο πρόσωπο, από δικαιολογημένο ενδιαφέρον πηγάζον από την συνταγματικά κατοχυρωμένη ελευθερία και την κοινωνική αποστολή του τύπου για την ενημέρωση του αναγνωστικού κοινού (αρθ.367παρ1ΠΚ). Το περιστατικά όμως που αναφέρονται στο επίδικο δημοσίευμα -ανάρτηση- τα οποία συγκέντρωσε και δημοσιοποίησε ο εναγόμενος, πέραν του ότι κάποια από αυτά ανάγονται στο παρελθόν, τα οποία κατά καιρούς απασχόλησαν μεν τις ιστοσελίδες στο διαδίκτυο, ο ίδιος όμως ουδόλως ερεύνησε και διασταύρωσε, αλλά επέλεξε να τα υιοθετήσει ακρίτως, περαιτέρω δε τα εμπλούτισε και με ψευδή τοιαύτα, εν γνώσει του ψεύδους των, όταν ο ίδιος είχε κάθε δυνατότητα, λόγω και της εμπειρίας του στα αθλητικά θέματα, να ασκήσει οξεία κριτική, ακόμα και με δυσμενείς χαρακτηρισμούς, με εκφράσεις και σχόλια μη συκοφαντικά, ώστε να ενημερώσει σχετικά το ευρύ κοινό για τις ενέργειες και την συμπεριφορά του ενάγοντος, αναφορικά με τη διαχείριση της ομάδας της ΑΕΚ και των ποδοσφαιριστών αυτής. Αντιθέτως, η εν λόγω ανάρτηση εν συνόλω αποσκοπούσε στην προσβολή της προσωπικότητας του ενάγοντος παρουσιάζοντάς τον ως "μαφιόζο", επικίνδυνο επιχειρηματία, που απειλεί τους πάντες και ουδόλως συνδέεται με την ενημέρωση του ευρύ κοινού σχετικά με τον ενάγοντα αναφορικά με την επαγγελματική, επιχειρηματική του ή την εν γένει κοινωνική του δραστηριότητα και συνεπώς δεν μπορεί να θεωρηθεί δικαιολογημένη. Συνακόλουθα αυτών, πρέπει η σχετική ένσταση να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη, δοθέντος ότι αποδείχτηκε ότι οι ανωτέρω ισχυρισμοί ως περιέχονται στο επίδικο δημοσίευμα, έθιγαν έντονα την τιμή και υπόληψη του ενάγοντος κατά παράβαση των "συναλλακτικών υποχρεώσεων του τύπου", ενώ δεν μπορεί να θεωρηθεί ως επιβεβλημένο και αναγκαίο μέσο άσκησης του έργου του εναγομένου η δια μέσου της ανωτέρω ιστοσελίδας του διάδοση αναληθών περιστατικών άλλως δυσφημιστικών τοιαύτων, διότι υφίσταται προφανής δυσαναλογία μεταξύ της κοινωνικής αποστολής του τύπου για την ενημέρωση της κοινής γνώμης, με βάση αληθή κατά ένα μέρος πραγματικά περιστατικά, και της βλάβης που προκαλείται στην τιμή και υπόληψη του θιγόμενου, ώστε δεν μπορεί να γίνει λόγος για άρση του παρανόμου της προσβολής στα πλαίσια της παρούσας πολιτικής δίκης κατ' άρθ. 367 παρ 1 ΠΚ. Κατ' ακολουθίαν όλων αυτών, υπάρχει νόμιμη και βάσιμη αξίωση του ενάγοντος σε βάρος του εναγόμενου, συντάκτη του επιλήψιμου δημοσιεύματος στην ανωτέρω ιστοσελίδα, λόγω της ψυχικής ταραχής και στενοχώριας που υπέστη λαμβάνοντας γνώση του επιλήψιμου δημοσιεύματος, για χρηματική ικανοποίηση λόγω της ηθικής του βλάβης...". Με βάση τα ως άνω γενόμενα ανελέγκτως δεκτά το Εφετείο δέχτηκε ότι α) με τα αναφερόμενα στο επίδικο δημοσίευμα, σχετικά με τις