Αριθμός 15/2023 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Γ' Πολιτικό Τμήμα ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μαρία Μουλιανιτάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρουλιώ Δαβίου, Μαρία Κουφούδη, Γεώργιο Καλαμαρίδη, Αθανάσιο Τσουλό-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριο του, την 5η Οκτωβρίου 2022, με την παρουσία και του Γραμματέα Παναγιώτη Μπούκη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Χριστίνα Γιωτοπούλου, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και δεν κατέθεσε προτάσεις. Του αναιρεσιβλήτου: Θ.-Ά. Χ. του Σ., κατοίκου …, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Γιασεμώ Καραγιάννη και κατέθεσε προτάσεις. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 4-8-2016 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ρόδου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 331/2017 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 43/2019 του Μονομελούς Εφετείου Δωδεκανήσου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 5-12-2019 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Η κρινόμενη από 5-12-2019 (αρ. κατ…/2020) αίτηση, για την αναίρεση της υπ' αριθμ. 43/2019 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Δωδεκανήσου, έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 § 1 Κ.Πολ.Δ), είναι επομένως παραδεκτή (άρθρο 577 § 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 1 και 3 ΚΠολΔ). Η διαδικαστική πορεία της υπόθεσης, κατά το ενδιαφέρον την παρούσα αναιρετική διαδικασία μέρος, κατ' επιτρεπτή κατά το άρθρο 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ, επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων, έχει ως εξής: Με την από 4-8-2016 ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ρόδου αγωγή κατά του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου, ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος επικαλούμενο παράγωγο αλλά και πρωτότυπο τρόπο κτήσης ζήτησε την αναγνώριση της κυριότητας του επί των επιδίκων ακινήτων, την οποία αμφισβητεί το εναγόμενο και την διόρθωση των σχετικών ανακριβών πρώτων εγγραφών στα κτηματολογικά βιβλία του οικείου κτηματολογικού γραφείου. Το Μονομελές Πρωτοδικείο Ρόδου, δικάζοντας αντιμωλία των διαδίκων κατά την τακτική διαδικασία, με την υπ' αριθ. 331/2017 οριστική απόφασή του, έκανε δεκτή την αγωγή ως κατ' ουσία βάσιμη. Κατά της πρωτόδικης αυτής απόφασης το ήδη αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο, άσκησε την από 7-1-2018 έφεση, η οποία έγινε τυπικά δεκτή και απορρίφθηκε κατ' ουσίαν από το Μονομελές Εφετείο Δωδεκανήσου με την εκδοθείσα, κατά την ίδια διαδικασία, επίσης αντιμωλία των διαδίκων προαναφερθείσα αναιρεσιβαλλόμενη απόφασή του. Στο άρθρο 4 του Ν. 3127/2003 "τροποποίηση και συμπλήρωση των νόμων 2308/1995 και 2664/1998 για την Κτηματογράφηση και το Εθνικό Κτηματολόγιο και άλλες διατάξεις", όπως αντικαταστάθηκε και ισχύει μετά από την τροποποίησή του από την παρ. 11 του άρθρου 154 του Ν. 4389/2016 (ΦΕΚ Α 94/27-5- 2016), ορίζονται τα εξής: "1. Σε ακίνητο που βρίσκεται μέσα σε σχέδιο πόλεως ή μέσα σε οικισμό που προϋφίσταται του έτους 1923 ή μέσα σε οικισμό κάτω των 2.000 κατοίκων, που έχει οριοθετηθεί, ο νομέας του θεωρείται κύριος έναντι του Δημοσίου εφόσον: α) νέμεται, μέχρι έναρξη ισχύος του νόμου αυτού, αδιαταράκτως για δέκα (10) έτη το ακίνητο, με νόμιμο τίτλο από επαχθή αιτία, υπέρ του ιδίου ή του δικαιοπαρόχου του, που έχει καταρτισθεί και μεταγραφεί μετά την 23.2.1945, εκτός εάν κατά την κτήση της νομής βρισκόταν σε κακή πίστη ή β) νέμεται, μέχρι την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού, το ακίνητο αδιαταράκτως για χρονικό διάστημα τριάντα (30) ετών, εκτός εάν κατά την κτήση της νομής βρισκόταν σε κακή πίστη. Η διάταξη της περίπτωσης β' εφαρμόζεται για ακίνητο εμβαδού μέχρι 2.000 τ.