Αριθμός 1174/2023 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Δ' Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μυρσίνη Παπαχίου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αικατερίνη Βλάχου, Γεωργία Κατσιμαγκλή, Ασπασία Μεσσηνιάτη - Γρυπάρη και Μαρί Δεργαζαριάν, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 2 Δεκεμβρίου 2022, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ: Των αναιρεσειόντων: 1) Γεωργίου Κ. του Θ., 2) Γ. συζ. Γ. Κ., το γένος Η. Τ., 3) Η. - Α. Κ. του Γ. και 4) Ι. Κ. του Γ., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γεώργιο Μουρλούκο με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ. Των αναιρεσιβλήτων: 1) Κ. χας Θ. Α., το γένος Χ. Λ., 2) Χ. Α. του Θ., 3) Α. Α. του Θ., κατοίκων ... ΗΠΑ, εκπροσωπουμένων στην Ελλάδα από την πληρεξούσια και αντίκλητό τους Αργυρώ σύζ. Κωνσταντίνου Χονδρού, το γένος Χ. Λιακόπουλου, κάτοικο Καλαμάτας, 4) Κ. Μ. του Γ., 5) Λ. Μ. του Γ., 6) Μ. Π. του Π., 7) Α. χας Π. Π., το γένος Π. Γ., 8) Α. Τ. του Ν. και 9) Ι. Τ. του Ν., κατοίκων ..., εκ των οποίων οι 1η, 2ος, 3ος, 4ος και 6η εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Λεωνίδα Πετρακόπουλο με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, ενώ οι 5ος, 7η, 8η και 9η δεν παραστάθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν στο ακροατήριο. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 22-6-2006 αγωγή των 1ης, 4ου, 5ου και 6ης των ήδη αναιρεσιβλήτων, των ήδη αποβιωσάντων Θ. Α. του Α. και Π. Π. του Κ. και άλλων προσώπων, μη διαδίκων στην παρούσα δίκη, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Καλαμάτας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 16/2008 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 31/2012 μη οριστική και 66/2019 οριστική του Τριμελούς Εφετείου Καλαμάτας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 1-6-2020 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Ασπασία Μεσσηνιάτη - Γρυπάρη, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκαν μόνο οι αναιρεσείοντες και οι 1η, 2ος, 3ος, 4ος και 6η των αναιρεσιβλήτων όπως σημειώνεται πιο πάνω. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Από τις διατάξεις των άρθρων 108, 110 παρ. 2, 498 παρ. 1, 568 παρ. 1 και 2 και 576 παρ. 1-3 του Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι, αν κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί αλλά δεν μετάσχει με τον προσήκοντα τρόπο σ' αυτή κάποιος διάδικος, το δικαστήριο ερευνά αυτεπαγγέλτως, ποιος από τους διαδίκους επέσπευσε τη συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως και, αν μεν την συζήτησή της επέσπευσε εγκύρως ο απολειπόμενος διάδικος, κλητεύοντας νόμιμα και εμπρόθεσμα τους λοιπούς ή κλητεύθηκε ο ίδιος, νόμιμα και εμπρόθεσμα, από τον επισπεύδοντα τη συζήτηση άλλο διάδικο, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι, διαφορετικά, αν δηλαδή η κλήση για συζήτηση δεν επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, κηρύσσεται απαράδεκτη η συζήτηση και η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση, με νέα κλήτευση. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 226 παρ. 4 εδ. β' και γ' του Κ.Πολ.Δ., που εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη, κατ' άρθρο 575 εδ. β' του Κ.Πολ.Δ., αν η συζήτηση αναβληθεί, ο γραμματέας οφείλει, αμέσως μετά το τέλος της συνεδρίασης, να μεταφέρει την υπόθεση στη σειρά των υποθέσεων που πρέπει να συζητηθούν κατά τη δικάσιμο που ορίστηκε. Κλήση του διαδίκου για εμφάνιση στη δικάσιμο αυτή δεν χρειάζεται και η αναγραφή της υποθέσεως στο πινάκιο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων. Προϋπόθεση, όμως, της εγκυρότητας της κλητεύσεως αυτής, λόγω αναβολής της υποθέσεως και εγγραφής της στο πινάκιο, είναι, είτε ο απολειπόμενος κατά την μετ' αναβολή δικάσιμο διάδικος να είχε επισπεύσει εγκύρως τη συζήτηση ή να είχε νομίμως και εμπροθέσμως κλητευθεί να παραστεί για τη δικάσιμο κατά την οποία αναβλήθηκε η υπόθεση, είτε να είχε παραστεί νομίμως κατά την πρώτη αυτή δικάσιμο και, επομένως, με τη νόμιμη παράσταση και την μη εναντίωσή του, να καλύφθηκε η ακυρότητα της κλητεύσεώς του κατά την αρχική δικάσιμο. Αντιθέτως, αν κατά την αρχική δικάσιμο ο απολειπόμενος κατά την μετ' αναβολή συζήτηση διάδικος δεν επέσπευσε τη συζήτηση ή δεν είχε κλητευθεί νομίμως για να παραστεί σ' αυτήν, κατά δε την αρχική αυτή δικάσιμο δεν παραστάθηκε νομίμως και, επομένως, δεν καλύφθηκε η έλλειψη ή η ακυρότητα της επίσπευσης της συζητήσεως ή η μη νομιμότητα ή η έλλειψη της κλητεύσεώς του, για την αρχική δικάσιμο, η αναβολή της από το πινάκιο και η εγγραφή αυτής για τη νέα μετ' αναβολή δικάσιμο, δεν ισχύει ως κλήτευσή του για τη νέα δικάσιμο και απαιτείται νόμιμη κλήτευσή του (ΑΠ 184/2020, ΑΠ 1601/2017). Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά συνεδρίασης του Δικαστηρίου τούτου και τα διαδικαστικά έγγραφα της παρούσας δίκης, η υπό κρίση από 1-6-2020 και με αριθμό καταθέσεως 15/2020 αίτηση αναιρέσεως, προσδιορίσθηκε, κατ' άρθρ. 568 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., με την επιμέλεια των αναιρεσειόντων, να συζητηθεί στη δικάσιμο της 5-11-2021, κατά την οποία η υπόθεση αναβλήθηκε από το πινάκιο για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο. Κατά τελευταία αυτή δικάσιμο (2-12-2022), κατά την εκφώνηση της υπόθεσης στη σειρά της από το πινάκιο, οι πέμπτος, εβδόμη, ογδόη και ενάτη των αναιρεσιβλήτων, Λ. Μ., Α. χήρα Π. Π., Α. Τ. και Ι. Τ., δεν παρέστησαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο, ούτε κατατέθηκε γι' αυτούς δήλωση μη παράστασης, κατά το άρθρο 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., που εφαρμόζεται, κατά τη διάταξη του άρθρου 573 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, και στη διαδικασία της αναιρετικής δίκης, Ενόψει όμως του ότι οι ως άνω απόντες αναιρεσίβλητοι, είχαν νομίμως κλητευθεί να παραστούν για την αρχικώς ορισθείσα δικάσιμο της 5-11-2021 (βλ. τις επικαλούμενες και προσκομιζόμενες από τους αναιρεσείοντες, υπ' αριθμ. 4067Γ'/28.4.2021, 4035Γ'/19.4.2021, 4037Γ'/19.4.2021 και 4034Γ'/19.4.2021, εκθέσεις επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας της περιφέρειας του Εφετείου Καλαμάτας Β. Κ.), κατά την οποία η υπόθεση αναβλήθηκε από το πινάκιο για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας (ισχύουσας της αναγραφής της στο οικείο πινάκιο ως κλήτευση όλων των διαδίκων, κατά τα προαναφερθέντα), το Δικαστήριο πρέπει να προχωρήσει στην συζήτηση της υποθέσεως, παρά την απουσία τους. Η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.), είναι, επομένως, παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω, ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δ.). Η προσβαλλομένη απόφαση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., επισκόπηση των σχετικών διαδικαστικών εγγράφων, αποτελεί κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής: Οι αρχικώς ενάγοντες άσκησαν κατά των ήδη αναιρεσειόντων, την από 22-6-2006 αγωγή τους, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καλαμάτας, με την οποία εξέθεταν (κατά το μέρος που ενδιαφέρει εν προκειμένω), ότι οι ίδιοι είναι αποκλειστικοί συγκύριοι, συννομείς και επικαρπωτές, οι δε εναγόμενοι κύριοι, ψιλοί κύριοι και επικαρπωτές, των περιγραφομένων σ' αυτήν οριζόντιων ιδιοκτησιών, επί οικοδομής, που έχει υπαχθεί στο καθεστώς της οριζόντιας ιδιοκτησίας και ότι ο πρώτος εναγόμενος, κατόπιν συναινέσεως των λοιπών εναγομένων, έχει καταλάβει το αυτοτελές κοινόχρηστο κτίσμα του δώματος της πολυκατοικίας που προορίζεται για "πλυντήριο", το οποίο έχει μετατρέψει σε οίκημα προσωρινής διαμονής του, επιπλέον δε, παρεμποδίζει αυθαίρετα και παράνομα την ελεύθερη πρόσβαση των εναγόντων σε τμήμα του ακάλυπτου κοινόχρηστου χώρου του δώματος, επί του οποίου προέβη σε αυθαίρετες εγκαταστάσεις και μετατροπές, χωρίς την έγκριση των λοιπών συνιδιοκτητών, ενεργώντας κατά παράβαση των διατάξεων που διέπουν την οροφοκτησία. Ζήτησαν δε, να υποχρεωθεί ο πρώτος εναγόμενος: α) να απομακρύνει από τον ακάλυπτο κοινόχρηστο χώρο του δώματος κάθε αντικείμενο, το οποίο έχει τοποθετήσει σ' αυτόν και να αποδώσει το χώρο ελεύθερο στην κοινή χρήση και β) να επαναφέρει τη χρήση και τον προορισμό του κοινόχρηστου και κοινόκτητου κτίσματος του δώματος, το οποίο προορίζεται για "πλυντήριο" και να αποδώσει αυτό στην κοινή χρήση. