Αριθμός 446/2023 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Α1' Πολιτικό Τμήμα ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αλτάνα Κοκκοβού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρήστο Τζανερρίκο, Γεώργιο Χριστοδούλου, Βασίλειο Μαχαίρα - Εισηγητή και Ευδοξία Κιουπτσίδου - Στρατουδάκη, Αρεοπαγίτες. ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 7 Δεκεμβρίου 2020, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Του αναιρεσείοντος: Γ. Χ. του Κ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Χρήστο Δεμερούκα με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και δεν κατέθεσε προτάσεις. Της αναιρεσιβλήτου: Π. συζύγου Χ. Κ., το γένος Δ. Κ., κατοίκου ... Αττικής, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κωνσταντίνο Κολοβό και κατέθεσε προτάσεις. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 17/5/2008 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4226/2014 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2721/2017 του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 21/2/2019 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Ι. Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η με αριθμό 2721/2017 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε κατά την τακτική διαδικασία, αντιμωλία των διαδίκων. Με την απόφαση αυτή απορρίφθηκε κατ' ουσίαν η από 19-2-2015 και με αριθμό κατάθεσης 1182/2015 έφεση του αναιρεσείοντος κατά της με αριθμό 4226/2014 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία είχε δεχθεί κατά ένα μέρος την από 17-5-2008 και με αριθμό κατάθεσης 116686/5610/2008 αγωγή της αναιρεσίβλητης, ως προς την κύρια βάση της, που στηρίζεται στις διατάξεις περί αδικοπραξιών (άρθρα 914 επ. ΑΚ) και είχε υποχρεώσει τον εναγόμενο - αναιρεσείοντα να καταβάλει στην αναιρεσίβλητη - ενάγουσα το ποσό των 78.625,64 ευρώ για την αποκατάσταση της θετικής της ζημίας, καθώς και το ποσό των 1.000 ευρώ για χρηματική της ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, ήτοι συνολικά το ποσό των 79.625,64 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από 29-9-2007 για το επιμέρους ποσό των 77.260,19 ευρώ και από την επομένη της επίδοσης της αγωγής για το υπόλοιπο ποσό των 2.365,45 ευρώ. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ.1 Κ.Πολ.Δ), είναι, συνεπώς, παραδεκτή (άρθρο 577 παρ.1 Κ.Πολ.Δ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς τους λόγους της (άρθρο 577 παρ.3 Κ.Πολ.Δ). ΙΙ. Από τις διατάξεις των άρθρων 111 παρ.2, 118 αριθ.4 και 216 παρ.1α Κ.Πολ.Δ, προκύπτει ότι το δικόγραφο της αγωγής πρέπει να περιέχει σαφή έκθεση των γεγονότων που απαιτούνται για την νομική της θεμελίωση, η έλλειψη δε της ανεπαρκής ή η ασαφής αναφορά κάποιου από τα γεγονότα αυτά, δηλαδή η αοριστία της αγωγής, συνιστά έλλειψη της με ποινή απαραδέκτου επιβαλλομένης προδικασίας, η οποία εξετάζεται από το δικαστήριο αυτεπαγγέλτως. Η αοριστία της αγωγής συνδέεται με την νομική εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα του ουσιαστικού δικαίου, ελέγχεται ως πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθ.1 Κ.Πολ.Δ, αν το δικαστήριο για τον σχηματισμό της κρίσης του σχετικά με την νομική επάρκεια της αγωγής αξίωσε περισσότερα στοιχεία από εκείνα που απαιτεί ο νόμος για τη θεμελίωση του δικαιώματος ή, αν αντιθέτως, αρκέστηκε σε λιγότερα (νομική αοριστία). Αντίθετα, η έλλειψη εξειδίκευσης των πραγματικών περιστατικών που θεμελιώνουν κατ' αρχήν το ασκούμενο με την αγωγή ουσιαστικό δικαίωμα και αποτελούν την προϋπόθεση εφαρμογής του αντίστοιχου κανόνα ουσιαστικού δικαίου χαρακτηρίζεται ως ποσοτική αοριστία της αγωγής, ενώ η επίκληση απλώς των στοιχείων του νόμου χωρίς αναφορά πραγματικών περιστατικών χαρακτηρίζεται ως ποιοτική αοριστία της αγωγής και ελέγχονται και οι δύο αναιρετικά με τους λόγους από τους αριθ. 8 και 14 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ (ΑΠ 5/2019, ΑΠ 59/2019, ΑΠ 143/2018). Η αοριστία της αγωγής δεν αφορά τη δημόσια τάξη, ώστε η αναιρετική πλημμέλεια να εμπίπτει στην εξαιρετική περίπτωση του άρθρου 562 παρ.2 περ.γ' Κ.Πολ.Δ (Ολ. ΑΠ 1/1987, ΑΠ 793/2015, ΑΠ 150/2013). Έτσι, η ποσοτική αοριστία της αγωγής πρέπει να προταθεί στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και να επαναφερθεί στο δευτεροβάθμιο νόμιμα, να αναφέρεται δε αυτό στο αναιρετήριο και να καθορίζεται συγχρόνως ο νόμιμος τρόπος προβολής του σχετικού ισχυρισμού στο πρωτοβάθμιο και της επαναφοράς του στο δευτεροβάθμιο, με αναφορά των πραγματικών περιστατικών που ελλείπουν, εξαιτίας των οποίων δεν παρέχεται η δυνατότητα στον εναγόμενο να αμυνθεί και συνεπεία των οποίων η αγωγή είναι αόριστη (Ολ. ΑΠ 16/2000, ΑΠ 46/2013, ΑΠ 1631/2009). Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298 και 914 ΑΚ συνάγεται ότι προϋποθέσεις της αδικοπρακτικής ευθύνης είναι: α) η υπαιτιότητα του υποχρέου, η οποία υπάρχει στην περίπτωση του δόλου και της αμέλειας, β) η παράνομη συμπεριφορά του υπόχρεου σε αποζημίωση έναντι εκείνου που ζημιώθηκε, γ) η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας (συνδέσμου) μεταξύ της παράνομης συμπεριφοράς και της ζημίας και δ) η ύπαρξη ζημίας. Αιτιώδης δε σύνδεσμος, ως όρος της αδικοπραξίας, υπάρχει όταν η πράξη ή η παράλειψη του ευθυνόμενου προσώπου ήταν, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, ικανή και μπορούσε αντικειμενικά να επιφέρει κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων και χωρίς τη μεσολάβηση άλλου περιστατικού, το συγκεκριμένο επιζήμιο αποτέλεσμα (Ολ. ΑΠ 2/2019, Ολ. ΑΠ 18/2004, ΑΠ 813/2019, ΑΠ 2/2019, ΑΠ 949/2015). Κατά τα άρθρα 297 και 298 ΑΚ, ο υπόχρεος σε αποζημίωση οφείλει να την παράσχει σε χρήμα. Η αποζημίωση περιλαμβάνει τη μείωση της περιουσίας του δανειστή (θετική ζημία), καθώς και το διαφυγόν κέρδος, δηλαδή, εκείνο που προσδοκά κανείς με πιθανότητα, σύμφωνα με τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων ή τις ειδικές περιστάσεις και ιδίως τα προπαρασκευαστικά μέτρα που έχουν ληφθεί. ΙΙΙ. Στην προκειμένη περίπτωση, από την παραδεκτή κατ' άρθρ. 561 παρ.2 Κ.Πολ.Δ επισκόπηση του δικογράφου της από 17-5-2008 και με αριθμό κατάθεσης 116686/5610/2008 αγωγής της αναιρεσίβλητης, ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, προκύπτει ότι εκτίθενται τα εξής ουσιώδη πραγματικά περιστατικά: Ότι η ενάγουσα, αποκλειστική κυρία ενός οικοπέδου έκτασης 545,67 τ.μ. που βρίσκεται στο ..., επί του οποίου είχε αναγείρει κτίσμα αποτελούμενο από υπόγειο και ισόγειο, αποφάσισε το έτος 2005 να αναγείρει πάνω από το ισόγειο δύο (2) οριζόντιες ιδιοκτησίες (μεζονέτες), εκτεινόμενες στον Α' και Β' ορόφους. Ότι τον Ιούλιο του έτους 2005 συμφώνησε με τον εναγόμενο να αναλάβει την έκδοση της προβλεπόμενης οικοδομικής άδειας, αντί αμοιβής 20.185 ευρώ και το Νοέμβριο του ίδιου έτους ο εναγόμενος ανέλαβε, κατόπιν προφορικής συμφωνίας τους, την κατασκευή και πλήρη αποπεράτωση των δύο (2) παραπάνω οριζοντίων ιδιοκτησιών, με το κόστος αγοράς όλων των υλικών του έργου, τις δαπάνες των εργασιών και των εισφορών του Ι.Κ.Α, να βαρύνουν την ενάγουσα, χρήματα που θα κατέβαλε στον εναγόμενο, μετά από αίτημά του, για να προβαίνει ο ίδιος στις ανάλογες πληρωμές. Ότι το κόστος του έργου (δαπάνες αγοράς υλικών και αμοιβής εργασιών) θα υπολογίζονταν με τις ελάχιστες τιμές της αγοράς, η δε αμοιβή του εναγομένου συμφωνήθηκε σε ποσοστό 12% επί του συνολικού κόστους του έργου. Ότι η κατασκευή του έργου άρχισε το μήνα Δεκέμβριο του έτους 2005 και σταμάτησε την 17-5-2007, έχοντας ο εναγόμενος εκτελέσει τις περιγραφόμενες στην αγωγή εργασίες, διότι ο τελευταίος δεν απέδιδε αναλυτικό λογαριασμό του κόστους του έργου στην ενάγουσα, η οποία υπαναχώρησε από τη σύμβαση με την από 27-9-2007 εξώδικη δήλωσή της. Ότι μέχρι την 17-5-2007 η ενάγουσα είχε καταβάλει, τμηματικά, στον εναγόμενο το συνολικό ποσό των 211.000 ευρώ (μη συμπεριλαμβανομένου του ποσού των 20.185 ευρώ που αφορά την έκδοση της οικοδομικής άδειας), για όλες τις εργασίες που είχαν εκτελεστεί μέχρι την 16-5-2007, ενώ αυτός δικαιούταν να λάβει το συνολικό ποσό των 132.374,36 ευρώ, σύμφωνα με την επιμέτρηση του όλου έργου, την οποία ενήργησαν άλλοι μηχανικοί, με εντολή της ενάγουσας. Ειδικότερα, ότι ο εναγόμενος έλαβε από την ενάγουσα το ποσό των 58.040 ευρώ για αγορά υλικών, το ποσό των 114.559,86 ευρώ για δαπάνη εργασιών, το ποσό των 17.710,14 ευρώ για τις εισφορές του ΙΚΑ και συνολικά το ποσό των 211.000 ευρώ, ενώ εδικαιούτο να λάβει το ποσό των 58.040 ευρώ για την αγορά υλικών, το ποσό των 49.721,80 ευρώ για δαπάνη εργασιών, το ποσό των 17.710,14 ευρώ για εισφορές ΙΚΑ και το ποσό των 12.931,42 ευρώ για αμοιβή του, ήτοι το συνολικό ποσό των 132.374,36 ευρώ και τούτο όχι με τις τρέχουσες, αλλά με τις ανώτερες τιμές της αγοράς κατά το χρόνο εκτέλεσης του έργου, όπως οι απαιτούμενες δαπάνες του έργου παρατίθενται αναλυτικά στο δικόγραφο της αγωγής. Ότι ο εναγόμενος, με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος παράνομο περιουσιακό όφελος, έπεισε την ενάγουσα να του καταβάλει το παραπάνω ποσό των 211.000 ευρώ, δηλώνοντάς της ψευδώς, ότι δήθεν για τις αμοιβές εργασιών του έργου απαιτήθηκε το ποσό των 114.559,86 ευρώ, ενώ η αλήθεια είναι ότι το ποσό αυτό δεν υπερβαίνει τα 49.721,8 ευρώ και ότι με τον τρόπο αυτό ωφελήθηκε παράνομα το ποσό των 78.625,24 ευρώ, προξενώντας