Αριθμός 1095/2007 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ΄ Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Σαραντινό, Αντιπρόεδρο, Μιχαήλ Δέτση, Αιμιλία Λίτινα, Βασίλειο Λυκούδη-Εισηγητή και Γεώργιο Γιαννούλη, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 24 Απριλίου 2007, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ρούσσου-Εμμανουήλ Παπαδάκη, (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου: ...., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Περικλή Σταυριανάκη, περί αναιρέσεως της υπ' αριθμ. 7617/2006 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Με πολιτικώς ενάγουσα την ...., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Εμμανουήλ Θαλασσινό. Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ΄ αυτή και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 20 Δεκεμβρίου 2006 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 137/2007. Αφού άκουσε Τους πληρεξούσιους δικηγόρους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Από το άρθρο 216 παρ.1 και 2 ΠΚ προκύπτει, ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της πλαστογραφίας απαιτείται αντικειμενικώς μεν, από την αρχή κατάρτιση εγγράφου από τον υπαίτιο, που το εμφανίζει ότι καταρτίσθηκε από άλλον, ή νόθευση γνησίου εγγράφου, δηλαδή αλλοίωση της έννοιας του περιεχομένου του εγγράφου, υποκειμενικώς δε δόλος που περιλαμβάνει τη γνώση και τη θέληση πραγματώσεως των περιστατικών που απαρτίζουν την αντικειμενική υπόσταση και σκοπός του δράστη να παραπλανήσει με τη χρήση πλαστού άλλον για γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, όπως είναι εκείνο το γεγονός το οποίο είναι πρόσφορο για τη δημιουργία, διατήρηση, μεταβολή ή απόσβεση δικαιώματος ή έννομης σχέσης . ασχέτως αν επιτεύχθηκε ή όχι η παραπλάνηση. Η χρήση πλαστού ή νοθευμένου εγγράφου από τον πλαστογράφο αποτελεί επιβαρυντική περίσταση, σύμφωνα με το τελευταίο εδάφιο της παρ.1 του άρθρου 216 .Περαιτέρω, κατά το άρθρο 386 παρ.1 ΠΚ, όποιος με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος βλάπτει ξένη περιουσία πείθοντας άλλον σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών ή την αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και αν η ζημία που προξενήθηκε είναι ιδιαίτερα μεγάλη, με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της απάτης απαιτούνται: α) σκοπός του δράστη να περιποιήσει στον εαυτό του ή σε άλλον παράνομο περιουσιακό όφελος, χωρίς να είναι αναγκαία η πραγμάτωση του οφέλους, β) εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών ή αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων, από τα οποία, ως παραγωγό αιτία, παραπλανήθηκε κάποιος σε πράξη ή παράλειψη ή ανοχή και γ) βλάβη ξένης, κατά το αστικό δίκαιο, περιουσίας , η οποία να τελεί σε αιτιώδη σύνδεσμο με τις παραπλανητικές ενέργειες ή παραλείψεις του δράστη. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Δ' ΚΠΔ, όταν αναφέρονται σ' αυτήν, με πληρότητα σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι νομικοί συλλογισμοί, με τους οποίους έγινε η υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Ειδικότερα ως προς την έκθεση των αποδείξεων αρκεί η γενική, κατά το είδος τους, αναφορά τους, χωρίς να είναι απαραίτητο να διευκρινίζεται από ποιο ή ποια αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε κάθε παραδοχή. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Δεν αποτελούν όμως λόγο αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση των εγγράφων , η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της αξιολογικής συσχετίσεως μεταξύ των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, που παραδεκτώς αλληλοσυμπληρώνονται, το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, ότι από τα αποδεικτικά μέσα, που κατ' είδος προσδιορίζει, αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Στις αρχές Ιουλίου του έτους 1999, ο πρώτος από τους κατηγορούμενους, στην κοινή επιχείρηση του οποίου και της συγκατηγορουμένης συζύγου του εργαζόταν η εγκαλούσα ...., ως υπάλληλος του λογιστηρίου, παρακάλεσε την τελευταία να τον βοηθήσει στην αντιμετώπιση οικονομικών προβλημάτων που