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, με την, εκδοθείσα κατά την ειδική διαδικασία των άρθρων 647 επ. του Κ.Πολ.Δ., υπ' αριθμ. 16/2008 απόφασή του, απέρριψε την αγωγή, ως ουσιαστικά αβάσιμη. Κατά της αποφάσεως αυτής, οι ενάγοντες άσκησαν έφεση ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Καλαμάτας, για τους εκτιθέμενους σ' αυτή λόγους και ζήτησαν την εξαφάνισή της, ώστε να γίνει δεκτή η αγωγή τους ως ουσιαστικά βάσιμη. Επί της εφέσεως εκδόθηκε, αρχικά, η υπ' αριθμ. 31/2012 απόφαση του ως άνω Δικαστηρίου, με την οποία διατάχθηκε η επανάληψη της συζήτησης και η αυτοπρόσωπη εμφάνιση των διαδίκων, για την υποβολή ερωτήσεων και την παροχή διασαφήσεων, εν τέλει δε η προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 66/2019 απόφαση, με την οποία έγινε αυτή δεκτή ως ουσιαστικά βάσιμη, εξαφανίστηκε η εκκληθείσα απόφαση, έγινε εν μέρει δεκτή η αγωγή ως ουσιαστικά βάσιμη και υποχρεώθηκαν οι εναγόμενοι και κυρίως ο πρώτος εξ αυτών 1) να απομακρύνει από τον κοινόχρηστο ακάλυπτο χώρο του δώματος κάθε αντικείμενο και κατασκευή που έχει τοποθετήσει σ' αυτόν και να τον αποδώσει ελεύθερο στην κοινή χρήση όλων των συνιδιοκτητών και 2) να αποδώσει στην κοινή χρήση όλων των συνιδιοκτητών τον κοινόχρηστο χώρο του "πλυντηρίου" του δώματος, απομακρύνοντας από αυτόν κάθε αντικείμενο που έχει τοποθετήσει. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1002 και 1117 του Α.Κ. και 1, 2 παρ. 1, 3 παρ. 1, 4 παρ. 1, 5 και 13 του ν. 3741/1929 "Περί της ιδιοκτησίας κατ' ορόφους", ο οποίος διατηρήθηκε σε ισχύ και μετά την εισαγωγή του Αστικού Κώδικα, κατ' άρθρο 54 του Εισ.Ν.Α.Κ., σαφώς συνάγεται, ότι επί οριζοντίου ιδιοκτησίας ιδρύεται, κυρίως μεν χωριστή (διηρημένη) κυριότητα επί ορόφου οικοδομής ή διαμερίσματος ορόφου, παρεπομένως δε αναγκαστική συγκυριότητα, που αποκτάται αυτοδικαίως, κατ' ανάλογη μερίδα, επί των μερών του όλου ακινήτου, που χρησιμεύουν στην κοινή χρήση όλων των οροφοκτητών, μεταξύ των οποίων (κοινών μερών) περιλαμβάνονται, κατ' ενδεικτική στις διατάξεις αυτές παράθεση, το έδαφος, τα θεμέλια, οι πρωτότοιχοι, η στέγη, οι καπνοδόχοι, οι αυλές, τα φρεάτια, οι ανελκυστήρες, οι εγκαταστάσεις κεντρικής θέρμανσης, το ηλιακό δώμα κ.λπ. Εξάλλου, λαμβανομένου υπ' όψη, ότι η θεσπιζόμενη με τα άρθρα 1002 του Α.Κ. και 1 του ν. 3741/1929 χωριστή κυριότητα επί ορόφου ή διαμερίσματος ορόφου, αποτελεί την εξαίρεση του κανόνα "superficies solocedit", που έχει περιληφθεί στο άρθρο 1001 εδ. α' του Α.Κ., οποιοδήποτε μέρος του όλου του ακινήτου, που δεν ορίστηκε ή δεν ορίστηκε εγκύρως, με το συστατικό της οροφοκτησίας τίτλο, ότι αποτελεί αντικείμενο της αποκλειστικής κυριότητας κάποιου συνιδιοκτήτη, υπάγεται, αυτοδικαίως, κατ' εφαρμογή του ανωτέρω κανόνα, στα αντικείμενα της αναγκαστικής συγκυριότητας επί του εδάφους και θεωρείται, για το λόγο αυτό, κοινόκτητο και κοινόχρηστο μέρος του ακινήτου (Α.Π. 447/2013). Κάθε ιδιοκτήτης ορόφου ή διαμερίσματος, σε περίπτωση ελλείψεως συμφωνίας, έχει το δικαίωμα να κάνει χρήση των κοινόχρηστων μερών της οικοδομής, καθώς και να ενεργεί επισκευές σ' αυτά, υπό τον όρο όμως ότι δεν θα παραβλάπτει το συνήθη προορισμό τους, δεν θα παρακωλύει τη χρήση τους από τους λοιπούς ιδιοκτήτες και δεν θα μειώνει την ασφάλεια της οικοδομής (Α.Π. 480/2018). Μπορούν, πάντως, οι οροφοκτήτες, σύμφωνα με το άρθρο 4 παρ. 1 του ν. 3741/1929, με ομόφωνη απόφασή τους, που πρέπει να καταρτιστεί με συμβολαιογραφικό έγγραφο και να μεταγραφεί, να ρυθμίσουν με διαφορετικό τρόπο το δικαίωμα χρήσεως επί των κοινόκτητων και κοινόχρηστων μερών και, συγκεκριμένα, να συμφωνήσουν ότι κάποιος συνιδιοκτήτης θα έχει δικαίωμα αποκλειστικής χρήσεως επί των κοινών μερών της οικοδομής και γενικότερα να κανονίσουν τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις της συνιδιοκτησίας, επιπλέον δε, να καθορίσουν γενικές συνελεύσεις και να δώσουν, σε καθορισμένη πλειοψηφία, που μπορεί να μεταβληθεί ανάλογα με τη σοβαρότητα των αποφάσεων που πρόκειται να ληφθούν, το δικαίωμα να λαμβάνει, προς το κοινό συμφέρον πάντοτε, κάθε απόφαση που είναι σχετική με τη συντήρηση, βελτίωση και χρήση των κοινών μερών. Οι εν λόγω συμφωνίες περιλαμβάνονται συνήθως στον καταρτιζόμενο με κοινή συναίνεση όλων κανονισμό, χωρίς να αποκλείεται να περιληφθούν και στην ίδια τη συστατική πράξη της οροφοκτησίας. Η μεταβολή, όμως, των δικαιωμάτων, των υποχρεώσεων και των περιορισμών της κυριότητας, που έχουν κανονιστεί με τον προαναφερόμενο τρόπο, δεν είναι δυνατό να γίνει, παρά μόνο κατά τον ίδιο τρόπο, όπως τούτο προκύπτει, ιδίως, από τη διάταξη του άρθρου 13 παρ. 1 του ν. 3741/1929, δηλαδή με ομόφωνη απόφαση των οροφοκτητών, που πρέπει να καταρτιστεί με συμβολαιογραφικό έγγραφο και να μεταγραφεί (Α.Π.. 1158/2022, Α.Π. 92/2017, Α.Π. 298/2015, Α.Π. 1300/2014). Ειδικότερα, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 4 παρ. 1, 13 παρ. 1 του ν. 3741/1929 και 9 του ν. 1562/1985, προκύπτει ότι η τροποποίηση της πράξεως σύστασης της οροφοκτησίας και του κανονισμού της πολυκατοικίας, μπορεί να γίνει α) με συμφωνία όλων των συνιδιοκτητών, η οποία πρέπει να περιβληθεί τον συμβολαιογραφικό τύπο και να μεταγραφεί, β) με δικαστική απόφαση, όταν το ζητήσουν συγκύριοι, που αντιπροσωπεύουν το 65% και γ) με απόφαση της γενικής συνέλευσης των συνιδιοκτητών, που λαμβάνεται με πλειοψηφία, αν προβλέπεται τέτοια δυνατότητα από τον κανονισμό. Αναφορικά με την τελευταία αυτή περίπτωση, είναι δυνατή η με τον κανονισμό ανάθεση, στη γενική συνέλευση των συνιδιοκτητών, του δικαιώματος τροποποίησης συγκεκριμένων όρων του κανονισμού, υπό ορισμένες προϋποθέσεις και με καθορισμένη πλειοψηφία. Στην περίπτωση αυτή, και αν ακόμη η ανάθεση που γίνεται από τον κανονισμό είναι απεριόριστη, η τροποποίηση από την πλειοψηφία δεν μπορεί να θίγει δικαιώματα των (μειοψηφούντων) συνιδιοκτητών, τα οποία υφίστανται από το νόμο, τη σύσταση της οροφοκτησίας ή τον κανονισμό, διότι, το άρθρο 4 παρ. 1 του ν. 3741/1929, περιορίζει, ρητά, τα δικαιώματα που η παμψηφία μπορεί να εκχωρήσει σε ορισμένη πλειοψηφία, μόνο σε αποφάσεις που αφορούν στη συντήρηση, βελτίωση ή χρήση των κοινών μερών και οι οποίες λαμβάνονται για το κοινό συμφέρον (Α.Π. 683/2014, Α.Π. 1681/2008). Έτσι, δεν επιτρέπεται να τροποποιηθεί, από την πλειοψηφία των συνιδιοκτητών, ο προσδιορισμός των αδιαίρετων - κοινών μερών της οικοδομής ή η συμφωνία χρήσεως αυτών και, συνακόλουθα, η τροποποίηση αυτή, του κανονισμού ή της σύστασης οριζόντιας ιδιοκτησίας, εφόσον έγινε χωρίς τη συναίνεση όλων των συνιδιοκτητών, είναι ανίσχυρη και δεν δεσμεύει τους διαφωνούντες, ακόμη και αν περιβληθεί τον τύπο του συμβολαιογραφικού εγγράφου και μεταγραφεί (Α.