τρεις (υπό τα στοιχεία α', β' και γ') καταγγελίες, ο εναγόμενος ισχυρίστηκε ενώπιον τρίτων γεγονότα και γεγονότα συνδεόμενα με κρίσεις, αληθή και εν αγνοία του ψευδή, ικανά να προσβάλουν κατά αντικειμενική κρίση την τιμή και υπόληψη του ενάγοντος, τούτο δε το γνώριζε ο εναγόμενος, και αυτά πράγματι προσέβαλαν την τιμή και την υπόληψη του ενάγοντος, με την άδικη πράξη της απλής δυσφήμισης, εμφανίζοντάς τον ως άτομο που μετέρχεται αθέμιτα και παράνομα μέσα κατά την άσκηση της επαγγελματικής του δραστηριότητας και την επίτευξη των στόχων του ως σημαντικός αθλητικός παράγων της ΠΑΕ ΑΕΚ β) ότι αναφορικά με τα αληθή δυσφημιστικά γεγονότα, ο εναγόμενος δημοσιογράφος, διαχειριστής της ιστοσελίδας και συντάκτης του επιδίκου κειμένου, επικαλέστηκε για τη διάδοσή τους δικαιολογημένο ενδιαφέρον για την ενημέρωση του αναγνωστικού κοινού, πηγάζον από την κατοχυρωμένη, συνταγματικά και από το άρθρο 10 της ΕΣΔΑ, ελευθερία και κοινωνική αποστολή του τύπου, προβάλλοντας τον εκ του άρθρου 367 παρ.1 περ. γ' ΠΚ ισχυρισμό, περί άρσεως του αδίκου της εν λόγω πράξης της απλής δυσφήμισης, πλην όμως ο ισχυρισμός του αυτός είναι αβάσιμος, μετά από παραδοχή της εκ του άρθρου 367 παρ.2 περ. γ' ΠΚ, αντενστάσεως του ενάγοντος. Τούτο καθόσον, από τον τρόπο εκδήλωσης της άνω συμπεριφοράς του εναγομένου κατά την σύνταξη και ανάρτηση του επιδίκου δυσφημιστικού, για τον ενάγοντα, κειμένου, και δη από τον υπέρτιτλο που έθεσε στο κείμενο με τονισμένα γράμματα "Καλή η Μαγκιά του λιμανιού. Αρκεί να είναι του Πειραιά, όχι της Νάπολης", την παράθεση φράσεων του εναγομένου, επίσης με τονισμένα γράμματα και αυτολεξεί: "το καταλαβαίνεις ότι ανοίγεις λογαριασμούς μαζί μου;" "αν τολμήσεις να υπογράψεις θα σου κόψω το κεφάλι", " Θα σε πετάξω στη θάλασσα, ξέρω το σπίτι σου", "θα σε λιώσω, θα σε πνίξω με το κασκόλ" "θα σε τινάξω στον αέρα, ξέρω που μένεις και τι κάνεις" και με τις δικές του επισημάνσεις για την συμπεριφορά του ενάγοντος, επίσης με τονισμένα γράμματα και με αναφορά μάλιστα του επωνύμου του, "για να θυμόμαστε τι εστί Μ..ς", προκύπτει ειδικός σκοπός του εναγομένου για εξύβριση του ενάγοντος, αφού ο ανωτέρω τρόπος δεν ήταν αντικειμενικά αναγκαίος για να εκφράσει ο εναγόμενος, ως δημοσιογράφος συντάκτης του κειμένου τη σκέψη του και να αναρτήσει αυτό στην ιστοσελίδα και να ενημερώσει σχετικά το ευρύ κοινό για τις ενέργειες και τη συμπεριφορά του ενάγοντος, αναφορικά με τη διαχείριση της ομάδας της ΑΕΚ, δεδομένου ότι με τον προαναφερόμενο τρόπο τον παρουσίαζε ως "μαφιόζο" και επικίνδυνο επιχειρηματία που απειλεί τους πάντες, τονίζοντας και εστιάζοντας σε αυτό, το οποίο ουδόλως συνδέεται με την ενημέρωση του κοινού για την επαγγελματική, επιχειρηματική και την