Αριθμός 767/2023 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Β1' Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Λουκά Μόρφη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δήμητρα Ζώη, Ιωάννα Μαργέλλου-Μπουλταδάκη, Ιωάννη Δουρουκλάκη και Δημητρία Στρούζα-Ξένου, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 16 Νοεμβρίου 2021, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ: Των αναιρεσειόντων: 1) Α. Β., 2) Α. Γ. του Κ., 3) Ι. Γ. του Α., 4) Μ. Γ. 5) Π. Γ. του Ε., 6) Ε. Δ. - Κ., 7) Φ. Θ. του Κ., 8) Ε.-Β. Κ., 9) Μ. Κ.,10) Γ. Κ., 11) Α. Κ., 12)Δ. Κ. του Π.,13) Σ. Κ., 14) Ά. Μ.,15)Κ. Π.,16) Ε. Ρ.-Π.,18) Ε. Κ., 19) Χ. Τ., 20) Μ. Σ. του Ε., 21) Ε. Κ. του Α., 22) Α. Τ. του Α., 23) Μ. Ν. του Κ., 24)Κ. Α. του Α., 25) Κ. Τ., 26) Ε. Κ. του Ά., 27) Β. Μ. του Α., 28) Ι. Κ. του Μ., 29) Α. Μ. του Γ., 30) Ι. Σ. του Κ., 31) Ε. Ι. του Ι., 32) Σ. Σ., 33)Α. Κ. του Ε., 34) Γ. Μ. του Ν., 35) Μ. Γ. του Θ., 36) Ν. Κ. του Ι., 37) Π. Ν. του Α., 38) Μ. Ρ. του Ε., 39) Κ. Μ. του Μ., 40) Α. Α., 41.α) Π. Χ., β) Κ. Χ., γ) Α. Χ., ως νόμιμοι κληρονόμοι της αποβιώσασας Β. Α. - Χ., κατοίκων ... εκ της υπηρεσίας, που παραστάθηκαν δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Άγγελου Σιδερή, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις. Του αναιρεσίβλητου: Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου Ν.Π.Δ.Δ. με την επωνυμία "Οργανισμός Πολιτισμού, Αθλητισμού και Νεολαίας Δήμου Αθηναίων" (ΟΠΑΝΔΑ),ως καθολικού διαδόχου του ΝΠΔΔ με την επωνυμία "Οργανισμός Νεολαίας και Άθλησης Δήμου Αθηναίων(ΟΝΑ)", όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στην Αθήνα και παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) της πληρεξουσίας δικηγόρου Ιωάννας Μαραγκού, η οποία κατέθεσε προτάσεις. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15-12-2009 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν η 13/2011 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 10444/2019 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 9-10-2019 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγητής ορίσθηκε ο Αρεοπαγίτης Ιωάννης Δουρουκλάκης. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στα δικαστικά έξοδα. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Από τη διάταξη του άρθρου 576 παρ. 1 και 2 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι, αν κάποιος από τους διαδίκους δεν εμφανισθεί κατά τη συζήτηση της υπόθεσης ή εμφανισθεί, αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως ποιός επισπεύδει τη συζήτηση. Αν την επισπεύδει ο απολιπόμενος διάδικος, η υπόθεση συζητείται ως να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι, αν όμως την επισπεύδει ο αντίδικός του, τότε ερευνάται αν ο απολιπόμενος ή ο μη παριστάμενος, με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, διάδικος, κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα και σε καταφατική περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση, παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί, ενώ, σε αποφατική περίπτωση, κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση. Αν δε ο αναιρεσείων είναι εκείνος που επισπεύδει τη συζήτηση και δεν εμφανισθεί ο ίδιος ή εμφανισθεί, αλλά δεν λάβει μέρος στη συζήτηση της αναίρεσης, με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος χωρεί στη συζήτηση της υπόθεσης, σαν να ήταν αυτός παρών, υπό την επιφύλαξη του ότι, η από αυτόν επίσπευση της συζήτησης είχε λάβει χώρα εγκύρως. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 94 παρ. 1 του ΚΠολΔ, στα πολιτικά δικαστήρια οι διάδικοι έχουν υποχρέωση να παρίστανται με πληρεξούσιο δικηγόρο και κατά το άρθρο 96 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, η πληρεξουσιότητα δίνεται είτε με συμβολαιογραφική πράξη, είτε με προφορική δήλωση, που καταχωρίζεται στα πρακτικά. Με το άρθρο 63 του Ν. 4509/2017 (ΦΕΚ Α' 201/22.12.2017), προστέθηκε εδάφιο στην τελευταία αυτή διάταξη της παρ. 3 του άρθρου 96 του ΚΠολΔ, με το οποίο ορίσθηκε ότι, ειδικά για τις εργατικές διαφορές, η πληρεξουσιότητα (ενώπιον του Αρείου Πάγου) μπορεί να δίνεται με ιδιωτικό έγγραφο, το οποίο φέρει βεβαίωση του γνησίου της υπογραφής του διαδίκου από Κέντρο Εξυπηρέτησης Πολιτών ή οποιαδήποτε άλλη δημόσια ή δημοτική αρχή. Εξάλλου, κατά το άρθρο 104 του ίδιου Κώδικα, για τις προπαρασκευαστικές πράξεις και κλήσεις έως τη συζήτηση στο ακροατήριο, θεωρείται ότι υπάρχει η πληρεξουσιότητα, ενώ για τη συζήτηση στο ακροατήριο απαιτείται ρητή πληρεξουσιότητα και αν δεν υπάρχει κηρύσσονται άκυρες όλες οι πράξεις, ακόμη και εκείνες που είχαν γίνει προηγουμένως. Κατά δε το δεύτερο εδάφιο της τελευταίας αυτής διάταξης, το δικαστήριο εξετάζει και αυτεπαγγέλτως, σε κάθε στάση της δίκης, την έλλειψη πληρεξουσιότητας, καθώς και την υπέρβασή της. Από τον συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων και εκείνων των άρθρων 105, 226 παρ. 4, 576 παρ. 1 και 577 του ΚΠολΔ, που καθιερώνει την αρχή ότι, για τη συζήτηση της υπόθεσης στον Άρειο Πάγο, πρέπει να έχουν κλητευθεί από εκείνον που επισπεύδει τη συζήτηση όλοι οι διάδικοι, προκύπτει ότι εάν ο αναιρεσείων είναι εκείνος που επισπεύδει τη συζήτηση και απουσιάζει ο ίδιος ή παρίσταται, αλλά δεν αποδεικνύει την ύπαρξη ρητής πληρεξουσιότητας, αυτός θεωρείται δικονομικά απών και κηρύσσεται άκυρη η κλήση αυτού, με την οποία εμφανίζεται ως επιμελούμενος τη συζήτηση, με αποτέλεσμα να μην χωρεί εφαρμογή της τελευταίας διάταξης για συζήτηση της υπόθεσης από τον Άρειο Πάγο, σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι (Ολ. Α.Π. 39/2005, Ολ.Α.Π. 9/2003, Α.Π. 536/2020, Α.Π. 334/2017). Στην περίπτωση αυτή, εάν δεν προκύπτει άλλοθεν κλήτευση του απολιπομένου ή μη προσηκόντως παρισταμένου αναιρεσείοντος, η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς αυτόν (Α.Π. 1374/2017, Α.Π. 526/2016, Α.Π. 1622/2013 Α.Π. 453/2011). Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 576 παρ. 1 και 3 εδ. β' του ιδίου Κώδικα, όπως το εδάφιο αυτό προστέθηκε με το άρθρο 62 του Ν. 4139/2013, προκύπτει ότι αν κατά τη συζήτηση της αίτησης για αναίρεση μετέχουν περισσότεροι, συνδεόμενοι με απλή ομοδικία και κάποιος από αυτούς είτε δεν κλητεύθηκε, είτε δεν εκπροσωπείται από πληρεξούσιο δικηγόρο, η υπόθεση χωρίζεται και η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης χωρεί νομίμως, ως προς όσους εκπροσωπούνται από πληρεξούσιο δικηγόρο ή έχουν κλητευθεί νομίμως και κηρύσσεται απαράδεκτη, ως προς τους λοιπούς (Α.Π. 1036/2020). Τις κλητεύσεις επικαλείται και αποδεικνύει ο παριστάμενος διάδικος (Α.