Π. 1655/2018, Α.Π. 683/2014). Οι συμφωνίες, με τις οποίες κανονίζονται κατά διαφορετικό τρόπο τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις των ιδιοκτητών οριζόντιων ιδιοκτησιών στα κοινόκτητα και κοινόχρηστα πράγματα, δημιουργούν περιορισμούς της αναγκαστικής συγκυριότητας επί των πραγμάτων αυτών, από την οποία και απορρέει το δικαίωμα συμμετοχής στη χρήση τους. Έτσι, δεν αποκλείεται να συμφωνηθεί από τους συνιδιοκτήτες η συγκεκριμένη χρήση ορισμένου από τα εν λόγω κοινά πράγματα ή η αποκλειστική χρήση του κοινού από τον ένα εξ αυτών, δεδομένου ότι, με τη συμφωνία αυτή, δεν αναιρείται η συγκυριότητα, αλλά η χρήση. Οι συμφωνίες αυτές καταρτίζονται μόνο με συμβολαιογραφικό έγγραφο και μεταγραφή και δεσμεύουν, όχι μόνον τους συμβληθέντες ή τους καθολικούς ή ειδικούς διαδόχους τους, αλλά και όσους προσχωρούν στον κανονισμό μεταγενέστερα (Α.Π. 1461/2019). Οι κατ' αυτόν τον τρόπο δημιουργούμενοι περιορισμοί έχουν χαρακτήρα "δουλείας", δηλαδή, χωρίς να είναι δουλείες, κατά την έννοια των άρθρων 1118 επ., 1142 επ. και 1188 επ. ΤΟΥ Α.Κ., δεσμεύουν τους καθολικούς και ειδικούς διαδόχους των ιδιοκτητών των οριζόντιων ιδιοκτησιών που τους συνομολόγησαν και αντιτάσσονται κατά τρίτων (Α.Π. 1300/2014, Α.Π. 562/2014, Α.Π. 849/2013, Α.Π. 635/2010, Α.Π. 1465/2009). Η ρύθμιση που εισάγεται με το ν. 3741/1929, ως προς την απόκτηση και την κατάργηση ιδιαίτερων δικαιωμάτων χρήσεως στα κοινόκτητα και κοινόχρηστα μέρη της υπαγόμενης στη ρύθμισή του ιδιοκτησίας, εναρμονίζεται προς την ιδιαιτερότητα που δεσμεύει τις κατ' ορόφους ιδιοκτησίες και, προπαντός, εξυπηρετεί την ανάγκη δημιουργίας κατάστασης σταθερότητας και ασφάλειας, σε σχέση προς τα δικαιώματα των ιδιοκτητών των οριζόντιων ιδιοκτησιών στα κοινόκτητα και κοινόχρηστα μέρη της κατ' ορόφους ιδιοκτησίας (Α.Π. 1655/2018, Α.Π. 1295/2011). Αν ο συγκύριος υποστεί προσβολή στα δικαιώματα που απορρέουν από την αναγκαστική συγκυριότητα στα κοινά μέρη από άλλο συγκύριο, μπορεί να ζητήσει την άρση της προσβολής και την παράλειψή της στο μέλλον (Α.Π. 1300/2014, Α.Π. 1090/2014, Α.Π. 151/2014). Εξάλλου, η απαγόρευση, από τα πιο πάνω άρθρα του ν. 3741/1929, του κυρίου ορόφου ή διαμερίσματος ορόφου πολυώροφης οικοδομής, που υπάγεται στο σύστημα της οριζόντιας ιδιοκτησίας του νόμου αυτού και των άρθρων 1002 και 1117 του Α.Κ., να ενεργεί κατασκευές στους κοινόχρηστους χώρους της οικοδομής, οι οποίες παρεμποδίζουν τη σύγχρηση των κοινόχρηστων αυτών χώρων από τους κυρίους των λοιπών αυτοτελών οριζόντιων ιδιοκτησιών, δεν αίρεται από την, κατά τις οικείες πολεοδομικές διατάξεις, νομιμοποίηση των κατασκευών αυτών και την εξαίρεσή τους από την κατεδάφιση, με την πληρωμή των σχετικών προστίμων της πολεοδομικής αρχής. Και τούτο, διότι, με τον τρόπο αυτό, οι εν λόγω κατασκευές ούτε νομιμοποιούνται έναντι των λοιπών συνιδιοκτητών της οικοδομής, ούτε παύει η παρακώλυση της ελεύθερης και απρόσκοπτης χρήσης των κοινόχρηστων πραγμάτων από τους λοιπούς συνιδιοκτήτες (Α.Π. 1300/2014). Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 1, 2 παρ. 1, 3, 4, 5, 7 παρ. 1, 8 παρ. 1, 13 του ν. 3741/1929, 787, 1002 και 1117 του A.Κ., προκύπτει ότι, επί οικοδομής, που έχει υπαχθεί στο καθεστώς της οριζόντιας ιδιοκτησίας, μπορεί, με τη νομίμως μεταγεγραμμένη συστατική της οροφοκτησίας συμβολαιογραφική πράξη, να παραχωρηθεί σε ένα δικαιούχο οριζόντιας ιδιοκτησίας, το δικαίωμα επεκτάσεως της οικοδομής προς τα άνω, με την προσθήκη νέου ορόφου επί του δώματος ("ταράτσας"), το οποίο, εωσότου κατασκευασθεί ο νέος όροφος, ανήκει, κατά συγκυριότητα και χρήση, σε όλους από κοινού τους ιδιοκτήτες ορόφων ή διαμερισμάτων (Α.Π. 1204/2022, Α.Π 220/2013). Στην οριζόντια ιδιοκτησία, που συνιστάται με αυτό τον τρόπο, ο οροφοκτήτης αποκτά, αφενός μεν δικαίωμα προσδοκίας πλήρους κυριότητας επί του μελλοντικού ορόφου, το οποίο τελεί υπό την αναβλητική αίρεση της κατασκευής τούτου, αφετέρου δε δικαίωμα αναγκαστικής συγκυριότητας, κατ' ανάλογη μερίδα, στα κοινά μέρη του όλου ακινήτου, που χρησιμεύουν στην κοινή χρήση όλων των οροφοκτητών. Όμως, ο ιδιοκτήτης που είναι δικαιούχος της επεκτάσεως της οικοδομής, με την επέκταση του μελλοντικού ορόφου στο δώμα αυτής, δεν αποκτά κατά νόμο και το δικαίωμα αποκλειστικής χρήσεως του δώματος, το οποίο, εωσότου κατασκευαστεί ο νέος όροφος, παραμένει στην κοινή χρήση και στην αναγκαστική συγκυριότητα καθενός οροφοκτήτη, εκτός εάν, με τη συστατική πράξη ή κατόπιν συμφωνίας όλων των συνιδιοκτητών, που καταρτίζεται με συμβολαιογραφικό έγγραφο και μεταγράφεται, έχει παραχωρηθεί στο δικαιούχο της επεκτάσεως και το δικαίωμα αποκλειστικής χρήσεως του δώματος, οπότε αυτό δεν ανήκει πλέον στην κοινή χρήση των λοιπών συνιδιοκτητών (Α.Π. 1002/2014). Η σύσταση της οροφοκτησίας ολοκληρώνεται με τη μεταγραφή της συστατικής πράξης και από τότε υπάρχει, από νομικής πλευράς, η οροφοκτησία, απλώς το δικαίωμά της δεν είναι πλήρες, αλλά θα συμπληρωθεί με την αποπεράτωση του ορόφου, ώστε να υφίσταται πράγμα, κατά την έννοια του άρθρου 947 παρ. 1 του Α.Κ. Μετά την ανέγερσή του, ο νέος όροφος περιέρχεται στον δικαιούχο της επεκτάσεως, κατ' αποκλειστική κυριότητα νομή και κατοχή και με το ανάλογο ποσοστό αναγκαστικής συγκυριότητας επί του εδάφους και των λοιπών κοινοχρήστων και κοινοκτήτων μερών της οικοδομής (Α.Π. 1204/2022, Α.Π. 220/2013). Η άσκηση, όμως, του δικαιώματος επεκτάσεως της οικοδομής καθ' ύψος, προϋποθέτει την τήρηση των σχετικών διατάξεων της πολεοδομικής νομοθεσίας. Επομένως, για να είναι νόμιμη η άσκηση του εν λόγω δικαιώματος από το συνιδιοκτήτη του ενιαίου οικοπέδου -στον οποίο αυτό χορηγήθηκε, με την κοινή συμφωνία όλων των λοιπών συνιδιοκτητών, δια της συστατικής πράξεως, που έχει μεταγραφεί- και να καταστεί αυτός αποκλειστικά κύριος του νέου κτίσματος άνωθεν του δώματος, πρέπει η κατασκευή του να γίνει με την τήρηση των πολεοδομικών διατάξεων, διότι, σε αντίθετη περίπτωση, εάν δηλαδή η προσθήκη του κτίσματος γίνει αυθαιρέτως, κατά παράβαση των πολεοδομικών διατάξεων, ο φορέας του άνω δικαιώματος δεν αποκτά αποκλειστική επ' αυτού κυριότητα και οι λοιποί συνιδιοκτήτες εξακολουθούν να έχουν το δικαίωμα της αναγκαστικής συγκυριότητας, συγκατοχής και σύγχρησης όλου του (κοινοχρήστου) χώρου του δώματος. Ωστόσο, αν το αυθαίρετο κτίσμα νομιμοποιηθεί μεταγενέστερα, βάσει ισχύουσας νομοθετικής ρυθμίσεως, και ο έχων ανεγείρει τούτο τηρήσει τις προβλεπόμενες από τη ρύθμιση αυτή προϋποθέσεις, τότε η άσκηση του δικαιώματος επεκτάσεως καθ' ύψος της οικοδομής από το δικαιούχο είναι επιτρεπτή, αφού το ανεγερθέν κτίσμα απέβαλε πλέον το χαρακτήρα του αυθαιρέτου και κατέστη νόμιμο (πρβλ. Α.Π. 1213/2020, Α.Π. 220/2013, Α.Π. 1553/2009). Κατά συνέπειαν, μετά τη νομιμοποίηση του, κατά τα άνω, αυθαιρέτου κτίσματος, οι υπόλοιποι ιδιοκτήτες ορόφων ή διαμερισμάτων δεν έχουν το δικαίωμα, επικαλούμενοι τη στέρηση της χρήσεως από αυτούς του κοινόκτητου και κοινόχρηστου δώματος, να ζητήσουν, με αγωγή, την επαναφορά των πραγμάτων στην προηγούμενη κατάσταση και την παράλειψη της μελλοντικής παρεμπόδισής τους στη χρήση του δώματος (Α.Π. 1204/2022, Α.Π. 615/2006). Εξ άλλου, ο λόγος αναιρέσεως από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας, παρά το νόμο, έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα", κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, νοούνται οι νόμιμοι, παραδεκτοί, ορισμένοι και λυσιτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και, συνακόλουθα, στηρίζουν το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως, αντενστάσεως ή λόγου εφέσεως, όχι, όμως, και οι μη νόμιμοι, απαράδεκτοι, αόριστοι και αλυσιτελείς ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης και στους οποίους το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει, ούτε οι αιτιολογημένες αρνήσεις και οι ισχυρισμοί, που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων, έστω και αν προτείνονται ως λόγοι εφέσεως (Ολ.