Αριθμός 1443/2023 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Α1' Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννα Κλάπα - Χριστοδουλέα, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, Χρήστο Κατσιάνη, Στέφανο - Σπυρίδωνα Πανταζόπουλο, Γεώργιο Παπαγεωργίου και Αικατερίνη Χονδρορίζου - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες. Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 8 Μαΐου 2023, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Των αναιρεσειόντων: 1) Α. Β. του Κ., κατοίκου ..., 2) Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "... ΑΕ", που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, οι οποίοι δεν εκπροσωπήθηκαν στο ακροατήριο. Του αναιρεσιβλήτου: Ε. Π..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Μαρία Πιέρρου με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις. Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 22/4/2014 (2) ανακοπές των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 202/2015 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 3146/2017 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 14/9/2017 αίτησή τους. Με την υπ' αριθμ. 148/2022 Πράξη του Προέδρου του Α1' Πολιτικού Τμήματος, ορίστηκε, κατ' εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 307 του ΚΠολΔ, η δικάσιμος, που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Από τη διάταξη του άρθρου 307 του Κ.Πολ.Δ., η οποία έχει εφαρμογή και στη διαδικασία της δίκης για την αναίρεση (άρθρο 573 παρ.1 του Κ.Πολ.Δ.), προκύπτει ότι, αν για οποιοδήποτε λόγο που παρουσιάζεται μετά το τέλος της συζητήσεως της υποθέσεως καταστεί αδύνατη η έκδοση της αποφάσεως (παραίτηση, παύση δικαστή κτλ), η συζήτηση επαναλαμβάνεται με τον ορισμό νέας δικασίμου και κοινοποίηση κλήσεως προς τους διαδίκους, ενέργειες που λαμβάνουν χώρα με την επιμέλεια είτε κάποιου εκ των διαδίκων, είτε της γραμματείας του δικαστηρίου (Α.Π. 2113/2022, Α.Π.1763/2022, Α.Π.582/2016). Η επαναλαμβανόμενη κατ' άρθρο 307 του ΚΠολΔ συζήτηση αποτελεί, όπως και η από το άρθρο 254 του ΚΠολΔ συζήτηση, συνέχεια της προηγούμενης και όχι νέα συζήτηση (Α.Π. 2113/2022, Α.Π. 936/2018). Στην προκειμένη περίπτωση, με την υπ' αριθμ. 148/2022 Πράξη του Προέδρου του Α1' Τμήματος του Αρείου Πάγου, νόμιμα επαναλαμβάνεται η συζήτηση της από 14-9-2017 αιτήσεως αναιρέσεως, κατ' εφαρμογήν της διατάξεως του άρθρου 307 του Κ.Πολ.Δ., μετά τη διαπίστωση, όπως αναφέρεται, αδυναμίας για την έκδοση αποφάσεως επί της αιτήσεως αυτής, η οποία είχε συζητηθεί ενώπιον του Α1 Πολιτικού Τμήματος του Αρείου Πάγου κατά τη δικάσιμο της 16-9-2019, λόγω σοβαρού προβλήματος υγείας της ήδη συνταξιοδοτηθείσας, μετά τη συζήτηση της υποθέσεως, Αρεοπαγίτη Εισηγήτριας Αγγελικής Τζαβάρα, και ορίστηκε ως νέα δικάσιμος για τη συζήτηση αυτής η αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας με κλήση των διαδίκων να παραστούν κατ' αυτήν. Από το από 3-5-2022 αποδεικτικό επιδόσεως του επιμελητή του Αρείου Πάγου Σ. Β., το οποίο υπάρχει στη δικογραφία, προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της ως άνω υπ'αριθ.148/2022 πράξης του Προέδρου του Α1 Πολιτικού Τμήματος του Αρείου Πάγου, με κλήση για να παραστούν κατά την πιο πάνω δικάσιμο της 8-5-2023, επιδόθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα για τους αναιρεσείοντες, κατά το άρθρο 143 παρ.1 Κ.