Αριθμός 687/2023 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Α2' Πολιτικό Τμήμα ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κυριάκο Μπαμπαλίδη, Παναγιώτη Βενιζελέα, Βρυσηίδα Θωμάτου και Βαρβάρα Πάπαρη - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες. ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 28 Νοεμβρίου 2022, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Της αναιρεσείουσας: Μ. Ο. του Η., κατοίκου ... Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Χρήστο Θεοδωρόπουλο, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ. Της αναιρεσιβλήτου: ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε.", η οποία εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Φλώρα Τριανταφύλλου - Αλμπανίδου, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 9-12-2011 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Καλαμάτας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 20/2018 του ίδιου Δικαστηρίου και 48/2019 του Πολυμελούς Εφετείου Καλαμάτας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 9-10-2020 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ 1. Στη διάταξη του άρθρου 225 παρ. 1 έως 3 του ΚΠολΔ ορίζεται ότι: "1) Η επέλευση της εκκρεμοδικίας δεν στερεί τους διαδίκους από την εξουσία να μεταβιβάσουν το επίδικο πράγμα ή δικαίωμα ή αν συστήσουν εμπράγματο δικαίωμα, 2) η μεταβίβαση του επίδικου πράγματος ή δικαιώματος ή η σύσταση εμπράγματου δικαιώματος δεν επιφέρει καμία μεταβολή στη δίκη. Ο ειδικός διάδοχος έχει δικαίωμα να ασκήσει παρέμβαση, 3) Αν ο ενάγων μεταβίβασε το επίδικο πράγμα ή δικαίωμα ή σύστησε εμπράγματο δικαίωμα, δεν μπορεί να προταθεί εναντίον του έλλειψη νομιμοποίησης, εκτός αν η απόφαση που θα εκδοθεί δεν δεσμεύει τον ειδικό διάδοχο". Από το συνδυασμό των παραπάνω διατάξεων προκύπτει ότι εκείνος ο οποίος στη διάρκεια της δίκης έγινε ειδικός διάδοχος κάποιου από τους διαδίκους νομιμοποιείται μόνο να ασκήσει παρέμβαση, όχι όμως να ενεργήσει για δικό του λογαριασμό και στο όνομά του οποιαδήποτε διαδικαστική πράξη που έχει σχέση με τη διεξαγωγή και την πρόοδο της δίκης. Αν ενεργήσει τέτοιες πράξεις, στις οποίες περιλαμβάνεται η παράσταση και η κατάθεση προτάσεων, αυτές είναι άκυρες και η ακυρότητα λαμβάνεται υπόψη από το δικαστήριο και αυτεπαγγέλτως, κατά τις διατάξεις των άρθρων 68, 73, 159 παρ. 1 και 160 παρ. 1 του ΚΠολΔ. Μόνον εφόσον ασκηθεί εκ μέρους του ειδικού διαδόχου παρέμβαση και συμφωνήσουν οι αρχικοί διάδικοι, ο ειδικός διάδοχος μπορεί να υπεισέλθει στη θέση του μεταβιβάσαντος (άρθρο 85 ΚΠολΔ), ενώ, αν ασκήσει μόνο παρέμβαση και δεν υπάρχει η προαναφερθείσα συμφωνία, ο παρεμβάς ειδικός διάδοχος ενεργεί μεν όλες τις διαδικαστικές πράξεις, αλλά προς το συμφέρον του δικαιοπαρόχου του, αρχικού διαδίκου, σύμφωνα με το άρθρο 82 ΚΠολΔ (ΑΠ 1226/2019,ΑΠ 780/2019, ΑΠ 1430/2012, ΑΠ 1411/2011). Εξάλλου, σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 1 περ. γ' του ν. 4354/2015 "Διαχείριση των μη εξυπηρετούμενων δανείων....", "τα δικαιώματα που απορρέουν από τις μεταβιβαζόμενες λόγω πώλησης απαιτήσεις δύνανται να