εν γένει κοινωνική δραστηριότητα του ενάγοντος και δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι έγινε από δικαιολογημένο ενδιαφέρον του εναγομένου για ενημέρωση της κοινής γνώμης στα πλαίσια της αποστολής του τύπου γ) ότι αναφορικά με τα ψευδή, εν αγνοία του εναγομένου, περιστατικά που διαλαμβάνονται στο επίδικο δημοσίευμα, και συνιστούν επίσης απλή δυσφήμιση, ο εκ του άρθρου 367 παρ. 1 περ. γ' ΠΚ προβληθείς ισχυρισμός του, περί άρσεως του αδίκου της πράξης αυτής, είναι αβάσιμος, καθόσον δεν υφίσταται δικαιολογημένο ενδιαφέρον του εναγομένου δημοσιογράφου για ενημέρωση του κοινού, γιατί η ενημέρωση με ψευδή γεγονότα αντιβαίνει στις συναλλακτικές υποχρεώσεις του τύπου και δεν μπορεί να θεωρηθεί ως επιβεβλημένο και αναγκαίο μέσο άσκησης του έργου του εναγομένου δημοσιογράφου, η δια μέσου της ανωτέρω ιστοσελίδας του διάδοση αναληθών περιστατικών. Με τις παραδοχές αυτές το Εφετείο ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις διατάξεις του ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 367 παρ. 1 ΠΚ και 10 της ΕΣΔΑ, τις οποίες δεν παραβίασε ευθέως, ενόψει του ότι στην απόφασή του υπάρχει νομική ακολουθία μεταξύ των άνω περιστατικών που έγιναν ανελέγκτως δεκτά και του συμπεράσματος του δικανικού συλλογισμού ότι δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής των άνω διατάξεων. Επομένως, ο δεύτερος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο προσάπτεται στην προσβαλλομένη απόφαση η από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πλημμέλεια για παράβαση των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 367 παρ. 1 ΠΚ και 10 της ΕΣΔΑ, είναι αβάσιμος. Με το άρθρο 25 παρ. 1 του Συντάγματος, όπως αυτό ισχύει μετά την αναθεώρησή του με το από 6/17-4-2001. Ψήφισμα της Ζ` Αναθεωρητικής Βουλής, ορίζεται ότι, ``οι κάθε είδους περιορισμοί που μπορούν κατά το Σύνταγμα να επιβληθούν στα δικαιώματα του ανθρώπου ως ατόμου και ως μέλους του κοινωνικού συνόλου, πρέπει να προβλέπονται είτε απευθείας από το Σύνταγμα είτε από το νόμο, εφόσον υπάρχει επιφύλαξη υπέρ αυτού και να σέβονται την αρχή της αναλογικότητας``. Με τη νέα αυτή διάταξη ο αναθεωρητικός νομοθέτης επέλεξε να κατοχυρώσει ρητώς, από το όλο σύστημα των εγγυήσεων για τα επιτρεπτά όρια των επιβαλλόμενων στα ατομικά δικαιώματα νομοθετικών περιορισμών, την εγγύηση εκείνη που είναι - γνωστή ως αρχή της αναλογικότητας. Απέκτησε έτσι ρητή συνταγματική υφή η αρχή αυτή, η οποία, ωστόσο, και προηγουμένως αναγνωριζόταν ως αρχή συνταγματικής ισχύος, που απορρέει από την ίδια την έννοια του κράτους δικαίου και από την αρχή της ισότητας, αλλά και από την ουσία των θεμελιωδών ατομικών δικαιωμάτων. Η αρχή αυτή επενεργεί σε κάθε είδους