Π. 1691/2022, 234/2017). Στην προκειμένη περίπτωση, η επίσπευση της συζήτησης της ένδικης αίτησης, με την οποία ζητείται η αναίρεση της με αριθμό 10444/2019 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, έλαβε χώρα με την επιμέλεια όλων των αναιρεσειόντων, σαράντα ένα (41) τον αριθμό, από κοινού, κατόπιν έγγραφης παραγγελίας του πληρεξουσίου Δικηγόρου αυτών, όπως προκύπτει από την υπ' αριθμ. 8735Δ/15-6-2020 έκθεση επίδοσης, του δικαστικού επιμελητή της Περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών Ν. Γ., που επικαλούνται και προσκομίζουν οι κατά τη συζήτηση παριστάμενοι αναιρεσείοντες, με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση για συζήτηση προς το αναιρεσίβλητο, για την αρχικώς ορισθείσα, κατ' άρθρο 568 παρ. 2 του ΚΠολΔ, δικάσιμο της 20-10-2020, οπότε η συζήτηση αναβλήθηκε για τη δικάσιμο της 20-4-2021 και στη συνέχεια κατ' άρθρο 83 παρ. 2 και 3 του ν. 4790/2021 με πράξη της Προέδρου του Β1' τμήματος του Αρείου Πάγου, για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο (16-11-2021). Κατά τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης, κατά την ως άνω ορισθείσα δικάσιμο της 16-11-2021, οπότε η υπόθεση εκφωνήθηκε νόμιμα από τη σειρά της στο πινάκιο, οι εκ των αναιρεσειόντων 1η, 4η, 8η, 14η, 15ος, 18η, 19ος, 32η και 40ος παρέστησαν και εκπροσωπήθηκαν δια του πληρεξουσίου δικηγόρου αυτών Άγγελου Σιδερή. Από τα στοιχεία όμως της δικογραφίας, αποδεικνύεται α) ότι ο Δικηγόρος Νικόλαος Σωτηρακόπουλος, ο οποίος έδωσε την παραγγελία για την ως άνω επίδοση, δεν είχε πληρεξουσιότητα να επισπεύσει τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης, β) ο παραστάς κατά τη συζήτηση ενώπιον του Αρείου Πάγου, κατά την προαναφερόμενη ενώπιόν του συζήτηση της αιτήσεως, δικηγόρος, δεν έχει πληρεξουσιότητα για την εκπροσώπηση αυτών, αφού δεν γίνεται επίκληση, ούτε αποδεικνύεται η από αυτούς παροχή πληρεξουσιότητας προς τους εν λόγω Δικηγόρους, με την προσκόμιση του σχετικού συμβολαιογραφικού πληρεξουσίου ή έγγραφης εξουσιοδότησης των εν λόγω διαδίκων προς αυτούς, με βεβαίωση του γνησίου της υπογραφής των εντολέων από Κέντρο Εξυπηρέτησης Πολιτών ή άλλη δημόσια ή δημοτική αρχή και, κατά συνέπεια, ακύρως αυτοί επέσπευσαν τη συζήτηση της ένδικης αιτήσεως αναιρέσεως και εκπροσωπήθηκαν κατά την αναφερομένη στην αρχή της απόφασης δικάσιμο. Επομένως, εφόσον οι αναιρεσείοντες αυτοί δεν επέσπευσαν νομίμως τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης, ούτε εκπροσωπήθηκαν νομίμως κατά τη συζήτηση, πρέπει να χωρισθεί η υπόθεση ως προς αυτούς, οι οποίοι συνδέονται με σχέση απλής ομοδικίας με τους λοιπούς αναιρεσείοντες και να κηρυχθεί απαράδεκτη η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης, ως προς αυτούς, ενώ για τους παρισταμένους προσηκόντως λοιπούς αναιρεσείοντες, πρέπει ο Άρειος Πάγος να χωρήσει στη συζήτηση της υπόθεσης. Με την από 9-10-2019 και με αριθμό κατάθεσης 100909/149/19-11-2019 αίτηση αναιρέσεως των εναγόντων και ήδη αναιρεσειόντων, προσβάλλεται η 10444/2019 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, δικάσαντος ως εφετείου, η οποία εκδόθηκε, αντιμωλία των διαδίκων, επί της από 28-11-2011 έφεσης του εναγομένου, κατά της εκδοθείσας, κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών, 13/2011 απόφασης του