Πολ.Δ., στον αντίκλητο δικηγόρο τους Ιωάννη Κατσουρίνη. Οι τελευταίοι, μολονότι κλήθηκαν, δεν εμφανίστηκαν μετά πληρεξουσίου δικηγόρου, ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο, ούτε κατατέθηκε δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ.2 ΚΠολΔ., στη δικάσιμο αυτή, όταν εκφωνήθηκε η υπόθεση από τη σειρά του οικείου πινακίου, είχαν όμως εκπροσωπηθεί από πληρεξούσιο δικηγόρο κατά τη συζήτηση της ένδικης αίτησης αναίρεσης στην αρχική δικάσιμο της 16-9-2019, συνέχεια της οποίας αποτελεί η προκείμενη, κατά τα ανωτέρω. Με την κρινόμενη από 14-9-2017 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η, εκδοθείσα αντιμωλία των διαδίκων κατά την τακτική διαδικασία, 3146/2017 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, το οποίο δίκασε την από 15-10-2015 έφεση των ανακοπτόντων ήδη αναιρεσειόντων κατά της 202/2015 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, και την απέρριψε ως απαράδεκτη. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο με την ως άνω απόφασή του, συνεκδίκασε την από 22-4-2014 ανακοπή του πρώτου αναιρεσείοντος, μετά των από 8-9-2014 προσθέτων λόγων αυτής, για ακύρωση της 9785/2014 διαταγής πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και την από 22-4-2014 ανακοπή της δεύτερης αναιρεσείουσας, μετά των από 8-9-2014 προσθέτων λόγων αυτής, για ακύρωση της 9784/2014 διαταγής πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, και τις απέρριψε ως αβάσιμες κατ'ουσίαν. Η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 495 παρ. 3 Β' εδ.δ', 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ). Είναι, συνεπώς παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα) και πρέπει να ερευνηθεί, περαιτέρω, ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων αυτής, κατ' άρθρο 577 παρ. 3 του ίδιου Κώδικα. Κατά το άρθρο 559 αρ.14 ΚΠολΔ, υπάρχει λόγος αναιρέσεως αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως αναφέρεται σε ακυρότητες, δικαιώματα και απαράδεκτα από το δικονομικό δίκαιο (Α.Π. 67/2015, Α.Π.902/2008). Μέσω του λόγου αυτού ελέγχεται και το παραδεκτό της άσκησης του ενδίκου μέσου της έφεσης (Α.Π.740/2020, Α.Π.1429/2018, Α.Π.1465/2018, Α.Π.371/2008). Με τον πρώτο λόγο της ένδικης αίτησης αναίρεσης, οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στην προσβαλλόμενη την πλημμέλεια εκ του άρθρου 559 αρ.14 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το Εφετείο, με το να απορρίψει την από 15-10-2015 έφεσή τους κατά της πρωτοβάθμιας απόφασης ως απαράδεκτη λόγω μη καταβολής του προσήκοντος κατ'άρθρο 495 παρ.3 παραβόλου άσκησης του ενδίκου μέσου της έφεσής τους από τον καθένα τούτων χωριστά κρίνοντας ότι δεν αρκούσε προς τούτο το ένα παράβολο που κατατέθηκε, παρά το νόμο κήρυξε δικονομικό απαράδεκτο, διότι για το παραδεκτό της εφέσεώς τους, κατά την άνω διάταξη, αρκούσε η κατάθεση του παραβόλου αυτού. Από την παραδεκτή (άρθρ.561 παρ.2 Κ.Πολ.