μ. Για ενιαίο ακίνητο εμβαδού μεγαλύτερου των 2.000 τ,μ., η διάταξη εφαρμόζεται μόνο εφόσον στο ακίνητο υφίσταται κατά την 31.12.2002 κτίσμα που καλύπτει ποσοστό τουλάχιστον τριάντα τοις εκατό (30%) του ισχύοντος συντελεστή δόμησης στην περιοχή. Στο χρόνο νομής που ορίζεται στις περιπτώσεις α' και β' προσμετράται και ο χρόνος νομής των δικαιοπαρόχων, που διανύθηκε με τις ίδιες προϋποθέσεις. Σε κακή πίστη βρίσκεται ο νομέας, εφόσον δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 1042 του Α.Κ.". Με τις διατάξεις αυτές θεσπίζεται εξαίρεση από τον κανόνα ότι επί δημοσίων κτημάτων νομέας κατά πλάσμα του νόμου είναι το Δημόσιο και ότι αυτά είναι ανεπίδεκτα κτητικής ή αποσβεστικής παραγραφής, ο οποίος καθιερώνεται από τις διατάξεις του νόμου ΔΞΗ/1912 και των διαταγμάτων "περί δικαιοστασίου", που εκδόθηκαν με βάση αυτόν από 12-9-1915 μέχρι και της 16-5-1926, και του άρθρου 21 του Ν.Δ/τος της 22.4/16-5-1926 "περί διοικητικής αποβολής από των κτημάτων της Αεροπορικής Αμύνης κ.λ.π", που διατηρήθηκε σε ισχύ και μετά την εισαγωγή του Α.Κ. με το άρθρο 53 του Εισ.Ν.ΑΚ. και επαναλήφθηκε στο άρθρο 4 του Α.Ν. 1539/1938 "περί προστασίας των δημοσίων κτημάτων", εκτός εάν η τριακονταετής νομή της εκτάκτου χρησικτησίας είχε συμπληρωθεί μέχρι τις 11-09-1915, αφού μετά τη χρονολογία αυτή δεν επιτρέπεται ούτε έκτακτη χρησικτησία επί των ακινήτων του Δημοσίου. Έτσι, κατ' εφαρμογή των ως άνω διατάξεων του άρθρου 4 του Ν. 3127/2003, κατ' εξαίρεση είναι δυνατή η απόκτηση κυριότητας με χρησικτησία και επί δημοσίου κτήματος, όταν αυτό βρίσκεται σε σχέδιο πόλεως εμβαδού μέχρι 2000 τ.μ., εφόσον κάποιος το νέμεται αδιαταράκτως μέχρι την έναρξη ισχύος του ως άνω νόμου, δηλαδή μέχρι την 19-03-2003, επί τριάντα έτη, εκτός αν κατά την κτήση της νομής ο επιληφθείς της νομής του ακινήτου ήταν κακής πίστεως, δηλαδή εφόσον δεν συνέτρεχαν κατά το χρόνο κτήσης της νομής στο πρόσωπο του οι προϋποθέσεις του άρθρου 1042 Α.Κ.. Η ρύθμιση αυτή ως ειδική και εξαιρετική επιτρέπει την απόκτηση της κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία σε ακίνητα του Δημοσίου, εφόσον κάποιος, που απέκτησε με καλή πίστη τη νομή ακινήτου του Δημοσίου, νέμεται αδιατάρακτα τούτο για τριάντα έτη που φθάνουν χρονικά μέχρι την έναρξη ισχύος του παραπάνω νόμου, δηλαδή μέχρι την 19- 03-2003, υπό τις λοιπές διαλαμβανόμενες προϋποθέσεις στην παρ. 1 β' του ίδιου νόμου (ΑΠ Ολ 11/2015). Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 984 Α. Κ. η νομή προσβάλλεται είτε με διατάραξη είτε με αποβολή του νομέα. Διατάραξη της νομής, η έννοια της οποίας δεν είναι νομοθετικά καθορισμένη, υπάρχει όταν δεν αποβάλλεται ο νομέας από το πράγμα, αλλά εξακολουθεί να διατηρεί τη νομή του σ' αυτό, συνιστά δε διατάραξη της νομής κάθε θετική πράξη ή παράλειψη που αποτελεί παρενόχληση του νομέα στην άσκηση της νομής του. Θετικά εκδηλώνεται η διατάραξη είτε με πράξη του προσβολέα στο πράγμα είτε με παρεμπόδιση πράξης του νομέα, ενώ αρνητικά, με παράλειψη, όταν ο προσβολέας δεν προβαίνει στην επιβαλλόμενη ενέργεια προς αποτροπή ή παύση της διατάραξης. Δεν συνιστά διατάραξη η απλή προφορική αμφισβήτηση του δικαιώματος του νομέα, η οποία αντιμετωπίζεται με την αναγνωριστική αγωγή (άρθρο 70 Κ.Πολ.Δ.). Η διατάραξη της νομής κατά την έννοια της ως άνω διάταξης του άρθρου 984 του Α.Κ. αναφέρεται σε προσβολή της νομής και σε προστασία της νομής από την προσβολή της με διατάραξη κατά το άρθρο 989 Α.