Αριθμός 184/2023 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Α1' Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ευδοξία Κιουπτσίδου - Στρατουδάκη, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, Ιωάννα Κλάπα - Χριστοδουλέα, Χρήστο Κατσιάνη, Ασημίνα Υφαντή και Στέφανο - Σπυρίδωνα Πανταζόπουλο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 21 Νοεμβρίου 2022, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία ... που εδρεύει στην Βιέννη Αυστρίας και εκπροσωπείται νόμιμα ως οιονεί καθολικής διαδόχου της αρχικά εναγομένης Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία ... η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Ελένη Σκουφάρη και κατέθεσε προτάσεις. Της αναιρεσιβλήτου: Δημόσιας Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "ΑΝΕΞΑΡΤΗΤΟΣ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΤΗΣ ΜΕΤΑΦΟΡΑΣ ΗΛΕΚΤΡΙΚΗΣ ΕΝΕΡΓΕΙΑΣ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" και διακριτικό τίτλο "Α.Δ.Μ.Η.Ε. Α.Ε." που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, ως οιονεί καθολικής διαδόχου της Δημόσιας Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΣΥΣΤΗΜΑΤΟΣ ΜΕΤΑΦΟΡΑΣ ΗΛΕΚΤΡΙΚΗΣ ΕΝΕΡΓΕΙΑΣ" και διακριτικό τίτλο "Δ.Ε.Σ.Μ.Η.Ε. Α.Ε.", η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Βασιλική Μπλάνα με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 1/10/2015 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1089/2018 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1551/2020 του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 7/7/2021 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Υπόκειται προς κρίση η από 7-7-2021 αίτηση για αναίρεση της εκδοθείσας αντιμωλία των διαδίκων κατά την τακτική διαδικασία υπ' αριθμ. 1551/2020 τελεσίδικης απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Με την προσβαλλόμενη απόφαση έγινε δεκτή η από 5-11-2018 έφεση της ενάγουσας, νυν αναιρεσίβλητης, και εξαφανίστηκε η υπ' αριθμ. 1089/2018 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία είχε απορρίψει την από 1-10-2015 αγωγή της κατά την κύρια (ενδοσυμβατική ευθύνη) και επικουρική βάση (αδικαιολόγητος πλουτισμός), και αφού κράτησε και δίκασε την υπόθεση ως πρωτοβάθμιο δικαστήριο δέχθηκε την ως άνω αγωγή κατ' ουσίαν ως προς την προαναφερθείσα επικουρική βάση και αναγνώρισε ότι η εναγομένη οφείλει να καταβάλει στην ενάγουσα το ποσό των 739.371,20 ευρώ με το νόμιμο τόκο από 13-11-2007. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ.1 ΚΠολΔ). Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ). Πρέπει, επομένως, η αναίρεση να εξεταστεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων τους ( άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ). Επειδή, κατά την διάταξη του άρθρ. 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνον αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 7/2006, 4/2005). Με το λόγο αναίρεσης από το άρθρ. 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ (παραβίαση κανόνα του ουσιαστικού δικαίου) ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ. ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (ΟλΑΠ 27, 28/1998). Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται με βάση το πραγματικό του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία (ΟλΑΠ 1/1999). Δεν υπάρχει, όμως, ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες (ΑΠ 622/1983). Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες (ΑΠ 413/1993). Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (ΟλΑΠ 861/1984). Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς, και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΑΠ 1547/1997). Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές, με βάση τις οποίες διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν αιτιολογία της απόφασης, ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 19 να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης του άρθρ. 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος (ΑΠ 465/1988). Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμηση τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, εκ του περιεχομένου του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 1987/2007). Κατά το άρθρο 904 εδ. α' του Α.Κ., όποιος έγινε πλουσιότερος χωρίς νόμιμη αιτία από την περιουσία ή με ζημία άλλου, έχει υποχρέωση να αποδώσει την ωφέλεια, ενώ κατά το εδ. β' του ίδιου άρθρου, η υποχρέωση αυτή γεννιέται ιδίως σε περίπτωση παροχής αχρεώστητης, δηλαδή εκείνης που επέρχεται χωρίς δόση ανταλλάγματος από το λήπτη και που δεν μπορεί να στηριχθεί σε ισχυρή σύμβαση, δικαιολογούσα τον πλουτισμό, ούτε σε νόμιμη υποχρέωση. Έτσι, η έννοια της γενικής απαίτησης ή ρήτρας από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, προκύπτει από τη διάταξη του πρώτου εδαφίου του άρθρου 904 ΑΚ, ενώ στο δεύτερο εδάφιο του ίδιου άρθρου σημειώνονται ενδεικτικώς ορισμένες ειδικές από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό απαιτήσεις, με τη μορφή παραλλαγών της άνω γενικής απαίτησης, οι οποίες δεν έχουν σημασία, παρά μόνο για τα όρια εφαρμογής των ειδικών διατάξεων των άρθρων 905 έως 907 και 909, 911, 912 του Α.