στην ενάγουσα και ηθική βλάβη. Το δε ποσό της θετικής ζημίας των 78.625,64 ευρώ ζήτησε, κυρίως, κατά τις περί αδικοπραξιών διατάξεις (914 ΑΚ) και επικουρικά ως εύλογη αποζημίωση, κατόπιν της υπαναχώρησής της από τη σύμβαση έργου. Περαιτέρω, από την παραδεκτή επισκόπηση των από 10-5-2011 εγγράφων προτάσεων του αναιρεσείοντος, προκύπτει ότι αυτός είχε προβάλει τον ισχυρισμό περί αοριστίας του δικογράφου της παραπάνω αγωγής, σχετικά με τα πραγματικά περιστατικά που θεμελιώνουν την κύρια βάση της, καθώς και ως προς τη ζημία της ενάγουσας, αιτιώμενος ειδικότερα ότι δεν παρατίθενται τα συνολικά ποσά για αγορά υλικών και για δαπάνες εργασιών, που του κατέβαλε για κάθε επί μέρους δαπάνη και στη συνέχεια να γίνεται σύγκριση των ποσών αυτών με αυτά που στην αγωγή αναφέρονται ως "ανώτερες τιμές της αγοράς". Ακόμη ότι σε επιμέρους κονδύλια δαπανών δεν διευκρινίζεται τι μέρος αυτών αφορά αγορά υλικών και τι δαπάνες εργασιών. Εξάλλου, από την επισκόπηση του δικογράφου της από 19-2-2015 έφεσης του αναιρεσείοντος, προκύπτει ότι τον ισχυρισμό αυτό περί αοριστίας του δικογράφου της αγωγής, ο αναιρεσείων επανέφερε στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, με τον πρώτο λόγο της έφεσής του. Το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, απέρριψε ως αβάσιμο τον πρώτο λόγο της έφεσης, διαλαμβάνοντας τα εξής: "Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο της υπό κρίση έφεσης παραπονείται ο εκκαλών, επειδή το πρωτοβάθμιο δικαστήριο με την εκκαλούμενη απόφασή του έκρινε ορισμένη την αγωγή, απορρίπτοντας σιγή την ένσταση αοριστίας που είχε προβάλει με τις πρωτόδικες προτάσεις του. Ωστόσο η από 17-5-2009 αγωγή, με το περιεχόμενο που αναφέρθηκε, διαλαμβάνει όλα τα απαιτούμενα κατ' άρθρο 216 παρ. 1 ΚΠολΔ στοιχεία για το ορισμένο της θεμελιούμενης στις περί αδικοπραξιών διατάξεις-κύριας βάσης της (η μη ερευνηθείσα πρωτοδίκως επικουρική βάση της αγωγής δεν θα εξεταστεί στο παρόν στάδιο, αλλά μόνο σε περίπτωση εξαφάνισης της εκκαλουμένης και εν συνεχεία απόρριψης της κύριας βάσης της αγωγής όσον αφορά την περιουσιακή ζημία), ενώ η επικαλούμενη περιουσιακή ζημία εξειδικεύεται επαρκώς με αναλυτική παράθεση των κονδυλίων που απαρτίζουν τη δαπάνη συνολικού ποσού 49.721,80 ευρώ, η οποία, κατά τους ισχυρισμούς της ενάγουσας, απαιτήθηκε για αμοιβές εργατοτεχνικού προσωπικού. Συνεπώς, τα αντίθετα υποστηριζόμενα με τον ανωτέρω λόγο έφεσης κρίνονται απορριπτέα ως αβάσιμα". Με το περιεχόμενο που προεκτέθηκε, το δικόγραφο της αγωγής, με το οποίο η ενάγουσα αξιώνει την αποκατάσταση της θετικής της ζημίας, συνισταμένης στη διαφορά μεταξύ πραγματικού κόστους των δαπανών αμοιβής εργασιών του επιδίκου έργου και του ποσού που κατέβαλε συνολικά στον εναγόμενο για την αιτία αυτή, καθώς και χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, ένεκα ψευδών παραστάσεων του εναγομένου, ο οποίος ενήργησε με σκοπό να αποκομίσει παράνομο περιουσιακό όφελος, περιέχει σαφή έκθεση των γεγονότων που την θεμελιώνουν κατά νόμο, σύμφωνα με το άρθρο 216 παρ.1 Κ.Πολ.Δ. Ειδικότερα, εκτίθενται σαφώς τα πραγματικά περιστατικά της αδικοπρακτικής συμπεριφοράς του εναγομένου και περιγράφεται η θετική ζημία της ενάγουσας, με αναλυτική παράθεση των κονδυλίων δαπανών αμοιβής εργασιών (49.721,80 ευρώ) και αναφορά του συνολικού ποσού των 114.559,96 ευρώ που κατέβαλε για την αιτία αυτή η ενάγουσα, χωρίς να απαιτείται και ανάλυση των επιμέρους κονδυλίων καταβολών για να μπορεί το δικαστήριο της ουσίας να εκτιμήσει τα επιπλέον καταβληθέντα, δηλαδή να προσδιορίσει το ύψος της ζημίας της ενάγουσας, αφού η ζημία προσδιορίζεται με τις πραγματικά οφειλόμενες δαπάνες αμοιβής εργασιών και την αφαίρεση του ποσού αυτών από το ποσό που συνολικά κατέβαλε, για την ίδια αιτία, η ενάγουσα. Επομένως, το δικόγραφο της αγωγής δεν πάσχει από ποσοτική αοριστία και το Εφετείο που απέρριψε τον πιο πάνω πρώτο λόγο της έφεσης, ορθά εκτίμησε το δικόγραφό της. Άρα, ο πρώτος λόγος της αίτησης αναίρεσης, από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ κατ' ορθήν εκτίμηση (και όχι από τον αριθμό 1 του ίδιου άρθρου, το οποίο ενάριθμα παρατίθεται στο αναιρετήριο), με τον οποίο ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι παρά το νόμο δέχθηκε ως ορισμένη την αγωγή της αναιρεσίβλητης, ισχυριζόμενος ότι η αγωγή ήταν αόριστη ως προς το νομικό χαρακτηρισμό της σχέσης του με την αντίδικό του, αν δηλαδή πρόκειται για αθέτηση συμβατικής υποχρέωσης ή περί αδικοπραξίας και ότι στο δικόγραφό της δεν αναφέρεται το ποσό που του κατέβαλε για κάθε επί μέρους δαπάνη υλικών και εργατικών και ακόμα ότι σε αναφερόμενα κονδύλια της συνολικής δαπάνης των 49.721,80 ευρώ δεν γίνεται διάκριση μεταξύ των δαπανών αγοράς υλικών και αμοιβής εργασιών, είναι αβάσιμος, δεδομένου και του ότι η ένδικη αξίωση της αναιρεσίβλητης, βασίζεται στην διαφορά της αμοιβής εργασιών, δαπάνες που εξειδικεύονται στην αγωγή. ΙV. