Αριθμός 1076/2013 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ε' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ Συγκροτήθηκε από τους δικαστές: Χαράλαμπο Δημάδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βιολέττα Κυτέα, Αικατερίνη Βασιλακοπούλου - Κατσαβριά, Δήμητρα Λεοντάρη - Μπουρνάκα - Εισηγήτρια και Χρυσούλα Παρασκευά, Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Μπόμπολη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Γεράσιμου Βάλσαμου. Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 19 Απριλίου 2013, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αιτούντος Ι. - Π. Γ. του Γ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιπποκράτη - Αλέξανδρο Μυλωνά, για επανάληψη της διαδικασίας που περατώθηκε με την υπ' αριθμ.1551/2007 απόφαση του Αρείου Πάγου. Ο Άρειος Πάγος, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αιτών ζητεί τώρα την επανάληψη της διαδικασίας, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 9 Ιανουαρίου 2013 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 162/2013. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Γεώργιος Μπόμπολης εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αναστασίου Κανελλόπουλου με αριθμό και ημερομηνία 49/25-2-2013, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: "Α. Ο Π. - Ι. Γ. του Γ. (Αρχιμανδρίτης), κάτοικος ..., με την από 9-1-2013 αίτηση του ζητεί, κατ' εφαρμογήν του άρθρου 525 παρ. 5 ΚΠΔ, την προς το συμφέρον του επανάληψη της διαδικασίας, που περατώθηκε αμετακλήτως με την υπ1 αριθμ. 1551/2007 απόφαση του Αρείου Πάγου, με την οποία αναιρέθηκε η με αριθμούς 714, 716Α, 717, 818/2005 και 99/2006 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πειραιώς (Κακουργημάτων), η οποία είχε παύσει οριστικώς την ποινική δίωξη κατ' αυτού και των συγκατηγορουμένων του για απλή κλοπή, λόγω παραγραφής. Κατά το άρθρο 525 παρ. 5 του ΚΠΔ, όπως η παρ. 5 προστέθηκε με το άρθρο 1 παρ. 1 του Ν. 2865/2000, η ποινική διαδικασία που περατώθηκε με αμετάκλητη απόφαση, επαναλαμβάνεται προς το συμφέρον του καταδικασμένου για πλημμέλημα ή κακούργημα, αν με απόφαση του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, διαπιστώνεται παραβίαση δικαιώματος που αφορά τον δίκαιο χαρακτήρα της διαδικασίας που τηρήθηκε ή την ουσιαστική διάταξη που εφαρμόστηκε. Η επανάληψη της διαδικασίας σε αυτή την περίπτωση, τελεί υπό την αυτονόητη προϋπόθεση, ότι η διαπιστωθείσα από το ΕΔΔΑ παραβίαση του δικαιώματος του αιτούντος, επηρέασε αρνητικά την κρίση του Δικαστηρίου, η δε επανόρθωση της βλάβης τούτου μπορεί να επιτευχθεί με την επανάληψη της άνω διαδικασίας. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 6 παρ. 2 της ΕΣΔΑ "παν πρόσωπο κατηγορούμενο επί αδικήματι τεκμαίρεται ότι είναι αθώον, μέχρι της νομίμου αποδείξεως της ενοχής του". Εξ' άλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 111, 112 και 113 του ΠΚ, το αξιόποινο εξαλείφεται με την παραγραφή, η οποία προκειμένου περί πλημμελήματος είναι πενταετής και αρχίζει από την ημέρα τελέσεως της αξιοποίνου πράξεως, αναστέλλεται δε για όσο χρόνο διαρκεί η κύρια διαδικασία και έως ότου καταστεί αμετάκλητη η απόφαση, όχι όμως πέραν των τριών ετών. Η παραγραφή δε, ως θεσμός δημοσίας τάξεως, δρα αντικειμενικώς και λαμβάνεται αυτεπαγγέλτως υπόψη από το Δικαστήριο και προηγείται χρονικώς σε σχέση με την έρευνα της ουσίας της κατηγορίας, την οποία το Δικαστήριο δεν έχει εξουσία να ερευνήσει, εφόσον συντρέχει λόγος παραγραφής. (ΑΠ 965/1996 ΠΟΙΝΙΚΑ ΧΡΟΝΙΚΑ ΜΖ' .1285, ΑΠ 291/1998 ΠΟΙΝΙΚΑ ΧΡΟΝΙΚΑ ΜΗ' .904, ΑΠ 1410/1983 ΠΟΙΝΙΚΑ ΧΡΟΝΙΚΑ ΛΔ1. 382, ΑΠ 831/1982 ΠΟΙΝΙΚΑ ΧΡΟΝΙΚΑ ΛΓ'. 182). Συντελείται δε υπέρβαση εξουσίας και καθιδρύεται ο από το άρθρο 510 παρ. 1 θ' ΚΠΔ λόγος αναιρέσεως, όταν το Δικαστήριο, μολονότι το αξιόποινο της πράξεως έχει παραγραφεί, "αντί απλώς να παύσει οριστικώς την ποινική δίωξη, ασχολείται και με την έρευνα της ουσίας της υποθέσεως" (ΑΠ 1/2012). Τέλος, κατά το άρθρο 476 παρ. 1 ΚΠΔ, το ένδικο μέσο απορρίπτεται ως απαράδεκτο, μεταξύ άλλων, και όταν ασκήθηκε κατά αποφάσεως ή βουλεύματος, για τα οποία δεν προβλέπεται, ενώ κατά το 505 παρ. 2 του ιδίου Κωδικός, ο Εισαγγελεύς του Αρείου Πάγου μπορεί να ζητήσει την αναίρεση οποιασδήποτε αποφάσεως. Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών προκύπτει, ότι το δικαίωμα για αναίρεση από τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, κατά οποιασδήποτε αποφάσεως, προϋποθέτει την δυνατότητα εξετάσεως της υποθέσεως. Και δυνατότητα ερεύνης της υποθέσεως για οποιονδήποτε λόγο, νομικό ή ουσιαστικό, δεν υφίσταται, όταν το αξιόποινο της πράξεως προδήλως έχει υποπέσει σε παραγραφή, αφού στην περίπτωση αυτή, το Δικαστήριο μία μόνο έχει υποχρέωση, να παύσει άνευ ετέρου την ποινική δίωξη. Στην προκειμένη περίπτωση, από όλα τα έγγραφα της δικογραφίας προκύπτει, ότι με την υπό τους αριθμούς 714, 716Α, 717, 818/2005 και 99/2006 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πειραιώς (Κακουργημάτων) ο αιτών, Π. Γ., ομού μετά των συγκατηγορουμένων του, Κ. Σ. και Κ. Ν., Μοναχού, κρίθηκε αθώος της κατηγορίας της κακουργηματικής υπεξαιρέσεως αρχαίων αντικειμένων, αξίας άνω των 150.000 ευρώ, εις βάρος του Δημοσίου, η οποία εφέρετο να έχει τελεσθεί εις τα …, κατά το χρονικό διάστημα Μαρτίου - Αυγούστου 1996. Επικουρικώς δε έκρινε, ότι δεν εστοιχειοθετείτο ούτε απλή κλοπή αρχαίων αντικειμένων. Κατά της αποφάσεως αυτής ο Αντεισαγγελεύς του Αρείου Πάγου άσκησε, κατά το άρθρο 505 παρ. 2 του ΚΠΔ, την υπ' αριθμ 41/30-11-2006 αίτηση αναιρέσεως, προβάλλοντας ως λόγους αναιρέσεως την έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας της αποφάσεως και την εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικών ποινικών διατάξεων, θεωρώντας ότι με βάση τις παραδοχές του Δικαστηρίου, έπρεπε να εφαρμοστούν οι διατάξεις της απλής κλοπής, διά την οποία η αιτιολογία της αθωώσεως του κατηγορουμένου ήταν πλημμελής. Ο Άρειος Πάγος με την υπ' αριθμ. 1551/2007 απόφαση του έκρινε ότι "...