Κ. Κατά την ως άνω διάταξη, προϋποθέσεις αξίωσης αδικαιολόγητου πλουτισμού είναι: α) ο πλουτισμός του υπόχρεου, β) η επέλευση του πλουτισμού από την περιουσία ή με ζημία του άλλου, γ) αιτιώδης συνάφεια μεταξύ πλουτισμού και ζημίας (επιβάρυνσης), έτσι ώστε το ένα να αποτελεί την αιτία του άλλου και δ) η έλλειψη νόμιμης αιτίας. Συνακόλουθα τούτων, βασική προϋπόθεση της απαίτησης από αδικαιολόγητο πλουτισμό είναι η ύπαρξη άμεσης περιουσιακής μετακίνησης μεταξύ του πλουτισμού του λήπτη και της ζημίας άλλου, δηλαδή, για να στηριχθεί αγωγή από αδικαιολόγητο πλουτισμό, πρέπει να υφίσταται άμεση αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της παροχής ή της ζημίας του ενάγοντος και του πλουτισμού του εναγομένου. Επιπλέον, πρέπει να υφίσταται αιτιώδης συνάφεια μεταξύ του πλουτισμού του εναγομένου και της ζημίας του ενάγοντος και να μην υφίσταται νόμιμη αιτία της περιουσιακής μετακινήσεως. Στερείται δε νόμιμης αιτίας και επομένως είναι αδικαιολόγητος ο πλουτισμός που δεν καλύπτεται από έγκυρη βούληση του ζημιωθέντος ή κατ' εξαίρεση από τη θέληση του νομοθέτη, συναγόμενη σαφώς από συγκεκριμένες διατάξεις ή και από το γενικότερο πνεύμα του νόμου, ενώ νόμιμη αιτία δικαιολόγησης του πλουτισμού, εκτός από τη βούληση του ζημιωθέντος ή του νομοθέτη, είναι και το αντάλλαγμα που τυχόν παρέχει ο λήπτης του πλουτισμού, δηλαδή η οικονομική θυσία του έναντι του αποκτώμενου πλουτισμού, η οποία, αν είναι ισάξια μ' αυτόν, ανταποκρίνεται πλήρως στην εξισωτική αποστολή του θεσμού του αδικαιολόγητου πλουτισμού. (ΟλΑΠ 6/2020). Το αντάλλαγμα δεν απαιτείται να αποβαίνει οπωσδήποτε σε όφελος του δότη του πλουτισμού, αλλά ενδέχεται να ωφελεί τρίτο πρόσωπο. Στην περίπτωση αυτή ο δότης του πλουτισμού, που ζημιώθηκε καταβάλλοντας ανύπαρκτο χρέος του, δικαιούται να αναζητήσει τον πλουτισμό, όχι όμως από τον λήπτη τυπικά του πλουτισμού, ο οποίος με την προς αυτόν καταβολή εισέπραξε απλώς την απαίτηση που είχε κατά του τρίτου και έκτοτε αυτή αποσβέσθηκε, υποβαλλόμενος έτσι αυτός σε αντίστοιχη με την απόσβεση της απαίτησής του οικονομική θυσία, αλλά θα αναζητήσει τον πλουτισμό από τον τρίτο που στην πραγματικότητα ωφελήθηκε χωρίς νόμιμη αιτία, αφού εξόφλησε με παροχή άλλου δικό του χρέος (ΑΠ 1627/2010, πρβλ. και ΟλΑΠ 6/1994, ΑΠ 898/2003 1239/2005). Τέλος, ο από το άρθρο 559 ΚΠολΔ αρ. 10 προβλεπόμενος λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας δέχεται πράγματα, που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, χωρίς να εκθέσει από ποια αποδεικτικά μέσα άντλησε την απόδειξη. Ως "πράγματα" νοούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκουμένου με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού. Για να είναι δε ορισμένος ο λόγος αυτός, πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο ποιος ήταν ο ισχυρισμός που έλαβε υπόψη του το δικαστήριο χωρίς απόδειξη και ποια ήταν η ουσιώδης επίδρασή του στο διατακτικό. Δεν αποτελούν "πράγματα" και άρα δεν ιδρύεται ο ως άνω λόγος αναίρεσης αν δεν ληφθούν υπόψη οι ισχυρισμοί που αποτελούν απλή ή αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής, καθώς και οι ισχυρισμοί που συνιστούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου από την εκτίμηση των αποδείξεων (ΑΠ 701/2008, ΑΠ 625/2008, ΑΠ 558/2008). Ο ισχυρισμός που στηρίζει τον λόγο αναίρεσης πρέπει να παρατίθεται στο αναιρετήριο όπως προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας και να αναφέρεται ο τρόπος και ο χρόνος πρότασής ή επαναφοράς του στο Εφετείο, ώστε να μπορεί να κριθεί από το αναιρετήριο αν αυτός ήταν νόμιμος και παραδεκτός, και, αν το δικαστήριο εξέτασε την υπόθεση στην ουσία της, πρέπει να αναφέρονται στο αναιρετήριο και οι κρίσιμες σχετικές παραδοχές υπό τις οποίες έγινε η επικαλούμενη παραβίαση (ΑΠ 1632/2007, ΑΠ 669/2007, ΑΠ 1654/2007). Στην προκειμένη περίπτωση από την παραδεκτή κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ επισκόπηση της αναιρεσιβαλλομένης απόφαση προκύπτει ότι αυτή δέχθηκε τα εξής κατά το ενδιαφέρον εδώ αναιρετικό μέρος : "... δυνάμει του ΠΔ 328/2000, κατ' εξουσιοδότηση του αρθ. 14 ν. 2773/1999, ιδρύθηκε η ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "Διαχειριστής Ελληνικού Συστήματος Μεταφοράς Ηλεκτρικής Ενέργειας Α.Ε.", με σκοπό τη λειτουργία και εκμετάλλευση του ελληνικού συστήματος μεταφοράς ηλεκτρικής ενέργειας, κατά την έννοια του άρθ. 2 ν. 2773/1999, η οποία λειτούργησε σύμφωνα με τους κανόνες της ιδιωτικής οικονομίας και διέπετο από τις διατάξεις του ν. 2190/1920. Ήδη, την εταιρία με την επωνυμία "Διαχειριστής Ελληνικού Συστήματος Μεταφοράς Ηλεκτρικής Ενέργειας Α.Ε.", διαδέχθηκε ως οιονεί καθολικός διάδοχος η ενάγουσα εταιρία, ήδη εκκαλούσα, δυνάμει του άρθ. 99 του ν. 4011/2011. Σύμφωνα με το άρθρο αυτό "1. Εντός προθεσμίας τριών (3) μηνών από τη θέση σε ισχύ του παρόντος νόμου, η ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "Διαχειριστής του Ελληνικού Συστήματος Μεταφοράς Ηλεκτρικής Ενέργειας ΑΕ'", που συστήθηκε με το π.δ. 328/2000 (Α' 268) κατ' εξουσιοδότηση της διάταξης του άρθρου τ4 του ν. 2773/1999, μεταφέρει στην ΑΔΜΗΕ ΑΕ τις οργανωτικές μονάδες και δραστηριότητες που αφορούν τη διαχείριση, λειτουργία, ανάπτυξη και συντήρηση του Συστήματος Μεταφοράς, που ασκεί, συμπεριλαμβανομένων των αντίστοιχων παγίων, καθώς και του προσωπικού του ΔΕΣΜΗΕ που απασχολείται στις εν λόγω δραστηριότητες, που συνιστούν τον Κλάδο Μεταφοράς της ΔΕΣΜΗΕ ΑΕ. Οι δραστηριότητες που μεταφέρονται είναι: α) Η δραστηριότητα της Λειτουργίας και Ελέγχου του Συστήματος, β) Η δραστηριότητα Ανάπτυξης και Συντήρησης του Συστήματος, γ) Η δραστηριότητα της Εκκαθάρισης των Αποκλίσεων, δ) Η δραστηριότητα Εμπορικών και Ρυθμιζόμενών Θεμάτων εξαιρούμενων των δραστηριοτήτων της περίπτωσης (θ') της παραγράφου 2 του άρθρου 118. ε) Η δραστηριότητα των Μετρήσεων.... Η μεταβίβαση αυτή, όσον αφορά τις έννομες σχέσεις, δικαιώματα και υποχρεώσεις που απορρέουν από τις μεταφερόμενες σύμφωνα με την παράγραφο 1 μονάδες και δραστηριότητες, εξομοιώνεται με καθολική διαδοχή και με την καταχώριση