Δ.) επισκόπηση της προσβαλλομένης απόφασης, προκύπτει ότι το Εφετείο, κατά το ενδιαφέρον τον ερευνώμενο λόγο μέρος, δέχθηκε τα εξής: ".....πλην όμως.....η έφεση.. απαράδεκτα ασκείται, καθ'όσον δεν έχει καταβληθεί το προσήκον κατά την Κ.Πολ.Δ. 495 παρ.3, παράβολο άσκησης ένδικου μέσου, λαμβανομένου υπόψη ότι δεν είναι οι εκκαλούντες ούτε απλοί, ούτε αναγκαστικοί ομόδικοι, έτσι ώστε να δικαιούνται να καταβάλουν ένα παράβολο, επιπλέον δε στο κατατεθέν παράβολο αναφέρεται το όνομα του πρώτου εκκαλούντος, χωρίς να προσδιορίζεται επακριβώς και να διευκρινίζεται εάν ενεργεί ατομικά ή υπό την ιδιότητά του, του νόμιμου εκπροσώπου της δεύτερης εκκαλούσας" και εντεύθεν απέρριψε την έφεση ως απαράδεκτη. Έτσι που έκρινε το Εφετείο με την προσβαλλομένη απόφασή του υπέπεσε στην αποδιδόμενη με τον παραπάνω από το άρθρο 559 αρ.14 Κ.Πολ.Δ. ερευνώμενο λόγο πλημμέλεια. Και τούτο διότι με τη διάταξη του άρθρου 495 παρ.3 του Κ.Πολ.Δ. ορίζεται ότι εκείνος που ασκεί το ένδικο μέσο της έφεσης υποχρεούται να καταθέσει παράβολο το οποίο επισυνάπτεται στην έκθεση που συντάσσει ο γραμματέας. Σε περίπτωση που ασκήθηκε ένα ένδικο μέσο από ή κατά περισσότερων διαδίκων κατατίθεται ένα παράβολο από τους εκκαλούντες, αναιρεσείοντες ή αιτούντες και εάν δεν κατατεθεί το παράβολο, το ένδικο μέσο απορρίπτεται από το δικαστήριο ως απαράδεκτο. Κατά την άνω διάταξη, με την διαλαμβανόμενη, σαφή γραμματική διατύπωση "από ή κατά περισσοτέρων διαδίκων", σε περίπτωση άσκησης έφεσης, με το ίδιο δικόγραφο, από περισσοτέρους εκκαλούντες, ανεξάρτητα εάν αυτοί είναι μεταξύ τους ομόδικοι, ή όχι, για το παραδεκτό της έφεσής τους, αρκεί η κατάθεση ενός και μόνο παραβόλου και δεν απαιτείται η κατάθεση ξεχωριστού παραβόλου από τον καθένα τους. Συνεπώς στην υπό κρίση υπόθεση, που οι εκκαλούντες είναι περισσότεροι, μη συνδεόμενοι μεταξύ τους με το δεσμό της ομοδικίας, που άσκησαν κατά της ίδιας αποφάσεως, με κοινό δικόγραφο, την ένδικη έφεσή τους, καταθέτοντας ένα παράβολο γι'αυτήν, αυτό αρκούσε για το παραδεκτό της έφεσής τους και δεν απαιτείτο, προς τούτο, να καταθέσει ο καθένας τους ξεχωριστό παράβολο. Επομένως, το Εφετείο με την προσβαλλομένη απόφαση υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ.14 Κ.Πολ.Δ., διότι κήρυξε την έφεση των αναιρεσειόντων απαράδεκτη παρά τον νόμο και δη τη διάταξη του άρθρου 495 παρ.3 εδ.β' του Κ.Πολ.Δ. ενώ η έφεση ήταν παραδεκτή λόγω της νόμιμης και προσήκουσας κατάθεσης του προβλεπόμενου παραβόλου για την άσκησή της και είναι βάσιμος ο κρινόμενος πρώτος λόγος της αίτησης αναίρεσης. Από τις διατάξεις των άρθρων 118 αριθ. 4, 520 παρ.1 και 522 ΚΠολΔ προκύπτει ότι το έγγραφο της έφεσης πρέπει να περιέχει, μεταξύ άλλων, αίτηση και τους λόγους αυτής. Και ως προς μεν την αίτηση, αυτή υπάρχει και είναι ορισμένη εάν ζητείται η εξαφάνιση της εκκαλούμενης απόφασης ως προς όλες ή μερικές από τις διατάξεις της, σχετικώς με το αιτητικό της αγωγής, ανταγωγής, ανακοπής κλπ, οι δε λόγοι έφεσης συνίστανται σε ορισμένες αιτιάσεις κατά της εκκαλουμένης απόφασης, που αναφέρονται είτε σε παραδρομές του εκκαλούντος, είτε σε νομικά ή πραγματικά σφάλματα του δικαστηρίου. Στα τελευταία ανάγεται και η πλημμελής εκτίμηση των αποδείξεων, η