Ειρηνοδικείου Αθηνών. Με την προσβαλλόμενη απόφαση του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου έγινε δεκτή ως βάσιμη κατ` ουσία η έφεση, εξαφανίσθηκε η εκεί εκκαλουμένη απόφαση, η οποία είχε δεχθεί κατά ένα μέρος ως ουσιαστικά βάσιμη την από 15-12-2009 (με αριθμό κατάθεσης 3403/29-12-2009) αγωγή των εναγόντων, ως προς την κυρία βάση της, με την οποία οι τελευταίοι, επικαλούμενοι συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, δυνάμει των οποίων παρείχαν στο εναγόμενο τις υπηρεσίες τους, ζήτησαν να τους επιδικασθεί, βάσει των αρχών της ισότητας και της ίσης μεταχείρισης, που καθιερώνονται από τις διατάξεις των άρθρων 4 παρ.1 και 22 παρ.1 του Συντάγματος, η προβλεπόμενη από τη διάταξη του άρθρου 14 του ν. 3016/2002 ειδική παροχή, ποσού 176 ευρώ μηνιαίως, για το χρονικό διάστημα από 1-4-2006 έως 31-12-2009, και δικάζοντας επί της αγωγής, την απέρριψε ως μη νόμιμη στο σύνολό της. Η αίτηση αναιρέσως ασκήθηκε εμπρόθεσμα και νομότυπα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ.3, 566 παρ.1 ΚΠολΔ). Είναι, συνεπώς, παραδεκτή (άρθρο 577 παρ.1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο του μοναδικού λόγου αυτής (άρθρο 577 παρ.3 ΚΠολΔ). Από τις διατάξεις των άρθρων 321, 322 παρ.1, 324 και 331 KΠολΔ, συνάγεται ότι οι οριστικές αποφάσεις των πολιτικών δικαστηρίων, οι οποίες δεν δύνανται να προσβληθούν με ανακοπή ερημοδικίας και έφεση, αποτελούν δεδικασμένο μεταξύ των ιδίων προσώπων, το οποίο εκτείνεται και επί των παρεμπιπτόντως κριθέντων ζητημάτων, εφόσον τα εν λόγω ζητήματα αποτελούν αναγκαία προϋπόθεση του κριθέντος κυρίου ζητήματος και το δικαστήριο είχε καθ` ύλην αρμοδιότητα να αποφασίσει επί αυτών (ΑΠ 354/2019). Σε περίπτωση απόφασης, με την οποία επιδικάζονται επί μέρους αξιώσεις εργαζομένου, παρεμπίπτον ζήτημα αποτελεί η βασική έννομη σχέση, από την οποία εκπορεύονται οι εν λόγω αξιώσεις, το δε δεδικασμένο εκτείνεται και επί αυτής, εφόσον συντρέχουν και οι λοιπές προϋποθέσεις και δεν υφίσταται μεταβολή του νομικού καθεστώτος. Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 14 παρ.1 και 16 αρ.3 KΠολΔ, όπως ίσχυαν πριν την αντικατάστασή τους από τα άρθρα 2 παρ.1 και 3 παρ.1 του ν. 3994/2011, αντίστοιχα, συνάγεται ότι αγωγές που είχαν κατατεθεί πριν την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού (25-7-2011, ΦΕΚ Α' 165/25-7-2011) και αφορούσαν εργατικές διαφορές με αντικείμενο αξίας μέχρι 12.000 ευρώ, υπάγονται στην καθ` ύλην αρμοδιότητα των ειρηνοδικείων, αν όμως η αξία του αντικειμένου των διαφορών αυτών υπερβαίνει το ποσό των 12.000 ευρώ, υπάγονται στην καθ` ύλην αρμοδιότητα των μονομελών πρωτοδικείων. Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 11 αρ.7 KΠολΔ συνάγεται ότι, για τις έννομες σχέσεις από τις οποίες πηγάζουν περιοδικές παροχές, η αξία του αντικειμένου της διαφοράς προσδιορίζεται στο δεκαπλάσιο της αξίας της ετήσιας παροχής, εάν η επέλευση του γεγονότος, από το οποίο εξαρτάται η παύση της παροχής, είναι βέβαιη, αβέβαιος όμως ο χρόνος αυτής, στο εικοσαπλάσιο δε, εάν η παροχή έχει απεριόριστη διάρκεια, ενώ, εάν η παροχή έχει ορισμένη διάρκεια, στο σύνολο των μελλουσών παροχών, όχι όμως πέραν του δεκαπλασίου της ετήσιας παροχής. Περιοδικές παροχές είναι εν γένει οι παροχές, οι οποίες, απορρέουσες από