Αριθμός 1423/2023 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Γ' Πολιτικό Τμήμα ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μαρία Μουλιανιτάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρουλιώ Δαβίου-Εισηγήτρια, Μαρία Κουφούδη, Γεώργιο Καλαμαρίδη, Αθανάσιο Θεοφάνη, Αρεοπαγίτες. ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 2 Νοεμβρίου 2022, με την παρουσία και του Γραμματέα Παναγιώτη Μπούκη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Των αναιρεσειόντων: 1) Θ., χήρας Π. Χ. το γένος…., 2) Τ. Χ. του Π. και της Θ., 3) Ι. Χ. του Π. και της Θ., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Κωνσταντίνο Τορπουζίδη, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, και κατέθεσαν προτάσεις. Της αναιρεσιβλήτου: Α. Κ. του Κ. και της Ε..., η οποία παραστάθηκε μετά της πληρεξουσίας δικηγόρου της Ε. Κοτσυφάκη, και κατέθεσε προτάσεις. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 8-5-2017 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 15183/2018 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1271/2021 του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 1-10-2021 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια της αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Από την παραδεκτή (άρθρο 561 παρ. 2) επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων, προκύπτει ότι η έκδοση της προσβαλλόμενης 127/2021 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, υπήρξε αποτέλεσμα της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής: Οι ενάγοντες - αναιρεσίβλητοι τους με την με αριθμό κατάθεσης 7199/8.5.2017 αγωγή τους προς το Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης, εξέθεταν, ότι με την νόμιμα μεταγραμμένη …/1996 δήλωση αποδοχής κληρονομιάς της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Α. Ν., αποδέχθηκαν την επαχθείσα σε αυτούς κληρονομιά του αποβιώσαντος Π. Χ. του Ι., συζύγου της πρώτης και πατέρα των δεύτερης και τρίτου, κατά ποσοστό 25% εξ αδιαιρέτου η πρώτη και κατά ποσοστό 37,50% εξ αδιαιρέτου, έκαστος των δεύτερης και τρίτου εξ αυτών, στην κληρονομιαία περιουσία του οποίου, περιλαμβάνονταν και ποσοστό 50% εξ αδιαιρέτου του λεπτομερώς περιγραφομένου στην αγωγή … αγροτεμαχίου, Δ' κατηγορίας, έκτασης 1.187 τ.μ., κειμένου στο .... Ότι ο δικαιοπάροχος τους, Π. Χ., απέκτησε το ανωτέρω ποσοστό εξ αδιαιρέτου επί του ακινήτου αυτού εξ αγοράς από τον αληθή κύριο Π. Μ. με το νόμιμα μεταγραμμένο 19717/1991 πωλητήριο συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Π. Μ. - Χ., το δε υπόλοιπο ποσοστό 50% εξ αδιαιρέτου περιήλθε με τις ίδιες συμβολαιογραφικές πράξεις στη (συγ)κυριότητα του αδελφού του θανόντος, Γ. Χ.. Ότι ο πωλητής, Π. Μ. απέκτησε την κυριότητα όλου του ως άνω αγροτεμαχίου με το νόμιμα μεταγραμμένο …. συμβόλαιο διανομής της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης, Α. Ι., με το οποίο διανεμήθηκε η κληρονομιαία περιουσία του Γ. Μ., που, με τη σειρά του, απέκτησε την κυριότητα του ως άνω αγροτεμαχίου εξ αγοράς από την αληθή κυρία αυτού Σ. Ζ. με το νόμιμα μεταγραμμένο …πωλητήριο συμβόλαιο του τ. συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Ι. Κ., η τελευταία δε απέκτησε την κυριότητα του εν λόγω αγροτεμαχίου από κληρονομιά του πατέρα της, Α. Ζ. του Μ., με βάση την … διαθήκη του, που δημοσιεύθηκε με το 120/1940 πρακτικό του Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, ενώ στον Α. Ζ. αυτό (αγροτεμάχιο) είχε περιέλθει με τον … νόμιμο μεταγραμμένο τίτλο κυριότητας της Αγροτικής Τράπεζας. Στη συνέχεια ισχυρίσθηκαν με την αγωγή τους οι ενάγοντες, ότι το έτος 2007 διαπίστωσαν για πρώτη φορά ότι το ως άνω αγροτεμάχιο εντάχθηκε στο σχέδιο πόλης και ότι συντάχθηκε σχετικά η 19 πράξη εφαρμογής, που διορθωμένη κυρώθηκε με την ΔΠ/ΤΑ/29/23355/ΤΠΕ 612/1994 απόφαση του Νομάρχη Θεσσαλονίκης, δυνάμει της οποίας αποδόθηκε στη θέση της αρχικής τους ιδιοκτησίας (με αριθμό…) το 02 οικόπεδο του … ΟΤ του Δήμου…, έκτασης 894,86 τ.μ. που στον πίνακα της ως άνω πράξης εφαρμογής φέρεται να ανήκει στην Έ. Μ. του Π., καθώς η ίδια δήλωσε αναληθώς κατά τη σύνταξη της προαναφερόμενης πράξης εφαρμογής το ανωτέρω ακίνητο ως ιδιοκτησία της επικαλούμενη ότι η Σ. Ζ. με την …δημόσια διαθήκη της κατέλειπε σε αυτήν το ως άνω αγροτεμάχιο. Ότι, ακολούθως, η Ε. Μ. ή Μ., ισχυρίσθηκε ότι απέκτησε το ως άνω οικόπεδο εκ κληρονομιάς της Έ. Μ. του Π., που αποδέχθηκε με την …δήλωση αποδοχής κληρονομιάς, και η ίδια, φέρεται ότι, με το νόμιμα μεταγραμμένο ….συμβόλαιο γονικής παροχής της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Ε. Κ.-Π., μεταβίβασε την κυριότητα του οικοπέδου αυτού στην κόρη της, δηλαδή στην εναγομένη, η οποία, λόγω της συγγενικής σχέσης της με την οικογένεια Μ., γνώριζε την αγορά του εν λόγω οικοπέδου, από τους …(δικαιοπάροχο των εναγόντων) και…... Τέλος, ανέφεραν οι ενάγοντες, ότι η εναγομένη δεν απέκτησε την κυριότητα του ως άνω οικοπέδου διότι τόσο η άμεση δικαιοπάροχος της (….), όσο και η απώτερη δικαιοπάροχος της (Έ. Μ.) δεν είχαν την κυριότητα αυτή, επειδή το αρχικό αγροτεμάχιο είχε εκφύγει της κληρονομιαίας περιουσίας της Σ. Ζ. με την πώλησή του στον Γ. Μ. και ότι οι ίδιοι κίνησαν τη διαδικασία διόρθωσης της ανωτέρω πράξης εφαρμογής και εκδόθηκε σχετικά η 19/102 διορθωτική πράξη αυτής, που κυρώθηκε με την 29/2007 απόφαση του Νομάρχη Θεσσαλονίκης, που μεταγράφηκε στα Βιβλία του Υποθηκοφυλακείου Νεάπολης (Τ. Αρ. 44), με την οποία στον πίνακα της πράξης εφαρμογής καταχωρίσθηκαν ως δικαιούχοι κυριότητας κατά ποσοστό 50% έκαστος εξ αδιαιρέτου οι Γεώργιος και Π. Χ., πλην όμως η ανωτέρω διορθωτική πράξη ανακλήθηκε με την 18270/2007 απόφαση του Γενικού Γραμματέα της Περιφέρειας Κεντρικής Μακεδονίας για τυπικούς λόγους. Ότι τον Ιανουάριο του έτους 2008 η Ε. Μ. τοποθέτησε στο ως άνω οικόπεδο μία πινακίδα που ανέγραφε ότι αυτό είναι δικής της ιδιοκτησίας, αρνούμενη να το αποδώσει στους ενάγοντες και στον Γ. Χ., οι οποίοι, ένεκα της αδικοπρακτικής συμπεριφοράς της, αναγκάστηκαν να ασκήσουν την με αριθμό κατάθεσης 35157/2010 αγωγή τους ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης κατά της Ε. Μ., και επί αυτής εκδόθηκε η 162/2013 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης, που κατέστη αμετάκλητη με την 2248/2014 απόφαση του Αρείου Πάγου, με την οποία αναγνωρίσθηκε το δικαίωμα κυριότητας κατά ποσοστό 50% εξ αδιαιρέτου του Γ. Χ., ενώ ως προς τους ίδιους (ενάγοντες) η ως άνω αγωγή απορρίφθηκε ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας. Επικαλούμενοι δε οι ενάγοντες ότι στην περιοχή…., όπου βρίσκεται το ως άνω οικόπεδο, άρχισε να λειτουργεί το Εθνικό Κτηματολόγιο στις 29.10.2013, οπότε και διαπίστωσαν ότι το οικόπεδο αυτό καταχωρίσθηκε με ΚΑΕΚ ……και δικαιούχο κυριότητας στις πρώτες εγγραφές την εναγομένη κατά ποσοστό 100% και τίτλο κυριότητας την προρρηθείσα γονική παροχή, η οποία εγγραφή είναι ανακριβής και προσβάλλει το δικαίωμα κυριότητάς τους, ζήτησαν: α) να αναγνωρισθούν (συγ)κύριοι κατά ποσοστό 12,50% εξ αδιαιρέτου η πρώτη και 18,75% εξ αδιαιρέτου έκαστος των δεύτερης και τρίτου εξ αυτών του με ΚΑΕΚ …… γεωτεμαχίου και να υποχρεωθεί η εναγομένη να τους το αποδώσει, κατά τα προαναφερόμενα ποσοστά εξ αδιαιρέτου σε έκαστο εξ αυτών και β) να διορθωθεί η ανακριβής πρώτη εγγραφή στα κτηματολογικά βιβλία του Κτηματολογικού Γραφείου Νεάπολης Θεσσαλονίκης, ώστε στο κτηματολογικό φύλλο του ως άνω ακινήτου να αναγραφούν οι ίδιοι (συγ)κύριοι κατά τα προαναφερόμενα εξ αδιαιρέτου ποσοστά, με τίτλο κτήσης την νομίμως μεταγραμμένη 831/1996 δήλωση αποδοχής κληρονομιάς της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Α. Ν.. Σημειώνεται, ότι με την ως άνω αγωγή τους οι ενάγοντες παραιτήθηκαν από το δικόγραφο της με αριθμό καταθέσεως 140550/3.6.2013 αγωγής τους κατά της Ε. Μ., ενώ με τις προτάσεις τους ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου ζήτησαν τη διαγραφή από το κτηματολογικό φύλλο του ως άνω γεωτεμαχίου της με αριθμό κατάθεσης 14729/2010 αγωγής ως πρόδηλα αβάσιμης. Επί της αγωγής των εναγόντων και ήδη αναιρεσειόντων εκδόθηκε η 15183/25.10.2018 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης (συγκροτηθέντος από Κτηματολογικό Δικαστή), που αφού απέρριψε αφενός ως απαράδεκτο και αφετέρου ως μη νόμιμο το αίτημα περί διαγραφής της 14729/2010 αγωγής από το οικείο κτηματολογικό φύλλο και τις ενστάσεις που πρόβαλε η εναγομένη πρωτοδίκως, ήτοι της παραγραφής της διεκδικητικής αγωγής ως μη νόμιμης και της ιδίας κυριότητας ως αβάσιμης, δέχθηκε την αγωγή ως κατ' ουσίαν βάσιμη, αναγνώρισε τους ενάγοντες (συγ)κυρίους, τον καθένα κατά τα ως άνω ποσοστά εξ αδιαιρέτου επί του επιδίκου ακινήτου (γεωτεμαχίου), υποχρέωσε την εναγομένη να τους το αποδώσει κατά τα ίδια εξ αδιαιρέτου ποσοστά και διέταξε τη διόρθωση των πρώτων εγγραφών στο οικείο κτηματολογικό φύλλο. Κατά της αποφάσεως αυτής ασκήθηκε έφεση από την εναγομένη και επί αυτής εκδόθηκε η 127/2021 προσβαλλόμενη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, η οποία την έκανε τυπικά και κατ' ουσίαν δεκτή, εξαφάνισε την απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, και αφού κράτησε και δίκασε την αγωγή, την απέρριψε, ως κατ' ουσίαν αβάσιμη κατά παραδοχή της ενστάσεως της εκκαλούσας - εναγομένης περί παραγραφής της διεκδικητικής αγωγής των εφεσιβλήτων - εναγόντων, ενώ, ως προς το σωρευόμενο κεφάλαιο της διόρθωσης των πρώτων εγγραφών, ως μη νόμιμη. Κατά της ως άνω τελεσίδικης αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, στρέφεται η υπό κρίση από 1.10.2021 αίτηση αναιρέσεως των εναγομένων - εφεσίβλητων, η οποία ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα κατά τις διατάξεις των άρθρων 495 παρ. 1 και 4 και 552, 553,556,558,564,566 παρ. 1 Κ.