Α.Π. 14/2004, Α.Π. 972/2022, Α.Π. 387/2022, Α.Π. 1500/2021, Α.Π. 1306/2021), καθώς και περιστατικά επουσιώδη ή που εκ περισσού εκτίθενται, ούτε η λήψη υπόψη από το δικαστήριο διευκρινιστικών, απλώς, περιστατικών, που προέκυψαν από τις αποδείξεις, μολονότι δεν είχαν περιληφθεί στο δικόγραφο της αγωγής κ.λπ., εφόσον δεν επέρχεται μεταβολή της ιστορικής της βάσεως (Α.Π. 740/2020, Α.Π. 8/2020, Α.Π. 1306/2019, Α.Π. 747/2019). Επίσης, δεν αποτελούν "πράγματα" και τα επικαλούμενα από τους διαδίκους αποδεικτικά μέσα και, πολύ περισσότερο, η αξιολόγηση από το δικαστήριο του περιεχομένου των εγγράφων και των λοιπών αποδεικτικών μέσων (Α.Π. 1306/2021, Α.Π. 530/2021, Α.Π. 1266/2020, Α.Π. 901/2020). Ο λόγος αυτός αναιρέσεως δεν ιδρύεται, αν το δικαστήριο που δίκασε έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό και τον απέρριψε για οποιονδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (Α.Π. 1021/2019, Α.Π. 250/2014, Α.Π. 1418/2013), γεγονός που συμβαίνει και όταν η απόφαση περιέχει παραδοχές, αντίθετες με τον ισχυρισμό (Ολ.Α.Π. 11/1996, Α.Π. 488/2020, Α.Π. 841/2017). Κατά το άρθρο δε 562 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., είναι απαράδεκτος λόγος αναιρέσεως, που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται: α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση και γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη. Η διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της αποφάσεως του δικαστηρίου της ουσίας, με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση, που όφειλε να λάβει υπόψη του ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού των λόγων αναιρέσεως, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο. Πρέπει, δηλαδή, να αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι ο ισχυρισμός που στηρίζει το λόγο αναιρέσεως είχε προταθεί στο δικαστήριο, το οποίο εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, και μάλιστα ότι είχε προταθεί νομίμως (Ολ.Α.Π. 43/1990, Α.Π. 30/2006, Α.Π. 760/2004, Α.Π. 539/2003). Συνεπώς, αν προσβάλλεται απόφαση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, και ο αναιρεσείων ήταν εφεσίβλητος, που έχει νικήσει πρωτοδίκως, για την πληρότητα του σχετικού λόγου αναιρέσεως, πρέπει στο αναιρετήριο να αναφέρεται, ότι ο ισχυρισμός, στον οποίο αυτός στηρίζεται, είχε προταθεί από τον αναιρεσείοντα με τις προτάσεις του στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και επαναφέρθηκε με τις ενώπιον του Εφετείου προτάσεις του της πρώτης συζήτησης, κατά τον τρόπο που αναφέρει το άρθρο 240 του Κ.Πολ.Δ. ή ότι προτάθηκε για πρώτη φορά στο Εφετείο, με τις προϋποθέσεις του άρθρου 527 του Κ.Πολ.Δ. ή ότι συντρέχει κάποια εξαιρετική περίπτωση από τις προβλεπόμενες στην παραπάνω διάταξη του άρθρου 562 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ. Το καθιερούμενο με την ανωτέρω διάταξη απαράδεκτο, αναφέρεται σε όλους τους προβλεπόμενους από τη διάταξη του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. λόγους αναιρέσεως (Α.Π. 353/2020, Α.Π. 259/2017, Α.Π. 142/2013). Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 527 του Κ.Πολ.Δ., όπως ίσχυε κατά τον κρίσιμο εν προκειμένω χρόνο, πριν την έναρξη ισχύος του ν. 4335/2015, είναι απαράδεκτη η προβολή στην κατ' έφεση δίκη νέων πραγματικών ισχυρισμών, υπό την έννοια αυτοτελών πραγματικών ισχυρισμών που τείνουν σε θεμελίωση, παρακώλυση ή κατάλυση ουσιαστικού δικαιώματος και στοιχειοθετούν τη βάση ενστάσεως, αντενστάσεως ή άλλης αυτοτελούς αιτήσεως για παροχή έννομης προστασίας, που δεν προτάθηκαν στην πρωτόδικη δίκη, εκτός αν: 1) προτείνονται από τον εφεσίβλητο προς υπεράσπιση κατά της εφέσεως, 2) γεννήθηκαν μετά την τελευταία συζήτηση στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και 3) συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 269 του Κ.Πολ.Δ., δηλαδή, μεταξύ άλλων, αν αποδεικνύονται εγγράφως (χωρίς πλέον την πρόσθετη προϋπόθεση να κρίνει το δικαστήριο ότι ο διάδικος δεν γνώριζε, ούτε μπορούσε να πληροφορηθεί εγκαίρως, την ύπαρξη του εγγράφου, η οποία απαλείφθηκε με το άρθρο 27 του ν. 3994/2011) ή με δικαστική ομολογία του αντιδίκου (Α.Π. 1193/2018, Α.Π. 841/2017). Η απόδειξη, όμως, αυτή, πρέπει να προκύπτει παραχρήμα και άμεσα, δηλαδή όλα τα πραγματικά περιστατικά που θεμελιώνουν το νέο ισχυρισμό πρέπει να αποδεικνύονται από το επικαλούμενο και προσκομιζόμενο έγγραφο (δημόσιο ή ιδιωτικό με πλήρη απόδειξη), κατά τρόπο ευθύ και άμεσο και όχι σε συνδυασμό με δικαστικά τεκμήρια (Α.Π. 611/2016, Α.Π. 98/2015). Την συνδρομή δε εξαιρετικής περίπτωσης, για την επιτρεπτή προβολή νέων πραγματικών ισχυρισμών για πρώτη φορά στο εφετείο, οφείλει να επικαλεσθεί και αποδείξει ο διάδικος που προβάλλει τους ισχυρισμούς αυτούς (Α.Π. 1099/2017, Α.Π. 243/2015), ο οποίος πρέπει να επικαλεστεί τη δικαστική ομολογία ή τα έγγραφα, τα οποία πρέπει να προσκομίσει, και από τα οποία αποδεικνύεται ο νέος πραγματικός ισχυρισμός (Α.Π. 961/2019, Α.Π. 462/2008). Σύμφωνα δε με τη διάταξη του άρθρου του άρθρου 591 παρ. 1 εδ. δ' του Κ.Πολ.Δ. (όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή της με το άρθρο 19 του Ν. 2915/2001 και πριν την τροποποίησή της με το Ν. 4335/2015, ως εκ του χρόνου ασκήσεως της ένδικης αγωγής, που κατατέθηκε στις 22-6-2006), η οποία εφαρμόζεται και στην κατ' έφεση δίκη, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 524 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, στην ειδική διαδικασία των μισθωτικών διαφορών, οι διάδικοι μπορούν, έως τη δωδέκατη ώρα της τρίτης εργάσιμης ημέρας από τη συζήτηση, να καταθέσουν προσθήκη στις προτάσεις τους, με την οποία σχολιάζονται οι αποδείξεις, προτείνονται ισχυρισμοί και προσκομίζονται ένορκες βεβαιώσεις, έγγραφα και γνωμοδοτήσεις, κατά το άρθρο 390, μόνο για την αντίκρουση ισχυρισμών που προτάθηκαν για πρώτη φορά κατά τη συζήτηση. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι, με τη προσθήκη των κατ' έφεση προτάσεων του εφεσιβλήτου- εναγομένου, απαραδέκτως προβάλλεται νέος πραγματικός ισχυρισμός, εάν με αυτόν αντικρούεται η αγωγή και όχι ισχυρισμός που περιέχεται στις κατ' έφεση προτάσεις του ενάγοντος- εκκαλούντος (πρβλ. Α.Π. 1295/2007, Α.Π. 1332/2014, Α.Π. 1087/2014). Περαιτέρω, από τις διατάξεις του άρθρου 254 παρ. 1 εδ. α' και γ' του Κ.Πολ.Δ., όπως ισχύουν πριν την τροποποίησή τους με την παρ. 2 του άρθρου δεύτερου, άρθρου 1 του Ν. 4335/2015 και εφαρμόζονται στην προκείμενη περίπτωση, οι οποίες, σύμφωνα με το άρθρο 524 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, έχουν εφαρμογή και επί της διαδικασίας της κατ' έφεση δίκης, ορίζεται ότι το δικαστήριο μπορεί και αυτεπαγγέλτως να διατάξει την επανάληψη της συζήτησης στο ακροατήριο, η οποία έχει κηρυχθεί περαιωμένη, όταν, κατά τη μελέτη της υπόθεσης ή τη διάσκεψη, παρουσιάζονται κενά ή αμφίβολα σημεία, που χρειάζονται συμπλήρωση ή επεξήγηση. Η επαναλαμβανόμενη συζήτηση θεωρείται συνέχεια της προηγουμένης, με την έννοια ότι πρόκειται για δύο συνεχόμενα δικονομικά στάδια, που συνθέτουν μία και μόνη συζήτηση, ένα αδιάσπαστο δικονομικό σύνολο. Αυτό έχει ως συνέπεια, ότι δεν είναι αναγκαία η κατάθεση ιδιαίτερων εγγράφων προτάσεων, καθόσον οι έγγραφες προτάσεις, που κατατέθηκαν κατά την αρχική συζήτηση, αρκούν και ισχύουν και για την επαναλαμβανόμενη συζήτηση. Στην περίπτωση που κατά την επαναλαμβανόμενη συζήτηση κατατίθενται προτάσεις ή προσθήκη, στις ήδη κατατεθείσες, δεν μπορούν να περιληφθούν, στις προτάσεις, νέοι αυτοτελείς ισχυρισμοί, αφού αυτοί πρέπει να προτείνονται στην αρχική συζήτηση, με τις προτάσεις που κατατίθενται μέσα στις προθεσμίες που προβλέπουν οι διατάξεις των παρ. 1 και 2 του άρθρου 237 του Κ.