κρατική δραστηριότητα, καθώς και στο πεδίο του ιδιωτικού δικαίου και συνεπώς πρέπει να λαμβάνεται υπόψη κατά την ερμηνεία και εφαρμογή οποιουδήποτε κανόνα δικαίου. Η ως άνω συνταγματική διάταξη, έστω και αν ρητά δεν αναφέρεται σ` αυτήν, απευθύνεται και στο δικαστή, όσον αφορά τις σχέσεις των διαδίκων. Ο δικαστής κατά την ερμηνεία και την εφαρμογή των διατάξεων της κοινής νομοθεσίας οφείλει να προστρέχει στο κρίσιμο για την όλη έννομη τάξη περιεχόμενο της συνταγματικής αρχής της αναλογικότητας. Η κρίση δηλαδή του ουσιαστικού δικαστηρίου πρέπει να μην παραβιάζει την αρχή της αναλογικότητας, ούτε να υπερβαίνει τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας, που αποτελεί, γενική αρχή του δικαίου και μέσο ελέγχου της κρίσεως του δικαστηρίου. Περαιτέρω, κατά την έννοια του άρθρου 932 ΑΚ, το δικαστήριο της ουσίας, αφού δεχθεί ότι συνεπεία αδικοπραξίας προκλήθηκε σε κάποιο πρόσωπο ηθική βλάβη ή ψυχική οδύνη, καθορίζει στη συνέχεια το ύψος της οφειλόμενης γι` αυτήν χρηματικής ικανοποίησης, με βάση τους κανόνες της κοινής πείρας και της λογικής, λαμβάνοντας ιδίως υπόψη ως κριτήρια: το είδος της προσβολής, την έκταση της βλάβης, τις συνθήκες τέλεσης της αδικοπραξίας, τη βαρύτητα του πταίσματος του υπόχρεου, το τυχόν συντρέχον πταίσμα του δικαιούχου και την οικονομική και κοινωνική κατάσταση των διαδίκων μερών. Τα στοιχεία αυτά πρέπει να οδηγούν τον δικαστή να σχηματίσει την κατά το άρθρο 932 ΑΚ εύλογη κρίση του (όχι κατά τις υποκειμενικές του ανέλεγκτες αντιλήψεις, αλλά) κατ` εφαρμογή του αντικειμενικού μέτρου που θα εφάρμοζε και ο νομοθέτης, αν έθετε ο ίδιος τον κανόνα αποκατάστασης της ηθικής βλάβης στην ατομική περίπτωση. Το αντικειμενικό αυτό μέτρο συνάγεται από τον ανωτέρω σκοπό του άρθρου 932 ΑΚ και, μέσω αυτού, από την όλη κλίμακα των υπερκείμενων σκοπών του συστήματος αποζημίωσης, λόγω αδικοπραξίας του ΑΚ. Η κρίση του δικαστηρίου ουσίας, όσον αφορά το ύψος της επιδικαστέας χρηματικής ικανοποίησης αποφασίζεται (κατ` αρχάς αναιρετικώς ανέλεγκτα), με βάση τους ισχυρισμούς και τα αποδεικτικά στοιχεία που θέτουν στη διάθεσή του οι διάδικοι. Επιβάλλεται όμως, σε κάθε περίπτωση να τηρείται, κατά τον καθορισμό του επιδικαζόμενου ποσού, η αρχή της αναλογικότητας ως ... νομική αρχή, και δη αυξημένης τυπικής ισχύος (άρθρα 2 παρ. 1 και 25 του ισχύοντος Συντάγματος) υπό την έννοια ότι η σχετική κρίση του δικαστηρίου, δεν πρέπει να υπερβαίνει τα όρια όπως αυτά διαπιστώνονται από τα δεδομένα της κοινής πείρας και την κοινή περί δικαίου συνείδηση σε ορισμένο τόπο και χρόνο, που αποτυπώνονται στη συνήθη πρακτική των δικαστηρίων. Και τούτο, διότι μια απόφαση, με την οποία επιδικάζεται ένα ευτελές ή υπερμέτρως μεγάλο ποσό, ως δήθεν εύλογο