Κ.. Η έννοια όμως του "νέμεται αδιαταράκτως" στην ως άνω διάταξη του άρθρου 4 του Ν. 3127/2003 δεν αναφέρεται σε προσβολή και προστασία της νομής του νεμόμενου το δημόσιο κτήμα από τον κατά πλάσμα του νόμου αληθή νομέα του δημοσίου κτήματος που είναι το Δημόσιο, σύμφωνα με τις προαναφερθείσες διατάξεις των νόμων περί προστασίας των δημοσίων κτημάτων, αλλά αναφέρεται σε μη παρενόχληση του νεμομένου το δημόσιο κτήμα από τον κατά το νόμο αληθή νομέα του δημοσίου κτήματος που είναι το Ελληνικό Δημόσιο. Η παρενόχληση δε αυτή μπορεί να γίνει με οποιονδήποτε νόμιμο τρόπο μπορεί να προστατεύσει τη νομή του επί του δημοσίου κτήματος το Ελληνικό Δημόσιο. Τέτοιος δε νόμιμος τρόπος προστασίας της νομής του Ελληνικού Δημοσίου επί του δημοσίου κτήματος είναι μεταξύ άλλων και η κοινοποίηση της πράξης της αρμόδιας Αρχής περί καθορισμού αποζημίωσης αυθαίρετης χρήσης του δημοσίου κτήματος (Ολ 11/2015), επίσης η κοινοποίηση του πρωτοκόλλου κατάληψης (ΑΠ 826/2018), η με οποιοδήποτε τρόπο λήψη υπόψη, από τον ιδιώτη, της δήλωσης ιδιοκτησίας του Ελληνικού Δημοσίου ότι έχει καταχωρηθεί ως δημόσια έκταση (ΑΠ 712/2020), η γνωστοποίηση της απόφασης επί της ένστασης κατά της απόφασης της πρωτοβάθμιας επιτροπής που δικαιώνει τον προβάλλοντα δικαίωμα κυριότητας ιδιώτη (ΑΠ 807/2019). Δηλαδή από το χρονικό σημείο κατά το οποίο ο νεμόμενος δημόσιο κτήμα λαμβάνει γνώση ότι υφίσταται παρενόχληση από τον κατά νόμο αληθή νομέα του δημοσίου κτήματος, που είναι το Ελληνικό Δημόσιο, παύει να νέμεται αδιαταράκτως από το Ελληνικό Δημόσιο (ΑΠ 1813/2017). Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ.), το Εφετείο, μετά από συνεκτίμηση των νομίμως σ' αυτό επικληθέντων και προσκομισθέντων αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε, κατ' ανέλεγκτη κρίση, αναφορικά με την ένδικη αναγνωριστική κυριότητας ακινήτου αγωγή και διόρθωση εσφαλμένης κτηματολογικής εγγραφής του ενάγοντος και ήδη αναιρεσίβλητου κατά του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Δυνάμει του υπ' αριθμ. …/18.01.1996 συμβολαίου γονικής παροχής της συμβολαιογράφου …, Σ. Π.-Σ., το οποίο μεταγράφτηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου του Δήμου …, στον τόμο … και με αύξ. αριθμ. …, στις 13.3.1996, μεταβιβάσθηκε στον ενάγοντα, δυνάμει γονικής παροχής από τον πατέρα του Σ. Χ. του Θ., το δικαίωμα πλήρους κυριότητας, νομής και κατοχής επί ενός οικοπέδου, συνολικής επιφάνειας … τ.μ., το οποίο βρίσκεται στη θέση "Π." του Δήμου … της νήσου …, και εντός των ορίων του Παραδοσιακού Οικισμού …, ο οποίος προυφίσταται του έτους 1923, και συνορεύει, σύμφωνα με τον τίτλο κτήσεως, βόρεια και επί πλευράς ΗΖ μήκους 2 μ. με δημοτικό δρόμο, επί πλευράς ΖΕ μήκους 4,70 μ. με βράχια, επί πλευράς ΕΔ μήκους 12 μ. με βράχια και πέρα από αυτά με δημοτικό δρόμο, νότια επί πλευράς ΒΓ μήκους 14 μ. με ιδιοκτησία αγνώστων, ανατολικά επί πλευράς μήκους 20,90 μ. με ιδιοκτησία αγνώστων και επί πλευράς ΑΗ μήκους 4,80 μ. με βράχια, και δυτικά επί πλευράς ΓΔ, μήκους 21,30 μ. με ιδιοκτησία Σ.. Χ., σύμφωνα με το συνημμένο στην ως άνω συμβολαιογραφική πράξη από 31.10.1995 τοπογραφικό σχεδιάγραμμα του πολιτικού μηχανικού Ι. Α., και είναι, κατά παρέκκλιση, άρτιο και οικοδομήσιμο. Το ως άνω οικόπεδο έχει καταχωρηθεί στα κτηματολογικά βιβλία του κτηματολογικού γραφείου …, σύμφωνα με τις πρώτες εγγραφές, ως εξής: α) τμήμα εκτάσεως 57 Τ.μ. με ΚΑΕΚ …. με δικαιούχο κυριότητας τον ενάγοντα κατά Ποσοστό 100%, με τίτλο κυριότητας το ως άνω μεταβιβαστικό συμβόλαιο, β) τμήμα εκτάσεως 156 τ.μ. με ΚΑΕΚ … (επίδικο), με δικαιούχο κυριότητας το Ελληνικό Δημόσιο, και γ) τμήμα εκτάσεως 92 τ.μ., το ποιο έχει περιληφθεί σε μεγαλύτερη συνολική έκταση 20.402,00 τΤ.μ. με Κ.ΑΕΚ … (επίδικο), με δικαιούχο κυριότητας το Ελληνικό Δημόσιο. Σύμφωνα με το με αρ. Πρωτ. …/22.09.2016 έγγραφο της Διεύθυνσης Δασών …, κατά την κτηματογράφηση του ΟΤΑ …, τα επίδικα γεωτεμάχια καταχωρήθηκαν προσωρινά ως "Δημόσια". Η εγγραφή αυτή προέκυψε λόγω του ότι στον αρχικό δασικό χάρτη …, ενέπιπταν εντός ευρύτερου πολυγώνου δασικού χαρακτήρα (ΔΔ …), ως υπαγόμενα στις διατάξεις του άρθρου 3 παρ. 3 του ν. 998/1979, ως ίσχυε (πετρώδεις - βραχώδεις κλπ. εκτάσεις επί αβάτων κλιτύων) και συνεπώς περιελήφθησαν στην αρ.