στο μητρώο Ανωνύμων Εταιρειών της σχετικής εγκριτικής απόφασης η ΔΕΣΜΗΕ ΑΕ απαλλάσσεται από κάθε υποχρέωση έναντι οποιουδήποτε τρίτου, περιλαμβανόμενου του Δημοσίου και των ασφαλιστικών ταμείων, ως προς τα οποία υποκαθίσταται κατά τα ανωτέρω η ΑΔΜΗΕ ΑΕ. Ομοίως απαλλάσσεται και από υποχρεώσεις, τίτλους ή δικαιώματα που τυχόν είναι αμεταβίβαστα, με νόμο ή σύμβαση. Οι εκκρεμείς δίκες συνεχίζονται αυτοδικαίως από την ΑΔΜΗΕ ΑΕ, χωρίς να διακόπτονται βιαίως και να απαιτείται, για τη συνέχιση ή την επανάληψή τους, οποιαδήποτε διατύπωση ή δήλωση εκ μέρους του (στ) Η ΑΔΜΗΕ ΑΕ υποκαθίσταται σε όλα εν γένει τα δικαιώματα, τις υποχρεώσεις και τις έννομες σχέσεις της ΔΕΣΜΗΕ ΑΕ που αφορούν τον εισφερόμενο σύμφωνα με τα παραπάνω κλάδο και απολαμβάνει των φορολογικών προνομίων και ατελειών που είχαν θεσπιστεί υπέρ της ΔΕΣΜΗΕ ΑΕ. (ζ) Κάθε μορφής διοικητικές άδειες και εγκρίσεις που έχουν χορηγηθεί στη ΔΕΣΜΗΕ ΑΕ, σχετικά με τον Κλάδο Μεταφοράς, μεταβιβάζονται αυτοδικαίως στην ΑΔΜΗΕ ΑΕ". Με το με αρ.948/8.2.2012 ΦΕΚ ανακοινώθηκε η καταχώριση της ως άνω συγχώνευσης, με απορρόφηση του αποσχισθέντος κλάδου, στο Μητρώο Ανωνύμων Εταιριών. Με αυτά τα δεδομένα, η ενάγουσα και ήδη εκκαλούσα, υποκαταστάθηκε, εκ τον νόμου, σε όλες τις εκκρεμείς έννομες σχέσεις της ΔΕΣΜΗΕ Α.Ε., οι οποίες εμπίπτουν στο πεδίο των περιπτώσεων α' - δ' της παρ. 1 του άρθ. 99 του ν. 4001/2011. Περαιτέρω, προκύπτει ότι μετά την κατάργηση του μονοπωλίου της ΔΕΗ, εν τοις πράγμασι, η ελληνική αγορά ηλεκτρικής ενέργειας διαχωρίστηκε σε δύο διακριτά πεδία, στη χονδρική αγορά, που αποτελείται από επιχειρήσεις που αγοράζουν και μεταπωλούν ηλεκτρική ενέργεια, και στη λιανική αγορά, η οποία συνίσταται στους καταναλωτές που προμηθεύονται, επ' αμοιβή, ηλεκτρική ενέργεια, για ιδία χρήση. Η χονδρική αγορά ηλεκτρικής ενέργειας δομήθηκε επί τη βάσει ενός συστήματος Συναλλαγών Ηλεκτρικής Ενέργειας, η λειτουργία του οποίου διέπεται νομοθετικά από τις διατάξεις του Κώδικα Διαχείρισης Συστήματος & Συναλλαγών Ηλεκτρικής Ενέργειας (ΚΔΣ&ΣΗΕ). Σύμφωνα με το άρθ. 1 του εν λόγω Κώδικα, ο οποίος ετέθη σε εφαρμογή το έτος 2005, δυνάμει της υπ' αρ. Δ5- ΗΛ/Β/οικ,/83 11/9.5.2005 απόφασης του Υπουργού Ανάπτυξης (ΦΕΚ Β' 655/17.05.2005) κατ' εξουσιοδότηση των άρθ. 19 και 20 του ν. 2773/1999, στο Σύστημα Συναλλαγών Ηλεκτρικής Ενέργειας μετέχουν: α) οι Παραγωγοί ηλεκτρικής ενέργειας (εφεξής Παραγωγοί), δηλαδή οι εταιρείες - κάτοχοι άδειας παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας, από Μονάδες παραγωγής που είναι εγγεγραμμένες στο Μητρώο Μονάδων, β) οι Επιλέγοντες Πελάτες, ήτοι καταναλωτές που επιθυμούν να καλύπτουν τις ενεργειακές τους ανάγκες μέσω της προμήθειας ενέργειας από το Σύστημα Συναλλαγών Ηλεκτρικής Ενέργειας, από συγκεκριμένο προμηθευτή, προς ιδία αποκλειστική τους χρήση (και για το λόγο αυτό καλούνται και Αυτοπρομηθευόμενοι Πελάτες...), και γ) οι Προμηθευτές ηλεκτρικής ενέργειας (εφεξής Προμηθευτές), δηλαδή οι επιχειρήσεις - κάτοχοι άδειας προμήθειας, που αγοράζουν ηλεκτρική ενέργεια, είτε απευθείας από τους Παραγωγούς του Συστήματος, είτε κατ' εισαγωγή στο Σύστημα από τρίτες χώρες, συνδεδεμένες με αυτό, με σκοπό να την μεταπωλήσουν σε Επιλέγοντες Πελάτες. Το Σύστημα Συναλλαγών Ηλεκτρικής Ενέργειας, λειτουργεί ως εξής: Κάθε ημέρα, οι Παραγωγοί υποβάλλουν προσφορές έγχυσης ηλεκτρικής ενέργειας στο Σύστημα, οι οποίες πρέπει να ορίζουν την προσφερόμενη ποσότητα ενέργειας και το αιτούμενο τίμημα. Οι Προμηθευτές υποβάλλουν δηλώσεις φορτίου και τους Επιλέγοντες Πελάτες τους, που καταναλώνουν ηλεκτρική ενέργεια εντός της ελληνικής επικράτειας (και εξ αυτού του λόγου οι Προμηθευτές καλούνται και Εκπρόσωποι Φορτίου), οι οποίες (δηλώσεις φορτίου) πρέπει να ορίζουν την αιτούμενη ποσότητα ηλεκτρικής ενέργειας και το, προσφερόμενο από τον Προμηθευτή, τίμημα. Με βάση όλες τις ως άνω προσφορές και δηλώσεις διενεργείτο από την ΔΕ.Σ.Μ.Η.Ε. Α.Ε. και ήδη από την ενάγουσα - εκκαλούσα, ως Διαχειριστή του Συστήματος, ο Ημερήσιος Ενεργειακός Προγραμματισμός (Η.Ε.Π. - αρθ. 13 ΚΔΣ&ΣΗΕ) και με την εκκαθάριση των εκατέρωθεν προσφορών ευρίσκεται η Οριακή Τιμή Μονάδας Συστήματος. Η Οριακή Τιμή Μονάδας Συστήματος είναι η υψηλότερη τιμή που προσφέρθηκε από Παραγωγό και επ' αυτής διενεργούνται όλες οι συναλλαγές της ημέρας, δηλαδή σε αυτήν πωλείται και αγοράζεται όλη η ενέργεια της ημέρας (βλ. και ορισμό άρθ. 2 ν. 2773/1999). Περαιτέρω, με δεδομένο ότι η ηλεκτρική ενέργεια δεν αποθηκεύεται, αλλά πρέπει να παράγεται όση καταναλώνεται, προκειμένου να διασφαλισθεί ότι στη χώρα πράγματι διατίθεται η ισχύς που καλύπτει την πιθανή κατανάλωση (δηλαδή ότι ανά πάσα στιγμή, για ορισμένη ποσότητα καταναλισκόμενης ενέργειας διατίθεται και η αντίστοιχη ισχύς), καθιερώνεται, επί τη βάσει των άρθρων 214 επ. του ΚΔΣ&ΣΗΕ, Μηχανισμός Διασφάλισης Επαρκούς Ισχύος (στο εξής Μ.Δ.Ε.Ι). Κατά το άρθ. 215 του ΚΔΣ&ΣΗΕ, οι ρυθμίσεις που προβλέπονται στο τμήμα αυτού, για τον Μ.Δ.Ε.Ι., ο οποίος αποσκοπεί στη διασφάλιση μακροχρόνιας διαθεσιμότητας επαρκούς ισχύος παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας, αναφέρονται σε ένα Έτος Αξιοπιστίας, το οποίο ορίζεται ως η χρονική περίοδος από την 1η Οκτωβρίου ενός ημερολογιακού έτους έως την 30η Σεπτεμβρίου του επόμενου ημερολογιακού έτους. Σύμφωνα δε με το άρθ. 222 παρ. 2 του ΚΔΣ&ΣΗΕ, οι Προμηθευτές -Εκπρόσωποι Φορτίου, για να συμμετάσχουν στον Ημερήσιο Ενεργειακό Προγραμματισμό (Η.Ε.