Πολ.Δ., καθόσον, ως ημέρα συζήτησης, θεωρείται εκείνη κατά την οποία εκφωνήθηκε η υπόθεση και άρχισε η εκδίκασή της (βλ. σχετ. Α.Π. 884/2007), εκτός εάν ο διάδικος επικαλεσθεί ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 269 του Κ.Πολ.Δ (Α.Π. 846/2017). Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 11 περ. γ' του Κ.Πολ.Δ., συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 335, 338 έως 340 και 346 του ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει δικανική πεποίθηση για τη βασιμότητα των πραγματικών ισχυρισμών των διαδίκων, που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, οφείλει να λάβει υπόψη του τα αποδεικτικά μέσα, που προσκομίστηκαν νόμιμα, είτε για άμεση απόδειξη είτε για συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, εφόσον γίνεται σαφής και ορισμένη επίκλησή τους από το διάδικο. Καμία, ωστόσο, διάταξη νόμου δεν επιβάλλει την ειδική μνεία και τη χωριστή αξιολόγηση καθενός από τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, αλλά αρκεί η γενική μνεία των κατ' είδος αποδεικτικών μέσων που ελήφθησαν υπόψη. Μόνο αν από τη γενική ή και ρητή ακόμη αναφορά, σε συνδυασμό με το περιεχόμενο της αποφάσεως, δεν προκύπτει, κατά τρόπο αναμφίβολο, ότι ελήφθη υπόψη κάποιο συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο, στοιχειοθετείται ο αναιρετικός αυτός λόγος (ΑΠ 816/2021, ΑΠ 696/2020, ΑΠ 614/2020, Α.Π. 731/2019). Η μη λήψη υπόψη νομοτύπως προταθέντων αποδεικτικών μέσων πρέπει να ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, δηλαδή να αφορά σε ουσιώδη πραγματικό ισχυρισμό, που επιδρά στο διατακτικό της αποφάσεως (ΟλΑΠ 911/2002, ΑΠ 1106/2018, ΑΠ 613/2016). Ο λόγος αυτός αναιρέσεως δεν ιδρύεται, εάν τα αποδεικτικά μέσα προσκομίσθηκαν κατά τρόπο απαράδεκτο. Δεν αρκεί, δηλαδή, η προσκόμιση του εγγράφου ή άλλου αποδεικτικού μέσου, αλλά πρέπει να γίνεται και νόμιμη επίκληση αυτού, με τις προτάσεις του διαδίκου που το προσκόμισε, κατά τη συζήτηση, κατά την οποία εκδόθηκε η αναιρεσιβαλλομένη απόφαση, και όχι με την προσθήκη των προτάσεων ενώπιον του Εφετείου (Α.Π. 1189/2022, Α.Π. 759/2018, Α.Π. 740/1996, Α.Π. 774/1996), εκτός εάν προσκομίζεται προς απόκρουση ισχυρισμών, που προβλήθηκαν κατά τη συζήτηση (Α.Π. 67/2011). Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως, το Εφετείο, κατά την ανέλεγκτη (άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.) περί των πραγμάτων κρίση του, δέχθηκε ως αποδειχθέντα, μετά από συνεκτίμηση των αποδεικτικών μέσων που αναφέρει, τα ακόλουθα, κρίσιμα για την έρευνα των λόγων αναιρέσεως, πραγματικά περιστατικά: "Οι διάδικοι είναι δικαιούχοι εμπράγματων δικαιωμάτων επί των κάτωθι αυτοτελών οριζόντιων ιδιοκτησιών, η κτήση των οποίων συνομολογείται εκατέρωθεν. Ειδικότερα: Ο αρχικώς ενάγων και ήδη αποβιώσας Θ. Α. του Α. και η σύζυγός του Κ., ήταν συγκύριοι κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου έκαστος, του υπό στοιχείο Δ-1 διαμερίσματος του τέταρτου υπέρ το ισόγειο ορόφου, πολυκατοικίας κειμένης επί της οδού ..., η οποία έχει και πρόσοψη επί της πλατείας ..., επιφανείας, του διαμερίσματος, 95,09 τ.μ., με ποσοστό συνιδιοκτησίας επί του οικοπέδου, εκτάσεως 213,35 τ.μ., 68/1000 εξ αδιαιρέτου. Ο Θ. Α. απεβίωσε, χωρίς να αφήσει διαθήκη, στις 21-5-2015 και κληρονομήθηκε εξ αδιαθέτου από τη σύζυγό του Κ., κατά ποσοστό 2/16 εξ αδιαιρέτου και τα δύο τέκνα του, Χ. Α. και Α. Α., κατά ποσοστό 3/16 εξ αδιαιρέτου έκαστος. Την κληρονομιά του ως άνω αποβιώσαντος συζύγου και πατέρα τους αντίστοιχα, αποδέχτηκαν οι τελευταίοι, δυνάμει της νομίμως μεταγραφείσας υπ' αριθμ. .../...2016 πράξης αποδοχής κληρονομιάς της συμβολαιογράφου Καλαμάτας Μάρθας Μαδεμίδου- Ζυγούρη και έτσι κατέστησαν συγκύριοι του ανωτέρω διαμερίσματος, η μεν πρώτη κατά ποσοστό 10/16 εξ αδιαιρέτου (8/16+2/16) και καθένας από τους λοιπούς κατά ποσοστό 3/16 εξ αδιαιρέτου. Οι Σ. χα Γ. Σ.-Μ., Χ. Γ.. Σ. και Γ. Γ.. Σ., είναι συγκύριοι, κατά ποσοστό 62,50% η πρώτη και 18,75 % καθένας από τους λοιπούς, του με στοιχεία Ε-1 διαμερίσματος του πέμπτου υπέρ το ισόγειο ορόφου, επιφανείας 108,90 τ.μ., με ποσοστό συνιδιοκτησίας επί του οικοπέδου 78,25/1000 εξ αδιαιρέτου. Οι Αθηνά χα Γ.. Μ.- Κ., Κ. Γ.. Μ., Λ. Γ.. Μ. και Α. Γ.. Μ., ήταν συγκύριοι κατά ποσοστό 1/4 εξ αδιαιρέτου έκαστος, του υπό στοιχεία Δ-2 διαμερίσματος του τέταρτου υπέρ το ισόγειο ορόφου, επιφανείας 106,28 τ.μ., με ποσοστό συνιδιοκτησίας επί του οικοπέδου 76,37/1000 εξ αδιαιρέτου. Ακολούθως, η εκ των ανωτέρω συνιδιοκτητών Α. χα Γ. Μ., μεταβίβασε λόγω γονικής παροχής το ανήκον σε αυτήν ποσοστό 1/4 εξ αδιαιρέτου, αδιαιρέτως και ισομερώς, δηλαδή κατά ποσοστό 12,5%, σε καθένα από τους Κ. Μ. και Λ. Μ., δυνάμει του νομίμως μεταγραφέντος υπ' αριθμ. ...2010 συμβολαίου γονικής παροχής και δωρεάς εν ζωή, της συμβολαιογράφου Καλαμάτας Ελένης Χαρίτση. Ομοίως, η Α. Γ.. Μ. μεταβίβασε λόγω δωρεάς εν ζωή το ανήκον σε αυτήν ποσοστό 1/4 εξ αδιαιρέτου, αδιαιρέτως και ισομερώς, δηλαδή κατά ποσοστό 12,5%, σε καθένα από τους Κ. Μ. και Λ. Μ., δυνάμει του νομίμως μεταγραφέντος υπ' αριθμ. ...2010 συμβολαίου γονικής παροχής και δωρεάς εν ζωή, της συμβολαιογράφου Καλαμάτας Ελένης Χαρίτση και έτσι οι Κ. και Λ. Γ.. Μ. κατέστησαν συγκύριοι του ανωτέρω διαμερίσματος κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου έκαστος. Οι Π. Κ.. Π. και Μ. θυγ. Π. Π. ήταν, ο μεν πρώτος επικαρπωτής, η δε δεύτερη ψιλή κυρία, του με στοιχεία Ε-2 διαμερίσματος του πέμπτου υπέρ το ισόγειο ορόφου, επιφανείας 92,47 τ.μ., με ποσοστό συνιδιοκτησίας επί του οικοπέδου 66,44/1000 εξ αδιαιρέτου. Το ανωτέρω ακίνητο περιήλθε στην αποκλειστική κυριότητα της τελευταίας, δυνάμει του νομίμως μεταγραφέντος υπ' αριθμ. ...2006 συμβολαίου παραίτησης από το δικαίωμα της επικαρπίας λόγω γονικής παροχής του ανωτέρω επικαρπωτή πατέρα της, της συμβολαιογράφου Καλαμάτας Μάρθας Κωνσταντίνου Ζωντανού. Ακολούθως, η Μ. θυγ. Π. Π., μεταβίβασε λόγω δωρεάς εν ζωή την επικαρπία του ως άνω διαμερίσματος στην Α. χα Π. Π. και την ψιλή κυριότητα αυτού, κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου, σε καθένα από τους Α. Τ. κα Ι. Τ. του Ι., δυνάμει του νομίμως μεταγραφέντος υπ' αριθμ. ...2012 συμβολαίου της ιδίας ως άνω συμβολαιογράφου. Ο πρώτος εναγόμενος Γ. Κ. είναι αποκλειστικός κύριος του με στοιχεία Κ-1 καταστήματος του ισογείου ορόφου της εν λόγω πολυκατοικίας, επιφανείας 24,50 τ.μ., με ποσοστό συνιδιοκτησίας επί του οικοπέδου 42/1000 εξ αδιαιρέτου. Η δεύτερη εναγόμενη Γ. συζ. Γ. Κ. είναι αποκλειστική κυρία του με στοιχεία Α-1 διαμερίσματος του πρώτου υπέρ το ισόγειο ορόφου, επιφανείας 58,06 τ.μ., με ποσοστό συνιδιοκτησίας επί του οικοπέδου 27/1000 εξ αδιαιρέτου. Επίσης είναι επικαρπώτρια του με στοιχεία Α-2 διαμερίσματος του πρώτου υπέρ το ισόγειο ορόφου, επιφανείας 115,21 τ.μ., με ποσοστό συνιδιοκτησίας επί του οικοπέδου 22,88/1000 εξ αδιαιρέτου, ενώ διατηρεί ποσοστό επικαρπίας 50% εξ αδιαιρέτου του με στοιχεία Κ-2 καταστήματος του ισογείου, επιφανείας 130.72 τ.