Πολ.Δικ. Επομένως αυτή είναι παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρα 571 και 577 ΚΠολΔικ.). I. Σύμφωνα με το άρθρο 12 του ν. 1337/1983 για επέκταση των πολεοδομικών σχεδίων και οικιστική ανάπτυξη, σε συνδυασμό με εκείνες του άρθρου 49 παρ. 2 του ν. 947/1979 περί οικιστικών περιοχών συνάγεται ότι με την κύρωση της πράξης εφαρμογής επέρχονται όλες οι αναφερόμενες σε αυτήν μεταβολές στις ιδιοκτησίες, σε συσχετισμό με τους φερόμενους ιδιοκτήτες τους, οι οποίοι από τη μεταγραφή της κυρωτικής της πράξης εφαρμογής απόφασης του Νομάρχη (και ήδη Γενικού Γραμματέα Περιφέρειας) αποκτούν με πρωτότυπο τρόπο την κυριότητα επί των αναγραφομένων - νέων - ιδιοκτησιών (οικοπέδων), υπό την προϋπόθεση ότι είναι κύριοι των ακινήτων (συνήθως αγρών) που αποτέλεσαν τη βάση διαμόρφωσής τους. Αν δεν συντρέχει η προϋπόθεση αυτή, ο αληθινός κύριος του ως άνω βασικού (αρχικού) ακινήτου, επικαλούμενος την κυριότητά του αυτή επί του αρχικού ακινήτου μπορεί να διεκδικήσει το αντίστοιχο που διαμορφώθηκε, ασκώντας τη σχετική αγωγή κατά του φερόμενου στον κτηματολογικό πίνακα ως δικαιούχου ή των διαδόχων του. (ΟλΑΠ 1236/1982, ΟλΣτΕ 1730/2000, ΑΠ 292/2018, ΑΠ 2248/2014). Τούτο σαφώς συνάγεται από τις διατάξεις του προαναφερόμενου άρθρου 12 του ν. 1337/1983, κατά το πνεύμα των οποίων η οριστικοποίηση της πράξης εφαρμογής που επέρχεται με την κύρωσή της, αναφέρεται στις περιεχόμενες σε αυτή μεταβολές που κρίθηκαν αναγκαίες για την ολοκλήρωση του πολεοδομικού σχεδιασμού, γι'αυτό και ορίζεται ότι τυχόν διαφορές ως προς το μέγεθος της εισφοράς και το μέγεθος των ιδιοκτησιών, που βεβαιώνεται με απόφαση των αρμοδίων δικαστηρίων, μετατρέπονται σε χρηματική αποζημίωση όπως ειδικότερα ορίζεται με την κανονιστική απόφαση με τον τίτλο "Διαδικασία και τρόπος σύνταξης της πράξης εφαρμογής της πολεοδομικής μελέτης (με αριθμό 79881/3445/6.12.1984 απόφαση του Υπουργού ΠΕ.ΧΩ.ΔΕ. Β' 862)", που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση της παρ. 10 του αυτού άρθρου 12. Δηλαδή η χρηματική αποζημίωση δεν αφορά στην κυριότητα του διαμορφούμενου ακινήτου, αλλά στο μέγεθος της εισφοράς σε γη και στο μέγεθος της ιδιοκτησίας. Ακόμη, όπως προκύπτει από τις διατάξεις του ίδιου άρθρου 12 ν. 1337/1983, όπως είχε πριν τροποποιηθεί με το άρθρο 11 ν. 3212/2003, η πράξη εφαρμογής πολεοδομικής μελέτης εκδίδεται κατά ειδική διοικητική διαδικασία που περιλαμβάνει και το στάδιο ενστάσεων από τους ενδιαφερομένους, κατόπιν προσκλήσεώς τους, πριν από την κύρωση της πράξεως. Κατά τον ρητό δε ορισμό αλλά και την έννοια της διατάξεως της περ. ε' της παρ. 7 του άρθρου 12 του ν. 1337/1983 (όπως είχε πριν τροποποιηθεί με το άρθρο 11 ν. 3212/2003) η πράξη αυτή καθίσταται οριστική και αμετάκλητη μετά την κύρωσή της. Συνεπώς (πριν την ανωτέρω τροποποίηση) δεν ήταν δυνατή είτε αυτεπαγγέλτως είτε κατόπιν αιτήματος ενδιαφερομένου, η επάνοδος της διοικήσεως επί του θέματος, οι πράξεις δε αυτές δεν υπόκειντο σε ανάκληση ή ανασύνταξη ούτε για λόγους νομιμότητας, ακόμη και στην περίπτωση, κατά την οποία, με απόφαση των αρμοδίων κατά το Σύνταγμα δικαστηρίων βεβαιώνονται διαφορές ως προς το μέγεθος της εισφοράς σε γη και το μέγεθος των ιδιοκτησιών, γιατί, όπως προαναφέρθηκε, ο νόμος στην περίπτωση αυτή προβλέπει την μετατροπή των διαφορών αυτών σε χρηματική αποζημίωση (ΑΠ 2248/2014, ΑΠ 1429/2010).0ι ρυθμίσεις αυτές κρίθηκαν Συνταγματικά θεμιτές διότι δικαιολογούνται από την ανάγκη ταχείας εκκαθαρίσεως των σχετικών διαφορών και αποφυγής της διηνεκούς αμφισβητήσεως του επιβληθέντος με την πράξη εφαρμογής νέου ιδιοκτησιακού καθεστώτος της περιοχής αλλά και από την ανάγκη προστασίας εκείνων που καλόπιστα αποκτούσαν ακίνητα μετά τη μεταγραφή της πράξεως εφαρμογής εμπραγμάτων δικαιωμάτων (ΟλΣτΕ 1730/2000, ΑΠ 1226/2005). Είναι γεγονός ότι η περίπτωση ε' της παρ. 7 του άρθρου 12 του Ν. 1337/1983 αντικαταστάθηκε με το άρθρο 11 ν. 3212/2003 ως εξής: Η πράξη εφαρμογής μετά την κύρωσή της γίνεται οριστική και, με την επιφύλαξη του επομένου εδαφίου αμετάκλητη. Η Διοίκηση κατ' εξαίρεση μόνο επιτρέπεται να ανακαλεί εν όλω ή εν μέρει την πράξη εφαρμογής, για λόγους νομιμότητας ή για πλάνη περί τα πράγματα που αποδεικνύεται από στοιχεία που δεν ήταν γνωστά κατά το χρόνο κύρωσης της πράξης ή από τελεσίδικη δικαστική απόφαση. Η ανάκληση γίνεται αυτεπάγγελτα ή ύστερα από αίτηση του ενδιαφερομένου. Η πράξη ανακαλείται μόνο κατά το μέρος που διαπιστώνεται η παράβαση ή η πλάνη, μέσα σε εύλογο χρόνο από την κύρωση της πράξης εφαρμογής και συντάσσεται διορθωτική πράξη. Κατά τη σύνταξη της διορθωτικής πράξης λαμβάνεται υπόψη η πραγματική και νομική κατάσταση που είχαν οι ιδιοκτησίες κατά το χρόνο σύνταξης της αρχικής πράξης. Αν κατά την αιτιολογημένη κρίση της Διοίκησης η αυτούσια διόρθωση δεν είναι δυνατή για λόγους που επιβάλλονται από τις αρχές της καλής πίστης και της ασφάλειας του δικαίου, οι διαφορές που προκύπτουν κατά τη σύνταξη της διορθωτικής πράξης μετατρέπονται σε χρηματική αποζημίωση. Με τη διορθωτική πράξη καθορίζεται ο υπόχρεος και ο δικαιούχος της αποζημίωσης, το ύψος της οποίας καθορίζεται σύμφωνα με τις διατάξεις του Ν. 2882/2001". Όμως, η νέα αυτή ως άνω ρύθμιση ισχύει από 1.1.2004 για τις πράξεις εφαρμογής που δεν είχαν καταστεί μέχρι τότε αμετάκλητες διότι δεν έχει αναδρομική ισχύ (ΑΠ 563/2006). Δεν έχει δε αναδρομική ισχύ διότι ούτε ρητά ορίζεται κάτι τέτοιο ούτε από το όλο περιεχόμενο του νόμου μπορεί να συναχθεί σιωπηρά μεν αλλά σαφώς αναδρομική δύναμη και δεν μπορεί ως εκ τούτου να προσδώσει κύρος σε προγενέστερες της θέσης της σε ισχύ ατομικές πράξεις, με τις οποίες είχε επιχειρηθεί ανεπίτρεπτα, κατά τα ανωτέρω, η ανάκληση ή τροποποίηση κυρωθεισών πράξεων εφαρμογής (ΣτΕ 1098/2020, ΣτΕ 67/2020). Άλλωστε, αποκλείεται η δια νόμου ανατροπή ή προσβολή των δικαιωμάτων που αποκτήθηκαν υπό το καθεστώς του παλιού νόμου, εάν τα δικαιώματα αυτά είναι από εκείνα που προστατεύονται από το Σύνταγμα ή την ΕΣΔΑ, όπως λ.χ. το δικαίωμα κυριότητας που προστατεύεται από τα άρθρα 17 Συντάγματος και 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ. II. Περαιτέρω, όπως συνάγεται από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 247, 249, 251, 1094, 1095 ΑΚ, η διεκδικητική αγωγή, ως εμπράγματη αξίωση και δη απορρέουσα από το απόλυτο δικαίωμα της κυριότητας εμπίπτει στη γενική εικοσαετή παραγραφή της διάταξης του άρθρου 249 ΑΚ. Σε παραγραφή υπόκειται μόνο η αξίωση που απορρέει από το εμπράγματο δικαίωμα της κυριότητας και η οποία γεννιέται από την προσβολή της και απευθύνεται κατά ορισμένου προσώπου. Ο χρόνος της παραγραφής της διεκδικητικής αγωγής αρχίζει από τότε που λαμβάνει χώρα η προσβολή του δικαιώματος της κυριότητας, όπως η κατάληψη του πράγματος από τρίτον, ή η αφαίρεσή του, από την οποία γεννάται η αξίωση και είναι δυνατή η δικαστική επιδίωξή της κατά το άρθρο 251ΑΚ (ΑΠ 180/2018, ΑΠ 1014/2017, ΑΠ 1825/2014, ΑΠ 1425/2011). Η παραγραφή επέρχεται από μόνη την παράλειψη του δικαιούχου να ασκήσει το δικαίωμα του, χωρίς να ερευνάται το είδος της νομής ή κατοχής που ασκεί ο προβολέας, ούτε αν η νομή αυτή οδηγήσει σε κτήση κυριότητας με χρησικτησία. Μετά τη συμπλήρωση του χρόνου της παραγραφής ο υπόχρεος δικαιούται να προβάλλει την ένσταση παραγραφής και να αρνηθεί την απόδοση του διεκδικούμενου πράγματος. Η διακοπή της παραγραφής, που είναι σχετική και επέρχεται μόνον υπέρ αυτού που την προκάλεσε και των διαδόχων του, ήτοι του ενάγοντος και αυτών που έγιναν διάδοχοι του μετά την έναρξη της δίκης (ΑΚ 1049 εδ. β') δεν λαμβάνεται υπόψη αυτεπαγγέλτως και πρέπει πάντα να προτείνεται ως αντένσταση από τον καθού προβάλλεται η ένσταση παραγραφής διάδικο (ΑΠ 41/2016). Επιπροσθέτως, η διάταξη του άρθρου 261 του ΑΚ, όπως ισχύει μετά την τροποποίηση με το άρθρο 101 του ν. 4139/2013, ορίζει ότι "1. Την παραγραφή διακόπτει η άσκηση της αγωγής. Η παραγραφή που διακόπηκε με τον τρόπο αυτό αρχίζει και πάλι από την έκδοση της τελεσίδικης απόφασης ή την κατ' άλλο τρόπο περάτωση της δίκης. 