Αριθμός 77/2007 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ε΄ ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Πολύκαρπο Βούλγαρη, Αντιπρόεδρο, Δημήτριο Κιτρίδη, Ηρακλή Κωνσταντινίδη, Κωνσταντίνο Κούκλη-Εισηγητή και Βασίλειο Κουρκάκη, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 8 Δεκεμβρίου 2006, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανασίου Κονταξή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την αίτηση των αναιρεσειόντων-κατηγορουμένων 1)...., 2)...., 3).... και 4)..., που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ιωάννη Παπανικολάου, για αναίρεση της 10403/2005 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών, με πολιτικώς ενάγοντα τον .... , που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αντώνιο Παπαντώνη. Το Τριμελές Εφετείο (Πλημμελημάτων) Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ΄ αυτή, και οι αναιρεσείοντες-κατηγορούμενοι, ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 2 Ιανουαρίου 2006 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 233/2006. Αφού άκουσε Τους πληρεξουσίους των διαδίκων που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Με την προσβαλλομένη υπ΄ αριθμ. 10403/2005 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Αθηνών, οι αναιρεσείοντες κηρύχθηκαν ένοχοι ψευδούς καταμηνύσεως, ψευδούς ανώμοτης κατάθεσης και συκοφαντικής δυσφημήσεως εις βάρος του πολιτικώς ενάγοντος και ειδικότερα γιατί με την από 7-2-2000 έγκλησή τους που κατέθεσαν στον Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Αθηνών στις 24-2-2000 : α)κατεμήνυσαν εν γνώσει τους ψευδώς τον εγκαλούντα-πολιτικώς ενάγοντα για τις πράξεις της πλαστογραφίας μετά χρήσεως και της απάτης ενώπιον του Δικαστηρίου και ειδικότερα ότι δήθεν ο τελευταίος είχε προσκομίσει και επικαλεστεί στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών (τακτική διαδικασία) κατά την δικάσιμο της 24-2-1999 και στο ίδιο δικαστήριο (διαδικασία ασφαλιστικών μέτρων) κατά την δικάσιμο της 2-12-1999, το επακριβώς προσδιοριζόμενο πλαστό ιδιωτικό συμφωνητικό, το οποίο δεν έφερε πρωτότυπη υπογραφή, αλλά υπογραφή δια χημικού μέσου (καρμπόν με αποτέλεσμα να παραπλανηθούν τα δικαστήρια και να εκδώσουν ευνοϊκές αποφάσεις για τον πολιτικώς ενάγοντα, β)αναφερόμενοι εις την αρχή εξέθεσαν εν γνώσει τους ψέματα με την κατάθεση της πιο πάνω εγκλήσεως, δια του πληρεξουσίου των δικηγόρων, ενώπιον του πληρεξουσίου των δικηγόρων, ενώπιον του Εισαγγελέως Πλημμελειοδικών Αθηνών και γ) με την υποβολή της αυτής εγκλήσεως, ισχυρίστηκαν και διέδωσαν τα γεγονότα που περιγράφονται παραπάνω υπό στοιχ. α΄ που μπορούσαν να βλάψουν την τιμή και την υπόληψη του εγκαλούντος ενώπιον του Εισαγγελέως και του γραμματέως που παρέλαβε την έγκληση αφού εμφανίζεται ο παθών ως άτομο ανήθικο που διαπράττει πλαστογραφίες και απάτες για να επιτύχει άνομα περιουσιακά οφέλη. Για να καταλήξει στην καταδικαστική της κρίση η προσβαλλομένη απόφαση έλαβε υπόψη της και συνεκτίμησε όλα τα αποδεικτικά μέσα που κατ΄ είδος μνημονεύει (μάρτυρες-έγγραφα), μεταξύ δε των εγγράφων και το υπ΄ αριθμ. ... βούλευμα του Αρείου Πάγου με το οποίο κατέστη αμετάκλητο το υπ΄ αριθμ. ... όμοιο του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, το οποίο είχε αποφανθεί να μη γίνει κατηγορία κατά του εδώ πολιτικώς ενάγοντος-εγκαλούντος για πλαστογραφία μετά χρήσεως και απάτης, λόγω γνησιότητος του προαναφερθέντος ιδιωτικού συμφωνητικού. Αφού η προσβαλλομένη απόφαση εδέχθη ανελέγκτως, από τη συνεκτίμηση των μνημονευομένων αποδεικτικών μέσων, ότι το υπ΄ αριθμ. .... ιδιωτικό συμφωνητικό είναι γνήσιο εμμέσως, πλην σαφώς έκρινε ότι δεν ήταν αναγκαία, για την διαπίστωση ή μη της πλαστογραφίας, η προσκομιδή του πρωτοτύπου του (κρινόμενου) ως πλαστού εγγράφου, τόσο μάλλον καθόσον από τα πρακτικά της δίκης εκείνης δεν προκύπτει ότι υπεβλήθη αίτημα προσκομιδής αυτού. Συνεπώς, ο πρώτος λόγος της αιτήσεως, ορθώς εκτιμώμενος, ως λόγος περί ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας της προσβαλλομένης αποφάσεως, (άρθρ. 510 παρ. 1 Δ΄ Κ.Π.Δ) πρέπει να απορριφθεί, ως αβάσιμος, σημειουμένου προσθέτως εδώ, ότι το δικαστήριο της ουσίας δεν έκρινε ότι δημιουργείται δεδικασμένο από την προηγηθείσα, επί πλαστογραφία, δίκη. Περαιτέρω, ο δεύτερος λόγος της αιτήσεως περί μη αναγραφής στην πληττόμενη απόφαση του σχετικού άρθρου του ποινικού νόμου, πρέπει να απορριφθεί, ως απαράδεκτος, γιατί η προβλέπουσα το σχετικό λόγο αναιρέσεως διάταξη του άρθρου 510 παρ. Η΄ ΚΠΔ καταργήθηκε με το άρθρο 50 παρ. 4 του Ν. 3160/2003 (ΦΕΚ 165 Α/30-6-2003). Ωστόσο, σύμφωνα με το με το άρθρο 514 εδ. δ΄ ΚΠΔ πρέπει να παρατεθούν τα μη παραταθέντα άρθρα του ΠΚ που εφαρμόσθηκαν, όπως ορίζεται στο διατακτικό. Απορριπτομένων αμφοτέρων των λόγων της αιτήσεως και μη υπάρχοντος άλλου προς έρευνα, η κρινόμενη αίτηση πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρ. 583 παρ. 1 ΚΠΔ) καθώς και στη δικαστική δαπάνη του παραστάντος πολιτικώς ενάγοντος. Για τους λόγους αυτούς Απορρίπτει την από 2 Ιανουαρίου 2006 αίτηση των 1).... 2)...., 3).... και 4).... , για αναίρεση της υπ΄ αριθμ. 10403/2005 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών. Παραθέτει τα άρθρα του ΠΚ που εφαρμόστηκαν 26 παρ. 1 α΄, 27, 94 παρ. 1, 229 παρ. 1, 225 παρ. 2 και 363-362 ΠΚ. Και Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα, τα οποία προσδιορίζει στο ποσό των διακοσίων είκοσι (220) ευρώ, για τον καθένα και στη δικαστική δαπάνη του πολιτικώς ενάγοντος, την οποία καθορίζει στο ποσό των πεντακοσίων (500) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 9 Ιανουαρίου 2007. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 16 Ιανουαρίου 2007. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