πρωτ. …/29.04.2002 δήλωση του Ελληνικού Δημοσίου. Κατά την επικαιροποίηση του δασικού χάρτη …, ο οποίος θεωρήθηκε με την με αρ. πρωτ. …/15.07.2013 απόφαση της Δ/ντριας Δασών …, διαπιστώθηκε ότι τα παραπάνω γεωτεμάχια ενέπιπταν εξ ολοκλήρου εντός της ευρύτερης υπ' αρ. 4 κατά τεκμήριο δημόσιας χορτολιβαδικής έκτασης, που παραδόθηκε στην Δ/νση Αγροτικής Οικονομίας (Τμήμα Τοπογραφίας, εποικισμού Και Αναδασμού της Περιφέρειας …), με το από 11.02.1987 πρωτόκολλο παράδοσης- παραλαβής, από την οποία εξαιρούνται οι αγροτικές ή Ιδιωτικές (νόμιμα αναγνωρισμένες) χορτολιβαδικές εκτάσεις, που τυχόν περιλαμβάνονται εντός των ορίων της, και συνεπώς οι ανωτέρω επίδικες εκτάσεις δεν δεσμεύονται από τις διατάξεις της δασικής νομοθεσίας. Αναφορικά με την θέση των ως άνω επίδικων ακινήτων εντός του προϋφιστάμενου του έτους 1923 παραδοσιακού οικισμού της …, το εναγόμενο εκθέτει ότι αυτά ευρίσκονται διαχρονικά, ήτοι εντός του επίμαχου χρονικού διαστήματος των 30 ετών έως τη δημοσίευση του ν. 3127/2003, εκτός ορίων του παραδοσιακού οικισμού …, καθώς ακόμα και σήμερα, σε περίοδο μεγάλης οικιστικής ανάπτυξης, τα επίδικα ευρίσκονται στα ακρότατα όρια του οικισμού και πέραν της γραμμής δόμησης του έτους 1960, αλλά και πέραν των οικοδομών που ανεγέρθηκαν μεταξύ των ετών 1960-1975 και 1975-1992, επικαλούμενο προς τούτο και τη βεβαίωση του μηχανικού Β. Α. κατά τη σύνταξη του από Δεκεμβρίου 2015 Τοπογραφικού διαγράμματος-κτηματολογική αποτύπωση ιδιοκτησίας στη νήσο …, κατά την οποία το μεν υπό στοιχείο β) επίδικο ακίνητο εμβαδού 156 τ.μ. με ΚΑΕΚ … βρίσκεται εντός του οικισμού … και είναι άρτιο και οικοδομήσιμο, ενώ το δε τμήμα του ακινήτου με ΚΑΕΚ … εμβαδού 92,00 τ.μ. βρίσκεται εκτός οικισμού … και είναι μη άρτιο και μη οικοδομήσιμο. Ωστόσο, όπως αποδεικνύεται από το ίδιο το από 11.02.1987 πρωτόκολλο παράδοσης - παραλαβής εκτάσεως εμβαδού 109.687 στρ. περίπου, της Διεύθυνσης Δασών …. προς την τότε Δ/νση Γεωργίας …, η κατά τεκμήριο δημόσια έκταση που παραδόθηκε, και στην οποία περιλαμβάνονται εξ ολοκλήρου και τα δύο επίδικα ακίνητα, ευρίσκονταν εντός σχεδίου προ έτους 1923 και της προκείμενης επέκτασης οικισμού. Εξάλλου, όπως διαπιστώνεται από την από 07.10.2016 έκθεση φωτοερμηνείας της δασολόγου της Διεύθυνσης Δασών Δωδεκανήσου και την κατάθεση του μάρτυρα Δ. Σ., η οποία περιλαμβάνεται στην υπ' αριθμ. …/09.12.2016 ένορκη βεβαίωση, τα επίδικα ακίνητα συνόρευαν, κατά τη δυτική τους πλευρά, με το οικόπεδο και την οικία του πατέρα του ενάγοντας, Σ.. Χ., η οποία είχε ανεγερθεί μεταξύ των ετών 1960 - 1975, και εξυπηρετούσε αυτό μέσω μια παλαιάς πέτρινης σκάλας που βρίσκεται εντός των επιδίκων και η οποία οδηγούσε στην ήδη ανεγερθείσα, κατά τα έτη 1960- 1975 οικία, γεγονός που αποδεικνύει τον διαχρονικά αστικό χαρακτήρα των επιδίκων τμημάτων του συνολικού ακινήτου των 305 τ.μ., και τη θέση του εντός του προϋφιστάμενου του έτους 1923 οικισμού της …. Συνεπώς, αποδεικνύεται πλήρως ότι για τριάντα και πλέον έτη προ της έναρξης ισχύος του ν. 3127/2003 τα επίδικα ακίνητα ευρίσκονταν εντός του παραδοσιακού οικισμού της …. Οταν μάλιστα ξεκίνησαν οι διαδικασίες για την δημιουργία στη … Εθνικού Κτηματολογίου τον Ιανουάριο του έτους 1997, ο ενάγων το δήλωσε στο υπό σύσταση Εθνικό Κτηματολόγιο με την υπ' αριθμ. πρωτ. …/27-2-1997 δήλωσή του του άρθρου 5 του Ν. 2308/1995, και στο κτηματογραφικό απόσπασμα τόσο της πρώτης όσο και της δεύτερης ανάρτησης, το επίδικο ακίνητο φερόταν γραμμένο στο όνομά του κατά ποσοστό 100%, χωρίς να διεκδικείται