κατά την ελεύθερη κρίση του δικαστηρίου, προς αποκατάσταση της ηθικής βλάβης, ευτελίζει, στην πρώτη περίπτωση (όσον αφορά τον παθόντα) τον σεβασμό της αξίας του ανθρώπου και στην δεύτερη (όσον αφορά τον υπόχρεο) το δικαίωμα της περιουσίας του, αφού το δικαστήριο επεμβαίνοντας στη διαφορά μεταξύ ιδιωτών πρέπει, όπως προανεφέρθη, να τηρεί μια δίκαιη ισορροπία ανάμεσα στα αντιτιθέμενα συμφέροντα, με παράλληλη προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων. Στο σημείο αυτό σημειώνεται ότι η έννοια της αναλογικότητας είναι έννοια αυστηρότερη του ``ευλόγου`` και συνακόλουθα το ``εύλογο`` εμπεριέχεται αναγκαίως στο ``ανάλογο``. Άλλωστε την αρχή αυτή, υπό την προεκτεθείσα έννοια, εκφράζει και η υπερνομοθετικής ισχύος διάταξη του άρθ. 1 του πρώτου πρόσθετου πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, υπό την έννοια ότι πρέπει να υπάρχει μια ανεκτή σχέση αναλογικότητας μεταξύ των χρησιμοποιούμενων μέσων και του σκοπού που επιδιώκει κάθε μέτρο, το οποίο αποστερεί ένα άτομο από θεμελιακό δικαίωμά του, όπως από την ιδιοκτησία του. Ενόψει όλων αυτών, η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ως προς το ύψος του ποσού της επιδικασθείσας χρηματικής ικανοποίησης, ελέγχεται αναιρετικά, ως προς το αν παραβιάζεται ευθέως ή εκ πλαγίου (άρθρο 559 ΚΠολΔ, αναλόγως από τους αρ. 1 ή 19), η αρχή της αναλογικότητας (άρθρο 2 παρ. 1 και 25 του Συντάγματος) υπό την προεκτεθείσα έννοια, αλλά και όταν διαπιστώνεται υπέρβαση από το δικαστήριο της ουσίας των ακραίων ορίων της διακριτικής του ευχέρειας (ΟλΑΠ 9/2015, ΑΠ 1170/2019, ΑΠ 1399/2018, ΑΠ 15/2018, ΑΠ 1623/2017, ΑΠ 327/2017). Στην προκειμένη περίπτωση το δευτεροβάθμιο δικαστήριο της ουσίας, ως προς το προαναφερθέν θέμα της χρηματικής ικανοποίησης για ηθική βλάβη, αφού δέχθηκε ανελέγκτως τα όσα ανωτέρω αναφέρονται, κατέληξε στο ακόλουθο αποδεικτικό πόρισμα: ".... Από την, ως άνω, ανάρτηση στην ιστοσελίδα και την άδικη και υπαίτια πράξη συκοφαντικής δυσφήμισης και απλής δυσφήμισης, που τελέστηκε κατά τα προαναφερόμενα σε βάρος του ενάγοντος, προσβλήθηκε παράνομα και υπαίτια η προσωπικότητα αυτού και υπέστη ηθική βλάβη, βλάβη της τιμής και της υπόληψής του, ως επιχειρηματία, οικογενειάρχη και κοινωνικού ανθρώπου, προς αποκατάσταση της οποίας, το Δικαστήριο τούτο θεωρεί, ότι η ανάλογη χρηματική ικανοποίηση, με γνώμονα την ένταση της προσβολής, τις συνθήκες τέλεσης της αδικοπραξίας, το βαθμό υπαιτιότητας του εναγομένου, την κοινωνική και οικονομική κατάσταση των μερών, του μέσου δια του οποίου διεδόθησαν σε ευρύ κοινό οι συκοφαντικές και δυσφημιστικές αναφορές σε βάρος του ενάγοντος, ενόψει και της υψηλής αναγνωσιμότητας του εν λόγω ιστολογίου, της εμβέλειάς του