μ., με ποσοστό συνιδιοκτησίας επί του οικοπέδου 264/1000 εξ αδιαιρέτου. Επιπλέον δε είναι δικαιούχος, κατά ποσοστό 39,71%, του δικαιώματος υψούν. Η τρίτη εναγόμενη Η.-Α. Κ. είναι συγκυρία κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου και ψιλή κυρία του υπολοίπου ποσοστού 1/2 εξ αδιαιρέτου του ως άνω Κ-2 καταστήματος του ισογείου, ενώ η τέταρτη εναγόμενη Ι. Κ. έχει την ψιλή κυριότητα της με στοιχεία Α-2 προαναφερόμενης οριζόντιας ιδιοκτησίας. Τέλος ο πέμπτος εναγόμενος Ι. Τ. διατηρεί το ήμισυ (50%) του δικαιώματος του υψούν. Δυνάμει της νομίμως μεταγραφείσας υπ' αριθμ. ...1973 πράξης σύστασης οριζόντιων ιδιοκτησιών και κανονισμού πολυκατοικίας του συμβολαιογράφου Καλαμάτας Δημητρίου Τσαπόγα, η ανωτέρω οικοδομή υπήχθη στο νομοθετικό καθεστώς του Ν. 3741/1991, σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 1002 και 1117 ΑΚ. Ειδικότερα, στο με αριθμό 3 άρθρο αυτής γίνεται λεπτομερής περιγραφή του δώματος (ταράτσας) και ορίζεται ότι αυτό "...περιλαμβάνει αφενός μεν κοινοκτήτους και κοινοχρήστους χώρους, πράγματα και εγκαταστάσεις, ήτοι την απόληξιν του κλιμακοστασίου μετά του κουβουκλίου του, το πλυντήριον, την απόληξιν του φρέατος ανελκυστήρας και το μηχανοστάσιον αυτού, τας απολήξεις δύο φωταγωγών και τα κιγκλιδώματα, αφετέρου δε τον ακάλυπτον χώρον, όστις είναι μεν κοινόχρηστος, αλλ' ουχί κοινόκτητος, ανήκων εις την ιδιαιτέραν και χωριστήν κυριότητα του εκ των (τότε) συμβαλλομένων Η. Τ., ως χωριστή και ανεξάρτητος ιδιοκτησία, έχουσα ποσοστόν συνιδιοκτησίας επί του οικοπέδου εξ εκατό χιλιοστών (100/1000) εξ αδιαιρέτου αυτού, αντιστοιχούντων σε μέτρα τετραγωνικά του οικοπέδου 21,32... Εις την ιδιοκτησίαν ταύτην, ανήκει κατά το ειδικότερον και λεπτομερέστερον εν τέλει του παρόντος εις ειδικόν άρθρον συνομολογούμενα, το δικαίωμα της προσθήκης και νέου ορόφου εις την πολυκατοικίαν, όπερ έχει αποκλειστικώς ο Η. Τ., δυνάμενος να προβεί εις την προσθήκην νέου ορόφου, εάν και ως τούτο ήθελεν τυχόν εν τω μέλλοντι επιτραπή. Εις την περίπτωσιν ταύτην θα κατασκευάσει νέον δώμα κοινόκτητον και κοινόχρηστον πλέον και επί τούτου όσα κοινόκτητα πράγματα και χώροι αναφέρονται ανωτέρω ως νυν κατασκευαζόμενα δαπάναις του ανοικοδομούντος...". Ο ως άνω Η. Τ. κληρονομήθηκε μετά το θάνατό του από τους εξ αδιαθέτου κληρονόμους του, δεύτερη και πέμπτο των εναγομένων. Η εν λόγω συμφωνία για τη χρήση των αδιαίρετων μερών της προκείμενης οικοδομής δεν έχει τροποποιηθεί ή καταργηθεί με μεταγενέστερη συμβολαιογραφικού τύπου συμφωνία των αρχικών συμβληθέντων και συνεπώς, δεσμεύει τους διαδίκους, ως διαδόχους αυτών. Περαιτέρω, στο άρθρο 24 του παραπάνω κανονισμού της πολυκατοικίας προβλέπεται ότι "το ανώτατο και κυρίαρχο όργανο της πολυκατοικίας είναι η Γενική Συνέλευσις των συνιδιοκτητών, της οποίας οι αποφάσεις είναι υποχρεωτικαί και δεσμευτικαί δια πάντας, εφόσον δεν αντίκεινται εις νομίμους διατάξεις αναγκαστικού δικαίου... Το σύνολο των ψήφων είναι χίλιαι (1.000), κατανεμόμεναι, ως εν τη σχετική στήλη του πίνακος αναλογιών και την περιγραφή εκάστης ιδιοκτησίας αναφέρεται [...] μείζων πλειοψηφία απαιτείται και εις τας ακολούθους περιπτώσεις, ήτοι α) αποφάσεις θίγουσαι τον προορισμόν ιδιοκτησιών του ακινήτου και τας επιτρεπομένας ή απαγορευμένας χρήσεις των, κατεδαφίσεις η δημιουργία κοινοχρήστων χώρων κ.λ.π., μεταβολή εξωτερικής εμφανίσεως, λαμβάνονται δια πλειοψηφίας οκτακοσίων ψήφων, υπό τον περιορισμόν να μη θίγεται εκ τούτων η αναλογία εκάστης ιδιοκτησίας επί του οικοπέδου και των κοινών...". Ο πρώτος εναγόμενος, το έτος 2002 προέβη στη διαμόρφωση του κοινόχρηστου κτίσματος του "πλυντηρίου" το οποίο, κατά τα προρρηθέντα, αποτελεί τμήμα του κοινόχρηστου δώματος, τοποθετώντας υαλόφρακτη κατασκευή με σκελετό αλουμινίου και μετατρέποντας αυτό σε χώρο προσωρινής διαμονής του, ενώ έχει επίσης διαμορφώσει τον επίσης κοινόχρηστο ακάλυπτο χώρο του δώματος, με επίστρωση πλακιδίων και έχει τοποθετήσει διάφορα πράγματά του, όπως καθίσματα, τραπέζια, γλάστρες, χωρίσματα, κλιματιστικά, με τη συναίνεση της δεύτερης και του πέμπτου των εναγομένων, συζύγου του και αδελφού αυτής αντίστοιχα, οι οποίοι, όπως προαναφέρθηκε, τυγχάνουν καθολικοί διάδοχοι του πατέρα τους Η. Τ., καθώς και των θυγατέρων του, τρίτης και τέταρτης εκ των εναγομένων. Με τις ενέργειές του αυτές ο πρώτος εναγόμενος, παραβίασε τα συμφωνηθέντα και δεσμευτικά για όλους τους ιδιοκτήτες της πολυκατοικίας, όσον αφορά στον τρόπο χρήσης και εκμετάλλευσης του δώματος στο σύνολό του, απαρτιζόμενο από το "πλυντήριο" και τον ακάλυπτο χώρο, προσβάλλοντας το δικαίωμα των εναγόντων-συνιδιοκτητών της οικοδομής προς σύγχρηση του δώματος, εφόσον τους στερεί τη δυνατότητα απόλυτης χρήσης αυτού. Ο πρώτος εναγόμενος, προς αντίκρουση των ισχυρισμών των εναγόντων, ισχυρίζεται ότι χρησιμοποιεί αποκλειστικά τον κοινόχρηστο χώρο του "πλυντηρίου" του δώματος, για τη διαμονή του, δυνάμει αποφάσεως της Γενικής Συνέλευσης των συνιδιοκτητών, η οποία νόμιμα συγκλήθηκε στις 18-12-2002 και που, με βάση το προρρηθέν άρθρο 24 του κανονισμού της πολυκατοικίας, ενέκρινε με μείζονα πλειοψηφία 878,94 ψήφων, την παραχώρηση της αποκλειστικής χρήσης του χώρου του "πλυντηρίου" σε αυτόν, έναντι μηνιαίου ποσού 90 ευρώ επ' αόριστον, το οποίο θα καταβάλλει στο αποθεματικό της πολυκατοικίας. Όπως ήδη αναφέρθηκε ανωτέρω, πράγματι από το παραπάνω άρθρο του κανονισμού της πολυκατοικίας προβλέπεται ότι για τη λήψη αποφάσεων που θίγουν τον προορισμό ιδιοκτησιών του ακινήτου και τις επιτρεπόμενες ή απαγορευμένες χρήσεις αυτών, λαμβάνονται με μείζονα πλειοψηφία οκτακοσίων (800) ψήφων. Πλην όμως, η ανωτέρω απόφαση της Γενικής Συνέλευσης των συνιδιοκτητών, η οποία έθιγε τον κοινόχρηστο προορισμό του χώρου του "πλυντηρίου" του δώματος, ελήφθη με πλειοψηφία όχι οκτακοσίων (800) τουλάχιστον ψήφων, όπως θα έπρεπε, δυνάμει ρητής διάταξης του κανονισμού της πολυκατοικίας, αλλά με πλειοψηφία 778,94 ψήφων. Ειδικότερα, όπως προκύπτει από σχετικό πρακτικό της γενικής συνέλευσης, το άθροισμα των μερικότερων ψήφων, ήτοι των 68,32 (Κ. Σ.), 68,32 (Γ. Κ.), 76,37 (Ι. Κ.), 76,37 (Μ. Μ.), 68,32 (Α. Χ.) και 421,24 (Γ. Κ.) είναι 778,94 και όχι 878,94 όπως διατείνεται ο πρώτος εναγόμενος. Κατ' ακολουθίαν επομένως των ανωτέρω, η απόφαση της γενικής συνέλευσης των συνιδιοκτητών της εν λόγω πολυκατοικίας, σχετικά με την παραχώρηση της αποκλειστικής χρήσης του κοινόχρηστου χώρου του "πλυντηρίου" στον πρώτο εναγόμενο, ελήφθη χωρίς να συγκεντρώνει, όπως απαιτείται από τον κανονισμό που τη διέπει, μείζονα πλειοψηφία των οκτακοσίων (800) ψήφων και, ως εκ τούτου, πάσχει ακυρότητας και ουδεμία έννομη συνέπεια επιφέρει. Το πρωτοβάθμιο επομένως δικαστήριο, το οποίο με την εκκαλούμενη απόφαση του κατέληξε σε διαφορετική κρίση, έσφαλε ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων, γενομένου δεκτού ως ουσιαστικά βάσιμου του σχετικού πρώτου λόγου της κρινόμενης έφεσης". Κατόπιν τούτου, το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφαση, δέχτηκε ως κατ' ουσίαν βάσιμη την έφεση των εναγόντων- εκκαλούντων, ήδη αναιρεσιβλήτων, εξαφάνισε την εκκληθείσα απόφαση, με την οποία είχε απορριφθεί η αγωγή τους ως αβάσιμη κατ' ουσίαν και, δικάζοντας επί της αγωγής, δέχτηκε αυτήν εν μέρει ως ουσιαστικά βάσιμη. Με το δεύτερο λόγο αναιρέσεως, κατ' εκτίμηση του περιεχομένου του, οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλειες από τους αριθμούς 8 περ. β' και 11 περ. γ' του Κ.Πολ.Δ., με τις αιτιάσεις, αντιστοίχως, ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη α) τον ουσιώδη ισχυρισμό τους, ότι ο πρώτος τούτων νομιμοποίησε το επί του δώματος πρόσθετο κτίσμα, εμβαδού 19,91 τ.