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.19 Κ.Πολ.Δ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης, η οποία στοιχειοθετεί τον προβλεπόμενο από τη διάταξη αυτή λόγο αναίρεσης, συντρέχει όταν στο αιτιολογικό της απόφασης, που αποτελεί την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν περιέχονται καθόλου ή δεν αναφέρονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί, αν στην συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόστηκε ή αν συνέτρεχαν οι όροι άλλου κανόνα που ήταν εφαρμοστέος αλλά δεν εφαρμόστηκε (Ολ. ΑΠ 2/2019, Ολ. ΑΠ 25/2004, ΑΠ 275/2018). Για να είναι δε ορισμένος ο λόγος αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση εξαιτίας ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών, πρέπει στο αναιρετήριο να αναφέρονται οι ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης και να εξειδικεύονται οι ανεπάρκειες ή οι αντιφάσεις που προσάπτονται τις ως άνω παραδοχές, δηλαδή να διαλαμβάνεται ποιες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιλαμβάνει η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας ή να εντοπίζονται οι αντιφάσεις. Επίσης πρέπει στο αναιρετήριο να παρατίθεται η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάστηκε και ο προταθείς ουσιώδης αυτοτελής ισχυρισμός με τα πραγματικά περιστατικά που θεμελιώνουν αυτόν (ΑΠ 326/2018, ΑΠ 69/2016, ΑΠ 1454/2014, ΑΠ 116/2012, ΑΠ 601/2011, ΑΠ 1206/2008). Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο διέλαβε στον ελάσσονα συλλογισμό της προσβαλλόμενης απόφασής του τις ακόλουθες πραγματικές παραδοχές: "Δυνάμει άτυπης (προφορικής) σύμβασης έργου, που καταρτίστηκε στην Αθήνα, τον Νοέμβριο του έτους 2005, μεταξύ των διαδίκων, η ενάγουσα ανέθεσε στον εναγόμενο αρχιτέκτονα μηχανικό την ανέγερση, σε οικόπεδο ιδιοκτησίας της κείμενο στο ... και στη συμβολή των οδών ..., επί του οποίου υφίστατο οικοδομή αποτελούμενη από υπόγειο και ισόγειο όροφο, δύο οριζόντιων ιδιοκτησιών (μεζονετών) αποτελούμενων από πρώτο και δεύτερο πάνω από το ισόγειο ορόφους, επιφάνειας της πρώτης 55,69 τ.μ. στον Α' όροφο και 68,96 τ.μ. στον Β' όροφο, ενώ της δεύτερης 75,79 τ.μ. στον Α' όροφο και 68,53 τ.μ. στον Β' όροφο. Ο εναγόμενος ανέλαβε την εκτέλεση του ως άνω έργου με συνεργεία και υλικά της επιλογής του, τα οποία θα μεριμνούσε ώστε να έχουν το ελάχιστο δυνατό κόστος και σε κάθε περίπτωση να μην υπερβαίνουν τις τρέχουσες τιμές της αγοράς, ενώ η ενάγουσα ανέλαβε την υποχρέωση να του καταβάλει τις δαπάνες για αγορά υλικών και αμοιβές εργατοτεχνικού προσωπικού. Η αμοιβή του εναγομένου συμφωνήθηκε σε ποσοστό 12% επί του συνολικού κόστους του έργου, στο οποίο δεν συμπεριλαμβάνονταν οι καταβλητέες στο Ι.K..A. ασφαλιστικές, εισφορές, αφαιρουμένου του ποσού των 6.029 ευρώ που του είχε καταβληθεί προηγουμένως, καταβλητέα δε σταδιακά ανάλογα με την πρόοδο των εργασιών. Ως χρόνος παράδοσης του έργου συμφωνήθηκε ο Σεπτέμβριος του έτους 2006 υπό την προϋπόθεση ότι η ενάγουσα θα κατέβαλλε στον εναγόμενο χωρίς καθυστερήσεις τα εκάστοτε απαιτούμενα ποσά για αγορά υλικών και αμοιβές εργατοτεχνικού προσωπικού. Η εκτέλεση του έργου άρχισε τον Δεκέμβριο του έτους 2005 και διήρκεσε μέχρι τις 17-5-2007, οπότε η ενάγουσα δήλωσε προφορικά στον εναγόμενο ότι υπαναχωρεί από τη μεταξύ τους σύμβαση, επειδή διαπίστωσε ότι τα ποσά που του είχε καταβάλει έως τότε και ανέρχονταν στο συνολικό ποσό των 211.000 ευρώ, ήταν υπέρογκα σε σχέση με το εκτελεσθέν έργο. Τους ανωτέρω, ισχυρισμούς της επανέλαβε η, ενάγουσα με την από 27-9-2007 εξώδικη δήλωσή της, που επιδόθηκε στον εναγόμενο στις 28-9-2007, με την οποία τον καλούσε να της αποδώσει άμεσα το επιπλέον ποσό των 77.260,19 ευρώ, που είχε παρανόμως εισπράξει κατά τη διάρκεια της εκτέλεσης του έργου και αποτελούσε μέρος του καταβληθέντος ποσού των 211.000 ευρώ. Περαιτέρω, αποδεικνύεται ότι εντός του ανωτέρω χρονικού διαστήματος είχαν εκτελεστεί οι κατωτέρω εργασίες: 1) Κατασκευή του φέροντος οργανισμού από οπλισμένο σκυρόδεμα, 2) κατασκευή εξωτερικών και εσωτερικών οπτοπλινθοδομών, 3) κατασκευή εξωτερικών και εσωτερικών επιχρισμάτων των υπό ανέγερση οριζόντιων ιδιοκτησιών και επιχρισμάτων εξωτερικής επιφάνειας του οπίσθιου τοίχου του ισογείου, 4) κατασκευή θερμομόνωσης εξωτερικών τοίχων και ταρατσών, 5) τοποθέτηση ψευτοκασών για τα κουφώματα αλουμινίου, 6) κατασκευή μέρους της ηλεκτρολογικής εγκατάστασης και ειδικότερα