οποία επαρκώς προσδιορίζεται από τη μνεία ότι εξαιτίας αυτής οδηγήθηκε το δικαστήριο σε εσφαλμένο πόρισμα και διατακτικό, χωρίς να είναι αναγκαία η εξειδίκευση των σφαλμάτων περί την εκτίμηση των αποδείξεων, αφού το Εφετείο λόγω του μεταβιβαστικού αποτελέσματος της έφεσης (άρθρο 522 ΚΠολΔ) επανεκτιμά εξ υπαρχής την ουσία της υπόθεσης και κρίνει την ορθότητα του διατακτικού, κατ' άρθρο 534 του ίδιου κώδικα, με βάση την καθολική αυτή επανεκτίμηση και όχι με βάση τα συνδεόμενα με αυτήν μερικότερα παράπονα του εκκαλούντος. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο και με το λόγο αυτό ελέγχεται πλην άλλων και το παραδεκτό της άσκησης των ενδίκων μέσων (Α.Π.740/2020, Α.Π.267/2017, ΑΠ 1574/2014, ΑΠ 170/2014). Με τον δεύτερο της ένδικης αίτησης αναίρεσης, οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στην προσβαλλόμενη την πλημμέλεια εκ του άρθρου 559 αρ.14 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το Εφετείο, με το να απορρίψει την από 15-10-2015 έφεσή τους ως απαράδεκτη, με την επάλληλη αιτιολογία, ότι δήθεν στο δικόγραφο της εφέσεως δεν διαλαμβάνονται σαφείς και διακριτοί για τον καθένα τους λόγοι, παρά το νόμο κήρυξε δικονομικό απαράδεκτο, διότι οι λόγοι της έφεσής τους ήταν ορισμένοι και επαρκώς προσδιορισμένοι για τον καθένα τους, περιλαμβάνοντας σαφείς αιτιάσεις εκ μέρους καθενός τους κατά της προσβαλλομένης αποφάσεως για την αιτούμενη εξαφάνισή της με σκοπό την παραδοχή της ανακοπής και των προσθέτων λόγων αυτής που άσκησε ο καθένας τους κατά της διαταγής πληρωμής που εκδόθηκε εναντίον του. Από την παραδεκτή (άρθρ.561 παρ.2 Κ.Πολ.Δ.) επισκόπηση της προσβαλλομένης απόφασης, προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε, κατά το ενδιαφέρον τον ερευνώμενο αναιρετικό λόγο μέρος, τα εξής: ".....Επιπροσθέτως είναι απαράδεκτη η έφεση καθ'όσον ανεξάρτητα της συνεκδίκασης των ανακοπών στον πρώτο βαθμό, η οποία δεν επιφέρει καμία μεταβολή στις σχέσεις των διαδίκων των ενωμένων διαφορετικών δικών, οι οποίες διατηρούν την αυτοτέλειά τους, δεν προσδιορίζεται στο ενιαίο δικόγραφο της έφεσης των ανακοπτόντων, οι οποίοι δεν είναι (απλοί ή αναγκαίοι) ομόδικοι, οι λόγοι της έφεσης που αφορούν τον πρώτο εκκαλούντα και έχουν σχέση με την προσβαλλομένη με την ανακοπή του και τους προσθέτους λόγους διαταγή πληρωμής και την απαίτηση στην οποία στηρίζεται η εν λόγω διαταγή πληρωμής, με εκείνους που αφορούν τη δεύτερη εκκαλούσα και έχουν σχέση με την προσβαλλομένη με την ανακοπή της και τους πρόσθετους λόγους διαταγή πληρωμής και την απαίτηση στην οποία στηρίζεται η εν λόγω διαταγή πληρωμής" και εντεύθεν απέρριψε την έφεση, με την ως άνω επάλληλη αιτιολογία, ως απαράδεκτη. Από την παραδεκτή επισκόπηση του κοινού δικογράφου της εφέσεως που άσκησαν οι εκκαλούντες κατά της 202/2015 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, ζητώντας την εξαφάνισή της για να γίνει δεκτή η ανακοπή με τους πρόσθετους λόγους της, που άσκησαν ο πρώτος εκκαλών κατά της υπ'αριθμ. 9785/2014 και η δεύτερη εκκαλούσα κατά της υπ'αριθμ. 