παγκοσμίως και της δυνατότητας ευρείας και ταχείας αναδημοσίευσής τους από έτερα μέσα και γενικά, όλες τις συνθήκες, τηρουμένης και της αρχής της αναλογικότητας η οποία ελήφθη υπόψη στη συγκεκριμένη περίπτωση, μεταξύ χρησιμοποιούμενου μέσου και επιδιωκόμενου σκοπού, προσδιορίζεται στο εύλογο ποσό των 10.000 ευρώ. ...". Καθορίζοντας έτσι το Εφετείο, με βάση τις άνω παραδοχές, τη χρηματική ικανοποίηση για την ηθική βλάβη που υπέστη ο αναιρεσίβλητος στο παραπάνω ποσό, δεν παραβίασε, ευθέως, την αρχή της αναλογικότητας, ούτε τις καθιερούσες αυτήν ως άνω συνταγματικές διατάξεις (ούτε, εξάλλου, υπερέβη τα όρια της διακριτικής του ευχέρειας), αφού το επιδικασθέν αυτό ποσό, κατά την κοινή πείρα, τη δικαστηριακή πρακτική και την περί δικαίου συνείδηση, δεν υπερβαίνει και μάλιστα καταφανώς τα συνήθως επιδικαζόμενα ποσά σε παρόμοιες περιπτώσεις και σε προσβληθέντες όμοιας οικονομικής και κοινωνικής κατάστασης με τον ενάγοντα. Ενόψει αυτών, ο τρίτος λόγος της αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο ο αναιρεσείων αιτιάται την προσβαλλόμενη απόφαση, για πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενος ότι κατά παράβαση της αρχής της αναλογικότητας, κατά την εφαρμογή των διατάξεων ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 25 παρ. 1 και 2 παρ. 1 του Συντάγματος και 932 ΑΚ καθόρισε ως εύλογη χρηματική ικανοποίηση για την ηθική βλάβη του αναιρεσίβλητου το ποσό των 10.000 ευρώ, το οποίο το μεν υπερτερεί των συνήθως επιδικάζομενων ποσών σε ανάλογες περιπτώσεις, το δε δεν ήταν αναγκαίο να επιδικασθεί, καθόσον για την αποκατάσταση της ηθικής βλάβης του ενάγοντος, ενόψει της οικονομικής και κοινωνικής του κατάστασης, αρκούσε η δημοσίευση της προσβαλλομένης αποφάσεως στην ιστοσελίδα που αναρτήθηκε και το επίδικο άρθρο, είναι αβάσιμος. Κατόπιν αυτών και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η αίτηση αναίρεσης, να καταδικασθεί ο αναιρεσείων, λόγω της ήττας του, στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το σχετικό αίτημά του (άρθρα 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ) και να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο δημόσιο ταμείο (άρθρ. 495 παρ. 3Β εδ. δ' του ΚΠολΔ), κατά τα οριζόμενα ειδικότερα στο διατακτικό. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 9-7-2021 αίτηση του Ε. Χ. για αναίρεση της υπ'αριθ.2351/2021 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου που κατατέθηκε από τον αναιρεσείοντα για την άσκηση της αναίρεσης, στο δημόσιο ταμείο. Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 8 Δεκεμβρίου 2022. ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 10 Φεβρουαρίου 2023. Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