κατασκευή σωληνώσεων και τοποθέτηση καλωδίων, 7) κατασκευή θερμομόνωσης και υγρομόνωσης ταρατσών και ειδικότερα τοποθέτηση θερμομονωτικών πλακών, κατασκευή ρύσεων και τοποθέτηση ασφαλτόπανου, 8) κατασκευή μέρους της ύδρευσης και αποχέτευσης και ειδικότερα τοποθέτηση μόνο σωληνώσεων χωρίς βρύσες, βάνες και είδη υγιεινής, 9) κατασκευή εγκατάστασης καύσιμου αερίου, 10) κατασκευή μέρους της κεντρικής θέρμανσης και ειδικότερα τοποθέτηση επιδαπέδιων δικτύων από χαλκοσωλήνες, συλλεκτών ορόφων και κεντρικής στήλης, χωρίς, να έχουν τοποθετηθεί ηλεκτροβάνες στους συλλέκτες, θερμαντικά σώματα, λέβητας, καυστήρας, δεξαμενή πετρελαίου και δίκτυο σωληνώσεων λεβητοστασίου, 11) κατασκευή, σκεπάσματος αίθριου (κούπολα), 12) καθαίρεση παλαιού WC υπογείου και σκέπαστρου απόληξης κλιμακοστασίου, 13) κτίσιμο στον υπόγειο όροφο των τοίχων του μηχανοστασίου επιφάνειας 5 τ.μ. και ενός μικρού WC, 14) απομάκρυνση μπάζων που δημιουργήθηκαν κατά την εκτέλεση των εργασιών ανέγερσης και 15) καθαρισμός κήπου όμορης οικοδομής από μπάζα που έπεσαν εντός αυτού κατά τη διάρκεια των επιχρισμάτων. Για τις ως άνω εκτελεσθείσες εργασίες και την αγορά των απαιτούμενων υλικών η ενάγουσα κατέβαλε τμηματικά στον εναγόμενο το συνολικό ποσό των 211.000 ευρώ, το οποίο αναλύεται ως εξής: α) 54.649,89 ευρώ για αγορά υλικών, β) 117.951 ευρώ για αμοιβές εργατοτεχνικού προσωπικού, γ) (54.649,89 + 117.951 = 172.600,89 Χ 12% =) 20.712,10 ευρώ για αμοιβή εναγομένου και δ) 17.710,14 ευρώ για εισφορές Ι.Κ.Α., ήτοι συνολικά 211.023,13 ευρώ και κατά στρογγυλοποίηση 211.000 ευρώ. Ειδικότερα, ποσό 187.000 ευρώ καταβλήθηκε τμηματικά με κατάθεση σε τραπεζικό λογαριασμό του εναγόμενου, την καταβολή δε του εν λόγω ποσού συνομολογεί ο τελευταίος τόσο με τις πρωτόδικες και τις κατ' έφεση προτάσεις του, όσο και με την υπό κρίση έφεσή του, ενώ το υπόλοιπο ποσό των 24.000 ευρώ καταβλήθηκε εις χείρας του σε μετρητά, χωρίς να εκδοθούν από αυτόν σχετικές αποδείξεις, ως εξής: α) 4.000 ευρώ στις 14-12-2005, β) 5.000 ευρώ στις 23-3-2006, γ) 5.000 ευρώ στις 2-8-2006, δ) 5.000 ευρώ στις 28-11-2006 και ε) 5.000 ευρώ στις 16-1-2007 (βλ. υπ' αριθ. 9605 και 9607/15-12-2009 ένορκες βεβαιώσεις, καθώς και ένορκη κατάθεση του μάρτυρα της ενάγουσας στην 6η σελίδα των ταυτάριθμων με την εκκαλούμενη απόφαση πρακτικών). Εξάλλου, αποδεικνύεται ότι οι αμοιβές του εργατοτεχνικού προσωπικού για το ως άνω εκτελεσθέν έργο, υπολογιζόμενες ανά μονάδα εργασίας με βάση τις τρέχουσες τιμές της αγοράς κατά το χρονικό διάστημα από τον Δεκέμβριο του 2005 έως τον Μάιο του 2007, ανέρχονταν στα εξής ποσά: 1) Για εργασίες σκυροδέτησης α) σκυρόδεμα 167 κυβ.μ. Χ 65 ευρώ/κυβ.μ. = 10.855 ευρώ, β) σκαλοπάτια 40 τεμ. x 18 ευρώ/τεμ. = 720 ευρώ, γ) πέργκολα 40 μέτρα x 18 ευρώ/μέτρο=720 ευρώ, ήτοι συνολικά 12.295 ευρώ, 2) για τοποθέτηση σιδήρου στους ξυλοτύπους, 5.769 κιλά σιδήρου x 0,20 ευρώ/κιλό = 1.153,80 ευρώ, 3) για κτίσιμο τούβλων α) τοίχοι 550 τ.μ. x 4 ευρώ/τ.μ. = 2.200 ευρώ, β) σενάζια 250 μέτρα χ 4 ευρώ/μέτρο = 1.000 ευρώ, ήτοι συνολικά 3.200 ευρώ, 4) για εργασίες επιχρισμάτων α) επιχρίσματα 2.300 τ.μ. χ 4 ευρώ/τ.μ. = 9.200 ευρώ, β) γωνίες 700 μέτρα χ 4 ευρώ/μέτρο = 2.800 ευρώ, ήτοι συνολικά 12.000 ευρώ, 5) για εργασίες τοποθέτησης ψευτοκασών, 15 ψευτοκάσες (για εσωτερικές πόρτες) Χ 12 ευρώ εκάστη - 225 ευρώ, 6) για ηλεκτρολογικές εργασίες, συνολική επιφάνεια οριζόντιων ιδιοκτησιών 268,97 τ.μ. Χ 18 ευρώ/τ.μ. - 4.841 ευρώ, 7) για εργασίες θερμομόνωσης και υγρομόνωσης ταρατσών και δώματος, 200 τ.μ. Χ 14,50 ευρώ/τ.μ. = 2.900 ευρώ, 8) για εργασίες τοποθέτησης σωληνώσεων ύδρευσης και αποχέτευσης, συνολική επιφάνεια οριζόντιων ιδιοκτησιών 268,97 τ.μ. χ 18 ευρώ/τ.μ. = 4.841 ευρώ, 9) για εργασίες εγκατάστασης καυσίμου αερίου, τρεις παροχές (δύο κουζίνας και μία λεβητοστασίου) Χ 800 ευρώ εκάστη = 2.400 ευρώ, 10) για εργασίες εγκατάστασης κεντρικής θέρμανσης, συνολική επιφάνεια οριζόντιων ιδιοκτησιών 268,97 τ.μ. Χ 14 ευρώ/τ.μ. =3.766 ευρώ, 11) για τοποθέτηση σκεπάσματος αίθριου, επιφάνειας 2 τ.μ., απαιτήθηκαν δύο ώρες εργασίες Χ 75 ευρώ η ώρα = 150 ευρώ, 12) για καθαίρεση WC υπογείου, επιφάνειας 2 τ.μ., 100 ευρώ και για αποκομιδή μπάζων WC 150 ευρώ, 13) για αποκομιδή μπάζων οικοδομής, 10 κάδοι χ 150 ευρώ έκαστος = 1.500 ευρώ και 14) για εργασίες καθαρισμού κήπου όμορης οικοδομής από μπάζα που έπεσαν εντός αυτού κατά τη διάρκεια των επιχρισμάτων, δύο ημερομίσθια Χ 100 ευρώ έκαστο = 200 ευρώ. Επομένως, για όλες τις ανωτέρω εργασίες απαιτήθηκε το συνολικό ποσό των 49.721,80 ευρώ. Πρέπει να σημειωθεί ότι, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, δεν παρίσταται ανάγκη διενέργειας πραγματογνωμοσύνης, προκειμένου να διαπιστωθεί η επιφάνεια της κατασκευασθείσας από τούβλα τοιχοποιίας, το μήκος των σεναζιών και η επιφάνεια των επιχρισμάτων, αίτημα το οποίο είχε υποβληθεί από τον εναγόμενο με τις πρωτόδικες προτάσεις του και απορρίφθηκε από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, επανάφέρεται δε με την υπό κρίση έφεσή του. Και τούτο διότι οι ισχυρισμοί του εναγομένου περί τοιχοποιίας 822 τ.