αντιμετώπιζε με την παράδοση σ' αυτόν τριών φύλλων τραπεζικών επιταγών από στέλεχος που μπορούσε αυτή να προμηθευτεί από Τράπεζα, στην οποία θα άνοιγε λογαριασμό. Η εγκαλούσα αποδέχθηκε την πρόταση και, αφού άνοιξε λογαριασμό σε υποκατάστημα της Τράπεζας Εργασίας στο ..... παρέδωσε στον κατηγορούμενο τα αναφερόμενα στο διατακτικό τρία λευκά φύλλα επιταγών μετά τις διαβεβαιώσεις του κατηγορούμενου ότι θα χρησιμοποιήσει τις επιταγές μόνο μετά από ενημέρωση, με την συγκατάθεσή της και την εκ μέρους της υπογραφή των επιταγών. Το μήνα Ιανουάριο του έτους 2001 η εγκαλούσα ζήτησε να αγοράσει αυτοκίνητο με διακανονισμό του τιμήματος, οπότε πληροφορήθηκε ότι υπήρχαν εις βάρος της δυσμενή οικονομικά στοιχεία και συγκεκριμένα ότι οι παραπάνω τρεις επιταγές, που είχαν συμπληρωθεί ως προς όλα τα απαραίτητα για το κύρος τους στοιχεία, για ποσά 2.198.420, 3.017.339 και 2.355.555 δραχμών από τον κατηγορούμενο, ο οποίος τις υπέγραψε απομιμούμενος την υπογραφή της, είχαν σφραγισθεί ως ακάλυπτες από τους αναφερόμενους στο διατακτικό κομιστές τους στους οποίους ο κατηγορούμενος παράστησε ψευδώς ότι οι επιταγές ήταν γνήσιες και είχαν εκδοθεί από την εγκαλούσα. Στις παραπάνω πράξεις ο κατηγορούμενος προέβη με σκοπό να παραπλανήσει με τη χρήση τους τρίτους προς τους οποίους περιήλθαν οι επιταγές αυτές ως προς τον πραγματικό εκδότη αυτών και υπόχρεο προς πληρωμή των ενσωματωμένων σ' αυτές απαιτήσεων, γεγονότα που μπορούσαν να έχουν έννομες συνέπειες σε σχέση με την ύπαρξη αξίωσης των κομιστών προς είσπραξη των ποσών των επιταγών από την περιουσία της φερόμενης ως εκδότριας τους, συνεπεία δε των ψευδών αυτών παραστάσεων οι τρίτοι εξαπατηθέντες μεταβίβασαν περαιτέρω τις απαιτήσεις που πεπλανημένα πίστευαν ότι είχαν αποκτήσει εις βάρος της εγκαλούσας, η περιουσία της οποίας απειλήθηκε κατά το αντίστοιχο με τις επιταγές ιδιαίτερα μεγάλης αξίας ποσό των 7.571.349 δραχμών...". Κατ' ακολουθία του αιτιολογικού αυτού το Εφετείο κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο- αναιρεσείοντα για την πράξη της πλαστογραφίας με χρήση, κατ' εξακολούθηση και για απάτη, κατ' εξακολούθηση, από την οποία η ζημία που προξενήθηκε είναι ιδιαίτερα μεγάλη, πράξεις οι οποίες προβλέπονται και τιμωρούνται από τα άρθρα,13γ, 26 παρ.1α, 27, 94 παρ.1, 98 ,216 παρ.1 και 386 παρ.1β-α ΠΚ και επέβαλε ποινή φυλακίσεως δεκαπέντε μηνών, την οποία μετάτρεψε σε χρηματική προς 4,40 ευρώ ημερησίως . Με αυτά που δέχθηκε το Τριμελές Εφετείο Αθηνών στην προσβαλλόμενη απόφασή του διέλαβε την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία , αφού εκθέτει σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από τα μνημονευθέντα αποδεικτικά μέσα και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των αξιοποίνων πράξεων , για τις οποίες καταδικάστηκε ο κατηγορούμενος και ήδη αναιρεσείων, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά αυτά καθώς και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις προαναφερόμενες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις, τις οποίες ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου παραβίασε. Η ειδικότερη αιτίαση του αναιρεσείοντος, ότι στην προσβαλλόμενη απόφαση δεν εκτίθεται "ποια ήταν η συμφωνία εκδότη και του κατηγορουμένου σχετικά με την συμπλήρωση των επιταγών, ώστε να κριθεί αν έγινε ενάντια σε αυτήν η συμπλήρωσή των", είναι αβάσιμη. Το δικαστήριο της ουσίας, με τις πιο πάνω παραδοχές του, όπως αυτές συμπληρώνονται με τα εκτιθέμενα στο διατακτικό, κατά τα οποία ο κατηγορούμενος αναιρεσείων έχοντας στην κατοχή του τα σώματα των επιταγών αυτών "ενεργώντας με πρόθεση και χωρίς εντολή ή συναίνεση της εγκαλούσας, έθεσε επ' αυτών, κατ' απομίμηση , την υπογραφή της τελευταίας, ως εκδότριας και τις συμπλήρωσε κατά τα λοιπά στοιχεία", εκθέτει με σαφήνεια και πληρότητα ότι είχε λάβει χώρα μεταξύ αυτού και της πολιτικώς ενάγουσας συμφωνία, κατά την οποία η συμπλήρωση των ενδίκων τριών επιταγών θα γινόταν μόνο μετά από ενημέρωση, με τη συγκατάθεσή της πολιτικώς ενάγουσας και την εκ μέρους της υπογραφή των επιταγών, πλην όμως αυτός ενήργησε χωρίς την εντολή ή την συναίνεσή της και υπέγραψε ο