Π.) ανά Ημέρα Κατανομής (που συνιστά χρονικό διάστημα 24 ωρών, που συμπίπτει με μία ημερολογιακή ημέρα), δηλαδή για να λάβουν μέρος στη (χονδρική) αγορά ηλεκτρικής ενέργειας, υποχρεούνται να προσκομίζουν, στο Διαχειριστή του Συστήματος, εγγυήσεις διαθεσιμότητας επαρκούς ισχύος, σε σχέση με την ενέργεια που πρόκειται να διαθέσουν σε κάθε Μετρητή, που εκπροσωπούν, δηλαδή σε κάθε Επιλέγοντα Πελάτη στον οποίο μεταπωλούν την ενέργεια που αγοράζουν. Για την ισχύ που οι Προμηθευτές εγγυώνται ανά Ημέρα Κατανομής οφείλουν να παρέχουν αντάλλαγμα. Δημιουργείται έτσι, ως συνεπακόλουθο, μία παράλληλη, προς την αγορά ενέργειας, αγορά, η αγορά ισχύος, η οποία και δομείται περί το Μ.Δ.Ε.Ι., διεπόμενη από τις διατάξεις του ΚΔΣ&ΣΗΕ. Περαιτέρω, στα πλαίσια λειτουργίας του Μ.Δ.Ε.Ι., οι κάτοχοι άδειας παραγωγής, δηλαδή οι Παραγωγοί ηλεκτρικής ενέργειας, οφείλουν κατ' άρθ. 225 του ΚΔΣ&ΣΗΕ, να εκδίδουν και να καταθέτουν, στο αντίστοιχο μητρώο που τηρείτο από τη Δ.ΕΣ.Μ.Η.Ε Α.Ε. και ήδη την ενάγουσα - εκκαλούσα, ως Διαχειριστή του Συστήματος, Αποδεικτικά Διαθεσιμότητας Ισχύος (στο εξής ΑΔΙ), καθένα από τα οποία, σύμφωνα με το άρθ. 226 ΚΔΣ&ΣΗΕ, εμπεριέχει υπόσχεση του Παραγωγού, για τη διατήρηση του συγκεκριμένου επιπέδου τεχνικής διαθεσιμότητας, σε μελλοντικό χρόνο (ανά έτος), στη μονάδα παραγωγής στην οποία αναφέρεται το Αποδεικτικό, και απηχεί σε ισχύ 1 ΜW Αντίστοιχα, οι Προμηθευτές - Εκπρόσωποι Φορτίου υπέχουν υποχρέωση προσκόμισης εγγυήσεων επαρκούς ισχύος, δηλαδή πρέπει κάθε ημέρα να αποδεικνύουν ότι, για την κάλυψη της ενέργειας που ζητούν στον Ημερήσιο Ενεργειακό Προγραμματισμό (Η.Ε.Π.), για να εξυπηρετήσουν τους Επιλέγοντες Πελάτες τους, διατίθεται επαρκής ισχύς, από την οποία η ενέργεια αυτή να μπορεί να παραχθεί. Κατά τους ορισμούς του άρθ. 228 ΚΔΣ&ΣΗΕ δε, κάθε ΑΔΙ που έχει κατατεθεί στο Μητρώο αποτελεί πρόταση, από την πλευρά του Παραγωγού που το έχει καταθέσει, προς κάθε Προμηθευτή - Εκπρόσωπο Φορτίου, για σύναψη Σύμβασης Διαθεσιμότητας Ισχύος (στο εξής ΣΔΙ), με το περιεχόμενο του άρθ. 229 ΚΔΣ&ΣΗΕ. Για κάθε τέτοια Σύμβαση που συνάπτεται, γίνεται εγγραφή στο οικείο Αποθετήριο, που τηρείται από το Διαχειριστή του Συστήματος (αρθ. 232 επ. ΚΔΣ&ΣΗΕ). Με τον παραπάνω τρόπο λειτουργεί ο Οριστικός Μηχανισμός Διασφάλισης Επαρκούς Ισχύος, σύμφωνα με τον οποίον, εγγύηση επαρκούς ισχύος για τους Προμηθευτές - Εκπροσώπους Φορτίου αποτελούν οι Συμβάσεις Διαθεσιμότητας Ισχύος (ΣΔΙ), που αυτοί έχουν συνάψει με Παραγωγούς ηλεκτρικής ενέργειας, βάσει των Αποδεικτικών Διαθεσιμότητας Ισχύος (ΑΔΙ). Πέραν, όμως, του ως άνω περιγραφόμενου Οριστικού Μηχανισμού, από την 1.1.2005 έως και την 3.5.2010 (αρθ. 320 ΚΔΣ&ΣΗΕ), δηλαδή κατά το μεταβατικό στάδιο εφαρμογής του ΚΔΣ&ΣΗΕ, ετέθη σε εφαρμογή ένας Μεταβατικός Μηχανισμός Διατήρησης Επαρκούς Ισχύος, θεσπιζόμενος από τα άρθ. 330, 331, 332 και 333, σε συνδυασμό με τα αρ. 222 επ. του ΚΔΣ&ΣΗΕ. Πιο συγκεκριμένα, με βάση το συγκεκριμένο Μεταβατικό Μηχανισμό, οι Προμηθευτές - Εκπρόσωποι Φορτίου υπείχαν την υποχρέωση προσκόμισης εγγυήσεων διαθεσιμότητας επαρκούς ισχύος, αντίστοιχης της ενέργειας που, κάθε μέρα, προμήθευαν, από το Σύστημα, τους Επιλέγοντες Πελάτες τους. Ως την Πέμπτη Ημέρα αναφοράς (3-5-2010 ως την καταληκτική ημερομηνία εφαρμογής του εν λόγω, μεταβατικού μηχανισμού), η υποχρέωση προσκόμισης των ως άνω εγγυήσεων, ήταν δυνατό να εκπληρωθεί από τους Προμηθευτές - Εκπροσώπους Φορτίου, με δύο τρόπους: i) Είτε μέσω της κατάθεσης, στο Αποθετήριο Συμβάσεων Διαθεσιμότητας Ισχύος (ΣΔΙ), της μορφής, σύναψης και περιεχομένου, που αναλύεται παραπάνω, ii) είτε μέσω της σύναψης Σύμβασης Συμμετοχής στο Μεταβατικό Μηχανισμό Διασφάλισης Επαρκούς Ισχύος, με το Διαχειριστή του Συστήματος, ήτοι τότε, τη ΔΕΣΜΕΕ. Α.Ε. (αρθ. 331 παρ. 3 ΚΔΣ&ΣΗΕ). Η συγκεκριμένη Σύμβαση δεν υπόκειτο σε κανέναν άλλο τύπο, πέραν της δήλωσης του Προμηθευτή - Εκπροσώπου Φορτίου, ότι θα εκπληρώσει την υποχρέωση προσκόμισης εγγυήσεων διαθεσιμότητας επαρκούς ισχύος (άρθ. 331 παρ. 4 εδ. β ΚΔΣ&ΣΗΕ). Η Σύμβαση Συμμετοχής στον Μεταβατικό Μ.Δ.Ε.Ι. αναφερόταν σε Έτος Αξιοπιστίας και συνάπτετο μεταξύ του Διαχειριστή του Συστήματος και των Εκπροσώπων Φορτίου, τουλάχιστον ένα (1) μήνα πριν από την έναρξη κάθε έτους Αξιοπιστίας ή, σε περίπτωση Εκπροσώπου Φορτίου που εγγραφόταν στο Μητρώο Συμμετεχόντων του Διαχειριστή του Συστήματος, κατά τη διάρκεια του Έτους Αξιοπιστίας, το αργότερο πέντε (5) ημέρες μετά την έκδοση της αντίστοιχης βεβαίωσης εγγραφής στο Μητρώο Συμμετεχόντων (άρθ. 331 παρ. 4 εδ. α ΚΔΣ&ΣΗΕ). Με τη Σύμβαση Συμμετοχής στον Μεταβατικό Μ.Δ.Ε.Ι. ο Προμηθευτής - Εκπρόσωπος Φορτίου ανελάμβανε την υποχρέωση να καταβάλει τίμημα στον Διαχειριστή του Συστήματος, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 331 και 333 ΚΔΣ&ΣΗΕ (αρθ. 331 παρ. 5 ΚΛΣ&ΣΗΕ), δηλαδή μέχρι την πλήρη ανάπτυξη και λειτουργία του συμβατικού πλαισίου προσκομιδής εγγυήσεων επάρκειας ισχύος, από τους Προμηθευτές - Εκπροσώπους Φορτίου, επί τη βάσει απευθείας σύναψης με τους Παραγωγούς και κατάθεσης στο οικείο Αποθετήριο, Συμβάσεων Διατήρησης Ισχύος (ΣΔΙ). Έτσι, ο Διαχειριστής του Συστήματος, δρούσε, τρόπον τινά, ως μεσολαβητής μεταξύ των Προμηθευτών - Εκπροσώπων Φορτίου και των Παραγωγών ηλεκτρικής ενέργειας, οι οποίοι και διέθεταν, σε πραγματικό χρόνο, την ισχύ, για την καταναλισκόμενη ενέργεια, ανά Ημέρα Κατανομής. Μέσω της κατάρτισης της εν λόγω Σύμβασης μεταξύ των Προμηθευτών - Εκπροσώπων Φορτίου και του Διαχειριστή του Συστήματος, ο τελευταίος καθόριζε την τιμή για την εγγυώμενη επάρκεια ισχύος, για κάθε Προμηθευτή - Εκπρόσωπο Φορτίου, είχε δε την υποχρέωση (ο Διαχειριστής του Συστήματος) να εισπράττει το σχετικό τίμημα από αυτόν (τον Προμηθευτή - Εκπρόσωπο Φορτίου) και να το αποδίδει στο δικαιούμενο Παραγωγό, που παρήγαγε την εγγυώμενη ισχύ. Εξάλλου, κάθε Παραγωγός ηλεκτρικής ενέργειας, για να λάβει πληρωμές από την ΔΕΣΜΕΕ Α.