Με αυτά που δέχτηκε το Εφετείο Πειραιώς και ενώ ήταν φανερό για την υπόθεση που δίκασε, ότι υπήρχε περίπτωση φαινόμενης συρροής υπεξαιρέσεως και κλοπής και, όφειλε, μετά την απαλλακτική κρίση του για την πράξη της υπεξαιρέσεως να ερευνήσει και να αιτιολογήσει ειδικά και εμπεριστατωμένα, αν στοιχειοθετούταν το έγκλημα της κλοπής από κοινού, στο οποίο μπορούσε επιτρεπτώς να μεταβληθεί η κατηγορία....δεν διέλαβε στην πληττόμενη με την αναίρεση του Αντιεισαγγελέα του Αρείου Πάγου απόφαση πλήρη, σαφή, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία για τη συρρέουσα φαινομενικώς αξιόποινη πράξη της κλοπής...". Ακολούθως, αφού, υιοθέτησε μέρος των αιτιάσεων του Αντεισαγγέλεως του Αρείου Πάγου, ανήρεσε την απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πειραιώς, για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας "ως προς την συρρέουσα πράξη της απλής κλοπής του άρθρου 372 παρ. 2 του ΠΚ". Και εν συνεχεία, θεωρώντας ότι το αξιόποινο της πράξεως αυτής είχε παραγραφεί, αφού, από το έτος 1996 (φερόμενος χρόνος τελέσεως της πράξεως) είχε παρέλθει πλήρης οκταετία, έπαυσε οριστικώς την ποινική δίωξη κατά των κατηγορουμένων. Άρα, ο Αντεισαγγελεύς του Αρείου Πάγου, άσκησε αναίρεση κατά της άνω αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πειραιώς, γνωρίζοντας ότι δεν υπήρχε δυνατότητα, έστω και εάν αυτή ήθελε ευδοκιμήσει, να διερευνηθεί από το ουσιαστικό Δικαστήριο, αφού, η αποδιδομένη στους κατηγορουμένους πράξη, χαρακτηριζόμενη κατά το αναιρετήριο ως απλή κλοπή, προ πολλού είχε παραγραφεί. Ως εκ τούτου, στην πραγματικότητα άσκησε αναίρεση κατά αποφάσεως, μη υποκείμενης στο ένδικο αυτό μέσο. Με τα δεδομένα αυτά, η ασκηθείσα αναίρεση έπρεπε να κηρυχθεί απαράδεκτη από τον Άρειο Πάγο, κατ' εφαρμογήν του άρθρου 476 παρ. 1 του ΚΠΔ. Β. Το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο, στο οποίο προσέφυγε ο αιτών, με την από 3-5-2011 απόφαση του έκρινε, ότι ο Άρειος Πάγος με την απόφαση του και τις συναφείς περί του εγκλήματος της κλοπής και των αναιρετικών λόγων σκέψεις του, παρεβίασε το τεκμήριο της αθωότητας του κατηγορουμένου (αιτούντος), ήτοι παρεβίασε το άρθρο 6 παρ. 2 της Ευρωπαϊκής Συμβάσεως των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και των Θεμελιωδών Ελευθεριών (ΕΣΔΑ). Συγκεκριμένα, το ΕΔΔΑ έκρινε ότι : "41. Δίχως αμφιβολία η απόφαση του Αρείου Πάγου, δεν περιέχει κανένα λόγο που θα μπορούσε να οδηγήσει στον συλλογισμό ότι θεωρεί ένοχο τον προσφεύγοντα. Εν τούτοις, εξαφανίζοντας την αθωωτική απόφαση που εξέδωσε το Εφετείο και διαπιστώνοντας συγχρόνως την παύση της δίωξης λόγω παραγραφής, αποκρυστάλλωσε την πεποίθηση, ότι χάρη στην παραγραφή μπόρεσε ο προσφεύγων να αποφύγει μια καταδίκη." Κατ' ακολουθιαν των ανωτέρω και μετά την απόφαση του ΕΔΔΑ, με την οποία "διαπιστώνεται παραβίαση του δικαιώματος του αιτούντος, η οποία αφορά τον δίκαιο χαρακτήρα της διαδικασίας που τηρήθηκε", σχετικά με την έκδοση της υπ' αριθμ. 