2. Στην περίπτωση που οι διάδικοι δεν επισπεύδουν την πρόοδο της δίκης και εφόσον δεν προβλέπεται άλλη προθεσμία για την ενέργεια διαδικαστικών πράξεων από αυτούς, η παραγραφή αρχίζει και πάλι έξι μήνες μετά την τελευταία διαδικαστική πράξη των διαδίκων ή του δικαστηρίου. Στις περιπτώσεις αυτές η παραγραφή διακόπτεται εκ νέου εφόσον κάποιος διάδικος επισπεύσει την πρόοδο της δίκης. 3. Η παρούσα διάταξη εφαρμόζεται και στις εκκρεμείς υποθέσεις εφόσον δεν έχει εκδοθεί τελεσίδικη απόφαση." Σύμφωνα δε με τη διάταξη του άρθρου 263 ΑΚ "Κάθε παραγραφή που διακόπηκε με την έγερση της αγωγής θεωρείται σαν να μη διακόπηκε, αν ο ενάγων παραιτηθεί από την αγωγή ή η αγωγή απορριφθεί τελεσίδικα για λόγους μη ουσιαστικούς. Αν ο δικαιούχος εγείρει και πάλι την αγωγή μέσα σε έξι μήνες, η παραγραφή θεωρείται ότι έχει διακοπεί με την προηγούμενη αγωγή". Από το συνδυασμό των ως άνω διατάξεων των άρθρων 261 και 263 ΑΚ συνάγονται τα ακόλουθα: Η παραγραφή διακόπτεται με την άσκηση της αγωγής, ήτοι με την επίδοση αυτής κατά τα άρθρα 215 παρ. 1 και 225 παρ. 1 του ΚΠολΔ. Κάθε παραγραφή που διακόπηκε με την άσκηση της αγωγής θεωρείται σαν να μη διακόπηκε, αν η αγωγή απορριφθεί τελεσίδικα για λόγους μη ουσιαστικούς. Αν ο δικαιούχος ασκήσει και πάλι την αγωγή μέσα σε έξι μήνες από την τελεσίδικη απόρριψη, η παραγραφή θεωρείται ότι έχει διακοπεί με την προηγούμενη αγωγή. Απόρριψη της αγωγής για λόγους μη ουσιαστικούς κατά την έννοια της τελευταίας αυτής διάταξης υπάρχει σε κάθε περίπτωση κατά την οποία η παροχή δικαστικής προστασίας ματαιώνεται για λόγο που δεν ανάγεται στη νομική ή ουσιαστική βασιμότητα της υπό διάγνωση απαίτησης. Τέτοιοι λόγοι μπορεί να είναι η μη συνδρομή των διαδικαστικών προϋποθέσεων της δίκης, η έλλειψη της ικανότητας δικαστικής παράστασης, η αοριστία της αγωγής και γενικότερα οι λόγοι εκείνοι οι οποίοι, κατά βασική δικονομική αρχή, ερευνώνται πριν από την αξιολόγηση της ύπαρξης και του περιεχομένου της ουσιαστικής αξίωσης και των οποίων η θετική ή αρνητική συνδρομή παρεμποδίζει τη διάγνωση της. Ως επανέγερση της αγωγής νοείται η υποβολή νέου αιτήματος παροχής δικαστικής προστασίας από τον ίδιο ενάγοντα ή σε περίπτωση που μεσολαβήσει νόμιμη καθολική ή ειδική διαδοχή από το διάδοχο του κατά του ιδίου εναγομένου ή σε περίπτωση που μεσολαβήσει νόμιμη καθολική ή ειδική διαδοχή, των διαδόχων εκείνου, που βασίζεται στην ίδια με την προηγούμενη νομική και ιστορική αιτία. Ταυτότητα ιστορικής αιτίας υπάρχει όταν τα περιστατικά που συγκροτούν το πραγματικό της νομικής διάταξης που εφαρμόσθηκε στην προηγούμενη δίκη είναι τα ίδια με αυτά που συνθέτουν το πραγματικό της νομικής διάταξης που πρόκειται να εφαρμοσθεί στη νέα δίκη. Η ταυτότητα αυτή υπάρχει και όταν με τη νέα αγωγή επέρχονται οι αναγκαίες διαφοροποιήσεις με τις οποίες συμπληρώνονται οι ασάφειες ή οι ελλείψεις που προκάλεσαν το δικονομικό απαράδεκτο της προηγούμενης αγωγής, αρκεί να μην μεταβάλλεται η ταυτότητα της αξίωσης υπέρ της οποίας πρέπει να παρασχεθεί δικαστική προστασία (ΑΠ 125/2020, ΑΠ 113/2019, ΑΠ 768/2016). Επομένως την παραγραφή διακόπτει η έγερση αγωγής κατά του πραγματικού υπόχρεου ενώ η άσκηση αγωγής κατά προσώπου που δεν είναι υπόχρεο δεν επιφέρει διακοπή της παραγραφής υπέρ του δικαιούχου (ΑΠ 125/2020). Επίσης, το διακοπτικό αποτέλεσμα της παραγραφής που επέφεραν, κατά το άρθρο 261 ΑΚ, η άσκηση της αγωγής και οι μετέπειτα της άσκησης αυτής διαδικαστικές πράξεις, αίρεται με την παραίτηση του ενάγοντος από το δικόγραφο της αγωγής, εκτός εάν ασκηθεί νέα αγωγή μέσα σε έξι μήνες από την παραίτηση, οπότε η διακοπή της παραγραφής αναβιώνει. Ειδικότερα, σε περίπτωση παραίτησης του ενάγοντος από το δικόγραφο της αγωγής, αφετηρία της εξάμηνης προθεσμίας προς άσκηση νέας αγωγής, ώστε να διατηρηθεί το αποτέλεσμα της διακοπής της παραγραφής που επήλθε με την άσκηση της πρώτης αγωγής, είναι ο χρόνος κατά τον οποίο έγινε η παραίτηση. Είναι δε επιτρεπτή η άσκηση από τον ενάγοντα δεύτερης αγωγής πριν από την παραίτηση από την πρώτη, εφόσον η παραίτηση από αυτή δηλωθεί μέχρι τη συζήτηση της δεύτερης αγωγής (ΑΠ 668/2012). Από τις ίδιες ως άνω διατάξεις του άρθρου 247 ΑΚ, με τις οποίες ορίζεται ότι το δικαίωμα να απαιτήσει κάποιος από άλλον μία πράξη ή μία παράλειψη (αξίωση) παραγράφεται, του άρθρου 251 ΑΚ, κατά τις οποίες η παραγραφή αρχίζει από τότε που γεννήθηκε η αξίωση και είναι δυνατή η δικαστική επιδίωξή της και του άρθρου 272 ΑΚ, με τις οποίες ορίζεται ότι όταν συμπληρωθεί η παραγραφή, ο υπόχρεος έχει δικαίωμα να αρνηθεί την παροχή, προκύπτει ότι αναγκαία στοιχεία για τη θεμελίωση της ένστασης παραγραφής, και άρα καλυπτόμενα από το δεδικασμένο της απόφασης, που δέχεται την ένσταση και απορρίπτει την αγωγή, είναι μόνον η δήλωση του ενιστάμενου ότι προτείνει την παραγραφή και η διαδρομή του χρόνου αυτής, και όχι και η ύπαρξη της σχετικής αξίωσης, έστω και αν το δικαστήριο δέχεται την ύπαρξή της, αφού πρόκειται τότε για πλεοναστική κρίση, δηλαδή κρίση που δεν στηρίζει αναγκαίως, ως προδικαστικό ζήτημα κατά την έννοια του άρθρ. 331 ΚΠολΔ, το διατακτικό της απόφασης (ΑΠ 1459/2000), αφού στην ίδια απορριπτική κρίση θα κατέληγε το δικαστήριο είτε εξέταζε είτε όχι την ύπαρξη της αξίωσης (ΑΠ 1536/2022, ΑΠ 2111/2014, ΑΠ 41/2012, ΑΠ 1459/2000 ΑΠ 2111/2014). Εξάλλου, ο από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, αναιρετικός λόγος, για ευθεία παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, ιδρύεται, αν το δικαστήριο της ουσίας ερμήνευσε εσφαλμένα τον κανόνα αυτό, του προσέδωσε δηλαδή έννοια διαφορετική από την αληθινή ή δεν τον εφάρμοσε ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις εφαρμογής του ή τον εφάρμοσε, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, απαιτώντας περισσότερα ή αρκούμενο σε λιγότερα, αντίστοιχα, στοιχεία από όσα αξιώνει ο νόμος για την εφαρμογή του ή αν τον εφάρμοσε εσφαλμένα (ΟλΑΠ 10/2011 ΟλΑΠ 7/2006). Αν το δικαστήριο απεφάνθη για την ουσία της υπόθεσης, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται βάσει των πραγματικών περιστατικών που ανέλεγκτα δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και της υπαγωγής αυτών στο νόμο. Ιδρύεται δε ο παραπάνω λόγος, αν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή αν δεν τον εφάρμοσε, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε, αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΟλΑΠ 4/2018). Με τον παραπάνω λόγο ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση της νομιμότητας της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, κυρία παρέμβαση, ένσταση κλπ ορθά απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή στην ουσία (ΟλΑΠ 10/2011, ΑΠ 1717/2022, ΑΠ 652/2022, 561/2022, ΑΠ 334/2021, ΑΠ 65/2020). Κατά δε τη διάταξη του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ίδιου Κώδικα, ιδρύεται λόγος αναίρεσης και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στη έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει, ότι ο προβλεπόμενος από αυτήν λόγος αναίρεσης της έλλειψης νόμιμης βάσης, λόγω ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών, υπάρχει, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται σύμφωνα με το πραγματικό του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε, ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (ΑΠ 175/2020, ΑΠ4979/2020, ΑΠ1 103/2011). Οι από τις διατάξεις των αριθμών 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγοι αναίρεσης, είναι δυνατόν να φέρονται ότι πλήττουν την προσβαλλόμενη απόφαση γιατί παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου κανόνα δικαίου, αλλά στην πραγματικότητα υπό το πρόσχημα ότι κατά την εκτίμηση των