Ε., στα πλαίσια της συγκεκριμένης λειτουργίας του Μεταβατικού Μ.Δ.Ε.Ι, έπρεπε, σύμφωνα με το αρθ. 332 (παρ. 2) ΚΔΣ&ΣΗΕ, να είχε καταθέσει στο οικείο αποθετήριο, Αποδεικτικά Διαθεσιμότητας Ισχύος, εξομοιούμενης της κατάθεσης, με σύναψη σύμβασης με τη Δ.Ε.Σ.Μ.Η.Ε. Α.Ε., προς το σκοπό αυτό. Το δε τίμημα που υποχρεούτο να καταβάλει ο Προμηθευτής - Εκπρόσωπος Φορτίου, στο πλαίσιο της Σύμβασης Συμμετοχής στο Μεταβατικό Μ.Δ.Ε.Ι., καθοριζόταν αναλόγως της Υποχρέωσης Επάρκειας Ισχύος, που αυτός έφερε, κατά τα προβλεπόμενα στο άρθρο 223 ΚΔΣ&ΣΗΕ, πολλαπλασιαζόμενης με το Μοναδιαίο Τίμημα Πληρωμής Ισχύος και με Συντελεστή Εξομάλυνσης, τα οποία, ως μεγέθη, προσδιορίζονταν σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 333 του αυτού Κώδικα (αρθ. 331 παρ. 6 και 7 ΚΔΣ&ΣΗΕ). Το Μοναδιαίο Τίμημα Πληρωμής Ισχύος έπρεπε να εγκριθεί από τον Υπουργό Ανάπτυξης, κατόπιν εισηγήσεως της Ρυθμιστικής Αρχής Ενέργειας (στο εξής Ρ.Α.Ε), και ίσχυε για τη περίοδο εφαρμογής των μεταβατικών διατάξεων, σχετικά με τη διασφάλιση επαρκούς ισχύος (αρ. 333 παρ. 1 ΚΔΣ&ΣΗΕ). Ο Συντελεστής Εξομάλυνσης έπρεπε να προσδιορισθεί από το Διαχειριστή του Συστήματος, μετά από έγκριση της Ρ.Α.Ε., τουλάχιστον ένα (1) μήνα πριν από την έναρξη κάθε έτους Αξιοπιστίας, και για την πρώτη εφαρμογή του Μεταβατικού Μηχανισμού, τουλάχιστον ένα (1) μήνα πριν τη Δεύτερη Ημέρα Αναφοράς, ίσχυε δε για το επόμενο Έτος Αξιοπιστίας. Ο Συντελεστής Εξομάλυνσης υπολογιζόταν ως ο λόγος της συνολικής Πραγματικά Διαθέσιμης Ισχύος, που προσδιόριζε ο Διαχειριστής του Συστήματος, για το σύνολο των ΑΔΙ, τα οποία είχαν καταχωρηθεί στο ειδικό τμήμα του Μητρώου ΑΔΙ, κατά το άρθρο 332 του ΚΔΣ&ΣΗΕ, και του αθροίσματος των Υποχρεώσεων Επάρκειας Ισχύος, του συνόλου των Προμηθευτών - Εκπροσώπων Φορτίου, όπως θα προσδιορίζονταν κατά το άρθρο 223 του Κώδικα. Η μέγιστη τιμή που μπορούσε να λάβει ο Συντελεστής Εξομάλυνσης ήταν 1,0 (αρθ. 333 παρ. 1 ΚΔΣ&ΣΗΕ). Εξάλλου, εντός πέντε (5) ημερών από το τέλος κάθε μήνα του Έτους Αξιοπιστίας, ο Διαχειριστής του Συστήματος όφειλε να υπολογίζει το τίμημα που υποχρεούντο να καταβάλουν οι Προμηθευτές - Εκπρόσωποι Φορτίου, αναλόγως της Υποχρέωσης Επάρκειας Ισχύος τους, και να κοινοποιεί σε κάθε Προμηθευτή - Εκπρόσωπο Φορτίου, την κατάσταση χρεώσεων του Μεταβατικού Μ.Δ.Ε.Ι., η οποία περιλάμβανε ιδίως τις χρεώσεις για κάθε Μετρητή και ανά Κατηγορία Μετρητών, που εκπροσωπούσε ο Προμηθευτής - Εκπρόσωπος Φορτίου, κατά τις Ημέρες Κατανομής του προηγούμενου ημερολογιακού μήνα και τις συνολικές χρεώσεις (αρθ. 333 παρ. 4 ΚΔΣ&ΣΗΕ). Ο Προμηθευτής - Εκπρόσωπος Φορτίου, ο οποίος αμφισβητούσε το περιεχόμενο της κατάστασης χρεώσεων του Μεταβατικού Μ.Δ.Ε.Ι. όφειλε να απευθύνει εγγράφως και εντός προθεσμίας τριών (3) ημερολογιακών ημερών, από την κοινοποίηση της κατάστασης χρεώσεων του Μεταβατικού Μηχανισμού, αιτιολογημένες αντιρρήσεις, στον Διαχειριστή του Συστήματος, ο δε τελευταίος ήταν υποχρεωμένος να αποφανθεί αιτιολογημένα, επί των αντιρρήσεων και να εκδώσει τελική κατάσταση χρεώσεων του Μεταβατικού Μ.Δ.Ε.Ι., αποστέλλοντας στον Προμηθευτή - Εκπρόσωπο Φορτίου, τα σχετικά παραστατικά και προβαίνοντας στην έκδοση των σχετικών τραπεζικών εντολών. Η τυχόν διαφορά μεταξύ των μερών έπρεπε να επιλυθεί, κατά τη διαδικασία που καθορίζεται από το άρθρο 10 του ΚΔΣ&ΣΗΕ (αρθ. 333 παρ. 5 ΚΔΣ&ΣΗΕ). Σε κάθε περίπτωση, ο Προμηθευτής - Εκπρόσωπος Φορτίου, προς τον οποίο κοινοποιείτο η τελική κατάσταση χρεώσεων του Μεταβατικού Μ.Δ.Ε.Ι, όφειλε να εξοφλήσει τις χρεώσεις που αναφέρονταν σε αυτή, εντός πέντε (5) ημερών από την κοινοποίησή της και σε περίπτωση υπερημερίας αυτού (του Προμηθευτή - Εκπροσώπου Φορτίου) εφαρμόζονταν οι διατάξεις του Κώδικα των αρθ. 194 και 224, που θέτουν το πλαίσιο επιβολής και τον τρόπο υπολογισμού ποινής, που καταπίπτει εις βάρος του Προμηθευτή - Εκπροσώπου Φορτίου που δεν έχει προσκομίσει επαρκείς εγγυήσεις διαθεσιμότητας ισχύος, η οποία (ποινή) υπολογίζεται με βάση αριθμητικές τιμές και συντελεστή προσαύξησης, που καθορίζονται για κάθε Έτος Αξιοπιστίας, με απόφαση, τότε, της Δ.Ε.Σ.Μ.Η.Ε. Α.Ε., ως διαχειριστή του Συστήματος. Περαιτέρω αποδεικνύεται ότι η εναγόμενη, ήδη εφεσίβλητη, είναι εταιρία κατέχουσα άδεια προμήθειας ηλεκτρικής ενέργειας, ισχύος 150 ΜW, διάρκειας 10 ετών, με δυνατότητα παράτασης, σύμφωνα με τον Κανονισμό Αδειών Παραγωγής και Προμήθειας Ηλεκτρικής Ενέργειας, συμμετείχε δε στον Ημερήσιο Ενεργειακό Προγραμματισμό (Η.Ε.Π.), από το έτος 2006, ως έχουσα τη συναλλακτική ιδιότητα του Προμηθευτή - Εκπροσώπου Φορτίου (δηλαδή του χονδρεμπόρου - μεταπωλητή ηλεκτρικής ενέργειας), όπως αυτή επεξηγείται ανωτέρω. Αποδεικνύεται ότι κατά το έτος 2006 η εναγόμενη, ήδη εφεσίβλητη, δραστηριοποιήθηκε στην ελληνική αγορά ηλεκτρικής ενέργειας, αγοράζοντας από Παραγωγούς του εσωτερικού ή της αλλοδαπής, ενέργεια και μεταπωλώντας αυτήν, σε Επιλέγοντες Πελάτες της (βλ. ενδεικτικά την από 3.1.2006 σύμβαση προμήθειας ηλεκτρικής ενέργειας που συνήψε η ίδια, με την εταιρεία ... Κατά το έτος 2006, ουδείς των Παραγωγών ηλεκτρικής ενέργειας, που δραστηριοποιούντο στην Ελλάδα, είχε καταθέσει Αποδεικτικά Διαθεσιμότητας Ισχύος, στο αποθετήριο της ΔΕΣΜΗΕ Α.Ε., ενώ επίσης, ουδείς των συμμετεχόντων, στον Ημερήσιο Ενεργειακό Προγραμματισμό Προμηθευτών - Εκπροσώπων Φορτίου, ούτε η εναγόμενη - εφεσίβλητη, είχε προσκομίσει Συμβάσεις Διαθεσιμότητας Ισχύος, στο Διαχειριστή του Συστήματος, προκειμένου να ενεργοποιηθεί ο Οριστικός Μηχανισμός Διασφάλισης Επαρκούς Ισχύος, των αρθ. 228 επ. του ΚΔΣ&ΣΗΕ ή ο έτερος, πλην της σύναψης σύμβασης, τρόπος συμμετοχής στο Μεταβατικό Μηχανισμό Διασφάλισης Επαρκούς Ισχύος, των αρθ. 331 επ. του ΚΔΣ&ΣΗΕ, αυτός δηλαδή της προσκόμισης ΣΔΙ, κατ' αρθ. 331 παρ. 3. Η εταιρία δε ΔΕΣΜΗΕ Α.