από κανένα. Τα παραπάνω αποδεικνύονται και από την κατάθεση των μαρτύρων του ενάγοντα οι οποίοι κατέθεσαν ρητά ότι οι δικαιοπάροχοι του ενάγοντα φρόντιζαν και περιποιούνταν το επίδικο ακίνητο διαχρονικά οριοθετώντας το με ξερολιθιές και σύρμα, τοποθετώντας αντικείμενα εντός αυτού, ενώ μέσα στο επίδικο υπήρχε και σκάλα που οδηγούσε στην οικία ιδιοκτησίας του πατέρα του ενάγοντα. Εξάλλου όπως προκύπτει και από την από 9-11-2018 βεβαίωση θέσης γεωτεμαχίου της διεύθυνσης τεχνικών υπηρεσιών πολεοδομίας και περιβάλλοντος του Δήμου … το τμήμα των 156 τ.μ. του επίδικου ακίνητου λογίζεται ως εντός των ορίων του οικισμού … ενώ το τμήμα των 95 τ.μ. βρίσκεται επί και εκτός των ορίων. Περαιτέρω αποδείχθηκε τόσο η καλή πίστη του δικαιοπαρόχου του ενάγοντα ο οποίος νεμόταν και κατείχε το ακίνητο από το έτος 1974 όσο και του ενάγοντα , ο οποίος δήλωσε μάλιστα την ιδιοκτησία του κατά την δημιουργία του Εθνικού Κτηματολογίου όσο και των απώτερων δικαιοπαρόχων οι οποίοι νεμόταν το ακίνητο τοποθετώντας ξερολιθιά, χωρίς ουδέποτε να οχληθεί από το εναγόμενο ή οποιονδήποτε τρίτο και ειδικότερα από το έτος 1917 νεμόταν το ακίνητο η Α. συζ. Φ. Κ., η οποία το απέκτησε με άτυπη προίκα , και η οποία κατόπιν με άτυπη δωρεά το μεταβίβασε στην κόρη της η οποία το νεμήθηκε μέχρι και το έτος 1974 οπότε και ατύπως το παραχώρησε στον πατέρα του ενάγοντα. Παρότι όπως αναφέρθηκε κατά το έτος 2002 το εκκαλούν υπέβαλλε την με αριθ. …/29-4-2002 δήλωση του νόμου 2308/1995, με την οποία δήλωσε δικαίωμα πλήρους κυριότητας εκ του τεκμηρίου κυριότητας του ως διαδόχου του ιταλικού κράτους και για τα επίδικα που ανήκαν σε ευρύτερη έκταση η κατάθεση της δήλωσης αυτής έγινε στα πλαίσια της δημιουργίας των δασικών χαρτών στη νήσο … και όπως αποδεικνύεται ουδέποτε γνωστοποιήθηκε στον εφεσίβλητο ή στον δικαιοπάροχο του. Επομένως πλήρως αποδείχθηκε, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, ότι τόσο ο ενάγων όσο και οι δικαιοπάροχοι νεμήθηκαν αδιατάρακτα διάνοια κυρίου το ανωτέρω επίδικο καλόπιστα συνεχώς και ακώλυτα για διάστημα μεγαλύτερο των τριάντα ετών μέχρι την 19-3- 2003. Ούτε κατά την κτήση του ακινήτου του ο εφεσίβλητος ηδύνατο δια της καταβολής της επιμελείας ενός μέσου συνετού συναλλασσομένου (υποψηφίου) αγοραστού ακινήτου να διαγνώσει ότι το εκκαλούν είχε υποβάλλει την από 29-4-2002 δήλωση χορτολιβαδικών εκτάσεων αφού η ύπαρξη του ως άνω εγγράφου δεν μπορούσε να διαπιστωθεί διά τακτικού ελέγχου στα βιβλία του Κτηματολογίου. Πρέπει επιπροσθέτως να σημειωθεί ότι το ακίνητο του ενάγοντας δεν είναι δάσος ή δασική έκτασις, όπερ τυγχάνει στοιχείον ενισχυτικόν της ελλείψεως κακής πίστεως κατά τον χρόνον αποκτήσεως του ακινήτου, αφού το τεκμήριον κυριότητας του Ελληνικού Δημοσίου ισχύει, κατ' άρθρον 62§ 1 Ν. 998 /1979 επί δασών και δασικών εκτάσεων (βλ. ως προς την έκτασιν ισχύος του ως άνω τεκμηρίου: ΑΠ 487 /2014). Η κρίση αυτή του Δικαστηρίου ενισχύεται και από το ότι δεν αποδείχθηκε ότι συντάχθηκε σε βάρος του δικαιοπαρόχου του εφεσίβλητου πρωτόκολλο αποβολής, ούτε υποβλήθηκε από αυτόν αίτηση εξαγοράς του επίδικου ακινήτου. Αντιθέτως, η ευρύτερη περιοχή είναι ήδη πυκνοκατοικημένη. Συνεπώς και ο ενάγων απέκτησε νομίμως την κυριότητα του ακινήτου το έτος 1996 σύμφωνα με την αναφερόμενη στην μείζονα σκέψη της παρούσας διάταξη του άρθ. 4 παρ. 1 και 2 Ν. 3127/2003, εφόσον οι δικαιοπάροχοι του το νεμόταν καλόπιστα με διαδοχή στη νομή των προκατόχων του για τριάντα χρόνια μέχρι την 17-3-2003. ..". Με βάση τις πραγματικές αυτές παραδοχές που δέχθηκε το Εφετείο, έκρινε, ότι οι επίδικες οικοπεδικές, εκτάσεις 156 και 92 τ.