αποδείξεων παραβιάσθηκε κανόνας δικαίου, να πλήττουν την απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, οπότε οι λόγοι αναιρέσεως αυτοί, θα απορριφθούν ως απαράδεκτοι, σύμφωνα με το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, γιατί πλήττουν την ανέλεγκτη περί την εκτίμηση πραγματικών γεγονότων ουσιαστική κρίση του δικαστηρίου. (ΑΠ 1183/2021, 548/2021, 540/2021, 894/2020, ΑΠ 1141/2019). Επί πλέον, κατά το άρθρο 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης, που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται: α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση, γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη. Η διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής ότι στην αναιρετική δίκη ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση, που όφειλε να λάβει υπ’ όψη του ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού όλων των αναιρετικών λόγων του άρθρου 559 ΚΠολΔ, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο. Επομένως, για να είναι ορισμένος ο λόγος αναίρεσης, πρέπει εξ αυτού να προκύπτουν τα στοιχεία του παραδεκτού του, που επιβάλλονται από την ανωτέρω διάταξη, ήτοι πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι ο ισχυρισμός, στον οποίον στηρίζεται ο λόγος αναίρεσης, είχε προταθεί νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, κατά την συζήτηση μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλομένη απόφαση, έστω και αν ο εν λόγω ισχυρισμός θα μπορούσε να ερευνηθεί αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο της ουσίας (ΑΠ 65/2017, ΑΠ 73/2016, ΑΠ 825/2015). Αν προσβάλλεται απόφαση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, και αναιρεσείων είναι ο εκκαλών, που είχε ηττηθεί πρωτοδίκως, για την πληρότητα του σχετικού λόγου αναίρεσης πρέπει στο αναιρετήριο να αναφέρεται, ότι ο ισχυρισμός, στον οποίο εκείνος στηρίζεται, είχε προταθεί από τον αναιρεσείοντα στο Εφετείο με λόγο έφεσής του ή ότι συντρέχει κάποια εξαιρετική περίπτωση από τις προαναφερθείσες, ώστε να μπορεί να κριθεί με βάση το αναιρετήριο, αν ήταν παραδεκτός και νόμιμος (ΟλΑΠ 15/2000, ΑΠ 1275/2018, ΑΠ 259/2017, ΑΠ 168/2015). Όπως δε περαιτέρω προκύπτει από την αμέσως πιο πάνω διάταξη, το καθιερούμενο απαράδεκτο αναφέρεται σε όλους τους προβλεπόμενους από τη διάταξη του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγους αναίρεσης (ΑΠ 259/2017, ΑΠ 142/2013), ακόμη και σε εκείνο του αριθμού 14 του εν λόγω άρθρου (ΑΠ 14/2017, ΑΠ 538/2009). Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, το Μονομελές Εφετείο Θεσσαλονίκης επιλαμβανόμενο του σχετικού λόγου εφέσεως της εναγομένης και ήδη αναιρεσίβλητης περί της, κατ' εσφαλμένη εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 251, 261 και 263 ΑΚ, απόρριψης της προβληθείσας ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου ενστάσεως της περί παραγραφής της διεκδικητικής αγωγής των εναγόντων και ήδη αναιρεσειόντων, καθώς και της επαναφερομένης ενώπιον του με τις προτάσεις των εφεσίβλητων - εναγόντων προτεινομένης και πρωτοδίκως αντένστασης τους περί διακοπής της παραγραφής με τις με αριθμούς καταθέσεως 35157/2010 και 14050/2013 αγωγές των ιδίων, διέλαβε στις παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεώς του τα εξής: "... το πρωτόδικο δικαστήριο απέρριψε την ένσταση παραγραφής ως μη νόμιμη, αφενός διότι έκρινε ότι η ένδικη αγωγή είναι αποκλειστικά αυτή της διόρθωσης των πρώτων εγγραφών, οπότε υπόκειται μόνο στην αποσβεστική προθεσμία του άρθρου 6 παρ. 2 του ν. 2664/1998, που κατά το χρόνο δημοσίευσης της εκκαλουμένης - για τις κτηματογραφήσεις τις κηρυχθείσες μετά το ν. 3481/2006 - ήταν επτά έτη από την έναρξη λειτουργίας του Εθνικού Κτηματολογίου (στην περιοχή …από 29-10-2013) και ως εκ τούτου κατά την άσκηση της κρινόμενης αγωγής στις 9-5-2017, όταν και επιδόθηκε στην εναγομένη, δεν είχε ακόμη αποσβεσθεί και αφετέρου θεώρησε ότι η αξίωση των εναγόντων για απόδοση του επιδίκου γεννήθηκε το πρώτον το 2008 όταν η δικαιοπάροχος της εναγομένης αρνήθηκε να τους το αποδώσει, οπότε μέχρι την έγερση της ένδικης αγωγής δεν είχε παρέλθει εικοσαετία. Όσον αφορά την πρώτη αιτιολογία παρέλκει η αξιολόγησή της από το παρόν Δικαστήριο, επειδή,... η σωρευόμενη αγωγή διόρθωσης των πρώτων εγγραφών είναι απορριπτέα ως μη νόμιμη. Κατά τα λοιπά από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της παρούσας δίκης και την εκτίμηση όλων ανεξαιρέτως των εγγράφων, που προσκομίζουν οι διάδικοι αποδεικνύεται ότι: Οι εφεσίβλητοι για την ένδικη αξίωσή τους από την προσβολή της κυριότητάς τους επί του επιδίκου οικοπέδου 02 του …ΟΤ του Δήμου ..(με ΚΑΕΚ….), η οποία κατά τα ιστορούμενα στην κρινόμενη αγωγή τους, επήλθε το πρώτον το έτος 1994 με ενέργειες της Έ. Μ., απώτερης δικαιοπαρόχου της εναγομένης, που πέτυχε την αναγραφή της ως δικαιούχου κυριότητας στον πίνακα της 19 Πράξης Εφαρμογής, που κυρώθηκε με την ΔΠ/ΤΑ/29/23355/ ΤΠΕ612/1994 απόφαση του Νομάρχη Θεσσαλονίκης, ενώ δεν ήταν κυρία του βασικού ακινήτου (αγροτεμαχίου), μετέπειτα το 2008 όταν η Ε. Μ., ως καθολική διάδοχος της Έ.Μ. που απεβίωσε στις 3-10-1997, τοποθέτησε επί του επιδίκου πινακίδα ότι το ακίνητο είναι της ιδιοκτησίας της και αρνήθηκε να τους το αποδώσει και τέλος με την αναγραφή της νυν εκκαλούσας-εναγομένης (Α. Κ.) - ειδικής διαδόχου της Ε. Μ. - ως κυρίας του επιδίκου στις πρώτες εγγραφές του κτηματολογικού φύλλου στις 29-10-2013, άσκησαν ομού με τον Γ. Χ. (συγκύριο του υπολοίπου 50%) αρχικά κατά της Ε. Μ., καθολικής διαδόχου της Έ. Μ., ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, την με αρ. κατ. 35157/25-8-2010 αγωγή διεκδικητική κυριότητας του ως άνω ακινήτου, οπότε και διακόπηκε η εικοσαετής παραγραφή (που προβλέπεται από τις διατάξεις των άρθρων 12 του ν. 1337/1983 και 49 παρ. 2 και 3 του ν. 947/1979). Επί της αγωγής εκείνης εκδόθηκε η 14247/31-5-2012 οριστική απόφαση που την απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη και κατόπιν της με αρ. κατ. 2687/20-7-2012 έφεσης των εναγόντων, η 162/30-1-2013 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης, που αφού εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, απέρριψε την αγωγή ως προς τους νυν εφεσίβλητους ως απαράδεκτη ένεκα αοριστίας (επειδή δεν επικαλούνταν δημόσιο έγγραφο με το οποίο αποδέχθηκαν την κληρονομιά του Π. Χ.) και δέχθηκε αυτήν ως προς τον έτερο ενάγοντα Γ. Χ. υποχρεώνοντας την Ε. Μ. να του αποδώσει ποσοστό 50% επί του επιδίκου. Ήδη η απόφαση αυτή έχει καταστεί αμετάκλητη με την απόρριψη της εναντίον της ασκηθείσας αίτησης αναίρεσης εκ μέρους της εναγομένης Ε. Μ. με την 2248/2014 απόφαση του Αρείου Πάγου... Η τελεσίδικη απόρριψη της αγωγής ως προς τους ενάγοντες για λόγους μη ουσιαστικούς είχε ως συνέπεια να μην θεωρείται ότι διακόπηκε η παραγραφή με την άσκηση της με αρ. κατ. 35157/25-8-2010 αγωγής. Στο μεταξύ η Ε. Μ. κατά τη διάρκεια της ως άνω αντιδικίας με το …. συμβόλαιο γονικής παροχής της τ. συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Ε. Κ.-Π. (μεταγραφέν στις 13-4-2011 στον τ. 391 με αρ. 448 στα Βιβλία του Υποθηκοφυλακείου Νεάπολης) μεταβίβασε το επίδικο οικόπεδο στην εναγομένη. Παρά την ως άνω μεταβίβαση, οι νυν εφεσίβλητοι κατέθεσαν και πάλι κατά της Ε. Μ. - εντός 6μήνου από την τελεσίδικη απόρριψη για λόγους τυπικούς της πρώτης ως άνω αγωγής τους - την με αρ. κατ. 14050/3-6-2013 αγωγή ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης με την αυτή ιστορική και νομική αιτία, με την οποία ζήτησαν την αναγνώριση της κυριότητάς τους επί του επιδίκου οικοπέδου και την απόδοση σε αυτούς ποσοστού 50% εξ αδιαιρέτου. Η εν λόγω αγωγή, αν και επιδόθηκε στην εναγομένη Ε. Μ. στις 4-6-2013 (όπως η ίδια η εκκαλούσα αναφέρει στην έφεσή της) και καταχωρίσθηκε στις 20-6- 2013 στα Βιβλία Διεκδικήσεων του Υποθηκοφυλακείου Νεάπολης στον τόμο ... και αριθμό … δεν συζητήθηκε κατά την ορισθείσα δικάσιμο της 13-3-2014, αλλά ούτε και σε μεταγενέστερη. Από το δικόγραφο αυτής της αγωγής οι εφεσίβλητοι παραιτήθηκαν με την ένδικη αγωγή, όπως δηλώνουν στη σελίδα 13 αυτής. Εντούτοις, η άσκηση της με αρ. κατ. 14050/3-6-2013 αγωγής δεν είχε ως συνέπεια την αναβίωση της διακοπής της παραγραφής που επήλθε με την πρώτη αγωγή (35157/25-8-2010) διότι στρεφόταν κατά μη υπόχρεου προσώπου, καθόσον ήδη από το 2011 το επίδικο είχε μεταβιβασθεί στην εκκαλούσα, η οποία και το ενέμετο, η δε Ε. Μ. ουδεμία σχέση είχε πλέον με αυτό, το γεγονός δε αυτό όφειλαν να το γνωρίζουν οι εφεσίβλητοι, αφού το μεταβιβαστικό συμβόλαιο είχε μεταγραφεί από 13-4-2011 και είχε αποκτήσει την εκ του νόμου αναγκαία δημοσιότητα. Κατά συνέπεια τόσο η τελεσίδικη απόρριψη για τυπικούς λόγους της αρ. κατ. 35157/25-8-2010 αγωγής, όσο και μη εναγωγή της πραγματικής υπόχρεου με την 14050/3-6-2013 αγωγή είχαν ως αποτέλεσμα τη μη διακοπή της εικοσαετούς παραγραφής της διεκδικητικής αγωγής. Ως εκ τούτου η αξίωση των εναγόντων- εφεσίβλητων προς απόδοση του 02 οικοπέδου του …του ..., που γεννήθηκε το πρώτον στις 11-3-1994, όταν μεταγράφηκε η κυρωτική της 19 πράξης εφαρμογής απόφαση στη μερίδα της Έ. Μ. στον τόμο 79 με αριθμό .. των βιβλίων του Υποθηκοφυλακείου Νεάπολης (οπότε και εφέρετο να απέκτησε την κυριότητα του επιδίκου με την ως άνω πράξη εφαρμογής), μέχρι την άσκηση της κρινόμενης με αρ. κατ. 7199/8-5-2017 αγωγής στις 9-5-2017 (δηλ. όταν επιδόθηκε στην εναγομένη), είχε υποπέσει στην εικοσαετή παραγραφή και κατ' ακολουθίαν η τελευταία αυτή αγωγή κρίνεται απορριπτέα ως ουσιαστικά αβάσιμη, γενομένης δεκτής της ένστασης παραγραφής και απορριπτομένης της αντένστασης περί διακοπής αυτής..."