Ε., για το έτος αυτό, επειδή καθυστερούσαν, από δική της υπαιτιότητα και της Ρ.Α.Ε., οι διαδικασίες για την έγκριση του αλγόριθμου, για τον Υπολογισμό Επάρκειας Ισχύος, δηλαδή ενός από τα απαραίτητα, κατά το αρθ. 331 παρ. 6 ΚΔΣ&ΣΗΕ, μεγέθη, για τον υπολογισμό από το Διαχειριστή του Συστήματος, του τιμήματος συμμετοχής εκάστου Προμηθευτή - Εκπροσώπου Φορτίου, στο Μεταβατικό Μηχανισμό Διασφάλισης Επαρκούς Ισχύος, δια της οδού της σύναψης σύμβασης συμμετοχής σε αυτόν, της παρ. 4 του παραπάνω άρθρου, ζήτησε από την Ρ.Α.Ε., με την από 21.07.2006 και με αρ. πρωτ. ΔΕΣΜΗΕ/4857/21.07.2006 επιστολή της, απευθυνόμενη προς τον Πρόεδρο της Ρ.Α.Ε., να εγκριθεί ένας προσωρινός και εκτός των ρυθμίσεων του Κώδικα, τρόπος υπολογισμού του τιμήματος συμμετοχής των Προμηθευτών - Εκπροσώπων Φορτίου, στο Μεταβατικό Μηχανισμό, κατά μήνα, με βάση τη μηνιαία εκκαθαριζόμενη ηλεκτρική ενέργεια των Επιλεγόντων Πελατών κάθε Προμηθευτή - Εκπροσώπου Φορτίου. Ο συγκεκριμένος τρόπος υπολογισμού εγκρίθηκε από την Ρ.Α.Ε., με βάση την από 1.8.2006 επιστολή της προς τη Δ.Ε.Σ.Μ.Η.Ε. Α.Ε. και ετέθη από την τελευταία σε εφαρμογή, αναδρομικά για όλο το έτος 2006, σε συσχέτιση με τον προσδιορισμό μίας άλλης παραμέτρου της παρ. 6 του αρθ 331 ΚΔΣ&ΣΗΕ, για τον υπολογισμό του τιμήματος συμμετοχής των Προμηθευτών - Εκπροσώπων Φορτίου, στο Μεταβατικό Μηχανισμό Διασφάλισης Επαρκούς Ισχύος, του Μοναδιαίου Τιμήματος Πληρωμής Ισχύος, το οποίο καθορίσθηκε με την υπ' αρ. Δ5/ΗΛ/Β/Φ1/1574/27.1.2006 απόφαση του Υπουργού Ανάπτυξης, στο ποσό των 35.000 ευρώ/μεγαβάτ καθαρής και διαθέσιμης ισχύος και ανά έτος (για την περίοδο από 1.1.2006 έως 31.12.2007). Στη συνέχεια, η εταιρία με την επωνυμία Δ.Ε.Σ.Μ.Η.Ε. Α.Ε., επί τη βάσει του συγκεκριμένου τρόπου υπολογισμού, προσδιόρισε, για κάθε Προμηθευτή -Εκπρόσωπο Φορτίου, το τίμημα συμμετοχής του στο Μεταβατικό Μηχανισμό Διασφάλισης Επαρκούς Ισχύος, για τα τέσσερα τρίμηνα τον 2006, εκδίδοντας τα αντίστοιχα τιμολόγια. Η εναγόμενη ήδη εφεσίβλητη, ενημερώθηκε από την εταιρία ΔΕΣΜΗΕ ΑΕ, με την από 11.8.2006 και αρ. πρωτ. ΔΕΣΜΗΕ/5261/11.08.2006 επιστολή της τελευταίας, για τον προαναφερόμενο τρόπο υπολογισμού του τιμήματος, για τη συμμετοχή της (εναγομένης - εφεσίβλητης) στο Μεταβατικό Μηχανισμό Διασφάλισης Επαρκούς Ισχύος και της γνωστοποιήθηκε ότι για τα πρώτα δύο τρίμηνα του έτους 2006 όφειλε το εκκαθαρισμένο ποσό των 379.311,16 ευρώ, ενώ, για το συγκεκριμένο ποσό η εταιρία ΔΕΣΜΗΕ ΑΕ εξέδωσε το με αρ. 000530Α/31.08.2006 χρεωστικό τιμολόγιο το οποίο απέστειλε στην εναγόμενη - εφεσίβλητη, με την 08.09.2006 και με αρ. πρωτ. ΔΕΣΜΗΕ/5644/08.09.2006 επιστολή της. Στη συνέχεια η ίδια Διαχειριστής Συστήματος απέστειλε στην εναγόμενη τις από 11.10.2006 και με αρ. πρωτ. ΔΕΣΜΗΕ/625 7/11.10.2006 και από 12.01.2007 και με αρ. πρωτ. ΔΕΣΜΗΕ/164/12.01.2007 επιστολές, με τις οποίες την ενημέρωνε ότι της όφειλε, για το τρίτο τρίμηνο του 2006, το εκκαθαρισμένο ποσό των 175.323,17 ευρώ και για το τέταρτο τρίμηνο τον 2006, το εκκαθαρισμένο ποσό των 184.736,87 ευρώ, εκδίδοντας τα υπ' αρ. 00593Α/30.09.2006 και 000669Α/31.12.2006, αντιστοιχούντα στα προαναφερόμενα ποσά, χρεωστικά τιμολόγια, τα οποία διαβίβασε στην εναγόμενη - εφεσίβλητη, με τις από 13.10.2006 και αρ. πρωτ. ΔΕΣΜΗΕ/6339/13.10.2006 και από 17.01.2007 και αρ. πρωτ. ΔΕΣΜΗΕ/261/17.01.2007 επιστολές της. Η δε εναγόμενη - εφεσίβλητη, κατόπιν διαβουλεύσεων με την δικαιοπάροχο της ενάγουσας (βλ. ενδεικτικά την από 12.11.2007 επιστολή της εναγόμενης, όπου και αναγνωρίζει το χρεωστικό, σε βάρος της, υπόλοιπο, στο συνολικό ποσό των 739.371,20 ευρώ κατά κεφάλαιο, κατά την 12-11-2007), οι οποίες (διαβουλεύσεις) έτειναν στην εκατέρωθεν άκαρπη προβολή προτάσεων, για υπαγωγή της ένδικης διαφοράς στη διαιτησία της Ρ.Α.Ε. (βλ. ενδεικτικά την από 7-11-2007 επιστολή της εναγόμενης - εφεσίβλητης, όπου αποσύρει την πρότασή της, για διαιτητική επίλυση της διαφοράς και επιλέγεται η προσφυγή στα Δικαστήρια των Αθηνών), αρνήθηκε, τελικώς, να καταβάλει το συνολικό ποσό των άνω τιμολογίων, πράγμα που δεν έπραξαν οι λοιποί, δραστηριοποιούμενοι στην ελληνική αγορά Προμηθευτές - Εκπρόσωποι Φορτίου, οι οποίοι και κατέβαλαν κανονικά στην εταιρία ΔΕΣΜΗΕ Α.Ε., το τίμημα που προσδιορίστηκε, για έκαστο εξ αυτών, για τη συμμετοχή του στο Μεταβατικό Μηχανισμό Διασφάλισης Επαρκούς Ισχύος, επί τη βάσει του προαναφερόμενου, εκτός του ΚΔΣ&ΣΗΕ, τρόπου υπολογισμού (βλ. τα τιμολόγια εξόφλησης της εταιρίας ΔΕΣΜΗΕ Α.Ε., από τις εταιρείες ΔΕΗ Α.Ε., ΑΤΕΛ ΕΛΛΑΣ Α.Ε., ΕΡΤ ΗΕΕΕ8 Α.Ε. και ΗΡΩΝ ΘΕΡΜΟΗΛΕΚΤΡΙΚΗ Α.Ε....Με την υπό κρίση αγωγή εκτίθεται ότι αυτή στηρίζεται, επικουρικά, στις διατάξεις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού, υπό τη ενδοδιαδικαστική αίρεση της απόρριψης της κύριας βάσης της αγωγής, περίπτωση που συντρέχει, εν προκειμένω, κατά τα άνω και την περίπτωση που ήθελε κριθεί από το Δικαστήριο ότι δεν έχει καταρτιστεί έγκυρη σύμβαση Συμμετοχής της εναγομένης, στο Μεταβατικό Μηχανισμό Διασφάλισης Ισχύος, για οποιονδήποτε λόγο, περίπτωση που επίσης συντρέχει εν προκειμένω, εφόσον, κατά τα άνω, κρίθηκε ότι σύμβαση Συμμετοχής της εναγομένης στο Μεταβατικό Μηχανισμό Διασφάλισης Ισχύος ποτέ δεν συνήφθη, αφού τέτοια (σύμβαση) δεν μπορούσε να συναφθεί με σιωπηρή δήλωση της εναγομένης, με μόνη τη συμμετοχή της στον Ημερήσιο Ενεργειακό Προγραμματισμό. Σημειώνεται ότι, πράγματι στην υπό κρίση αγωγή, η ενάγουσα ισχυρίζεται ότι ο πλουτισμός της εναγομένης συνίστατο