μ., που αποτελούσαν μέρος ευρύτερου ακινήτου, βρίσκονται εντός σχεδίου πόλεως και εντός ορίων του οικισμού …, ο οποίος προϋφίσταται του έτους 1923. Επίσης δέχθηκε ότι αυτές, ως τμήματα ευρύτερου ακινήτου, νεμόταν αρχικά από το έτος 1917 η προγιαγιά του ενάγοντος Α. συζ. Φ. Κ., και εν συνεχεία η κόρη της (γιαγιά του ενάγοντος) μέχρι το έτος 1974, και ακολούθως ο υιός αυτής (πατέρας του ενάγοντος) Σ. Χ. μέχρι το έτος 1996, οπότε τις μεταβίβασε στον ενάγοντα, δυνάμει του αναφερομένου συμβολαιογραφικού εγγράφου αιτία γονικής παροχής. Ότι τόσο ο ενάγων όσο και οι δικαιοπάροχοι του, ασκούσαν σ' αυτό πράξεις νομής, με καλή πίστη αδιάλειπτα από το έτος τουλάχιστον 1917, και συνολικά επί τριάντα τουλάχιστον έτη, μέχρι την έναρξη ισχύος του ν. 3127/2003 (19-3-2003), χωρίς καθόλο το χρονικό αυτό διάστημα, το Ελληνικό Δημόσιο, να προβάλει δικαίωμα ιδιοκτησίας ή να προβεί σε πράξη διαταρακτική της νομής τους. Έτσι ο ενάγων κατέστη κύριος αυτού σε βάρος του Ελληνικού Δημοσίου, προσμετρώντας στο χρόνο νομής του και το χρόνο νομής των δικαιοπαρόχων του. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 εδ. α' του Κ.Πολ.Δ αναίρεση επιτρέπεται, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 7/2006). Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικώς και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (ΑΠ 968/2018, 319/2017, ΑΠ 130/2016, ΑΠ 1420/2013). Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 εδ. α' του Συντάγματος, που επιτάσσει ότι κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά ("έλλειψη αιτιολογίας"), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της ("ανεπαρκής αιτιολογία") ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους ("αντιφατική αιτιολογία") (ΟλΑΠ 2/2019, ΟλΑΠ 8/2018, ΟλΑΠ 1/1999). Ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι όμως όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση των αποδείξεων εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (ΟλΑΠ 15/2006). Συνακόλουθα η ευθεία ή εκ πλαγίου παραβίαση του κανόνα του ουσιαστικού δικαίου (άρθ. 559 αριθ. 1 και 19 του Κ.Πολ.Δ), οσάκις το δικαστήριο ερεύνησε την υπόθεση κατ' ουσία πρέπει να προκύπτει από τη διατυπωθείσα προς στήριξη του διατακτικού της προσβαλλομένης απόφασης ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού αυτής, δηλαδή από τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας επί των ζητημάτων που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και με βάση τις οποίες το δικαστήριο, ως αναγκαίες, κατέληξε στην κρίση περί παραδοχής ή απόρριψης της αγωγής, της ένστασης ή της αντένστασης (ΑΠ 649/2020, ΑΠ 563/2020, ΑΠ 1420/2013). Με τον πρώτο λόγο αναίρεσης, το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση, την από τον αριθμ. 1α του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ, πλημμέλεια, συνισταμένη στο ότι παραβίασε τις διατάξεις του άρθρου 4 παρ. 1β του ν. 3127/2003, αναφορικά με την αδιατάρακτη νομή του ενάγοντος αναιρεσιβλήτου επί των επιδίκων μέχρι τις 19-3-2003, . Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, διότι η προσβαλλόμενη απόφαση δεν παραβίασε ευθέως, τις προαναφερθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, δεχόμενο, όπως προεκτέθηκε, ότι "Παρότι όπως αναφέρθηκε κατά το έτος 2002 το εκκαλούν υπέβαλλε την με αριθ. …/29-4-2002 δήλωση του νόμου 2308/1995, με την οποία δήλωσε δικαίωμα πλήρους κυριότητας εκ του τεκμηρίου κυριότητας του ως διαδόχου του ιταλικού κράτους και για τα επίδικα που ανήκαν σε ευρύτερη έκταση η κατάθεση της δήλωσης αυτής έγινε στα πλαίσια της δημιουργίας των δασικών χαρτών στη νήσο … και όπως αποδεικνύεται ουδέποτε γνωστοποιήθηκε στον εφεσίβλητο ή στον δικαιοπάροχο του", ενόψει του ότι η εν λόγω κατά το έτος 2022 υποβολή δήλωσης δικαιώματος κυριότητας εκ μέρους του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου δεν θεωρείται παρενόχληση και ως εκ τούτου δεν