1551/2007 αποφάσεως του Αρείου Πάγου, η υπό κρίση αίτηση πρέπει να γίνει κατ' ουσίαν δεκτή, να ακυρωθεί η απόφαση του Αρείου Πάγου, ως προς τον αιτούντα Ι. - Π. Γ. του Γ. και λόγω επεκτατικού (469 ΚΠΔ) και ως προς τους υπολοίπους συγκατηγορουμένους του. Μη κρινομένης δε αναγκαίας της υποθέσεως προς νέα συζήτηση στο ακροατήριο του Αρείου Πάγου, δέον η αίτηση αναιρέσεως του Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου, να απορριφθεί ως απαράδεκτος. ΔΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Προτείνομεν Α. Να γίνει δεκτή η από 9-1-2013 αίτηση επαναλήψεως του Ι. -Π. Γ. του Γ. (Αρχιμανδρίτου), κατοίκου ..., κατά της υπ' αριθμ. 1551/2007 αποφάσεως του Αρείου Πάγου. Β. Να ακυρωθεί η απόφαση αυτή ως προς τον αιτούντα Ι. - Π. Γ. του Γ. και λόγω επεκτατικού και ως προς τους συγκατηγορουμένους του, Α. -Κ. Σ. του Π., (Κληρικό) και Κ. Ν. του Π., (Μοναχό). Γ. Να κηρυχθεί απαράδεκτη ως προς όλους τους ανωτέρω, η υπ' αριθμ. 41/30-11-2006 αίτηση αναιρέσεως του Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου, κατά της υπό τους αριθμούς 714, 716Α, 717, 818/2005 και 99/2006 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πειραιώς (Κακουργημάτων). Ο Αντεισαγγελεύς του Αρείου Πάγου Αναστάσιος Κανελλόπουλος" Αφού άκουσε Τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και τον πληρεξούσιο του αιτούντος. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά το άρθρο 525 παρ.1 ΚΠΔ, η ποινική διαδικασία που περατώθηκε με αμετάκλητη απόφαση επαναλαμβάνεται προς το συμφέρον του καταδικασμένου για πλημμέλημα ή κακούργημα, μόνον στις περιπτώσεις που αναφέρονται περιοριστικώς στο άρθρο αυτό, μεταξύ των οποίων και η περίπτωση κατά την οποία με απόφαση του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου διαπιστώνεται παραβίαση του δικαιώματος που αφορά το δίκαιο χαρακτήρα της διαδικασίας που τηρήθηκε ή την ουσιαστική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Από την προαναφερόμενη διάταξη προκύπτει ότι η αίτηση για επανάληψη της διαδικασίας υπέρ του κατηγορουμένου επιτρέπεται μόνον όταν στρέφεται κατά καταδικαστικής αποφάσεως. Ως καταδικαστική χαρακτηρίζεται η απόφαση με την οποία κηρύσσεται ένοχος ο κατηγορούμενος και επιβάλλεται σε αυτόν ποινή στερητική της ελευθερίας ή χρηματική. Η απόφαση που παύει οριστικά την ποινική δίωξη δεν είναι καταδικαστική, διότι στην περίπτωση αυτή το δικαστήριο δεν υπεισέρχεται στην ουσιαστική έρευνα της υποθέσεως αλλά διαπιστώνει απλώς την παραγραφή και συνεπώς αυτή, δεν υπόκειται σε επανάληψη της διαδικασίας. Περαιτέρω η κατά το άρθρο 525 ΚΠΔ αίτηση επανάληψης δεν αποτελεί ένδικο μέσο αλλά έκτακτη διαδικασία, η οποία επιδιώκει με τη συνδρομή των προϋποθέσεων του νόμου την ακύρωση της προσβαλλόμενης με αυτή αμετάκλητης δικαστικής αποφάσεως. Παρά ταύτα είναι επιτρεπτή, εφόσον τούτο δεν είναι ασυμβίβαστο με την αίτηση αυτή, η εφαρμογή ορισμένων από τις γενικές περί ενδίκων μέσων διατάξεις, μεταξύ των οποίων και η διάταξη του άρθρου 476 ΚΠΔ. Κατά τη διάταξη αυτή, όταν το ένδικο μέσο ασκήθηκε, μεταξύ άλλων, εναντίον απόφασης για την οποία δεν προβλέπεται, το δικαστικό συμβούλιο ή το δικαστήριο (ως συμβούλιο) που είναι αρμόδιο να κρίνει σχετικά, ύστερα από πρόταση του Εισαγγελέα και αφού ακούσει τους διαδίκους κηρύσσει απαράδεκτο το ένδικο μέσο. Στην προκειμένη περίπτωση ο αιτών εκθέτει στην υπό κρίση