στη μη καταβολή του αντιτίμου της ηλεκτρικής ενέργειας που προμήθευσε στους πελάτες της, το οποίο κατέβαλε η ίδια η ενάγουσα στους Παραγωγούς, επί ζημία της και πράγματι στην κρινόμενη αγωγή ουδόλως γίνεται αναφορά στο πότε και με ποιο τρόπο, η ενάγουσα κατέβαλε στους παραγωγούς, την αξία της προμηθευθείσας στην εναγομένη από αυτούς, ηλεκτρικής ενέργειας, ούτε προσκομίζονται (ή επικαλούνται) σχετικά παραστατικά, αν και, το γεγονός αυτό, δηλαδή της καταβολής της αξίας της ηλεκτρικής ενέργειας, από την ενάγουσα, στους παραγωγούς, ειδικά δεν αμφισβητείται από την εναγόμενη. Αναφέρεται μόνο η μη καταβολή από την εναγομένη, του τιμήματος της προμηθευθείσας ηλεκτρικής ενέργειας, γενικά, και γίνεται αναφορά σε τίμημα Συμμετοχής στο Μεταβατικό Μηχανισμό Διασφάλισης Ισχύος, που είχε πράγματι, διαφορετικό σκοπό, αντικείμενο και λειτουργία από τον Ημερήσιο Ενεργειακό Προγραμματισμό, κατά τον οποίο διεξάγονταν η αγοραπωλησία της ηλεκτρικής ενέργειας. Επ' αυτών λεκτέα τα εξής: Ανεξάρτητα από το πώς τιτλοφορεί η ενάγουσα, στην κρινόμενη αγωγή, το υπ' αυτής αιτούμενο ποσό, εκ 739.371,20 ευρώ, τούτο, υπό τα στην αγωγή εκτιθέμενα και τις ανωτέρω κρίσεις, δεν ήταν και δεν θα μπορούσε να είναι το τίμημα για την, εν τοις πράγμασι, συμμετοχή της εναγομένης, στο Μεταβατικό Μηχανισμό Διασφάλισης Ισχύος, αφού τέτοια σύμβαση δεν συνήφθη, ούτε μπορούσε να συναφθεί ατύπως. Στα πλαίσια, μάλιστα, του ΚΔΣ&ΣΗΕ, το μόνο που θα μπορούσε η ενάγουσα να αξιώνει από την εναγομένη, από την, εν τοις πράγμασι, συμμετοχή της εναγομένης, στο Μεταβατικό Μηχανισμό Διασφάλισης Ισχύος, θα ήταν η χρηματική ποινή που προβλέπεται στο άρθ. 224 του ΚΔΣ&ΣΗΕ, για τον Προμηθευτή - Εκπρόσωπο Φορτίου, που δεν τηρεί την υποχρέωση προσκόμισης εγγυήσεων διαθεσιμότητας ισχύος, αξίωση που δεν αποτελεί περιεχόμενο της ένδικης αγωγής. Όμως, ανεξάρτητα από το ότι η ενάγουσα δεν επικαλείται και δεν προσκομίζει αποδεικτικά καταβολής της αξίας της ενέργειας στους Παραγωγούς, που προμήθευσαν, κατά το επίδικο χρονικό διάστημα, την εναγόμενη, ο υπολογισμός του αιτούμενου, από την τελευταία, ποσού, αναλογικά, σύμφωνα με τη μηνιαία εκκαθαριζομένη ηλεκτρική ενέργεια των Πελατών της, ως Εκπροσώπου Φορτίου, ανταποκρίνεται και απεικονίζει τον πλουτισμό (αδικαιολόγητο) της τελευταίας. Συγκεκριμένα, υπό τα στην αγωγή εκτιθέμενα, η αξία της ηλεκτρικής ενέργειας που διακίνησε η εναγόμενη, για το έτος 2006 υπολογίστηκε, με τη σύμφωνη γνώμη της ΡΑΕ, για κάθε τρίμηνο ως εξής: Το σύνολο της Αποζημίωσης των Παραγωγών Ηλεκτρικής Ενέργειας, του τριμήνου X (Συνολική ενέργεια διακινηθείσα εντός του τριμήνου/Εκκαθαριζόμενη Κατανάλωση στο Διασυνδεδεμένο Σύστημα για την εναγόμενη, αναλογικά με την εκκαθαριζόμενη ενέργεια των πελατών της, για το ίδιο τρίμηνο). Το προκύπτον, μετά τον υπολογισμό αυτό, ποσό, πράγματι ανταποκρίνεται στην αξία της ηλεκτρικής ενέργειας που διακινήθηκε από την εναγόμενη, για το αντίστοιχο χρονικό διάστημα, την οποία αυτή δεν κατέβαλε στους Παραγωγούς, ούτε θα μπορούσε, κατά τα άνω, αφού δεν συμμετείχε στον Οριστικό Μηχανισμό Διασφάλισης Επαρκούς Ισχύος και είναι αυτό το ποσό κατά το οποίο πλουταίνει αδικαιολόγητα. Με αυτά τα δεδομένα και ανεξάρτητα από το πώς τιτλοφορείται στην ένδικη αγωγή, το αιτούμενο ποσό, εφόσον αυτό ανταποκρίνεται στην αξία της, διακινηθείσης από την εναγόμενη, ηλεκτρικής ενέργειας, για το έτος 2006, πρέπει η αγωγή να γίνει δεκτή, ως προς την επικουρική της βάση και να αναγνωριστεί ότι η εναγόμενη οφείλει να καταβάλει στην ενάγουσα το ποσό των 739.371,20 ευρώ, κατά κεφάλαιο. Σημειώνεται ότι η εναγόμενη, ειδικά, δεν αμφισβητεί την ορθότητα του υπολογισμού της αξίας της ηλεκτρικής ενέργειας που διακίνησε το έτος 2006, ούτε ότι η αξία αυτή κατεβλήθη στους παραγωγούς από την ενάγουσα, αλλά επιμένει ότι το άνω ποσό δεν αποτελεί και δεν θα μπορούσε να αποτελεί, το τίμημα για τη Συμμετοχή της στο Μεταβατικό Μηχανισμό Διασφάλισης Ισχύος, πράγμα που είναι ορθό, κατά τα άνω και ότι ουδέποτε συνήψε σύμβαση Συμμετοχής της στον άνω μηχανισμό, πράγμα που, επίσης κατά τα άνω, είναι αληθές. Ως προς δε το αίτημα της αναγνώρισης οφειλής τόκων στην ενάγουσα από την εναγόμενη, από την 27η Σεπτεμβρίου 2006, για το ποσό των 379.311,16 ευρώ, την 27η Οκτωβρίου 2006, για το ποσό των 175.323,17 ευρώ και την 27η Ιανουάριου 2007, για το ποσό των 184.736,87 ευρώ, λεκτέα τα εξής: Όπως προεξετέθη, η δικαιοπάροχος της ενάγουσας, με την από 11.8.2006 και αρ. πρωτ. ΔΕΣΜΗΕ/5261/11.8.2006 επιστολή, ενημέρωσε την εναγομένη, για τον προαναφερόμενο τρόπο υπολογισμού της αξίας, της διακινηθείσας από αυτήν, ηλεκτρικής ενέργειας και της γνωστοποίησε ότι για τα πρώτα δύο τρίμηνα του έτους 2006 της όφειλε το εκκαθαρισμένο ποσό των 379.311,16 ευρώ, ως προς το συγκεκριμένο ποσό δε, η δικαιοπάροχος της ενάγουσας εξέδωσε το με αρ. 000530Α/31.08.2006 χρεωστικό τιμολόγιο, το οποίο απέστειλε στην εναγόμενη με την από 8.9.2006 και με αρ. πρωτ. ΔΕΣΜΣΕ/5644/08.09.2006 επιστολή της. Ακολούθως, η δικαιοπάροχος της ενάγουσας απέστειλε στην εναγόμενη τις από 11.10.2006 και με αρ. πρωτ. ΔΕΣΜΗΕ/6257/11.10.2006 και από 12.01.2007 και με αρ. πρωτ. ΔΕΣΜΗΕ/164/12.01.2007 επιστολές, με τις οποίες την ενημέρωνε ότι της όφειλε, για το τρίτο τρίμηνο του 2006, το εκκαθαρισμένο ποσό των 175.323,17 ευρώ και για το τέταρτο τρίμηνο τον 2006, το εκκαθαρισμένο ποσό των 184.736,87 ευρώ, εκδίδοντας τα υπ' άρ. 00593Α/30.09.2006 και 000669Α/31.12.2006, αντιστοιχούντο στα προαναφερόμενα ποσά, χρεωστικά τιμολόγια, τα οποία διαβίβασε στην εναγόμενη με τις από 13.10.2006 και αρ. πρωτ. ΔΕΣΜΗΕ/6339/13.10.2006 και από 17.01.2007 και