μ., σεναζιών 300 μέτρων και επιχρισμάτων 2.800 τ.μ., αντί των 550 τ.μ., 250 μέτρων και 2.300 τ.μ. αντίστοιχα, που αναφέρονται στην αγωγή και προκύπτουν από την με ημερομηνία 30-6-2008 τεχνική έκθεση του πολιτικού μηχανικού Σ. Π., δεν κρίνονται πειστικοί, δεδομένου ότι ακόμη και ο υιός του, εξεταζόμενος ενόρκως ως μάρτυρας ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, κατέθεσε ότι η τοιχοποιία από τούβλα ήταν περίπου 800 τ.μ., χωρίς να αναφερθεί στο μήκος των σεναζιών και στην επιφάνεια των επιχρισμάτων (βλ. 14η σελ. των ταυτάριθμων με την εκκαλούμενη απόφαση πρακτικών). Εξάλλου, οι ισχυρισμοί του εναγομένου α) ότι η υφιστάμενη επί του ανωτέρω οικοπέδου οικοδομή, αποτελούμενη από υπόγειο και ισόγειο όροφο, δεν είχε σιδηροαναμονές και ότι τούτο είχε ως συνέπεια την επαύξηση του κόστους κατασκευής των επίδικων οριζόντιων ιδιοκτησιών, αποτελούμενων από πρώτο και δεύτερο πάνω από το ισόγειο ορόφους, το οποίο (επιπλέον κόστος) δεν προσδιορίζει, και β) ότι οι εργασίες ανέγερσης της οικοδομής σταματούσαν καθημερινά στις 11:30, προκειμένου να μην παρεμποδίζεται η λειτουργία του πρακτορείου ΟΠΑΠ που στεγαζόταν στο ισόγειο αυτής, και ότι τούτο είχε ως συνέπεια την επαύξηση των αμοιβών του εργατοτεχνικού προσωπικού, την οποία (αύξηση) επίσης δεν προσδιορίζει, δεν αποδεικνύονται, δεδομένου ότι για τα γεγονότα αυτά καταθέτει μόνον ο υιός του, ο οποίος εξετάστηκε ενόρκως στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, η κατάθεση του οποίου δεν ενισχύεται από οποιοδήποτε άλλο αποδεικτικό μέσο. Όσον αφορά την υπ' αριθ. 3563/12-5-2011 ένορκη βεβαίωση του μάρτυρα Ι.-Ι. Μ., αρχιτέκτονα μηχανικού, ο οποίος καταθέτει ότι για άγνωστο λόγο είχαν κοπεί οι σιδηροαναμονές, με αποτέλεσμα να απαιτούνται πρόσθετες εργασίες για την αποκάλυψη του υπάρχοντας σιδηροοπλισμού και τη σύνδεσή του με τον νέο σιδηροοπλισμό, πρέπει να σημειωθεί ότι, όπως ο ίδιος αναφέρει στην εν λόγω ένορκη βεβαίωσή του, ουδέποτε επισκέφθηκε την επίδικη οικοδομή και, συνεπώς, δεν είχε ιδίαν αντίληψη των πραγμάτων, παρά μόνο πληροφορίες προερχόμενες από τον εναγόμενο λόγω της φιλικής και επαγγελματικής σχέσης τους. Αντιθέτως, ο μάρτυρας της ενάγουσας, Σ. Π., πολιτικός μηχανικός, στον οποίο ανατέθηκε το έργο της αποπεράτωσης της επίδικης οικοδομής μετά την υπαναχώρηση της τελευταίας από τη σύμβαση που είχε συνάψει με τον εναγόμενο, εξεταζόμενος ενόρκως στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου κατέθεσε, ότι αφότου ανέλαβε το ως άνω έργο και μέχρι την αποπεράτωσή του δεν τέθηκε ζήτημα μειωμένου ωραρίου εργασίας των συνεργείων της οικοδομής, προκειμένου να μην παρεμποδίζεται η λειτουργία των καταστημάτων του ισογείου (βλ. 7η σελ. των ταυτάριθμων με την εκκαλούμενη απόφαση πρακτικών). Περαιτέρω, δεν αποδείχθηκε ότι ο εναγόμενος κατέβαλε πράγματι στο εργατοτεχνικό προσωπικό, το οποίο χρησιμοποίησε για την εκτέλεση του έργου που του ανατέθηκε από την ενάγουσα, το συνολικό ποσό των 100.050 ευρώ, για το οποίο επικαλείται και προσκομίζει φωτοαντίγραφα των ακόλουθων αποδείξεων πληρωμής, οι οποίες δεν φέρουν σφραγίδα του εκδότη τους, λαμβάνονται όπως υπόψη από το Δικαστήριο ως αποδεικτικά μέσα που δεν πληρούν τους όρους του νόμου (άρθρο 270 παρ. 2 ΚΠολΔ), ήτοι: α) υπ' αριθ. 1/20-1-2005, 2/14-2-2006, 3/16-2-2006, 4/1-3-2006, 5/14-3-2006 και 6/12-4-2006 αποδείξεις πληρωμής του εργολάβου Γ. Σ., ποσού 900 ευρώ, 2.000 ευρώ, 2.100 ευρώ, 1.000 ευρώ, 2.500 ευρώ και 3.100 ευρώ αντίστοιχα, συνολικά δε 11.600 ευρώ, β) υπ' αριθ. 1/15-4-2006, 2/19-4-2006, 3/28-4-2006, 4/15-7-2006 και 5/19-7-2006 αποδείξεις πληρωμής του εργολάβου Κ. Σ., ποσού 2.000 ευρώ, 1.000 ευρώ, 2.000 ευρώ, 4.500 ευρώ και 2.000 ευρώ αντίστοιχα, συνολικά δε 11.500 ευρώ, γ) υπ' αριθ. 1/28-9-2006, 2/6-10-2006, 3/13-10-2006, 4/20-10-2006, 5/27-10-2006, 6/2-11-2006, 7/24-11-2006 και 8/15-12-2006 αποδείξεις πληρωμής του εργολάβου Χ. Σ., ποσού 4.000 ευρώ, 4.650 ευρώ, 1.800 ευρώ, 1.300 ευρώ, 4.000 ευρώ, 4.000 ευρώ, 3.600 ευρώ και 4.000 ευρώ αντίστοιχα, συνολικά δε 27.350 ευρώ, δ) υπ' αριθ. 1/13-10-2006 και 2/20-3-2007 αποδείξεις πληρωμής των Γ. Κ. και Μ. Ξ.