συνιστά την απαιτούμενη διατάραξη της νομής του αναιρεσιβλήτου, αφού σύμφωνα με όσα αναφέρονται στη πιο πάνω νομική σκέψη, τέτοια διατάραξη υφίσταται μόνον εάν και από το χρονικό σημείο κατά το οποίο ο νεμόμενος δημόσιο κτήμα έλαβε γνώση ότι υφίσταται παρενόχληση από τον κατά νόμο αληθή νομέα του δημοσίου κτήματος Ελληνικό Δημόσιο. Με το δεύτερο λόγο αναίρεσης το αναιρεσείον προσάπτει στην προσβαλλόμενη την πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ της εκ πλαγίου παραβίασης της διάταξης του άρθρου 4 παρ. 1 β του Ν. 3127/2003, λόγω έλλειψης ή ανεπαρκούς αιτιολογίας αναφορικά με την παραδοχή του ως προς τη θέση των επιδίκων εντός του προϋφιστάμενου τος έτους 1923 παραδοσιακού οικισμού της …. Όπως προαναφέρθηκε, σχετικώς το Εφετείο δέχθηκε τα ακόλουθα: "όπως αποδεικνύεται από το ίδιο το από 11.02.1987 πρωτόκολλο παράδοσης - παραλαβής εκτάσεως εμβαδού 109.687 στρ. περίπου, της Διεύθυνσης Δασών … προς την τότε Δ/νση Γεωργίας …, η κατά τεκμήριο δημόσια έκταση που παραδόθηκε, και στην οποία περιλαμβάνονται εξ ολοκλήρου και τα δύο επίδικα ακίνητα, ευρίσκονταν εντός σχεδίου προ έτους 1923 και της προκείμενης επέκτασης οικισμού. Εξάλλου, όπως διαπιστώνεται από την από 07.10.2016 έκθεση φωτοερμηνείας της δασολόγου της Διεύθυνσης Δασών …και την κατάθεση του μάρτυρα Δ. Σ., η οποία περιλαμβάνεται στην υπ' αριθμ. …/09.12.2016 ένορκη βεβαίωση, τα επίδικα ακίνητα συνόρευαν, κατά τη δυτική τους πλευρά, με το οικόπεδο και την οικία του πατέρα του ενάγοντας, Σ.. Χ., η οποία είχε ανεγερθεί μεταξύ των ετών 1960 - 1975, και εξυπηρετούσε αυτό μέσω μια παλαιάς πέτρινης σκάλας που βρίσκεται εντός των επιδίκων και η οποία οδηγούσε στην ήδη ανεγερθείσα, κατά τα έτη 1960- 1975 οικία, γεγονός που αποδεικνύει τον διαχρονικά αστικό χαρακτήρα των επιδίκων τμημάτων του συνολικού ακινήτου των 305 τ.μ., και τη θέση του εντός του προϋφιστάμενου του έτους 1923 οικισμού της …. Συνεπώς, αποδεικνύεται πλήρως ότι για τριάντα και πλέον έτη προ της έναρξης ισχύος του ν. 3127/2003 τα επίδικα ακίνητα ευρίσκονταν εντός του παραδοσιακού οικισμού της …". Με αυτά που δέχθηκε, και, έτσι, που έκρινε, το Εφετείο δεν παραβίασε εκ πλαγίου τις διατάξεις του άρθρου 4 παρ.1 της περιπτ. β του ν. 3127/2003 και δεν στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης, αφού, όπως προκύπτει από το προαναπτυχθέν περιεχόμενο, διέλαβε σ' αυτήν πλήρεις και σαφείς μεταξύ τους αιτιολογίες και χωρίς αντιφάσεις, που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο ως προς το προαναφερόμενο ουσιώδες ζήτημα της θέσης των επιδίκων ακινήτων εντός του προυφιστάμενου του έτους 2023 παραδοσιακού οικισμού της …. Συνεπώς, και ο δεύτερος αυτός λόγος, με τον οποίο το αναιρεσείον υποστηρίζει τ'αντίθετα, είναι αβάσιμος. Τέλος η διάταξη του άρθρου 176 Κ.Πολ.Δ., η οποία αναφέρεται στη δικαστική δαπάνη, είναι διάταξη ουσιαστικού δικαίου και ελέγχεται αναιρετικώς από το άρθρο 559 αριθ. 1 Κ.Πολ.Δ (ΑΠ 77/2014). Εξάλλου κατά τις διατάξεις των παραγράφων 1 και 2 του άρθρου 191 ΚΠολΔ "1.όταν το δικαστήριο αποφασίζει οριστικά για ολόκληρη την κύρια ή την παρεμπίπτουσα δίκη ή για ένα μέρος της, πρέπει, εφόσον έχει υποβληθεί ο κατάλογος του άρθρου 190, να περιλάβει διάταξη στην απόφαση για την υποχρέωση της πληρωμής των εξόδων, καθορίζοντας και το ποσό τους. 2.