ίδιος και συμπλήρωσε τις εν λόγω επιταγές. Αβάσιμη επίσης είναι και η αιτίαση ότι η προσβαλλόμενη απόφαση στερείται ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας ως προς την πράξη τη απάτης, διότι περί αυτής "δεν κάνει κατ' ελάχιστον λόγο στο αιτιολογικό, έστω και με την μορφή της απλής παραπομπής στο διατακτικό". Με τις αλληλοσυμπληρούμενες παραδοχές σκεπτικού και διατακτικού της προσβαλλόμενης απόφασης, το Τριμελές Εφετείο εκθέτει με σαφήνεια και πληρότητα τα αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, που συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της πράξεως της απάτης, κατ' εξακολούθηση, από την οποία η ζημία που προξενήθηκε ήταν ιδιαίτερα μεγάλη, συνιστάμενη σε απειλούμενη μείωση της περιουσίας της μηνύτριας, κατά το προσδιοριζόμενο αντίστοιχο ποσό των επιταγών και ότι ο κατηγορούμενος εν γνώσει του παρέστησε ψευδώς στους κομιστές των επιταγών που αναφέρονται στο διατακτικό ότι οι επιταγές ήταν γνήσιες και είχαν εκδοθεί από την εγκαλούσα, ενεργώντας με σκοπό να περιποιήσει στον εαυτό του παράνομο περιουσιακό όφελος, συνιστάμενο στην απαλλαγή του από αντίστοιχες οικονομικές του υποχρεώσεις έναντι τρίτων. Περαιτέρω, ο αναιρεσείων προβάλλει την αιτίαση ότι η απόφαση στερείται αιτιολογίας, ως προς την αυτήν πράξη της απάτης, διότι δεν αναφέρει ( κατά την αιτιολόγηση του ελαφρυντικού του άρθρου 84 παρ.2δ του ΠΚ, που δέχθηκε), " κατά ποίο τρόπο και σε ποίο βαθμό επεδίωξε να άρει ή έστω να μειώσει τις συνέπειες της πράξης του ο κατηγορούμενος και πότε ακριβώς. Διότι αν η ικανοποίηση αυτή έγινε είτε πριν κληθεί να εξετασθεί από την αρχή για την πράξη του αυτή ( άρθρο 393 παρ.1 ΠΚ, σε συνδυασμό με το άρθρο 379 ΠΚ), είτε πριν την έκδοση της πρωτόδικης απόφασης ( άρθρο 393 παρ.2) θα έπρεπε να απαλλαγεί ο κατηγορούμενος της πράξης της απάτης". Η αιτίαση αυτή, ως λόγος αναίρεσης για έλλειψη αιτιολογίας του ελαφρυντικού που αναγνωρίσθηκε στον αναιρεσείοντα προβάλλεται απαραδέκτως λόγω ελλείψεως εννόμου συμφέροντος, ως λόγος δε αναίρεσης για έλλειψη αιτιολογίας της καταδικαστικής για την πράξη της απάτης αποφάσεως, είναι αβάσιμος. Από τα πρακτικά της δίκης επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι δεν προβλήθηκε από τον κατηγορούμενο αναιρεσείοντα ισχυρισμός περί συνδρομής των προϋποθέσεων της διατάξεως του άρθρου 393 ΠΚ, ούτε , άλλωστε, ο αναιρεσείων ισχυρίζεται κάτι τέτοιο, ώστε το Δικαστήριο να υποχρεούται να απαντήσει αιτιολογημένα και να προβεί στις διευκρινίσεις που αναφέρει ο αναιρεσείων. Προέβαλε μόνο, έστω και αορίστως, δια του συνηγόρου του, τον ισχυρισμό να του αναγνωρισθεί το ελαφρυντικό του άρθρου 84 παρ. 2δ του ΠΚ, αίτημα το οποίο και έκανε δεκτό το Δικαστήριο, με τις πιο πάνω παραδοχές του, χωρίς να δεχθεί ( αυτεπαγγέλτως) ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 393 ΠΚ. Για την συνδρομή, άλλωστε των προϋποθέσεων της διατάξεως αυτής δεν αρκεί "να επιδιώξει" ο κατηγορούμενος την άρση ή την μείωση των συνεπειών της πράξης του, αλλά απαιτείται η πράγματι πλήρης ικανοποίηση του ζημιωθέντος κατά τα οριζόμενα ειδικότερα στη εν λόγω διάταξη. Επομένως, ο από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ του ΚΠΔ λόγος αναίρεσης , με τον οποίο προσάπτεται (με όλες τις πιο πάνω αιτιάσεις) στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια της έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Μετά από αυτά η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα και η δικαστική δαπάνη της πολιτικώς ενάγουσας, που παραστάθηκε, στον αναιρεσείοντα( άρθρο 583 παρ.1 ΚΠΔ. 176, 183 ΚΠολΔ) ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 20-12-2006 αίτηση (δήλωση) αναιρέσεως (με αρ. πρωτ. 11709/29-12-2006) του .... , κατά της 7617/2006 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Αθηνών Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ, καθώς και στην δικαστική δαπάνη της πολιτικώς ενάγουσας, την οποία ορίζει στο ποσό των πεντακοσίων (500) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 15 Μαΐου 2007. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 17 Μαΐου 2007. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