., Ειδικότερα, το Μονομελές Εφετείο Θεσσαλονίκης δέχθηκε ότι: α) η "Ε. Μ., απώτερη δικαιοπάροχος της εναγομένης - εκκαλούσας και ήδη αναιρεσίβλητης, παρότι δεν ήταν αληθής κυρία του βασικού ακινήτου, ήτοι του περιγραφομένου στην αγωγή τους 626 αγροτεμαχίου, Δ' κατηγορίας,έκτασης 1.187 τ. μ., κειμένου στο ..., το οποίο μεταγενέστερα εντάχθηκε στο σχέδιο πόλης και συντάχθηκε η 19 πράξη εφαρμογής, που διορθωμένη κυρώθηκε με την ΔΠ/ΤΑ/29/23355/ΤΠΕ 612/1994 απόφαση του Νομάρχη Θεσσαλονίκης, δυνάμει της οποίας αποδόθηκε στη θέση της αρχικής αυτής ιδιοκτησίας (με αριθμό….) το … οικόπεδο του … ΟΤ του ..., έκτασης 894,86 τ.μ., πέτυχε αναληθώς το έτος 1994 με δικές της ενέργειες την αναγραφή της ως δικαιούχου κυριότητας του νέου αυτού επιδίκου οικοπέδου με ΚΑΕΚ … στον πίνακα της 19 Πράξης Εφαρμογής, που κυρώθηκε με την ΔΠ/ΤΑ/29/23355ΛΓΠΕ612/1994 απόφαση του Νομάρχη Θεσσαλονίκης, β) ότι οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσείοντες άσκησαν κατά της ως άνω Έ. Μ., ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, την με αρ. κατ. 35157/25-8- 2010 αγωγή διεκδικητική κυριότητας του επίδικου ακινήτου, επί της οποίας εκδόθηκε η 14247/31-5-2012 οριστική απόφαση που την απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη και κατόπιν της με αρ. κατ. 2687/20-7-2012 έφεσης των εναγόντων, εκδόθηκε η 162/30-1-2013 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης, που αφού εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, απέρριψε την αγωγή ως προς τους νυν αναιρεσείοντες ως απαράδεκτη ένεκα αοριστίας, η απόφαση δε αυτή έχει καταστεί αμετάκλητη με την απόρριψη της εναντίον της ασκηθείσας αίτησης αναίρεσης εκ μέρους της εναγομένης Ε. Μ. με την 2248/2014 απόφαση του Αρείου Πάγου, γ) ότι εφόσον η ως άνω με αρ. κατ. 35157/25.8.2010 αγωγή κατά της εκεί εναγομένης Έ. Μ. απορρίφθηκε ως προς τους ενάγοντες και ήδη αναιρεσίοντες για λόγους μη ουσιαστικούς, δεν διακόπηκε με την άσκησή της ως προς αυτούς η παραγραφή, γ) ότι, οι αναιρεσείοντες κατέθεσαν ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης εντός 6μήνου από την τελεσίδικη απόρριψη για τυπικούς λόγους της πρώτης ως άνω αγωγής τους, την με αρ. κατ. 14050/3.6.2013 με την αυτή ιστορική και νομική αιτία, με την οποία ζήτησαν την αναγνώριση της κυριότητάς τους επί του επιδίκου οικοπέδου και την απόδοση σε αυτούς ποσοστού 50% εξ αδιαιρέτου, την οποία όμως έστρεψαν κατά της ίδιας ως άνω εναγομένης Ε. Μ., η οποία ουδεμία σχέση είχε πλέον με το επίδικο ακίνητο καθόσον ήδη από το 2011 το επίδικο είχε μεταβιβασθεί στην αναιρεσίβλητη με το νόμιμα μεταγραμμένο …. συμβόλαιο γονικής παροχής της τ. συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Ε. Κ.-Π.. δ) ότι η ως άνω αγωγή που επιδόθηκε στην Ε. Μ. στις 4.6.2013, δεν συζητήθηκε κατά την ορισθείσα δικάσιμο στις 13.3.2014, ούτε και σε μεταγενέστερη, αντιθέτως δε οι αναιρεσίβλητοι παραιτήθηκαν από αυτήν με την προκειμένη με αριθμό κατάθεσης 7199/8.5.2017 αγωγή τους προς το Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, ε) ότι εφόσον η άσκηση με αρ. κατ. 14050/3-6-2013 αγωγής δεν είχε ως συνέπεια την αναβίωση της διακοπής της παραγραφής που επήλθε με την πρώτη αγωγή (35157/25-8-2010) διότι στρεφόταν κατά μη υπόχρεου προσώπου ήτοι της Ε. Μ.,η οποία ουδεμία σχέση είχε πλέον με αυτό, μετά την μεταβίβασή του ήδη από το 2011 στην αναιρεσίβλητη, η οποία και το ενέμετο, τόσο η τελεσίδικη απόρριψη για τυπικούς λόγους της αρ. κατ. 35157/25-8-2010 αγωγής, όσο και μη εναγωγή της πραγματικής υπόχρεου με την 14050/3-6-2013 αγωγή είχαν ως αποτέλεσμα τη μη διακοπή της εικοσαετούς παραγραφής της διεκδικητικής αγωγής. Με βάση τα παραπάνω το Μονομελές Εφετείο Θεσσαλονίκης δέχθηκε εν τέλει ότι η αξίωση των εναγόντων- εφεσίβλητων προς απόδοση του 02 οικοπέδου του Γ. του ..., που γεννήθηκε το πρώτον στις 11-3-1994, όταν μεταγράφηκε η κυρωτική της 19 πράξης εφαρμογής απόφαση στη μερίδα της Έ. Μ. στον τόμο 79 με αριθμό 125 των βιβλίων του Υποθηκοφυλακείου Νεάπολης (οπότε και εφέρετο να απέκτησε την κυριότητα του επιδίκου με την ως άνω πράξη εφαρμογής), μέχρι την άσκηση της κρινόμενης με αρ. κατ. 7199/8-5-2017 αγωγής στις 9-5-2017 οπότε επιδόθηκε στην αναιρεσίβλητη είχε υποπέσει στην εικοσαετή παραγραφή. Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο και απέρριψε την αγωγή των εναγόντων - αναιρεσειόντων ως ουσιαστικά αβάσιμη, γενομένης δεκτής της ένστασης παραγραφής της εναγομένης - αναιρεσίβλητης και απορριπτομένης της αντένστασης περί διακοπής αυτής, δεν παραβίασε τις διατάξεις ουσιαστικού δικαίου του άρθρου 251 και 263 ΑΚ τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, καθόσον υπό τα ως άνω ανελέγκτως γενόμενα δεκτά πραγματικά περιστατικά συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής τους. Τούτο δε, διότι, κατ' ορθή ερμηνεία και εφαρμογή των ως άνω διατάξεων ουσιαστικού δικαίου, έγινε δεκτό με τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης ότι η αξίωση των αναιρεσειόντων για απόδοση σε αυτούς του επίδικου 02 οικοπέδου του Γ. Ο. του ..., το οποίο αποδόθηκε στη θέση της ενταγμένης στο σχέδιο πόλης αρχικής ιδιοκτησίας (με αριθμό…) δυνάμει της 19 πράξης εφαρμογής, που διορθωμένη κυρώθηκε με την ΔΠ/ΤΑ/29/23355/ΤΠΕ 612/1994 απόφαση του Νομάρχη Θεσσαλονίκης, γεννήθηκε το πρώτον στις 11.3.1994, οπότε μεταγράφηκε η κυρωτική της ως άνω 19 πράξης εφαρμογής απόφαση του Νομάρχη Θεσσαλονίκης στη μερίδα της Έ. Μ., απώτερης δικαιοπαρόχου της αναιρεσίβλητης, στον τόμο 79 με αριθμό 125 των βιβλίων του Υποθηκοφυλακείου Νεάπολης, η οποία έκτοτε φερόταν ως κυρία του επιδίκου ακινήτου, καθόσον η ίδια είχε δηλώσει κατά τη σύνταξη της προαναφερόμενης πράξης εφαρμογής το αρχικό ακίνητο ως ιδιοκτησία της. Συνεπώς ο δεύτερος λόγος αναίρεσης, κατά το πρώτο σκέλος του με το οποίο οι αναιρεσείοντες πλήττουν την προσβαλλόμενη απόφαση, για παραβίαση των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων του άρθρου 251 ΑΚ, αιτιώμενοι ότι η αξίωσή τους για απόδοση του επιδίκου ακινήτου δεν γεννήθηκε το πρώτον στις 11.3.1994, όπως εσφαλμένα έγινε δεκτό με αυτήν, αλλά το έτος 2008, οπότε η αναιρεσίβλητη το κατέλαβε, τοποθετώντας ταμπέλα σε αυτό με το όνομά της ως ιδιοκτήτριά του, αρνούμενη έκτοτε να τους το αποδώσει, είναι αβάσιμος, καθόσον σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στην οικεία νομική σκέψη, ο χρόνος παραγραφής της διεκδικητικής αγωγής αρχίζει από τότε που λαμβάνει χώρα η προσβολή του δικαιώματος, με την κατάληψη ή αφαίρεση του πράγματος και όσον αφορά την αξίωση των εναγόντων - αναιρεσειόντων, η κατάληψη του επιδίκου ακινήτου, κατά τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, με βάση τις οποίες κρίνονται οι αναιρετικοί λόγοι, έγινε το πρώτον με την μεταγραφή της κυρωτικής της ως άνω 19 πράξης εφαρμογής απόφαση του Νομάρχη Θεσσαλονίκης στη μερίδα της απώτερης δικαιοπαρόχου της αναρεσίβλητης, Έ. Μ., εφόσον από την μεταγραφή αυτή της κυρωτικής της πράξης εφαρμογής απόφασης του Νομάρχη η ίδια απέκτησε με πρωτότυπο τρόπο την κυριότητα επί του επιδίκου ακινήτου', οπότε και γεννήθηκε η αξίωση των αναιρεσιβλήτων να επικαλεσθούν ότι ήσαν αληθείς κύριοι του αρχικού ακινήτου, το οποίο εντάχθηκε στο σχέδιο πόλης και αποτέλεσε τη βάση διαμόρφωσης του νέου ακινήτου (επιδίκου) και να διεκδικήσουν το νέο αυτό ακίνητο. Με το δεύτερο σκέλος του ίδιου ως