μ., τον οποίο ισχυρισμό παραδεκτά πρότειναν για πρώτη φορά στο Εφετείο, κατά το άρθρο 527 του Κ.Πολ.Δ., αφού γεννήθηκε μετά την τελευταία συζήτηση στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και β) τα προσκομισθέντα, προς απόδειξη του ως άνω ισχυρισμού τους, έγγραφα. Από την παραδεκτή όμως επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων, προκύπτει ότι οι εναγόμενοι- εφεσίβλητοι, ήδη αναιρεσείοντες, δεν προέβαλαν τον ισχυρισμό αυτό, που γεννήθηκε μετά την τελευταία συζήτηση στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, με τις προτάσεις τους κατά την πρώτη, ενώπιον του Εφετείου συζήτηση (κατά τη δικάσιμο της 5-12-2011, κατά την οποία εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 31/2012 απόφαση του εν λόγω δικαστηρίου, με την οποία διατάχθηκε η επανάληψη της συζήτησης και η αυτοπρόσωπη εμφάνιση των διαδίκων), ούτε με τις κατατεθείσες κατά την επαναλαμβανόμενη συζήτηση, κατά τη δικάσιμο της 4-3-2019, προτάσεις τους (οπότε θα μπορούσε να ληφθεί υπόψη, υπό την επίκληση συνδρομής των προϋποθέσεων του άρθρου 269 του Κ.Πολ.Δ.), αλλά, απαραδέκτως, κατά τα αναφερόμενα στην προηγηθείσα νομική σκέψη, με την προσθήκη των προτάσεών τους, που κατατέθηκαν κατά την επαναλαμβανόμενη συζήτηση, μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση. Σε κάθε όμως περίπτωση, η επικαλούμενη τυχόν νομιμοποίηση, εκ μέρους του πρώτου εναγομένου, ήδη πρώτου αναιρεσείοντος, του κοινόχρηστου "πλυντηρίου" του δώματος και της επέκτασης αυτού, αλυσιτελώς προβάλλεται και δεν συνιστά "πράγμα", κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 559 αρ. 8 του Κ.Πολ.Δ., αφού, τυχόν παραδοχή του, δεν ασκεί επιρροή στην έκβαση της δίκης, δεν οδηγεί δηλαδή στην κατάλυση του αγωγικού δικαιώματος, ενόψει του ότι, κατά τα αναφερόμενα στην προηγηθείσα νομική σκέψη, με τη νομιμοποίηση της διενεργηθείσας εκ μέρους του αυθαίρετης κατασκευής, δεν αίρεται η απαγόρευση διενέργειας κατασκευών στους κοινόχρηστους χώρους της οικοδομής, ούτε παύει η παρακώλυση της ελεύθερης και απρόσκοπτης χρήσης των κοινόχρηστων πραγμάτων από τους λοιπούς συνιδιοκτήτες. Σημειώνεται ότι, κατά τις ανέλεγκτες παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως, δυνάμει της νομίμως μεταγραφείσας υπ' αριθμ. ...1973 πράξεως σύστασης οριζόντιων ιδιοκτησιών και κανονισμού πολυκατοικίας, του συμβολαιογράφου Καλαμάτας Δημητρίου Τσαπόγα, με την οποία η ένδικη οικοδομή υπήχθη στο νομοθετικό καθεστώς του Ν. 3741/1991, το δικαίωμα επεκτάσεως της οικοδομής προς τα άνω, με την προσθήκη νέου ορόφου επί του δώματος, δεν είχε παραχωρηθεί στον πρώτο εναγόμενο Γ. Κ., αλλά στον Η. Τ., ο οποίος, μετά τον επελθόντα θάνατό του, κληρονομήθηκε εξ αδιαθέτου (και ως προς το δικαίωμα προσδοκίας πλήρους κυριότητας επί του μελλοντικού ορόφου, που τελούσε υπό την αναβλητική αίρεση της κατασκευής του), από τους δεύτερη και πέμπτο των εναγομένων. Συνεπώς, μόνον αυτοί (ο αρχικώς δικαιούχος ή οι κληρονόμοι του), αν είχαν προβεί σε ανέγερση νέου, πάνω από το δώμα, ορόφου, και είχαν νομιμοποιήσει εκ των υστέρων το επ' αυτού παράνομο κτίσμα, θα μπορούσαν, προβάλλοντας το σχετικό ισχυρισμό, να στερήσουν από τους λοιπούς συνιδιοκτήτες το δικαίωμα να ζητήσουν με αγωγή την επαναφορά των πραγμάτων στην προηγούμενη κατάσταση και την παράλειψη της μελλοντικής παρεμποδίσεώς τους στη χρήση του δώματος. Κατόπιν τούτου, ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως, κατά το πρώτο σκέλος του, από τον αριθμό 8 περ. β' του Κ.Πολ.Δ., πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος. Ο ίδιος λόγος αναιρέσεως, κατά το δεύτερο σκέλος του, από τον αριθμό 11 περ. γ' του Κ.Πολ.Δ., είναι επίσης απορριπτέος ως απαράδεκτος, το μεν διότι οι αναιρεσείοντες επικαλέστηκαν τα προσκομισθέντα -προς απόδειξη του, περί νομιμοποίησης του επί του δώματος πρόσθετου κτίσματος, ισχυρισμού τους- έγγραφα, που φέρονται ότι δεν ελήφθησαν υπόψη, το πρώτον με την προσθήκη των προτάσεών τους, που κατατέθηκαν κατά την ενώπιον του Εφετείου επαναλαμβανόμενη συζήτηση, και όχι με τις προτάσεις τους, το δε διότι, τα έγγραφα αυτά, δεν ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, αφού δεν αφορούν, κατά τα προαναφερθέντα, σε ουσιώδη πραγματικό ισχυρισμό, που επιδρά στο διατακτικό της προσβαλλομένης αποφάσεως. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα. Η παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, δηλαδή με απόδοση στον κανόνα δικαίου έννοιας μη αληθινής ή μη αρμόζουσας ή έννοιας περιορισμένης ή στενής, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.Α.Π. 1/2016, Ολ.Α.Π. 2/2013, Α.Π. 1431/2022, Α.Π. 663/2021, Α.Π. 42/2020). Με τον ως άνω λόγο αναιρέσεως ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ., ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (Ολ.Α.Π. 27 και 28/1998, Α.Π. 485/2022, Α.Π. 75/2022, Α.Π. 49/2022). Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο, ιδρύεται δε ο λόγος αυτός αναιρέσεως, αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν εμφανή την παράβαση (Α.Π. 1308/2021, Α.Π. 686/2021, Α.Π. 619/2021, Α.Π. 328/2020). Τούτο συμβαίνει, όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε, αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (Ολ.Α.Π. 8/2018, Ολ.Α.Π. 7/2006, Α.Π. 1040/2022, Α.Π. 485/2022, Α.Π. 49/2022, Α.Π. 686/2021). Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 19 του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς, σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παραβάσεως του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο παρών λόγος αναιρέσεως ιδρύεται, όταν, στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού, δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία). Δεν έχει, όμως, εφαρμογή η παραπάνω διάταξη, όταν οι ελλείψεις ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και, ιδίως, στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που εξάγεται από αυτές, εκτός αν δεν είναι σαφές και πλήρες το πόρισμα και για το λόγο αυτό γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή γιατί δεν αποδείχθηκε. Τα επιχειρήματα του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές, με βάση τις οποίες διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και, συνεπώς, δεν αποτελούν "αιτιολογία" της αποφάσεως, ώστε, στο πλαίσιο της εν λόγω διατάξεως του άρθρου 559 αριθμ. 19 του Κ.Πολ.Δ., να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναιρέσεως ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων, που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς, οπότε ο σχετικός λόγος αναιρέσεως είναι απαράδεκτος. Επίσης, από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναιρέσεως από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη και, επομένως, ο αντίστοιχος λόγος αναιρέσεως, από το περιεχόμενο του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερόμενες εξαιρετικές περιπτώσεις, είναι απαράδεκτος, καθόσον πλήττεται πλέον η ουσία της υποθέσεως, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο. Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 578 του Κ.Πολ.