- αντίστοιχα, ποσού 1.300 ευρώ εκάστη και συνολικά 2.600 ευρώ, ε) υπ' αριθ. 1/9-8-2006 απόδειξη πληρωμής του ξυλουργού Σ. Ψ., ποσού 1.300 ευρώ, στ) υπ'αριθ. 1/6-9-2006, 2/13-9-2006, 3/2-10-2006, 4/9-2-2007, 5/20-3-2007 και 6/2-4-2007 αποδείξεις πληρωμής του ηλεκτρολόγου Β. Χ., ποσού 2.000 ευρώ, 1.000 ευρώ, 1.000 ευρώ, 3.000 ευρώ, 1.000 ευρώ και 3.500 ευρώ αντίστοιχα, συνολικά δε 11.500 ευρώ, ζ) άνευ αριθμού από 2-2-2007 και υπ' αριθ. 2/2-3-2007 αποδείξεις πληρωμής του Δ. Μ., ποσού 2.900 ευρώ και 1.3.00 ευρώ αντίστοιχα, συνολικά δε 4.200 ευρώ, η) υπ1 αριθ. 1/13-9-2006,2/22-9-2006, 3/2-3-2007,4/20-3-2007 και 5/29-3-2007 αποδείξεις πληρωμής του υδραυλικού Νίκου Χατζή, ποσού 4.000 ευρώ, 3.500 ευρώ, 2.500 ευρώ, 2.500 ευρώ και 15.000 ευρώ αντίστοιχα, συνολικά δε 27.500 ευρώ και θ) υπ' αριθ. 1/27-3-2007 απόδειξη πληρωμής του εργολάβου Α. Θ., ποσού 2.500 ευρώ. Η κρίση αυτή του Δικαστηρίου ενισχύεται από το γεγονός ότι κατόπιν της προαναφερόμενης από 27-9-2007 εξώδικης δήλωσης της ενάγουσας, ο εναγόμενος της παρέδωσε τον από 29-10-2007 λογαριασμό δαπανών που πραγματοποίησε για την εκτέλεση του επίδικου έργου, επισυνάπτοντας σ' αυτόν τα πρωτότυπα των ανωτέρω υπό στοιχ. α' έως θ', αποδείξεων πληρωμής, καθώς και το πρωτότυπο της υπ' αριθ. 1/6-10-2006 απόδειξης πληρωμής του κηπουρού Ι. Σ., ποσού 300 ευρώ, η οποία αφορούσε καθαρισμό κήπου όμορης οικοδομής. Φωτοαντίγραφο της τελευταίας απόδειξης επικαλείται και προσκομίζει η ενάγουσα και ήδη εφεσίβλητη με τις προτάσεις της, όπως προκύπτει δε από την υπ' αριθ. 9606/15-12-2009 ένορκη βεβαίωση του φερόμενου ως εκδότη της (του οποίου το επώνυμο είναι Σ. και όχι Σ. όπως εσφαλμένα αναγράφεται στην απόδειξη πληρωμής), αυτός ουδέποτε υπέγραψε την εν λόγω απόδειξη, ενώ έλαβε από τον εναγόμενο ως αμοιβή για την ανωτέρω εργασία το ποσό των 50 ευρώ. Ο τελευταίος, εξάλλου, τόσο με την υπό κρίση έφεσή του όσο και με τις πρωτόδικες και τις κατ' έφεση προτάσεις του δεν αντικρούει τους ως άνω ισχυρισμούς του Ι. Σ.. Με αυτές τις παραδοχές, η ενάγουσα είχε την υποχρέωση να καταβάλει στον εναγόμενο, για το μέρος του έργου που εκτέλεσε αυτός από τον Δεκέμβριο του 2005 μέχρι τις 17-5-2007, το συνολικό ποσό των 128.577,43 ευρώ, το οποίο αναλύεται ως εξής: 54.649,89 ευρώ για αγορά υλικών + 49.721,80 ευρώ για αμοιβές εργατοτεχνικού προσωπικού + (54.649,89 + 49.721,80 = 104.371,69 x 12% =) 12.524,60 ευρώ για αμοιβή εναγομένου + 17.710,14 ευρώ για εισφορές Ι.Κ.Α. = 134.606,43 ευρώ - 6.029 ευρώ προκαταβολή = 128.577,43 ευρώ, αντ' αυτού όμως η ενάγουσα κατέβαλε στον εναγόμενο το συνολικό ποσό των 211.000 ευρώ, καθόσον ο τελευταίος της παρέστησε εν γνώσει του ψευδώς ότι οι αμοιβές του εργατοτεχνικού προσωπικού ανέρχονταν στο ποσό των 117.951 ευρώ και έτσι την έπεισε να του καταβάλει το ποσό των 211.000 ευρώ, όπως τούτο ανωτέρω αναλύεται. Με την ως άνω παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά του ο εναγόμενος προξένησε στην ενάγουσα περιουσιακή ζημία ποσού (211.000 -128.577,43 =) 82.422,57 ευρώ, αποκομίζοντας ο ίδιος ισόποσο παράνομο περιουσιακό όφελος. Περαιτέρω, εξαιτίας της ως άνω αδικοπρακτικής συμπεριφοράς του εναγόμενου, η ενάγουσα υπέστη ψυχική ταλαιπωρία, γεγονός το οποίο της προξένησε ηθική βλάβη, για την αποκατάσταση της οποίας, λαμβανομένων υπόψη των συνθηκών υπό τις οποίες τελέστηκε η αδικοπραξία, του είδους και της έκτασης της προσβολής, του βαθμού υπαιτιότητας του εναγόμενου, καθώς και της κοινωνικής θέσης και της περιουσιακής κατάστασης των διαδίκων, πρέπει να της επιδικαστεί ως χρηματική ικανοποίηση το ποσό των 1.000 ευρώ. Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, ο εναγόμενος έχει την υποχρέωση να καταβάλει στην ενάγουσα ως αποζημίωση το αιτηθέν με την αγωγή της ποσό των 78.625,64 ευρώ και ως χρηματική ικανοποίηση το ποσό των 1.000 ευρώ, ήτοι συνολικά 79.625,64 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επομένη της εξώδικης όχλησης, ήτοι από 29-9-2007, για το ποσό, των 77.260,19 ευρώ και από την επομένη της επίδοσης της αγωγής για το ποσό των 2.365,45 ευρώ. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο με την εκκαλούμενη απόφασή του έκρινε ομοίως, έστω και με ελλιπείς αιτιολογίες που όμως αντικαθίστανται με τις ανωτέρω (άρθρο 534 ΚΠολΔ), δεν έσφαλε, ως προς την εφαρμογή του νόμου και ορθώς εκτίμησε τις αποδείξεις, τα δε αντίθετα υποστηριζόμενα από τον εκκαλούντα με την υπό κρίση έφεσή του κρίνονται απορριπτέα ως αβάσιμα κατ' ουσίαν..". Με το δεύτερο λόγο της αίτησης αναίρεσης, από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ, ο αναιρεσείων μέμφεται την προσβαλλόμενη απόφαση για την πλημμέλεια ότι διέλαβε ανεπαρκείς αιτιολογίες σε ζητήματα που ασκούν επιρροή στην έκβαση της δίκης. Ειδικότερα, διατείνεται ότι, ενώ με το δεύτερο λόγο