άνω λόγου, οι αναιρεσείοντες υπό την επίκληση πλημμελειών εκ του αριθμού 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση επίσης παραβίαση των άρθρων 261 και 269 ΑΚ, με την αιτίαση ότι το Εφετείο που την εξέδωσε εσφαλμένα δεν δέχθηκε, στα πλαίσια της αντένστασής τους για τη διακοπή της παραγραφής της αξιώσεώς τους για την απόδοση του επιδίκου ακινήτου, ως διακοπτικό γεγονός της εν λόγω παραγραφής την υποβολή από τους ίδιους της με αριθμό πρωτοκόλλου 5948/30.1.2007 διοικητικής προσφυγής τους ενώπιον της αρμόδιας διοικητικής αρχής, ήτοι της Νομαρχίας Θεσσαλονίκης, επί της οποίας εκδόθηκε η 19/102 διορθωτική πράξη και κυρώθηκε η εγγραφή της ως άνω ιδιοκτησίας στον Πίνακα Εφαρμογής, σε ποσοστό 50% εξ αδιαιρέτου στα ονόματα του Γ. Χ. και του δικαιοπαρόχου τους Π. Χ.. Ο δεύτερος αυτός λόγος αναιρέσεως, κατά το δεύτερο σκέλος του, είναι, πρωτίστως, απαράδεκτος, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, διότι οι αναιρεσείοντες οι οποίοι με την αίτηση αναιρέσεως τους προσβάλλουν απόφαση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου ως ηττηθέντες εφεσίβλητοι αναφέρουν μεν ότι επικαλέσθηκαν το γεγονός αυτό, το οποίο και αναφέρεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, χωρίς όμως να γίνεται μνεία στο αναιρετήριο, ως έδει, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στην οικεία ως άνω νομική σκέψη, ότι το προέβαλαν ως ισχυρισμό διακοπτικό της παραγραφής, στα πλαίσια της ως άνω αντένστασής τους, ώστε να ερευνηθεί ως τέτοιος από το Εφετείο, καθόσον η αντένσταση περί διακοπής της παραγραφής δεν ερευνάται αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο, ακόμη και αν προκύπτει από τα αποδεικτικά μέσα, ούτε ο ισχυρισμός τους αυτός ανήκει σε εκείνους οι οποίοι κατ' εξαίρεση λαμβάνονται υπόψη από το Δικαστήριο του Αρείου Πάγου, έστω και αν δεν είχαν προταθεί στο Δικαστήριο της ουσίας. Επί πλέον, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση του δικογράφου των προτάσεων των αναιρεσειόντων ενώπιον του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης αυτοί, ως εφεσίβλητοι, επανέφεραν την προταθείσα με την προσθήκη και αντίκρουσή τους ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου αντένστασή τους περί διακοπής της προβαλλόμενης από την εκκαλούσα - αναιρεσίβλητη παραγραφής της αξιώσεώς τους, την οποία στήριξαν αποκλειστικά στην άσκηση αρχικά της με αρ. κατ. 35157/25.8.2010 αγωγής κατά της εκεί εναγομένης Έ. Μ. και μετέπειτα στην άσκηση εντός εξαμήνου από την τελεσίδικη απόρριψη αυτής για τυπικούς λόγους της με αρ. κατ. 14050/3.6.2013 αγωγής με την αυτή ιστορική και νομική αιτία, με αίτημα την αναγνώριση της κυριότητάς τους επί του επιδίκου οικοπέδου και την απόδοση σε αυτούς ποσοστού 50% εξ αδιαιρέτου, που στρέφονταν κατά της ίδιας ως άνω εναγομένης Ε. Μ., παρότι αυτό είχε ήδη μεταβιβαστεί από το έτος 2011 στην ήδη αναιρεσίβλητη, από την οποία αγωγή παραιτήθηκαν με την προκειμένη με αρ. κατ. 7199/8.5.2017 αγωγή. Ειδικότερο ισχυρισμό, στηριζόμενο στη διάταξη του άρθρου 269 παρ. 1 ΑΚ, σύμφωνα με το οποίο, η υποβολή της διαφοράς που αναφέρεται στην αξίωση σε διοικητική αρχή διακόπτει την παραγραφή, εφόσον η διοικητική αρχή είναι αρμόδια για την επίλυσή της, με την επίκληση ότι με την υποβολή της 5948/30.1.2007 διοικητικής προσφυγής τους ενώπιον της Νομαρχίας Θεσσαλονίκης διακόπηκε η παραγραφή της ως άνω διεκδικητικής αγωγής του επιδίκου ακινήτου, δεν προέβαλαν οι αναιρεσείοντες, αρχικά με την προσθήκη και αντίκρουσή τους ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και στη συνέχεια με τις προτάσεις τους ενώπιον του Εφετείου κατά την επαναφορά σε αυτό της αντενστάσεώς τους περί διακοπής της παραγραφής, αντιθέτως το γεγονός της υποβολής της εν λόγω προσφυγής και των συνεπειών αυτής, η οποία τελικά ανακλήθηκε, ιστορικά αναφέρθηκε στο δικόγραφο της αγωγής των αναιρεσειόντων, καθώς και των προτάσεών τους, ήτοι σε χρόνο που δεν είχε προταθεί εισέτι η ένσταση παραγραφής της αγωγής τους, η αναφορά του δε αυτή έγινε πλαίσια της έκθεσης περιστατικών, από τα οποία, κατά τους αναιρεσείοντες αποδεικνύονταν η κυριότητά τους επί του αρχικού ακινήτου, αλλά και επί του επιδίκου ακινήτου. Τα παραπάνω ισχύουν ανεξαρτήτως του ότι ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι και αβάσιμος, διότι στην προκειμένη υπόθεση δεν συνέτρεχε νόμιμος λόγος εφαρμογής του ως άνω άρθρου 269 ΑΚ, εφόσον η υποβολή της ως άνω διοικητικής προσφυγής των αναιρεσειόντων ενώπιον της Νομαρχίας Θεσσαλονίκης, δεν ήταν δυνατό να επιφέρει διακοπή της παραγραφής της διεκδικητικής αγωγής τους, καθόσον η ως άνω αρχή δεν ήταν αρμόδια για την επίλυση του ζητήματος της κυριότητας επί του επιδίκου ακινήτου με οποιονδήποτε τρόπο. Τούτο δε, διότι, όπως ήδη εκτέθηκε στην οικεία ως άνω νομική σκέψη, στην περίπτωση κατά την οποία σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 12 του ν. 1337/1983 για επέκταση των πολεοδομικών σχεδίων και οικιστική ανάπτυξη, σε συνδυασμό με εκείνες του άρθρου 49 παρ. 2 του ν. 947/1979 περί οικιστικών περιοχών, κατά την εφαρμογή του σχεδίου πόλεως επέρχονται μεταβολές στις ιδιοκτησίες σε συσχετισμό με τους φερόμενους ιδιοκτήτες τους, οι μεταβολές αυτές οριστικοποιούνται με την κύρωση της Πράξης Εφαρμογής με απόφαση του αρμόδιου διοικητικού οργάνου, ήτοι, στην επίδικη υπόθεση, του Νομάρχη Θεσσαλονίκης, και από τη μεταγραφή της κυρωτικής της πράξης εφαρμογής απόφασης του Νομάρχη οι φερόμενοι ως ιδιοκτήτες του αρχικού (βασικού) ακινήτου αποκτούν με πρωτότυπο τρόπο την κυριότητα επί των αναγραφομένων - νέων - ιδιοκτησιών (οικοπέδων), που τους αποδίδονται στη θέση των αρχικών ιδιοκτησιών. Σε περίπτωση δε που ο αναγραφόμενος στον οικείο κτηματολογικό πίνακα ως φερόμενος ιδιοκτήτης του νέου αυτού ακινήτου δεν ήταν αληθινός κύριος του βασικού (αρχικού) ακινήτου, εφόσον η ως άνω Πράξη Εφαρμογής καθίσταται οριστική και αμετάκλητη με την κύρωσή της η διοίκηση, κατά τον κρίσιμο στην προκειμένη περίπτωση χρόνο, (πριν από την τροποποίηση του ως άνω άρθρου 12 ν. 1337/1983 με το άρθρο 11 ν. 3212/2003) ήτοι το έτος 1994, οπότε κατέστη οριστική και αμετάκλητη η συγκεκριμένη κυρωθείσα με απόφαση του Νομάρχη Θεσσαλονίκης Πράξη Εφαρμογής δυνάμει της οποίας αποδόθηκε στη θέση της αρχικής ιδιοκτησίας κυριότητας, κατά τους αναιρεσείοντες, σε ποσοστό 50% του δικαιοπαρόχου τους Π. Χ. το 02 οικόπεδο του Γ. Ο. του ... Θεσσαλονίκης, και αναγράφηκε ως δικαιούχος κυριότητας του νέου αυτού επιδίκου οικοπέδου με ΚΑΕΚ ….στον πίνακα της 19 Πράξης Εφαρμογής, που κυρώθηκε με την ΔΠ/ΤΑ/29/23355/ΤΠΕ612/1994 απόφαση του Νομάρχη Θεσσαλονίκης, η δικαιοπάροχος της αναιρεσίβλητης, δεν ήταν δυνατή είτε αυτεπαγγέλτως είτε κατόπιν αιτήματος ενδιαφερομένου, η επάνοδος της διοικήσεως επί του θέματος καθόσον οι ως άνω πράξεις δε αυτές δεν υπόκειντο σε ανάκληση ή ανασύνταξη ούτε για λόγους νομιμότητας. Η μόνη δυνατότητα που έχει ο αληθής κύριος του αρχικού βασικού ακινήτου, σύμφωνα με τις ίδιες ως άνω διατάξεις είναι, επικαλούμενος την κυριότητά του αυτή επί του αρχικού ακινήτου να διεκδικήσει το αντίστοιχο που διαμορφώθηκε, ασκώντας τη σχετική αγωγή κατά του φερόμενου στον κτηματολογικό πίνακα ως δικαιούχου ή των διαδόχων του. Κατά συνέπεια με την υποβολή της 5948/30.1.2007 διοικητικής προσφυγής των αναιρεσειόντων για διόρθωση της ως άνω 19 Πράξης Εφαρμογής, που κυρώθηκε και μεταγράφηκε αρμοδίως το έτος 1994, δεν διακόπηκε η παραγραφή της προκειμένης αξιώσεως των αναιρεσειόντων για απόδοση του επιδίκου ακινήτου, εφόσον η διοικητική αρχή της Νομαρχίας Θεσσαλονίκης ενώπιον της οποίας ασκήθηκε αυτή, δεν είχε οποιαδήποτε αρμοδιότητα για την επίλυση του επίδικου ζητήματος, λόγος για τον οποίο άλλωστε, ενώ αυτ', κατόπιν της προσφυγής των αναιρεσειόντων προέβη σε διόρθωση της ως άνω Πράξης Εφαρμογής, κατά τα προαναφερόμενα, με την αναγραφή ως δικαιούχου του επιδίκου ακινήτου και του δικαιοπαρόχου των αναιρεσειόντων σε ποσοστό 50% εξ αδιαιρέτου, στη συνέχεια ανακάλεσε την διορθωτική αυτή Πράξη της. Επί πλέον, το Εφετείο, που δέχθηκε, κατά τα προαναφερόμενα, ότι η αξίωση των αναιρεσειόντων για απόδοση του επιδίκου ακινήτου έχει υποπέσει στην εικοσαετή παραγραφή, η οποία δεν διακόπηκε με την άσκηση των ως άνω προγενέστερων αγωγών, δεν στέρησε την προσβαλλόμενη απόφασή του νόμιμης βάσης, αφού διέλαβε σ' αυτές σαφείς, πλήρεις και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή ερμηνεία των ως άνω ουσιαστικών διατάξεων, τις οποίες εφάρμοσε.