Αν δεν υποβληθεί ο κατάλογος εξόδων, το δικαστήριο προχωρεί στην εκκαθάρισή τους, αν έχει υποβληθεί αίτημα για την επιδίκασή τους", ενώ κατά το άρθρο 189 του ίδιου Κώδικα "αποδίδονται μόνο τα Δικαστικά και εξώδικα έξοδα που ήταν απαραίτητα για την διεξαγωγή και υπεράσπιση της δίκης και ιδίως: α) τα τέλη χαρτοσήμου για την σύνταξη των αποφάσεων, των δικογράφων, των δικαστικών εκθέσεων και των άλλων εγγράφων της δίκης και για την ενέργεια των διαδικαστικών πράξεων, β) το τέλος δικαστικού ενσήμου, γ) η αμοιβή των δικηγόρων ή άλλων δικαστικών πληρεξουσίων και των δικαστικών υπαλλήλων, σύμφωνα με τις διατιμήσεις που ισχύουν, δ) τα ποσά που καταβάλλονται στους μάρτυρες για έξοδα και αποζημίωση, καθώς και στους πραγματογνώμονες για έξοδα και αμοιβή, σύμφωνα με τις διατιμήσεις που ισχύουν, ε) τα ποσά που καταβλήθηκαν για την προσαγωγή άλλων αποδεικτικών μέσων, καθώς και τα έξοδα ταξιδιού και αλληλογραφίας που κατέβαλε ο διάδικος για να εμφανιστεί στη δίκη". Περαιτέρω, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 22 του ν. 3693/1957 "1. Επί δικών μετά του Δημοσίου η περιλαμβανομένη εις τας αποδοτέας προς τον νικώντα διάδικον δαπάνας αμοιβή του πληρεξουσίου δικηγόρου του μειούται μέχρι του ημίσεος του ελάχιστου ορίου της διατιμήσεως εκάστης ενεργείας, μη δυναμένη πάντως να υπερβή δι' όλας τας καθ' έκαστον βαθμόν δικαιοδοσίας πράξεις τας δώδεκα χιλιάδας χαρτίνας δραχμάς..."". Με το άρθρο 5 παρ.12 του ν. 1738/1987 ορίσθηκε ότι με κοινή απόφαση των Υπουργών Δικαιοσύνης και Οικονομικών, η οποία δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως αναπροσαρμόζονται τα χρηματικά ποσά, για τα οποία διαλαμβάνει (μεταξύ άλλων) και η παράγραφος 1 του άρθρου 31 του Ν. 427/1945 "περί κώδικος των περί Νομικού Συμβουλίου διατάξεων", όπως κωδικοποιήθηκε από το Β.Δ. της 7/20 Ιουν. 1957 (άρθρο 22 του ν. 3693/1957). Κατ' εξουσιοδότηση της τελευταίας αυτής διάταξης εκδόθηκε η υπ' αριθμό 134423/8.12.1992/20.1.1993 κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης, που δημοσιεύθηκε στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως (ΦΕΚ Β' 11/20.1.1993), με την οποία η αποδοτέα στον διάδικο αμοιβή του πληρεξουσίου του δικηγόρου αναπροσαρμόσθηκε με την παρ. 2 του άρθρου μόνου αυτής στο ποσό των 100.000 δραχμών (ήδη 293 ευρώ κατά τα άρθρα 3 παρ. 1,4 και 5 παρ. 4 του Ν. 2943/2001). Με το τρίτο και τελευταίο λόγο αναίρεσης το αναιρεσείον αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση, την από τον αριθμ. 1α του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ, πλημμέλεια, συνισταμένη στο ότι κατά παράβαση των ως άνω διατάξεων το Εφετείο επιδίκασε εις βάρος του δικαστικά έξοδα ποσού 350 Ευρώ, υπερβαίνοντας το κατά νόμο προβλεπόμενο όριο των 293 Ευρώ. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, διότι το εν λόγω όριο αφορά μόνο τη δικηγορική αμοιβή και όχι το σύνολο των, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, αποδοτέων εξόδων. Κατ' ακολουθίαν τούτων, εφόσον δεν υπάρχει άλλος αναιρετικός λόγος προς έρευνα, πρέπει ν' απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης στο σύνολο της και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, κατά το σχετικό νόμιμο και βάσιμο αίτημά του που υπέβαλε με τις προτάσεις του, σε βάρος του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου, λόγω της ήττας του (άρθρα 176, 183, 191 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.), τα οποία όμως πρέπει να καταλογιστούν μειωμένα κατά τα άρθρα 22 παρ.1 του ν. 3693/1957, που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 52 αρ. 18 Εισ.Ν.Κ.ΠολΔ., άρθρο 5 παρ. 12 του Ν. 1738/1987 και 2 της ΥΑ 134423/1992 Οικονομικών και Δικαιοσύνης. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 5-12-2019 αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου για αναίρεση της υπ'αριθμ. 43/2019 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Δωδεκανήσου. ΕΠΙΒΑΛΛΕΙ τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου εις βάρος του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 16 Νοεμβρίου 2022. ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο του, στην Αθήνα, στις 9 Ιανουαρίου 2023. Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