Δ., αν το αιτιολογικό της προσβαλλομένης αποφάσεως κρίνεται εσφαλμένο αλλά το διατακτικό της ορθό, ο Άρειος Πάγος απορρίπτει την αναίρεση, εκτός αν υπάρχει έννομο συμφέρον να αποτραπεί δυσμενές δεδικασμένο, οπότε αναιρείται η απόφαση, μόνο ως προς την εσφαλμένη αιτιολογία της. Ως αιτιολογικό νοείται η νομική αιτία, δηλαδή η διάταξη νόμου, που αποτελεί την μείζονα πρόταση του δικανικού (νομικού) συλλογισμού. Σε περίπτωση εσφαλμένου αιτιολογικού, δηλαδή όταν τα πραγματικά περιστατικά, που, ανελέγκτως, δέχθηκε η προσβαλλομένη απόφαση, υπάγονται σε άλλο κανόνα δικαίου, εφ' όσον η υπαγωγή αυτή απολήγει σε πόρισμα όμοιο προς το διατακτικό της, το διατακτικό της αποφάσεως του Αρείου Πάγου περιέχει διάταξη απορριπτική της αναιρέσεως, χωρίς αντικατάσταση των αιτιολογιών και στο σκεπτικό παρατίθενται οι ορθές νομικές διατάξεις (Ολ.Α.Π. 30/1998 Α.Π. 1524/2021, Α.Π. 1067/2020). Η ευδοκίμηση λόγου αναιρέσεως, με τον οποίο προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση ευθεία παραβίαση κανόνα του ουσιαστικού δικαίου (άρθρο 559 αριθμός 1 εδ. α' του Κ.Πολ.Δ.), εξαρτάται από την ορθότητα του διατακτικού της αποφάσεως, το οποίο αιτιωδώς συνάπτεται με τις ουσιαστικές παραδοχές του δικαστηρίου της ουσίας (Ολ.Α.Π. 27/1998, Α.Π. 1067/2020). Στην προκειμένη περίπτωση, με τις ανέλεγκτες παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως, όπως αυτές παρατίθενται ανωτέρω, το Εφετείο δέχτηκε 1) ότι ο πρώτος εναγόμενος, ήδη πρώτος αναιρεσείων, Γ. Κ., με τη συναίνεση των λοιπών εναγομένων, ήδη αναιρεσειόντων, προέβη στη διαμόρφωση α) του κοινόχρηστου κτίσματος του "πλυντηρίου", τοποθετώντας υαλόφρακτη κατασκευή με σκελετό αλουμινίου και μετατρέποντας αυτό σε χώρο προσωρινής διαμονής του και β) του κοινόχρηστου ακάλυπτου χώρου του δώματος, με επίστρωση πλακιδίων και την τοποθέτηση επ' αυτού καθισμάτων, τραπεζιών, γλαστρών, χωρισμάτων και κλιματιστικών και 2) ότι με τις ενέργειές του αυτές προσέβαλε το δικαίωμα των εναγόντων-συνιδιοκτητών της οικοδομής, ήδη αναιρεσιβλήτων, προς σύγχρηση του δώματος, εφόσον τους στερεί τη δυνατότητα απόλυτης χρήσεως αυτού. Έτσι που έκρινε το Εφετείο, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 1, 2 παρ. 1, 3, 4, 7 παρ. 1 του ν. 3441/1929, 787, 1002 και 1117 του Α.Κ., δεν στέρησε δε την προσβαλλόμενη απόφασή του από νόμιμη βάση, καθόσον διέλαβε σ' αυτήν την απαιτούμενη αιτιολογία, που ανταποκρίνεται στο πραγματικό των προαναφερθεισών ουσιαστικού δικαίου διατάξεων και καθιστά εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο περί της ορθής εφαρμογής αυτών, τις οποίες, συνεπώς, δεν παραβίασε εκ πλαγίου. Επομένως, ο πρώτος λόγος αναιρέσεως, από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Περαιτέρω, ο πρώτος εναγόμενος, ήδη πρώτος αναιρεσείων, προς αντίκρουση των αγωγικών ισχυρισμών, ισχυρίστηκε ενώπιον του Εφετείου, ότι η αποκλειστική χρήση του κοινόχρηστου χώρου του "πλυντηρίου" του δώματος, παραχωρήθηκε σ' αυτόν με απόφαση της Γενικής Συνέλευσης των συνιδιοκτητών, που ελήφθη με βάση το άρθρο 24 του κανονισμού της πολυκατοικίας. Το Εφετείο απέρριψε τον ισχυρισμό αυτό, με την παραδοχή ότι η αποκλειστική χρήση του κοινόχρηστου χώρου του "πλυντηρίου" του δώματος, παραχωρήθηκε μεν στον πρώτο εναγόμενο με την από 18-12-2002 απόφαση της Γενικής Συνέλευσης των συνιδιοκτητών, πλην όμως η απόφαση αυτή είναι ανίσχυρη και δεν δεσμεύει τους διαφωνούντες συνιδιοκτήτες, ενόψει του ότι ελήφθη με πλειοψηφία 778,94 ψήφων, και όχι 800 τουλάχιστον ψήφων, όπως απαιτείται, σύμφωνα με το ανωτέρω άρθρο 24 του κανονισμού. Ο παραπάνω ισχυρισμός του πρώτου εναγομένου, πράγματι δεν ασκεί έννομη επιρροή στην έκβαση της δίκης και είναι απορριπτέος, όχι όμως λόγω του ότι δεν τηρήθηκε η καθορισμένη με τον κανονισμό πλειοψηφία της γενικής συνέλευσης, αλλά επειδή, κατά τα αναφερόμενα στη νομική σκέψη που παρατίθεται στην αρχή της παρούσας, είναι μεν δυνατή η με τον κανονισμό ανάθεση, στη γενική συνέλευση των συνιδιοκτητών, του δικαιώματος τροποποίησης συγκεκριμένων όρων του κανονισμού, υπό ορισμένες προϋποθέσεις και με καθορισμένη πλειοψηφία, η τροποποίηση, όμως, από την πλειοψηφία, δεν μπορεί να θίγει δικαιώματα των (μειοψηφούντων) συνιδιοκτητών, τα οποία υφίστανται από το νόμο, τη σύσταση της οροφοκτησίας ή τον κανονισμό. Και τούτο διότι, το άρθρο 4 παρ. 1 περ. β' του ν. 3741/1929 περιορίζει, ρητά, τα δικαιώματα που η παμψηφία μπορεί να εκχωρήσει σε ορισμένη πλειοψηφία, μόνο σε αποφάσεις που αφορούν στη συντήρηση, βελτίωση ή χρήση των κοινών μερών και οι οποίες λαμβάνονται για το κοινό συμφέρον. Δεν επιτρέπεται, δηλαδή, να τροποποιηθεί, από την πλειοψηφία των συνιδιοκτητών, ο προσδιορισμός των αδιαίρετων - κοινών μερών της οικοδομής ή η συμφωνία χρήσεως αυτών και, συνακόλουθα, η τροποποίηση αυτή, του κανονισμού ή της σύστασης οριζόντιας ιδιοκτησίας, εφόσον έγινε χωρίς την, κατά το άρθρο 4 παρ. 1 περ. β' του ν. 3741/1929, ομόφωνη απόφαση των οροφοκτητών, που πρέπει να καταρτιστεί με συμβολαιογραφικό έγγραφο και να μεταγραφεί, είναι ανίσχυρη και δεν δεσμεύει τους διαφωνούντες συνιδιοκτήτες. Από τα παραπάνω προκύπτει, ότι το αιτιολογικό της προσβαλλομένης αποφάσεως, αναφορικά με την απόρριψη του ισχυρισμού του πρώτου εναγομένου, περί παραχώρησης σ' αυτόν, από την πλειοψηφία της γενικής συνέλευσης, της αποκλειστικής χρήσεως του κοινόχρηστου χώρου του "πλυντηρίου" του δώματος, κρίνεται εσφαλμένο, διότι ο ισχυρισμός αυτός απορρίφθηκε με εφαρμογή της, μη εφαρμοστέας εν προκειμένω, διατάξεως του άρθρου 4 παρ. 1 περ. β' του ν. 3741/1929, αντί των διατάξεων των άρθρων 4 παρ. 1 περ. α', σε συνδυασμό με 13 παρ. 1 του ίδιου νόμου, που ήταν εφαρμοστέες, ωστόσο, το διατακτικό της είναι, κατά τα προαναφερόμενα, ορθό. Επομένως, ο πρώτος λόγος αναιρέσεως, κατά το μέρος που, κατ' εκτίμηση, αναφέρεται και στο κεφάλαιο αυτό, ερειδόμενος στον αριθμό 1 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., πρέπει να απορριφθεί, κατά το άρθρο 578 του Κ.Πολ.Δ., διότι οι αναιρεσείοντες δεν επικαλούνται έννομο συμφέρον να αποτραπεί δεδικασμένο, προϋπόθεση αναγκαία για να αναιρεθεί η απόφαση μόνο ως προς την εσφαλμένη αιτιολογία της. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, και μη υπάρχοντος άλλου λόγου προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες, λόγω της ήττας τους, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των, παρόντων κατά τη συζήτηση, πρώτης, δευτέρου, τρίτου, τετάρτου και έκτης των αναιρεσιβλήτων, οι οποίοι κατέθεσαν προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα των τελευταίων (άρθρα 176, 180, 189 παρ. 1 και 191 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό της παρούσας. Τέλος, πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος από τους αναιρεσείοντες παραβόλου στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δ., όπως ισχύει και εφαρμόζεται στην παρούσα υπόθεση, μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο τρίτο άρθρο 1 του ν. 4335/2015, που ισχύει, κατ' άρθρο ένατο άρθρο 1 παρ. 2 αυτού, για τα κατατιθέμενα από 1.1.2016 ένδικα μέσα). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 1-6-2020 και με αριθμό καταθέσεως 15/2020 αίτηση, για αναίρεση της υπ' αριθμ. 66/2019 τελεσίδικης αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Καλαμάτας. Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος από τους αναιρεσείοντες παραβόλου στο δημόσιο ταμείο. Και Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα των παρόντων κατά τη συζήτηση, πρώτης, δευτέρου, τρίτου, τετάρτου και έκτης των αναιρεσιβλήτων, Κ. χήρας Θ. Α., το γένος Χ. Λ., Χ. Α. του Θ., Α. Α. του Θ., Κ. Μ. του Γ. και Μ. Π. του Π., το ύψος των οποίων καθορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 6 Απριλίου 2023. ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 21 Ιουλίου 2023. H ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