δεχόμενο ότι η αξίωση των εναγόντων - αναιρεσειόντων προς απόδοση του 02 οικοπέδου του…) του ..., που γεννήθηκε το πρώτον στις 11.3.1994, όταν μεταγράφηκε η προαναφερόμενη κυρωτική της 19 πράξης εφαρμογής απόφαση στη μερίδα της ως άνω απώτερης δικαιοπαρόχου της αναιρεσίβλητης στα βιβλία του Υποθηκοφυλακείου Νεάπολης, η οποία έκτοτε φέρονταν να απέκτησε την κυριότητα του επιδίκου με αυτή την πράξη εφαρμογής, στις 9.5.2017, όταν ασκήθηκε η κρινόμενη με αρ. κατ. 7199/8.5.2017 αγωγή, με την επίδοσή της στην εναγομένη - αναιρεσίβλητη είχε υποπέσει στην εικοσαετή παραγραφή. Οι αναφερόμενες στον λόγο αυτό αιτιάσεις των αναιρεσειόντων ότι στην προσβαλλόμενη απόφαση δεν γίνεται μνεία υλικών διακατοχικών ενεργειών της δικαιοπαρόχου της αναιρεσίβλητης επί του επιδίκου ακινήτου σε οποιαδήποτε χρονική στιγμή, είναι αβάσιμες καθόσον στηρίζονται στην εσφαλμένη προϋπόθεση ότι η αγωγή τους απορρίφθηκε επειδή αποδείχθηκε η κυριότητα της αναιρεσίβλητης σε αυτό, ενώ η αγωγή απορρίφθηκε λόγω παραγραφής της επίδικης αξιώσεώς τους. Κατά τα λοιπά οι ίδιοι δεύτερος και πέμπτος λόγοι είναι απαράδεκτοι, επειδή, υπό την επίφαση της συνδρομής των προϋποθέσεων θεμελίωσής τους στις ως άνω διατάξεις των αριθμών 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πλήττεται αποκλειστικά η αναιρετικά ανέλεγκτη περί την εκτίμηση πραγματικών γεγονότων ουσιαστική κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Επιπροσθέτως, αναιρετικοί λόγοι ιδρύονται: α) από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 του ίδιου Κώδικα, και όταν το δικαστήριο της ουσίας, δεν έλαβε υπόψη του πράγματα, που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα" κατά την έννοια της διατάξεως αυτής νοούνται οι νόμιμοι, παραδεκτοί, ορισμένοι και λυσιτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό, είτε ως αμυντικό μέσο και συνακόλουθα στηρίζουν το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης, αντένστασης ή λόγου εφέσεως και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Επομένως, δεν ιδρύεται ο ανωτέρω λόγος αναιρέσεως αν δεν λήφθηκαν υπόψη επιχειρήματα ή συμπεράσματα από την εκτίμηση των αποδείξεων, έστω και αν προτείνονται ως λόγος εφέσεως, όπως και οι νομικοί ισχυρισμοί ή η νομική επιχειρηματολογία των διαδίκων, ούτε οι ισχυρισμοί που ανάγονται στην κατ' ορθή ερμηνεία έννοια του εφαρμοστέου νόμου (Ολ.ΑΠ 3/1997). Ο πιο πάνω λόγος αναιρέσεως δεν ιδρύεται όμως και όταν είναι μη νόμιμος και επομένως δεν ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης (ΑΠ 733/2020), όπως επίσης και αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη του ισχυρισμό αλλά τον απέρριψε για οποιονδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό, γιατί η απόρριψη αυτή σημαίνει ότι έχει ληφθεί υπόψη ο ισχυρισμός, ανεξάρτητα αν δεν έγινε δεκτός.(ΟλΑΠ 12/1991, ΑΠ 8/2020, ΑΠ 122/2019) γεγονός που συμβαίνει και όταν η απόφαση περιέχει παραδοχές αντίθετες με τον ισχυρισμό. (ΟλΑΠ 11/1996, ΑΠ 8/2020, ΑΠ 841/2017). Δεν αποτελούν "πράγματα" με την παραπάνω έννοια τα οριζόμενα, περιοριστικά, στο άρθρο 339 ΚΠολΔικ αποδεικτικά μέσα, μεταξύ των οποίων είναι οι ένορκες βεβαιώσεις, τα έγγραφα και τα δικαστικά τεκμήρια ή λήψη ή μη λήψη των οποίων δεν ιδρύει τον ερευνώμενο εκ της διατάξεως του αριθμό 8 εδ. β του άρθρου 559 ΚΠολΔικ λόγο (ΑΠ 10/2008, 625/2008, 2019/2007, 2031/2007, 2104/2007). β) από τον αριθμό 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ όταν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχθηκε ως αληθινά πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση της δίκης χωρίς απόδειξη, δηλαδή αυτοτελείς ισχυρισμούς οι οποίοι τείνουν σε θεμελίωση του δικαιώματος που ασκείται με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση, χωρίς να έχει προσκομισθεί οποιαδήποτε απόδειξη γι'αυτά ή όταν δεν προσδιορίζονται τα αποδεικτικά μέσα με βάση τα οποία διαμορφώθηκε το αποδεικτικό πόρισμα. Η έννοια του όρου "πράγματα" είναι η ίδια, όπως και στο λόγο από τον αριθμό 8 της ίδιας διάταξης, και αναφέρεται στην απόδειξή τους. Δηλαδή, ο λόγος αυτός ιδρύεται, αν το δικαστήριο δέχεται ότι αποδείχθηκε το ουσία βάσιμο ή αβάσιμο αυτοτελών πραγματικών ισχυρισμών, οι οποίοι τείνουν σε θεμελίωση του δικαιώματος που ασκείται με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση, χωρίς απόδειξη (ΑΠ 1119/2018) ήτοι χωρίς να προσαχθεί αποδεικτικό μέσο, ή χωρίς το δικαστήριο της ουσίας να δέχεται, έστω και γενικώς, ότι την περί αποδείξεως πεποίθησή του την σχημάτισε από κάποια αναφερόμενα στην απόφαση αποδεικτικά μέσα (ΑΠ 103/2021, ΑΠ 903/2019). Ο λόγος αυτός απορρίπτεται ως αβάσιμος, αν από την απόφαση προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας σχημάτισε το αποδεικτικό του πόρισμα από τα προσκομισθέντα αποδεικτικά μέσα που μνημονεύει στην απόφασή του χωρίς όμως να είναι απαραίτητο να αξιολογεί το καθένα ξεχωριστά. (ΑΠ 1091/2019, ΑΠ 1199/2018, ΑΠ 333/2017, ΑΠ 217/2016). γ) από τον αριθμό 11 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη του αποδεικτικά μέσα, που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν (περ. γ'). Από δε τις διατάξεις των άρθρων 335 και 338 έως και 340 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει την κρίση του για το αποδεικτικό του πόρισμα, αναφορικά με τους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, χωρίς να επιβάλλεται να γίνεται ειδική αναφορά και χωριστή αξιολόγηση του καθενός από αυτά, και χωρίς διάκριση από ποια αποδεικτικά μέσα προκύπτει άμεση και από ποια αποδεικτικά μέσα έμμεση απόδειξη αρκεί να καθίσταται αναμφιβόλως (ΟλΑΠ /2008) ή κατ' άλλη έκφραση αδιστάκτως (ΟλΑΠ 14/2005) βέβαιο από όλο το περιεχόμενο της απόφασης, ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα, που με επίκληση προσκομίστηκαν νόμιμα από τους διαδίκους (ΑΠ 559/2020, ΑΠ 64/2019). Ο λόγος αυτός αναίρεσης δεν ιδρύεται όταν το δικαστήριο δεν προσέδωσε στο αποδεικτικό μέσο την αποδεικτική βαρύτητα που υποστηρίζει ο αναιρεσείων ότι αυτό έχει, αφού η σχετική εκτίμηση δεν υπόκειται, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ, στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, διότι έτσι πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων (ΑΠ 104/2020, ΑΠ 845/2018, ΑΠ 1784/2017). Για να στοιχειοθετηθεί όμως ο λόγος αυτός από τον αριθμό 11 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πρέπει το δικαστήριο να έχει εισέλθει στην έρευνα του ισχυρισμού στον οποίο αναφέρεται η λήψη ή μη λήψη υπόψη των αποδεικτικών μέσων (Ολ ΑΠ3/1997, ΑΠ 1728/2022, ΑΠ 165/2021, ΑΠ 514/2020). Στην προκείμενη περίπτωση με τον πρώτο λόγο αναίρεσης υπό την επίκληση της παραβίασης του αριθμού 11 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αιτιώνται οι αναιρεσείοντες, ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του για τη συναγωγή του αποδεικτικού πορίσματος επικληθέντα και προσκομισθέντα από τους ίδιους αποδεικτικά μέσα, που είχαν ουσιώδη επίδραση για την έκβαση της δίκης, όπως: α) τις 3080/11.7.2017 και 3129/17.7.2017 ένορκες βεβαιώσεις που περιέχουν τις καταθέσεις στο Ειρηνοδικείο Θεσσαλονίκης των μαρτύρων …………. β) την 162/2013 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης, η οποία κατέστη αμετάκλητη με την 2248/2014 απόφαση του Αρείου Πάγου, γ) την 19/102 διορθωτική πράξη της άνω 19 Πράξης Εφαρμογής, που εκδόθηκε μετά από την με αρ. πρωτ. 29/5948/26.2.2007 προσφυγή των αναιρεσειόντων στη Νομαρχία Θεσσαλονίκης και μεταγράφηκε στο Υποθηκοφυλακείο Νεάπολης, δ) την 782/2017 απόφαση καταδολιευτικής διάρρηξης του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Σύμφωνα με τις αιτιάσεις των αναιρεσειόντων, εάν είχαν ληφθεί υπόψη οι παραπάνω ένορκες βεβαιώσεις και τα λοιπά έγγραφα, σε συνδυασμό και με τα δικαστικά τεκμήρια και εάν είχαν αξιολογηθεί ορθά, θα είχαν οδηγήσει το Εφετείο σε διαφορετικό συμπέρασμα, ήτοι ότι η απώτερη δικαιοπάροχος της αναιρεσίβλητης, Έ. Μ.., ουδέποτε έγινε κυρία του βασικού ακινήτου (αγροτεμαχίου) των 1187 τ.μ., με αριθ..., με πρωτότυπο ή παράγωγο τρόπο, καθόσον το ακίνητο αυτό δεν της είχε μεταβιβαστεί άτυπα από την προηγούμενη αληθή κυρία αυτού Σ. Ζ., η οποία, αντιθέτως, το είχε μεταβιβάσει με το ... αγοραπωλητήριο συμβόλαιο στον απώτερο δικαιοπάροχο των αναιρεσειόντων, Γ. Μ.., και ότι επομένως, και η αναιρεσίβλητη με την μεταβίβαση σε αυτήν από την ως άνω δικαιοπάροχο της, με το προαναφερόμενο νόμιμα μεταγραμμένο ... συμβόλαιο γονικής παροχής της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Ε. Κ.