ασκούνται μόνο μέσω των εταιριών διαχείρισης της παρούσας παραγράφου. Οι μεταβιβαζόμενες απαιτήσεις από δάνεια και πιστώσεις λογίζονται ως τραπεζικές και μετά τη μεταβίβασή τους. Οι εταιρίες διαχείρισης απαιτήσεων ευθύνονται για όλες τις υποχρεώσεις απέναντι στο Δημόσιο και σε τρίτους, οι οποίες βαρύνουν τις εταιρίες απόκτησης απαιτήσεων και απορρέουν από τις μεταβιβαζόμενες απαιτήσεις". Επίσης, σύμφωνα με τη διάταξη της παραγράφου 4 του άρθρου 2 του άνω νόμου 4354/2015, "οι Εταιρίες Διαχείρισης νομιμοποιούνται, ως μη δικαιούχοι διάδικοι, να ασκήσουν κάθε ένδικο βοήθημα και να προβαίνουν σε κάθε άλλη δικαστική ενέργεια για την είσπραξη των υπό διαχείριση απαιτήσεων, καθώς και να κινούν, παρίστανται ή συμμετέχουν σε προπτωχευτικές διαδικασίες εξυγίανσης, πτωχευτικές διαδικασίες αφερεγγυότητας, διαδικασίες διευθέτησης οφειλών και ειδικής διαχείρισης των άρθρων 61 επ. του Ν. 4307/2014 (Α 246). Εφόσον οι Εταιρίες συμμετέχουν σε οποιαδήποτε δίκη με την ιδιότητα του μη δικαιούχου διαδίκου το δεδικασμένο της απόφασης καταλαμβάνει και τον δικαιούχο της απαίτησης". Η παραπάνω διάταξη (2 παρ.4 Ν.4354/2015) εφαρμόζεται όχι μόνον όταν η μεταβίβαση και η ανάθεση της διαχείρισης των απαιτήσεων στις εν λόγω εταιρείες πραγματοποιείται σύμφωνα με τις διατάξεις του ανωτέρω Ν.4354/2015, αλλά και όταν η μεταβίβαση των απαιτήσεων και η αντίστοιχη ανάθεση της διαχείρισης γίνεται με βάση τις διατάξεις για την τιτλοποίηση των απαιτήσεων του άρθρου 10 του Ν.3156/2003, καθώς είναι επιτρεπτή η παράλληλη και συνδυαστική εφαρμογή των νόμων 4354/2015 και 3156/2003, ώστε οι Εταιρίες Διαχείρισης Απαιτήσεων από Δάνεια και Πιστώσεις (Ε.Δ.Α.Δ.Π.) του Ν.4354/2015 να διαθέτουν την κατ` εξαίρεση νομιμοποίηση του άρθρου 2 § 4 του νόμου αυτού, έχοντας και τη δυνατότητα άσκησης διαδικαστικών εν γένει πράξεων (ΟλΑΠ 1/2023). 2. Κατά την έννοια του άρθρου 576 παρ. 2 ΚΠολΔ, αν κατά τη συζήτηση της αναίρεσης δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος κάποιος από τους διαδίκους, ο Άρειος Πάγος ερευνά αυτεπαγγέλτως αν ο απολειπόμενος διάδικος επέσπευσε εγκύρως τη συζήτηση, οπότε συζητεί την υπόθεση σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι, ή, αν τη συζήτηση επέσπευσε ο αντίδικος του απολειπομένου διαδίκου, οπότε εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα. Αν η κλήση για συζήτηση δεν επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση και η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση με νέα κλήτευση. Στην αντίθετη περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Στην προκειμένη περίπτωση από την υπ'αριθμ.1780Γ/6-9-2022 έκθεση επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας του Εφετείου Αθηνών Ά. Π., που προσκομίζει η αναιρεσείουσα που επισπεύδει τη συζήτηση, προκύπτει ότι επιδόθηκε, νομότυπα και εμπρόθεσμα, στην αναιρεσίβλητη τραπεζική εταιρία, ακριβές αντίγραφο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση για συζήτηση στην αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο, πλην όμως η ως άνω αναιρεσίβλητη δεν εμφανίσθηκε κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από τη σειρά του πινακίου, και πρέπει να δικασθεί ερήμην, η συζήτηση όμως θα χωρήσει σαν να ήταν και αυτή παρούσα, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 576 παρ. 2 εδ. γ` ΚΠολΔ. Η κατάθεση δήλωσης, κατ'άρθρο 242 παρ.2 του ΚΠολΔ, και προτάσεων, εκ μέρους της πληρεξουσίας δικηγόρου της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "..." και τον διακριτικό τίτλο "..." ως νόμιμης διαχειρίστριας της αλλοδαπής εταιρείας με την επωνυμία "...", ειδικής διαδόχου της παραπάνω τραπεζικής εταιρείας μετά την επέλευση της εκκρεμοδικίας, για λογαριασμό της τελευταίας (τράπεζας), εφόσον δεν μεσολάβησε η άσκηση παρέμβασης εκ μέρους της ειδικού διαδόχου ή της νόμιμης διαχειρίστριας, ούτε συμφωνία για την ανάληψη της δίκης εκ μέρους της, είναι απαράδεκτη, σύμφωνα με την προηγούμενη σκέψη. 3.Στο άρθρο 553 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ. ορίζεται ότι αίτηση αναιρέσεως επιτρέπεται μόνο κατά των μη δυναμένων να προσβληθούν με ανακοπή ερημοδικίας και έφεση οριστικών αποφάσεων που περατώνουν όλη τη δίκη ή μόνο τη δίκη για την αγωγή ή την ανταγωγή, καθώς και ότι αν η απόφαση είναι ως προς ένα μέρος οριστική, αίτηση αναιρέσεως δεν επιτρέπεται ούτε κατά των οριστικών διατάξεων πριν εκδοθεί οριστική απόφαση στη δίκη. Σύμφωνα με την ανωτέρω διάταξη, προσβλητές με αναίρεση είναι οι οριστικές αποφάσεις, δηλαδή, οι αποφάσεις είναι εκείνες που δέχονται ή απορρίπτουν ολικά ή μερικά το αίτημα παροχής έννομης προστασίας, περιέχουσες διάγνωση ως προς όλα τα επίπεδα της δικαστικής κρίσεως, απεκδύουσες έτσι το δικαστήριο από κάθε περαιτέρω εξουσία σε σχέση με το εν λόγω αίτημα (Ολ.ΑΠ 230/1983). Συνεπώς, δεν είναι οριστική η απόφαση που διαμορφώνει τη διαδικασία και προετοιμάζει την οριστική επίλυση της διαφοράς (ΑΠ 950/2020), όπως η απόφαση, με την οποία η συζήτηση κηρύσσεται απαράδεκτη (ΑΠ 1256/2022,ΑΠ 1310/2021, ΑΠ 3339/2018, ΑΠ 1670/2014, ΑΠ 687/2007). Περαιτέρω, κατά την διάταξη του άρθρου 558 εδάφ. β` του ΚΠολΔ, αν υπάρχει αναγκαστική ομοδικία, η αναίρεση πρέπει να απευθύνεται κατά όλων των ομοδίκων, αλλιώς απορρίπτεται ως απαράδεκτη. Εξάλλου, με την διάταξη του άρθρου 76 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα ορίζεται ότι όταν, πλην άλλων, εξαιτίας των περιστάσεων που συνοδεύουν την υπόθεση, δεν μπορούν να υπάρξουν αντίθετες αποφάσεις απέναντι στους ομοδίκους, οι πράξεις του καθενός ωφελούν και βλάπτουν τους άλλους, οι δε ομόδικοι που μετέχουν νόμιμα στη δίκη ή έχουν προσεπικληθεί, αν δεν παραστούν, θεωρούνται ότι αντιπροσωπεύονται από εκείνους που παρίστανται. Αναγκαστική ομοδικία, κατά την τελευταία διάταξη, υπάρχει και στην περίπτωση, κατά την οποία ο δανειστής, ασκώντας την αγωγή του άρθρου 939 του ΑΚ για διάρρηξη της απαλλοτρίωσης που έγινε προς βλάβη του από τον οφειλέτη του, ενάγει τον τελευταίο και τον τρίτο στον οποίο διατέθηκε το περιουσιακό του στοιχείο, διότι στην περίπτωση αυτή δεν είναι νοητή η έκδοση αντίθετων αποφάσεων απέναντι στους ομοδίκους αυτούς (ΑΠ 417/2015). Περαιτέρω, στην παρ. 4 του ως άνω άρθρου 76 του αυτού ΚΠολΔ ορίζεται ότι η άσκηση των ένδικων μέσων από κάποιον από τους ομοδίκους της παρ. 1 έχει αποτελέσματα και για τους άλλους. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, αν κάποιος αναγκαίος ομόδικος ασκήσει ένδικο μέσο, θεωρούνται εκ του νόμου ότι άσκησαν αυτό και οι ομόδικοι εκείνου παρόλο που αδράνησαν. Κατά τα εκτιθέμενα στην προηγούμενη σκέψη, επί αναγκαστικής ομοδικίας θεωρούνται εκ του νόμου ότι άσκησαν την αναίρεση και οι ομόδικοι του αναιρεσείοντος, οι οποίοι αδράνησαν και ως εκ τούτου αυτοί πρέπει να καλούνται, κατά το άρθρο 110 του ΚΠολΔ, στη συζήτηση της αναίρεσης. Αλλιώς, σε περίπτωση μη εμφάνισης τούτων, κηρύσσεται απαράδεκτη η συζήτηση της αναίρεσης ως προς όλους, κατ` εφαρμογή της παρ. 3 του άρθρου 576 του ίδιου Κώδικα (ΑΠ 1870/2017,AΠ 1230/2008, ΑΠ 1552/2007, ΑΠ 1145/2007).Τέλος, κατά το άρθρο 577 ΚΠολΔ το δικαστήριο πρώτα συζητεί για το παραδεκτό της αναίρεσης (παρ.1). Αν η αναίρεση δεν ασκήθηκε νόμιμα ή αν λείπει κάποια προϋπόθεση για να είναι παραδεκτή, ο Άρειος Πάγος την απορρίπτει και αυτεπαγγέλτως (παρ. 2). 4.Στην προκειμένη περίπτωση, από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δικογραφίας προκύπτουν τα εξής: Η ήδη αναιρεσίβλητη τράπεζα άσκησε κατά της αναιρεσείουσας και των 1) Π. χήρας Π. Α. και 2)Κ. Α. του Π., την από 9-12-2011 (342/2011) αγωγή διαρρήξεως καταδολιευτικής δικαιοπραξίας ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Καλαμάτας, το οποίο, με την υπ'αριθμ.20/2018 οριστική απόφασή του, τη δέχθηκε ως ουσία βάσιμη. Κατόπιν άσκησης έφεσης εκ μέρους της αναιρεσείουσας, η οποία, σε αντίθεση με τις συνεναγόμενές της, είχε παρασταθεί πρωτοδίκως, εκδόθηκε η προσβαλλόμενη υπ'αριθμ.48/2019 μη οριστική απόφαση του Εφετείου Καλαμάτας, η οποία κήρυξε απαράδεκτη τη συζήτηση επί της εφέσεως διότι δεν κλητεύθηκαν οι συνεναγόμενες της αναιρεσείουσας, με τις οποίες τη συνέδεε ο δικονομικός δεσμός της αναγκαστικής ομοδικίας. Μετά ταύτα, η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης, με την οποία προσβάλλεται η προαναφερόμενη απόφαση του Εφετείου Καλαμάτας, είναι απαράδεκτη και, εντεύθεν, απορριπτέα (ανεξάρτητα από το ότι δεν προκύπτει η κλήτευση των προαναφερθέντων αναγκαίων ομοδίκων της αναιρεσειούσης στη συζήτηση της αναίρεσης), διότι η απόφαση αυτή (αναιρεσιβαλλομένη) δεν είναι οριστική, κατά τα ανωτέρω εκτιθέμενα και, συνακόλουθα, δεν είναι δεκτική προσβολής με αναίρεση. Κατόπιν αυτών, πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του παραβόλου, που κατέθεσε η αναιρεσείουσα (άρθρο 495 παρ. 3 Β περ.δ' του ΚΠολΔ. Δικαστικά έξοδα δεν επιβάλλονται διότι η αναιρεσίβλητη ερημοδικεί. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 9-10-2020 αίτηση της Μ. Ο. του Η., για αναίρεση της υπ'αριθμ. 48/2019, μη οριστικής, απόφασης του Εφετείου Καλαμάτας. ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του παραβόλου, που κατέθεσε η αναιρεσείουσα. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 28 Μαρτίου 2023. ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 4 Μαΐου 2023. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