από 9-1-2013 αίτησή του τα εξής: Ότι το Τριμελές Εφετείο Πειραιώς με την υπ'αριθμ.99/2006 απόφασή του, τον έκρινε ομόφωνα αθώο για την σε βαθμό κακουργήματος πράξη της υπεξαίρεσης αρχαίων αντικειμένων ενώ παράλληλα έκρινε ότι, υπό τα αυτά αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά δεν στοιχειοθετείται, ούτε πλημμεληματική κλοπή αρχαίων αντικειμένων. Ότι κατά της αποφάσεως αυτής ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου άσκησε την από 30-11-2006 αίτηση αναιρέσεως, η οποία έγινε εν μέρει δεκτή με την υπ'αριθμ.1551/2007, απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία έκρινε, ότι το Τριμελές Εφετείο, ενώ ήταν φανερό για την υπόθεση που δίκασε, ότι υπήρχε περίπτωση φαινομένης συρροής υπεξαιρέσεως και κλοπής και όφειλε, μετά την απαλλακτική του κρίση για την πράξη της υπεξαιρέσεως, να ερευνήσει και να αιτιολογήσει ειδικά και εμπεριστατωμένα, αν στοιχειοθετούνταν το έγκλημα της απλής κλοπής στο οποίο μπορούσε να μεταβληθεί η κατηγορία, δεν διέλαβε σαφή ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία αναφορικά με το αδίκημα αυτό (της κλοπής), κατόπιν δε αυτών έκανε δεκτή εν μέρει την αναίρεση και δη μόνον ως προς την πλημμεληματική πράξη της κλοπής και εν συνεχεία διαπιστώνοντας την παραγραφή αυτής έπαυσε οριστικά την ποινική δίωξη. Ότι μετά την έκδοση της ως άνω αποφάσεως ο αιτών προσέφυγε στο Ε.Δ.Δ.Α, το οποίο, με την από 3 Μαΐου 2011 απόφασή του, έκρινε ότι υπήρχε παραβίαση του άρθρου 6 παρ.2 της ΕΣΔΑ από το δικαστήριο του Αρείου Πάγου, το οποίο αν και εξαφάνισε την απόφαση του Εφετείου ως προς την πλημμεληματική πράξη της κλοπής για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, δεν παρέπεμψε την υπόθεση στο Τριμελές Εφετείο προς έρευνα της ουσίας της υπόθεσης αλλά διαπιστώνοντας την παραγραφή έπαυσε οριστικά την ποινική δίωξη για την πράξη αυτή. Ότι ο Άρειος Πάγος με το να παύσει την ποινική δίωξη, χωρίς προηγούμενη έρευνα της ουσίας της υπόθεσης, τον αντιμετώπισε ως ένοχο του εγκλήματος της κλοπής παραβιάζοντας έτσι το τεκμήριο της αθωότητας του άρθρου 6 παρ.2 της Ε.Σ.Δ.Α. Με βάση το ιστορικό αυτό ο αιτών ζητεί την επανάληψη της διαδικασίας που περατώθηκε με την προαναφερομένη απόφαση του Αρείου Πάγου, με σκοπό να ακυρωθεί η απόφαση αυτή και να ερευνηθεί εκ νέου η αίτηση αναιρέσεως κατά το μέρος που αυτή έγινε δεκτή. Σύμφωνα όμως με όσα εκτέθηκαν, η απόφαση αυτή δεν είναι καταδικαστική, ώστε να μπορεί να ζητηθεί η επανάληψη της διαδικασίας, γι'αυτό και η υπό κρίση αίτηση πρέπει, κατά το άρθρο 476 παρ.1 ΚΠΔ, να απορριφθεί ως απαράδεκτη και να καταδικασθεί ο αιτών στα δικαστικά έξοδα (αρθρ.583 ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 9 Ιανουαρίου 2013 αίτηση του Ι. - Π. Γ. του Γ., κατοίκου ..., για επανάληψη της διαδικασίας που περατώθηκε με την υπ'αριθμ.1551/2007 απόφαση του Αρείου Πάγου. Και Καταδικάζει τον αιτούντα στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 20 Ιουνίου 2013. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 31 Ιουλίου 2013 Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