της έφεσής του παραπονιόταν πως η πρωτόδικη απόφαση εσφαλμένα έκρινε ότι η αναιρεσίβλητη του κατέβαλε επί πλέον ποσό ύψους 82.422,57 ευρώ για αμοιβές εργατοτεχνιτών, το Εφετείο απέρριψε ως αβάσιμο το λόγο αυτό της έφεσης, με το αιτιολογικό ότι οι τιμές των εργατικών που παρουσίασε στην ενάγουσα ήταν κατά πολύ υψηλότερες σε σχέση με τις μέσες τιμές που επικρατούσαν κατά την επίδικη περίοδο στην αγορά, ότι η αναιρεσίβλητη του απέδωσε επί πλέον ποσό 82.422,57 ευρώ, επειδή στηρίχθηκε σε ψευδείς δηλώσεις του για το ύψος των αμοιβών των συνεργείων και πίστεψε ότι πράγματι αυτό το ποσό έπρεπε να αποδώσει, ότι δεν προσκόμισε παραδεκτά παραστατικά από τα οποία να προκύπτει η καταβολή των παραπάνω ποσών σε συγκεκριμένους εργολάβους και εργατοτεχνίτες. Περαιτέρω ισχυρίζεται ότι το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο εκτίμησε πλημμελώς τα αποδεικτικά μέσα, ως προς το κοστολόγιο των εργασιών, ενώ αν είχε κρίνει ορθά θα δεχόταν ως αληθείς τους ισχυρισμούς του, σχετικά με την συνολική δαπάνη του εκτελεσθέντος έργου και θα είχε απορρίψει την αγωγή. Ακόμη, με τον τρίτο και τελευταίο λόγο της αίτησης αναίρεσης, επίσης από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ, βάλει κατά της απόφασης του Εφετείου, αιτιώμενος ανεπαρκείς αιτιολογίες ως προς την απόρριψη του τρίτου λόγου της έφεσής του, με τον οποίο παραπονέθηκε ότι η πρωτόδικη απόφαση κατά πλημμελή εκτίμηση των αποδείξεων και μη ορθή εφαρμογή του νόμου δεν δέχθηκε τον ισχυρισμό του πως η επίδικη κατασκευή, λόγω του ότι έγινε επί υφιστάμενου κτίσματος, είχε ως αποτέλεσμα να αυξηθεί το κατασκευαστικό κόστος, καθώς και τον ισχυρισμό του ότι η αύξηση των εργατικών οφειλόταν και στη μη δυνατότητα εκτέλεσης εργασιών μετά την 11η πρωινή, προκειμένου να μην παρεμποδίζεται η λειτουργία του μισθίου καταστήματος πρακτορείου "ΠΡΟΠΟ". Οι παραπάνω λόγοι της αίτησης αναίρεσης, δεύτερος και τρίτος, τυγχάνουν πρωτίστως απαράδεκτοι, ένεκα της αοριστίας τους, διότι: α) ο αναιρεσείων δεν παραθέτει τις ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, αλλά αρκείται σε εντελώς αποσπασματικές και δη επιγραμματικές παραδοχές αυτής, προκειμένου να θεμελιώσει τους αναιρετικούς αυτούς λόγους, με την πλημμέλεια της ανεπάρκειας αιτιολογιών και β) δεν παραθέτει και δη ενάριθμα, τις διατάξεις του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάστηκαν. Σε κάθε δε περίπτωση, οι λόγοι αυτοί είναι και αβάσιμοι, διότι στις προπαρατεθείσες ουσιαστικές παραδοχές του το Εφετείο διέλαβε πλήρεις σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο και δεν στερούν την απόφασή του από τη νόμιμη βάση της, ως προς τη συνδρομή των όρων των ουσιαστικών διατάξεων των άρθρων 297, 298, 330, 914, 932 ΑΚ, τις οποίες ορθά εφάρμοσε, αφού με επαρκείς αιτιολογίες έκρινε ότι οι αμοιβές του εργατοτεχνικού προσωπικού ανήλθαν στο συνολικό ποσό των 49.721,80 ευρώ και όχι στο ποσό των 117.951 ευρώ, όπως ψευδώς σε γνώση του παρέστησε ο αναιρεσείων στην αναιρεσίβλητη και ότι το συνολικό κόστος του εκτελεσθέντος έργου ανήλθε στο ποσό των 128.577,43 ευρώ και η αναιρεσίβλητη, που κατέβαλε συνολικό ποσό 211.000 ευρώ, ζημιώθηκε κατά το ποσό των 82.422,57 ευρώ, ένεκα της παράνομης και υπαίτιας συμπεριφοράς του αναιρεσείοντος, και, κατά το αίτημά της, δικαιούται το ποσό των 78.625,64 ευρώ. Ο αναιρεσείων, με τους αμέσως παραπάνω λόγους της αναίρεσης και με το πρόσχημα του αναιρετικού ελέγχου επιχειρεί να πλήξει την ανέλεγκτη ουσιαστική κρίση του Εφετείου (άρθρο 561 παρ.1 Κ.Πολ.Δ). Κατ' ακολουθίαν πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και να διαταχθεί η εισαγωγή στο δημόσιο ταμείο του παράβολου που κατατέθηκε για την άσκησή της (άρθρο 495 παρ.3 Κ.Πολ.Δ). Ο αναιρεσείων πρέπει να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις, κατά παραδοχή του σχετικού αιτήματός της (άρθρα 176, 183, 191 παρ.2 Κ.Πολ.Δ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 21-2-2019 αίτηση του Γ. Χ., για αναίρεση της με αριθμό 2721/2017 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Διατάσσει να εισαχθεί στο δημόσιο ταμείο το παράβολο που κατατέθηκε για την άσκηση της αναίρεσης. Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων, επτακοσίων (2.700) ευρώ. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 14 Ιουνίου 2021. Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ και ταύτης καθώς και του αρχαιοτέρου της συνθέσεως Αρεοπαγίτη αποχωρησάντων από την Υπηρεσία, ο αμέσως αρχαιότερος της συνθέσεως Αρεοπαγίτης και ήδη Αντιπρόεδρος του Αρείου Πάγου ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 23 Μαρτίου 2023. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