9784/2014, διαταγής πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, προκύπτει ότι ο κάθε εκκαλών με τους λόγους έφεσης προέβαλε, αιτιάσεις που αναφέρονται σε κακή εκτίμηση των αποδείξεων με αίτημα την ακύρωση της απόφασης του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου κατά το μέρος που απέρριψε την ανακοπή του, επικυρώνοντας την εις βάρος του εκδοθείσα διαταγή πληρωμής. Ειδικότερα στο δικόγραφο της ένδικης έφεσης διαλαμβάνονται σαφείς και διακριτοί λόγοι για κάθε εκκαλούντα, με τους οποίους πλήττεται η εκκαλουμένη απόφαση για κακή εκτίμηση των αποδείξεων κατά το μέρος που τον αφορά, και μάλιστα, χωρίς να είναι αναγκαία η εξειδίκευση των σφαλμάτων περί των εκτίμηση των αποδείξεων, αφού το Εφετείο λόγω του μεταβιβαστικού αποτελέσματος της εφέσεως, επανεκτιμά την ουσία της υποθέσεως και κρίνει την ορθότητα του διατακτικού, επικαλείται κακή εκτίμηση των αποδείξεων αναφορικά με την απαίτηση για την οποία εκδόθηκε εις βάρος καθενός των εκκαλούντων η προσβαλλόμενη διαταγή πληρωμής, με βάση επιταγή ευκολίας, χωρίς αυτή να ενσωματώνει κατ'αυτού τέτοια απαίτηση εν γνώσει του αντιδίκου του-κομιστή της κατά την κτήση της, ο οποίος ενήργησε προς βλάβη του. Με το περιεχόμενο αυτό οι λόγοι της έφεσης είναι ορισμένοι, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 520, 118, 119 , 120 του Κ.Πολ.Δ, και συνεπώς η έφεση των εκκαλούντων είναι παραδεκτή. Επομένως, το Εφετείο, που με την προσβαλλομένη απόφασή του, έκρινε απαράδεκτη την έφεση, με την επάλληλη σκέψη της αοριστίας των λόγων της, υπέπεσε στην αποδιδόμενη με τον παραπάνω από το άρθρο 559 αρ.14 Κ.Πολ.Δ. ερευνώμενο λόγο πλημμέλεια, και συνακόλουθα ο δεύτερος λόγος της αίτησης αναίρεσης είναι βάσιμος. Κατ' ακολουθίαν αυτών πρέπει να γίνουν δεκτοί οι παραπάνω από το άρθρ. 559 αρ.14 Κ.Πολ.Δ. λόγοι της αίτησης αναίρεσης, να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση και να παραπεμφθεί προς εκδίκαση η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, που την εξέδωσε, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλο δικαστή (άρθρο 580 παρ. 3 Κ. Πολ. Δ.). Στη συνέχεια, πρέπει να διαταχθεί η απόδοση στους αναιρεσείοντες του παραβόλου που κατατέθηκε από αυτούς για την άσκηση της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης (άρθρ. 495 παρ. 3 ΚΠολΔ) και να καταδικασθεί ο αναιρεσίβλητος που νικήθηκε στη δίκη στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσειόντων, που παρέστησαν και κατέθεσαν προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημά τους (άρθρα 106, 176, 183, 189 παρ. 1, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί την 3146/2017 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ως άνω δικαστήριο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλο δικαστή, πλην αυτού που εξέδωσε την παραπάνω απόφαση. Διατάζει την επιστροφή στους αναιρεσείοντες του παραβόλου που έχουν καταθέσει για την άσκηση της αναίρεσης. Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσειόντων, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 8 Σεπτεμβρίου 2023. Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ και ήδη Πρόεδρος του Αρείου Πάγου ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 26 Σεπτεμβρίου 2023. Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