-Π., του επιδίκου 02 οικοπέδου του …ΟΤ του ... Θεσσαλονίκης έκτασης 894,86 τ.μ. το οποίο είχε αποδοθεί στην ίδια (δικαιοπάροχο της αναιρεσίβλητης) στη θέση της αρχικής ιδιοκτησίας μετά την ένταξή της στο σχέδιο πόλης, δεν κατέστη κυρία αυτού, εφόσον η εν λόγω μεταβίβασή του έγινε από τη μη αληθή κυρία του βασικού ακινήτου. Επίσης, με τον τρίτο λόγο αναίρεσης οι αναιρεσείοντες πλήττουν την προσβαλλόμενη απόφαση για παραβίαση του αριθμού 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αιτιώμενοι, ότι το Εφετείο που την εξέδωσε δεν έλαβε υπόψη του τους ουσιώδεις για την έκβαση της δίκης ισχυρισμούς τους: 1) ότι από το έτος 1991 οπότε αγοράσθηκε το αρχικό οικόπεδο από τους Π.και Γ. Χ. σε ποσοστό 50% εξ αδιαιρέτου από τον καθένα, αυτοί ασκούσαν από κοινού συνεχώς και αδιαλείπτως με καλή πίστη και διάνοια κυρίου πράξεις νομής επί αυτού, τις οποίες συνέχισαν οι αναιρεσίβλητοι σε ποσοστό 50% εξ αδιαιρέτου ως συγκληρονόμοι του Π. Χ., από κοινού με τον ως άνω συνιδιοκτήτη μέχρι το έτος 2007, χωρίς να ενοχληθούν από κανένα, όπως βεβαιώνεται από τις προαναφερόμενες ένορκες βεβαιώσεις και την ως άνω 19/102 διορθωτική Πράξη Εφαρμογής με την οποία κυρώθηκε και μεταγράφηκε το έτος 2007 η εγγραφή στον πίνακα της Πράξης Εφαρμογής του επιδίκου ακινήτου με φερόμενους ιδιοκτήτες τους τον Γ. Χ. και τον δικαιοπάροχο τους Π. Χ. κατά ποσοστό 50% εξ αδιαιρέτου στον καθένα, αντί της απώτερης δικαιοπαρόχου της αναιρεσίβλητης. 2) ότι η δικαιοπάροχος της αναρεσίβλητης, Ε. Μ. συνομολόγησε και αποδέχθηκε την έλλειψη κυριότητάς της επί του επιδίκου ακινήτου, όπως αναφέρεται στην 782/2017 τελεσίδικη απόφαση καταδολιευτικής διάρρηξης του Εφετείου Θεσσαλονίκης και 3) ότι η αξίωση τους προς απόδοση του επιδίκου ακινήτου γεννήθηκε το πρώτον το έτος 2008, όταν η αναιρεσίβλητη τοποθέτηση επί του επιδίκου ακινήτου πινακίδα ότι αυτό ανήκει στην ιδιοκτησία της και αρνήθηκε την απόδοσή του, οπότε η διεκδικητική αγωγή τους δεν έχει υποπέσει σε εικοσαετή παραγραφή, όπως δέχθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση./τέλος με τον τέταρτο λόγο αναίρεσης οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλειες από τον αριθμό 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το Εφετείο που την εξέδωσε παρά το νόμο δέχθηκε ως αληθή τον ουσιώδη πραγματικό ισχυρισμό της αναιρεσίβλητης για άσκηση διακατοχικών πράξεων νομής από 11.3.1994 από την απώτερη δικαιοπάροχο της. Όπως ήδη εκτέθηκε και στα πλαίσια της έρευνας του αναιρετικού λόγου από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚλΔ, με την προσβαλλόμενη απόφαση απορρίφθηκε τελεσίδικα η διεκδικητική αγωγή των αναιρεσειόντων, όχι επειδή αυτοί δεν απέδειξαν την ιστορική βάση της, ήτοι την κυριότητά τους επί του αρχικού (βασικού) ακινήτου και κατ' επέκταση του επιδίκου ακινήτου το οποίο αποδόθηκε στη θέση του αρχικού με την προαναφερόμενη διοικητική διαδικασία μετά την εφαρμογή του σχεδίου πόλης και τις επερχόμενες εξ αυτής μεταβολές στις ιδιοκτησίες, ούτε επειδή έγινε δεκτός καταλυτικός της επικαλούμενης κυριότητάς τους ισχυρισμός της αναιρεσίβλητης περί ιδίας κυριότητάς της στο επίδικο ακίνητο. Αντιθέτως, στην προσβαλλόμενη απόφαση δεν διαλαμβάνεται αιτιολογία ως προς την ουσιαστική ύπαρξη της ένδικης απαίτησης των αναιρεσειόντων, αλλά το Εφετείο, διέγνωσε μόνο την παραγραφή αυτής, η κατάφαση της οποίας, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στην οικεία ως άνω νομική σκέψη, δεν προϋποθέτει αναγκαίως και παραδοχή για την ουσιαστική βασιμότητα της αξίωσης. Έτσι το Εφετείο διέλαβε στις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασής του μόνο αιτιολογίες που σχετίζονται και είναι αναγκαίες για την θεμελίωση της ένστασης παραγραφής, όπως τη δήλωση της ενιστάμενης αναιρεσίβλητης με την οποία αυτή πρότεινε την παραγραφή και τη διαδρομή του χρόνου αυτής, και όχι και αιτιολογίες σχετικές με την ύπαρξη της σχετικής αξίωσης, των αναιρεσειόντων, περί αναγνωρίσεως της κυριότητάς τους στο επίδικο ακίνητο και αποδόσεώς του σε αυτούς,ενώ και σε περίπτωση που το δικαστήριο δεχόταν την ύπαρξή της, θα επρόκειτο για πλεοναστική κρίση, που δεν θα στήριζε αναγκαίως, ως προδικαστικό ζήτημα, κατά την έννοια του άρθρ. 331 ΚΠολΔ, το διατακτικό της απόφασης, αφού στην ίδια απορριπτική κρίση θα κατέληγε το δικαστήριο είτε εξέταζε είτε όχι την ύπαρξη της αξίωσης. Με βάση τα παραπάνω είναι αβάσιμοι: α) ο πρώτος λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 11 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, διότι τα αποδεικτικά μέσα τα οποία, κατά τις αιτιάσεις των αναιρεσειόντων, δεν λήφθηκαν υπόψη από το Εφετείο δεν είχαν ουσιώδη επίδραση για την έκβαση της δίκης, εφόσον δεν αφορούσαν τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης για την παραγραφή της ένδικης αξίωσής τους, αλλά την απόδειξη της επικαλούμενης κυριότητάς τους στο επίδικο ακίνητο. Όσον αφορά την 19/102 διορθωτική πράξη της άνω 19 Πράξης Εφαρμογής, που εκδόθηκε μετά από την με αρ. πρωτ. 29/5948/26.2.2007 προσφυγή των αναιρεσειόντων στη Νομαρχία Θεσσαλονίκης και μεταγράφηκε στο Υποθηκοφυλακείο Νεάπολης, με την επίκληση και προσκόμιση της οποίας επιχειρήθηκε να αποδειχθεί από τους αναιρεσείοντες η αντένστασή τους περί διακοπής της παραγραφής το έτος 2007, αυτή λήφθηκε υπόψη από την προσβαλλόμενη απόφαση στις παραδοχές της οποίας γίνεται σαφής μνεία της στα πλαίσια του ιστορικού της διεκδικητικής αγωγής των αναιρεσειόντων. β) ο τέταρτος λόγος αναίρεσης, ως στηριζόμενος στην εσφαλμένη προϋπόθεση, ότι το Εφετείο ασχολήθηκε με τον ισχυρισμό της αναιρεσίβλητης περί ιδίας κυριότητας της στο επίδικο ακίνητο και διενέργειας σε αυτό διακατοχικών πράξεων νομής, ενώ η προσβαλλόμενη απόφαση διέλαβε παραδοχές και αιτιολογίες μόνο για την παραγραφή της ένδικης αξιώσεως των αναιρεσειόντων, κατά τα προαναφερόμενα. Τέλος, ο τρίτος λόγος αναιρέσεως, ο οποίος αφορά στην παραβίαση του αριθμού 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔικ, είναι πρωτίστως απαράδεκτος, καθόσον οι φερόμενοι με αυτόν ως μη ληφθέντες υπόψη από την προσβαλλόμενη απόφαση ισχυρισμοί σχετικά με την ύπαρξη της σχετικής αξίωσης των αναιρεσειόντων, που αφορούν στην αναγνώριση της κυριότητάς τους στο επίδικο ακίνητο και της αποδόσεώς του σε αυτούς, και στον χρόνο προσβολής του επικαλούμενου δικαιώματος κυριότητάς τους από την αναιρεσίβλητη, οι οποίοι σχετίζονται με αιτιάσεις των ιδίων αναφερόμενες στις εκτιμήσεις, συμπεράσματα και επιχειρήματά τους, δεν αποτελούν πράγματα κατά την έννοια της ως άνω διατάξεως, αλλά με τον λόγο αυτό πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμηση, στάθμιση και αξιολόγηση των αποδεικτικών μέσων. Τα παραπάνω ισχύουν ανεξαρτήτως του ότι ο ίδιος λόγος, κατά το σκέλος του που αφορά στους φερομένους ως μη ληφθέντες υπόψη από την προσβαλλόμενη απόφαση ισχυρισμούς, τους σχετιζόμενους με την ύπαρξη της σχετικής αξίωσης, των αναιρεσειόντων, περί αναγνωρίσεως της κυριότητάς τους στο επίδικο ακίνητο και αποδόσεώς του σε αυτούς, είναι αβάσιμος, ως στηριζόμενος σε εσφαλμένη προϋπόθεση, εφόσον, κατά τα προεκτιθέμενα, η προσβαλλόμενη απόφαση διέλαβε παραδοχές και αιτιολογίες μόνο για την παραγραφή της ένδικης αξιώσεως των αναιρεσειόντων και όχι για την ύπαρξή της. Συνακόλουθα με τα παραπάνω, μη υπάρχοντος άλλου αναιρετικού λόγου προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η από 1.10.2021 ένδικη αίτηση για αναίρεση της 1271/19.7.2021 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης και να καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες ως ηττηθέντες διάδικοι στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, η οποία παραστάθηκε κατά τη συζήτηση της υποθέσεως και κατέθεσε προτάσεις, κατά το σχετικό αίτημά της (άρθρα 176,183,191 παρ. 2 ΚΠολΔ) κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό. Τέλος, πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου που έχουν καταθέσει οι αναιρεσείοντες στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ.3 ΚΠολΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 1.10.2021 αίτηση για αναίρεση της 1271/2021 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Διατάσσει να εισαχθεί το κατατεθέν παράβολο στο Δημόσιο Ταμείο. Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης την οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 21 Ιουνίου 2023. ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 19 Σεπτεμβρίου 2023. H ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