Αριθμός 352/2013 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Α1' Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Λυκούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ιωάννη Σίδερη, Νικόλαο Λεοντή, Γεώργιο Γεωργέλλη και Αντώνιο Ζευγώλη, Αρεοπαγίτες. Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 4 Φεβρουαρίου 2013, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Κοκκίνη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Εταιρίας με την επωνυμία "AIR LIQUIDE HELLAS AEBA", που εδρεύει στον ... στη θέση ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτρη Κουκούλα. Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης Εταιρίας με την επωνυμία "ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΑ ΑΕΡΙΑ ΘΡΑΚΗΣ Α.Ε.", που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία στο ακροατήριο εμφανίστηκε ο νόμιμος εκπρόσωπος της εταιρίας Σ. Κ. του Ε. και όρισε πληρεξούσιο δικηγόρο αυτής τον Παύλο Καββάγια. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 29-10-2008 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 948/2010 οριστική του ιδίου δικαστηρίου και 3725/2011 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 6-2-2012 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης, Αντώνιος Ζευγώλης, ανέγνωσε την από 21 Ιανουαρίου 2013 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου στην δικαστική δαπάνη. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Ο αναιρετικός λόγος του άρθρου 559 αριθμ. 11 περ. γ'ΚΠολΔ ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν είτε προς άμεση απόδειξη, είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων. Εξάλλου, κατά την έννοια του πιο πάνω εδαφίου, για την ίδρυση του λόγου αυτού αναιρέσεως αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για τη λήψη υπόψη από το δικαστήριο προσκομισθέντων με επίκληση αποδεικτικών μέσων, τα οποία το δικαστήριο έχει υποχρέωση να λαμβάνει υπόψη κατά τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339, 341 και 346 ΚΠολΔ (Ολ.ΑΠ 2/2008). Ο ανωτέρω λόγος απορρίπτεται, ως κατ' ουσίαν αβάσιμος, αν αποδεικνύεται από την απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία προσκομίσθηκαν και των οποίων έγινε επίκληση. Συνήθως αρκεί προς τούτο η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου (μάρτυρες, έγγραφα κλπ), χωρίς ανάγκη ειδικής αξιολογήσεως καθενός και χωρίς διάκριση από ποια αποδεικτικά μέσα προκύπτει άμεση και από ποια έμμεση απόδειξη. Μη λήψη υπόψη, πάντως, δεν συνάγεται από μόνο το γεγονός ότι μνημονεύονται στην απόφαση ορισμένα μόνο από τα προσκομισθέντα με επίκληση αποδεικτικά μέσα, όχι όμως και τα επίδικα. Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως, από τον αριθμό 11 περ. γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, προβάλλεται η αιτίαση, ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα, που η αναιρεσείουσα προσκόμισε με επίκληση για την απόδειξη των ισχυρισμών της και συγκεκριμένα δεν έλαβε υπόψη: 1) Την μαρτυρική κατάθεση της ενόρκως εξετασθείσης ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου μάρτυρός της, Χ. Μ., η οποία περιέχεται στα ταυτάριθμα προς την προσβληθείσα ενώπιον του Εφετείου απόφαση του εν λόγω Δικαστηρίου πρακτικά, από την οποία προκύπτει η ανταπαίτησή της την οποία πρότεινε σε συμψηφισμό προς την επιδιωκόμενη με την αγωγή απαίτηση της αναιρεσίβλητης και 2) την "καρτέλα προμηθευτή", που ετηρείτο μεταξύ αυτής και της αναιρεσίβλητης, στην οποία απεικονίζονται οι εκατέρωθεν χρεωπιστώσεις από την μεταξύ τους εμπορική συνεργασία και η οποία την 31-10-2006 εμφάνισε χρεωστικό υπόλοιπο εις βάρος της αναιρεσίβλητης ποσού 22.425,62 ευρώ, το οποίο πρότεινε σε συμψηφισμό προς την επιδιωκόμενη με την αγωγή ανταπαίτηση της τελευταίας. Από τη βεβαίωση, όμως, που περιέχεται στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη "οι ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων, που περιλαμβάνονται στα πρακτικά του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, και όλα τα έγγραφα που προσκομίζουν και επικαλούνται οι διάδικοι", σε συνδυασμό με το όλο περιεχόμενό της προσβαλλόμενης απόφασης, στην οποία μάλιστα γίνεται ρητή αναφορά της επικαλούμενης καρτέλας χρεωπιστώσεων και συνεκτίμηση αυτής προς τα λοιπά αποδεικτικά μέσα, μεταξύ των οποίων και οι καταθέσεις των ενόρκως εξετασθέντων μαρτύρων ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, δεν καταλείπεται καμιά αμφιβολία ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη και τα παραπάνω αποδεικτικά μέσα, στα οποία αναφέρεται η αναιρεσείουσα, για την συναγωγή του αποδεικτικού του πορίσματος. Επομένως, ο ερευνόμενος από την παραπάνω διάταξη αντίθετος λόγος αναιρέσεως, είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Kατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 12 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παραβίασε τους ορισμούς του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως στοιχειοθετείται, όταν το δικαστήριο της ουσίας, κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, αποδίδει σε ορισμένα αποδεικτικά μέσα δύναμη αποδείξεως μεγαλύτερη ή μικρότερη από εκείνη που δεσμευτικά γι'αυτό καθορίζει ο νόμος, όχι, όμως και στην περίπτωση που, εκτιμώντας ελεύθερα τις αποδείξεις, όπως έχει δικαίωμα από το νόμο (Κ.Πολ.Δ. 340), αποδίδει σε ορισμένα αποδεικτικά μέσα, τα οποία κατά νόμο έχουν την ίδια αποδεικτική δύναμη με τα άλλα, μεγαλύτερη ή μικρότερη βαρύτητα ή αξιοπιστία από τα τελευταία, διότι η εκτίμηση αυτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ., δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου. Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 270 παρ.3, 339, και 415 έως 420 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο της ουσίας, κατά την ενώπιόν του προφορική διαδικασία συζήτησης της αγωγής, ζητεί τις αναγκαίες πληροφορίες και διασαφήσεις από τους παρισταμένους διαδίκους ή τους εκπροσώπους τους και τους εξετάζει, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του, έστω και αν δεν συντρέχουν οι όροι του άρθρου 415 ίδιου κώδικα, ήτοι η μη απόδειξη ή η ατελής απόδειξη των ουσιωδών για την έκβαση της δίκης πραγματικών περιστατικών. Από αυτά σαφώς συνάγεται περαιτέρω, ότι από τις άνω διατάξεις δεν τίθεται ως προϋπόθεση της εξέτασης των διαδίκων η μη απόδειξη ή η ατελής απόδειξη των ουσιωδών για την έκβαση της δίκης πραγματικών περιστατικών από τα λοιπά αποδεικτικά μέσα που προσκομίζουν οι διάδικοι, αφού όπως ρητώς ορίζεται στο προαναφερόμενο άρθρο 270 παρ.2 ΚΠολΔ, η εξέταση των διαδίκων γίνεται και αν ακόμη δεν συντρέχουν οι όροι του άρθρου 415 ιδίου κώδικα, και επομένως η εξέταση των διαδίκων, που αποτελεί επώνυμο αποδεικτικό μέσο, διαφορετικoύ εκείνου των μαρτύρων, και οι καταθέσεις τους εκτιμώνται ελεύθερα, δεν προϋποθέτει προηγούμενη κρίση του δικαστηρίου, ότι τα αποδεικτέα πραγματικά περιστατικά δεν αποδεικνύονται ή δεν αποδεικνύονται εντελώς από τα λοιπά αποδεικτικά μέσα. Επομένως η εξέταση των διαδίκων, δεν αποτελεί μικρότερης βαρύτητας αποδεικτικό μέσο, έναντι άλλων αποδεικτικών μέσων που επίσης εκτιμώνται ελεύθερα, όπως είναι οι καταθέσεις των ενόρκως εξετασθέντων μαρτύρων ή των εγγράφων, που ο νόμος δεν αποδίδει σ' αυτά αυξημένη αποδεικτική δύναμη. Στην προκείμενη περίπτωση με τον δεύτερο λόγο αναιρέσεως, η αναιρεσείουσα προβάλει την αιτίαση, ότι το Εφετείο, το οποίο με την προσβαλλόμενη απόφασή του απέρριψε την προταθείσα νομίμως ένστασή της περί συμψηφισμού ανταπαίτησής της με την επιδιωκόμενη με την αγωγή απαίτηση της αναιρεσίβλητης, κάνοντας ακολούθως δεκτή την τελευταία, για το σχηματισμό της κρίσης του επί της προκειμένης υποθέσεως έλαβε υπόψη του με την ίδια βαρύτητα την ανωμοτί εξέταση ως διαδίκου του μέλους του Δ,Σ. της αναιρεσίβλητης ανώνυμης εταιρίας Ε. Μ.