σύμβαση, αδικοπραξία ή ευθέως εκ του νόμου, έχουν εκ των προτέρων καθορισμένο περιεχόμενο, επαναλαμβανόμενες δε κατά ορισμένα χρονικά διαστήματα και μη εξαρτώμενες από αίρεση, καθίστανται απαιτητές με μόνη την παρέλευση του ορισθέντος από το νόμο ή τη βούληση των συμβαλλομένων χρόνου (ΟλΑΠ 5/2001). Όταν το αίτημα της αγωγής αφορά μόνο συγκεκριμένες περιοδικές παροχές, η αρμοδιότητα του δικαστηρίου καθορίζεται από την αξία των ζητουμένων παροχών, ενώ, εάν με την αγωγή ζητείται και η διάγνωση της βασικής έννομης σχέσης, από την οποία πηγάζουν οι παροχές, η αξία κρίνεται κατά τις διακρίσεις του ως άνω άρθρου 11 αρ. 7 KΠολΔ (ΑΠ 733/2020, 614/2019). Κατά τη διάταξη του άρθρου 560 αρ.5 εδ. β' KΠολΔ, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο τρίτο του άρθρου 1 του ν. 4335/2015 και ισχύει, σύμφωνα με το άρθρο ένατο παρ.2 του αυτού άρθρου και νόμου, από 1-1-2016, κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων, που εκδίδονται επί εφέσεων κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση, εάν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Πράγματα, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, θεωρούνται οι ισχυρισμοί με αυτοτελή υπόσταση, που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ασκηθέντος ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος και στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης, αντένστασης ή λόγου έφεσης. Ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης δεν ιδρύεται, εάν ο φερόμενος ως μη ληφθείς υπόψη ισχυρισμός είναι μη νόμιμος και επομένως δεν ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Ο προβλεπόμενος από την ως άνω διάταξη λόγος αναίρεσης ιδρύεται και όταν προταθεί και δεν ληφθεί υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας ισχυρισμός περί ύπαρξης δεδικασμένου, εκτός εάν ο ισχυρισμός για το δεδικασμένο είναι μη νόμιμος (ΑΠ 733/2020, 614/2019, 130/2004, 853/2001). Στην προκειμένη περίπτωση, με το μοναδικό λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως προσάπτεται στην προσβαλλόμενη 10444/2019 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που δίκασε ως εφετείο, η αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 560 αρ.5 KΠολΔ, με την αιτίαση ότι δεν έλαβε υπόψη τον παραδεκτώς προταθέντα και ασκούντα ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ισχυρισμό των αναιρεσειόντων περί ύπαρξης δεδικασμένου ως προς τις ένδικες αξιώσεις, που απορρέει από την 3578/2011 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία εκδόθηκε, μετά από έφεση κατά της 262/2007 απόφασης του Ειρηνοδικείου Αθηνών, επί της από 12-14-2006 και με αριθμό κατάθεσης 1477/2006 αγωγής των ήδη αναιρεσειόντων κατά του ΝΠΔΔ με την επωνυμία " Οργανισμός Νεολαίας και Άθλησης του Δήμου Αθηναίων (ΟΝΑ)", στη θέση του οποίου υπεισήλθε ως καθολικός διάδοχος το ήδη αναιρεσίβλητο, και με την οποία τους έχει τελεσιδίκως επιδικασθεί, βάσει της συνταγματικής αρχής της ισότητας, η προβλεπόμενη από τη διάταξη του άρθρου 14 του ν. 3016/2002 ειδική παροχή, ποσού 176 ευρώ μηνιαίως, για το χρονικό διάστημα από 1-1-2002 έως 31-3-2006. Όπως προκύπτει από την, κατά το άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ για την εξέταση της βασιμότητας του κρινόμενου αναιρετικού λόγου, επισκόπηση της