αρ. πρωτ. ΔΕΣΜΗΕ/261/17.01.2007 επιστολές της. Όμως, παρότι προσκομίζονται οι εν λόγω επιστολές, δεν προκύπτει η ακριβής ημερομηνία παραλαβής τους από την εναγόμενη, ώστε, από τότε να θεωρηθεί ότι αυτή οχλήθηκε και ένθεν, ότι οφείλει τόκους, είτε από την ημερομηνία παραλαβής των αντίστοιχων επιστολών, είτε από την 27η Σεπτεμβρίου 2006, για το ποσό των 379.311,16 ευρώ, την 27η Οκτωβρίου 2006, για το ποσό των 175.323,17 ευρώ και την 27η Ιανουάριου 2007, για το ποσό των 184.736,87 ευρώ. Ωστόσο, από αμφότερες τις διάδικες πλευρές προσκομίζεται η από 12-11-2007 επιστολή της εναγομένης προς τη δικαιοπάροχο της ενάγουσας, όπου η εναγόμενη αναγνωρίζει ότι το εκκρεμές υπόλοιπο του λογαριασμού της, υπέρ της ενάγουσας, ανέρχεται, την 12-11-2007, στο ποσό των 739.371,20 ευρώ. Επειδή λοιπόν, στο μείζον αίτημα, αναγνώρισης οφειλής τόκων από την 27η Σεπτεμβρίου 2006, για το ποσό των 379.311,16 ευρώ, την 27η Οκτωβρίου 2006, για το ποσό των 175.323,17 ευρώ και την 27η Ιανουάριου 2007, για το ποσό των 184.736,87 ευρώ, περιέχεται το έλασσον, της αναγνώρισης οφειλής τόκων από την επομένη της 12-11-2007, ότε η εναγομένη αποδεδειγμένα είχε λάβει γνώση του υπολοίπου της οφειλής της, πρέπει, από εκείνη την ημέρα, να αναγνωριστεί ότι οφείλονται τόκοι υπερημερίας". Στη συνέχεια το Εφετείο, δέχθηκε την έφεση της εκκαλούσας και αφού εξαφάνισε την υπ' αριθμ. 1089/2018 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, κράτησε και δίκασε κατ' ουσίαν την από 1-10-2015 αγωγή της ενάγουσας ως προς την επικουρική βάση του αδικαιολογήτου πλουτισμού, την οποίαν δέχθηκε κατ' ουσίαν και αναγνώρισε ότι η εναγόμενη οφείλει να καταβάλει στην ενάγουσα το συνολικό ποσό των 739.371, 20 με το νόμιμο τόκο από 13-11-2007. Με αυτά που δέχθηκε και έκρινε το Εφετείο και ειδικότερα ότι από την καταβολή των προαναφερθέντων επί μέρους ποσών και συνολικά των 739.371,75 ευρώ από την ενάγουσα διαχειρίστρια προς τους τρίτους παραγωγούς του ηλεκτρικού ρεύματος που αποτελούσε το αντίτιμο της παρεχόμενης απ' αυτόν ηλεκτρικής ενέργειας, την οποίαν διοχέτευε στο σχετικό σύστημα και στη συνέχεια λάμβανε και εφοδίαζε η προμηθευτής-εναγόμενη τους πελάτες της, από τους οποίους εισέπραττε το αντίστοιχο τίμημα, δίχως όμως αυτή να καταβάλει με τη σειρά της το αντίστοιχο τίμημα για την αγορά του ηλεκτρικού ρεύματος στους ως άνω παραγωγούς κατά τα προαναφερθέντα, μέσω της αναιρεσίβλητης, εν όψει της μη δυνατότητας απ' ευθείας σύναψης σύμβασης πώλησης μεταξύ τους (προμηθευτή και παραγωγού), το οποίο όμως κατάβαλε η ενάγουσα, κατέστησαν πλουσιότεροι δίχως νόμιμη αιτία όχι οι δέκτες του πλουτισμού (παραγωγοί), αφού αυτοί θυσίασαν την αντιπαροχή τους συνιστάμενη στην παραγωγή και διοχέτευση στο σύστημα του ηλεκτρικού ρεύματος, αλλά η προμηθευτής τρίτη εναγόμενη, η οποία δεν κατέβαλε το τίμημα προς τους παραγωγούς μέσω της ενάγουσας διαχειρίστριας, αλλά η προς αυτούς οφειλή της αποσβέστηκε με την καταβολή του από την μη υπόχρεη προς αυτήν (καταβολή) ενάγουσα και επί ζημία της, δεν έσφαλε ως προς την εφαρμογή και ερμηνεία του κανόνος δικαίου του άρθρου 904 ΑΚ, την οποίαν ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε. Η δε αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση έχει νόμιμη βάση και δη την απαιτούμενη αιτιολογία, γιατί καλύπτεται χωρίς λογικά κενά και αντιφάσεις και με πληρότητα και σαφήνεια, χωρίς να χρειαζόταν οποιαδήποτε άλλη περαιτέρω παραδοχή, το πραγματικό των εφαρμοστέων εδώ κανόνων ουσιαστικού δικαίου που προαναφέρθηκαν, τους οποίους η προσβαλλόμενη απόφαση δεν παραβίασε εκ πλαγίου με ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες, συνολικά εκτιμώμενες, ενώ δεν ήταν αναγκαία η παράθεση και άλλων αιτιολογιών. Ουδόλως δε η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε "πράγματα" δίχως απόδειξη δηλ. την ιστορική βάση της αγωγής στην οποίαν βασίζεται το επίδικο δικαίωμα ως προς την καταβολή του ως άνω επίδικου ποσού από την ενάγουσα προς την παραγωγό και την συνακόλουθη οφειλή της εναγομένης προς την ενάγουσα, εφόσον σχημάτισε τη δικανική του πεποίθηση κατά το άρθρο 340 ΚΠολΔ από τα προσκομιζόμενα με επίκληση από τους διαδίκους αποδεικτικά μέσα, όπως προκύπτει και από το προεισαγωγικό μέρος του αιτιολογικού της κατά την εξέταση της ουσίας της υπόθεσης. Τα αντίθετα δε υποστηριζόμενα από την αναιρεσείουσα με τους πρώτο και δεύτερο λόγους από τον αρ. 1, τον πέμπτο από τον αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ καθώς και τους τρίτο και τέταρτο από τον αρ. 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγους αναίρεσης είναι αβάσιμα και απορριπτέα. Συνεπώς η ένδικη αναίρεση πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της. Περαιτέρω, πρέπει να διαταχθεί, κατά την παρ. 4 του άρθρου 495 ΚΠολΔ, η εισαγωγή του παραβόλου των τετρακοσίων πενήντα (450) ευρώ, που καταβλήθηκε από την αναιρεσείουσα, στο Δημόσιο Ταμείο. Τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, η οποία κατέθεσε προτάσεις, επιβάλλονται σε βάρος της αναιρεσείουσας λόγω της ήττας της (άρθρα 176, 183, 191 ΚΠολΔ), κατά τα αναφερόμενα στο διατακτικό. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την αίτηση αναίρεσης κατά της υπ' αριθμ. 1551/2020 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο. Επιβάλλει σε βάρος της αναιρεσείουσας τη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, την οποίαν ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2700) ευρώ. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 5 Δεκεμβρίου 2022. ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 31 Ιανουαρίου 2023. H ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