-Κ., με τα υπόλοιπα αποδεικτικά μέσα που αυτή προσεκόμισε (καρτέλα χρεωπιστώσεων, ένορκη κατάθεση της μάρτυρός της), αντί να δώσει μεγαλύτερη αποδεικτική δύναμη στα τελευταία. Ο ως άνω λόγος αναιρέσεως, από τον αριθμό 12 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, γιατί οι προβαλλόμενες με αυτόν πιο πάνω αιτιάσεις, αναγόμενες στη στάθμιση και αξιολόγηση της κατάθεσης του εξετασθέντος ανωμοτί ως διαδίκου μέλους του Δ.Σ. της αναιρεσίβλητης (που εκ παραδρομής αναφέρεται στην προσβαλλόμενη απόφαση ως ένορκη, αφού όπως προκύπτει από τα πρακτικά του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου στα οποία περιέχεται, και ομολογεί και η αναιρεσείουσα στο αναιρετήριο, αυτή λήφθηκε χωρίς όρκο) και την εκτίμηση αυτών που κατέθεσε, με την καρτέλα χρεωπιστώσεων των συναλλαγών των διαδίκων που τηρούσε η αναιρεσείουσα και την ένορκη κατάθεση της μάρτυρος της τελευταίας, δεν μπορούν να θεμελιώσουν λόγο αναιρέσεως από την άνω διάταξη, αφού τα τελευταία αυτά αποδεικτικά μέσα έχουν την ίδια κατά το νόμο αποδεικτική δύναμη, προς την ανωμοτί κατάθεση του εξετασθέντος διαδίκου. Κατά το άρθρο 559 αριθ. 8 περ. β του ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης κατά της απόφασης και αν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Πράγματα, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, είναι οι αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων που συγκροτούν την ιστορική βάση και επομένως θεμελιώνουν το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης και όχι οι ισχυρισμοί που αποτελούν άρνηση της αγωγής ή επιχειρήματα νομικά ή πραγματικά, τα οποία αντλούνται από το νόμο ή από την εκτίμηση των αποδείξεων. Πράγμα συνεπώς, υπό την έννοια αυτή, αποτελεί και ο λόγος της έφεσης που περιέχει παράπονο κατά της κρίσης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, με την οποία απορρίφθηκε ισχυρισμός του εκκαλούντος ή έγινε δεκτός ισχυρισμός του εφεσίβλητου. Δεν στοιχειοθετείται όμως ο λόγος αυτός αν ο ισχυρισμός που δεν λήφθηκε υπόψη είναι μη νόμιμος και συνεπώς δε θεωρείται ουσιώδης, αφού δεν ασκεί επίδραση στην έκβαση της δίκης (Ολ.Α.Π 2/1989). Επίσης δεν στοιχειοθετείται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν το δικαστήριο απέρριψε εκ των πραγμάτων για οποιοδήποτε λόγο, τον προταθέντα ισχυρισμό (Ολ.ΑΠ 11/1996, 12/1991). Κατά συνέπεια ο τρίτος λόγος της αναιρέσεως, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η από τον αριθ. 8 περ. β του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. πλημμέλεια, ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τον περί αοριστίας του σχετικού λόγου αγωγής ισχυρισμό της αναιρεσείουσας, τον οποίο η τελευταία είχε προτείνει επικουρικά με τις προτάσεις της ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου και επανέφερε με τις προτάσεις της ενώπιον του Εφετείου, προς αντίκρουση της έφεσης της αναιρεσίβλητης, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, καθ' όσον το Εφετείο έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό αυτόν και τον απέρριψε εκ του πράγματος με το να δεχθεί ως ορισμένη και νόμιμη την αγωγή, υιοθετώντας κατά τούτο την απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, που έκρινε ομοίως, δεχόμενο περαιτέρω αυτήν ως κατ' ουσίαν βάσιμη. Κατά συνέπεια, πρέπει να απορριφθεί η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 06-02-2012 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθ. 3725/2011 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 18 Φεβρουαρίου 2013. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 4 Μαρτίου 2013. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