ανωτέρω 3578/2011 απόφασης, το Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών, που δίκασε ως Εφετείο, εξέτασε παρεμπιπτόντως, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 284 KΠολΔ, το καθόλου δικαίωμα των εναγόντων να λαμβάνουν, βάσει της συνταγματικής αρχής της ισότητας, την προαναφερόμενη ειδική παροχή, το οποίο αποτελεί προδικαστικό ζήτημα και της υπό κρίση διαφοράς, χωρίς να προβεί σε αναγνώριση τούτου με αυτοτελή διάταξη στο διατακτικό της προαναφερόμενης απόφασης, και απλώς επιδίκασε τις συγκεκριμένες περιοδικές παροχές του χρονικού διαστήματος από 1-1-2003 έως 31-3-2006. Από την εν λόγω παρεμπίπτουσα εξέταση, όμως, δεν προκύπτει δεδικασμένο, το οποίο να καταλαμβάνει το ως άνω καθόλου δικαίωμα των εναγόντων επί της ειδικής παροχής του άρθρου 14 του ν. 3016/2002, αφού, κατά το χρόνο κατάθεσης της προγενέστερης αγωγής (Οκτώβριος 2006), με βάση τον οποίο κρίνεται η ως προς αυτήν αρμοδιότητα του δικαστηρίου (άρθρα 10 και 221 παρ.1 περ. β` ΚΠολΔ), το Ειρηνοδικείο και το Πολυμελές Πρωτοδικείο, που δίκασε ως εφετείο, δεν ήταν καθ` ύλην αρμόδια ως προς την αναγνώριση του εν λόγω καθόλου δικαιώματος, το οποίο υπαγόταν στην υλική αρμοδιότητα του Μονομελούς Πρωτοδικείου ως πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, καθόσον έχει ως αντικείμενο περιοδική παροχή, της οποίας είναι βέβαιη η παύση, αβέβαιος όμως ο χρόνος αυτής, αφού οι ενάγοντες συνδέονται με το αναιρεσίβλητο με σύμβαση αορίστου χρόνου ο καθένας, της οποίας δεν προσδιορίζεται ο χρόνος λύσης, και επομένως η αξία του αντικειμένου της εν λόγω διαφοράς ως προς κάθε ενάγοντα, προσδιοριζόμενη, κατά τα ανωτέρω, βάσει του δεκαπλασίου της ετησίας παροχής (176 Χ 12 Χ 10 = 21.120), υπερβαίνει το ποσό της υλικής αρμοδιότητας του ειρηνοδικείου (των 12.000 ευρώ). Συνεπώς, ο ανωτέρω μη ληφθείς υπόψη από το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, που δίκασε ως εφετείο, ισχυρισμός περί δεδικασμένου δεν ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, ως μη νόμιμος και, ως εκ τούτου, ο εξεταζόμενος ως άνω λόγος αναίρεσης από το άρθρο 560 αρ.5 εδ. β' KΠολΔ, είναι αβάσιμος. Σύμφωνα με τις σκέψεις αυτές και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες, λόγω της ήττας τους, στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτού( KΠολΔ 176, 180 παρ. 1, 183 και 191 παρ.2). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Διατάσσει τον χωρισμό της υπόθεσης, ως προς τους εκ των αναιρεσειόντων 1η, 4η, 8η, 14η, 15ο, 18η, 19ο, 32η και 40ο. Κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση της από 9-10-2019 αιτήσεως για αναίρεση της 10444/2019 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, ως προς τους προαναφερομένους αναιρεσείοντες. Απορρίπτει την από 9-10-2019 και με αριθμό κατάθεσης 100909/149/19-11-2019 αίτηση για αναίρεση της 10444/2019 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που δίκασε ως Εφετείο, ως προς τους λοιπούς αναιρεσείοντες. Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στην πληρωμή χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ, για τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 30 Ιουνίου 2022. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 23 Μαΐου 2023. Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