Αριθμός 2049/2013 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Α1' Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Χρυσικό, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Γεώργιο Γεωργέλλη, Δημήτριο Κράνη, Αντώνιο Ζευγώλη και Μιχαήλ Αυγουλέα, Αρεοπαγίτες. Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 21 Οκτωβρίου 2013, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Των αναιρεσειόντων:1.Μ. Κ. του Μ. χας Ι. Κ., κατοίκου ... 2.Ε. Κ. του Ι., κατοίκου ... 3.Σ. Κ. του Ι., κατοίκου ... 4.Α. Κ. του Ι., κατοίκου ... και 5.Μ. Κ. του Ι., κατοίκου ... μόνων εξ αδιαθέτου κληρονόμων του αποβιώσαντος την 30.6.2010 αρχικού εναγόμενου Ι. Κ. του Π., κατοίκου ... οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ιωάννη Καραγκούνη ο οποίος προηγουμένως ανακάλεσε την από 18.10.2013 δήλωσή του για παράσταση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔικ. Του αναιρεσιβλήτου: Π. Κ. του Π., κατοίκου ... ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Ευαγγελία Ποδηματά. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την 15 Μαρτίου 2005 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 10902/2008 οριστική του ιδίου δικαστηρίου και 739/2011 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με τις από 10 Νοεμβρίου 2011 αιτήσεις τους. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Μιχαήλ Αυγουλέας, ανέγνωσε την από 26 Σεπτεμβρίου 2010 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε α) την απόρριψη ως απαράδεκτης της αιτήσεως αναιρέσεως κατά της 10902/2008 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης και β)την αποδοχή του τέταρτου κατά το πρώτο σκέλος του, και εν μέρει του πρώτου των λόγων της αίτησης που στρέφεται κατά της 739/2011 απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης, και την απόρριψη των λοιπών. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, η πληρεξούσια του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη του. ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ 1. Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 522, 552, 553 και 556 παρ. 2 ΚΠολΔ, με τις οποίες καθορίζεται η έκταση του μεταβιβαστικού αποτελέσματος της έφεσης, οι υποκείμενες σε αναίρεση αποφάσεις και τα της ασκήσεως αναιρέσεως κατά περισσοτέρων αποφάσεων, προκύπτει ότι σε υπόθεση που διήλθε και τους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας, μόνον η οριστική απόφαση που εκδόθηκε από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, εφόσον τούτο υπεισήλθε στην εξέταση της ουσίας, υπόκειται σε αναίρεση, όχι δε και η πρωτόδικη, η οποία ενσωματώνεται στην απόφαση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου (Ολ. AΠ 40/1966, ΑΠ 765/2008, ΑΠ 694/2009). Στην προκειμένη περίπτωση όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη εφετειακή απόφαση το Εφετείο δέχθηκε τυπικά την έφεση των εκκαλούντων και ήδη αναιρεσειόντων κατά της συμπροσβαλλόμενης πρωτόδικης απόφασης και απέρριψε αυτή κατ' ουσίαν. Επομένως, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, που στρέφεται και κατά της πρωτόδικης απόφασης και ειδικότερα της υπ' αριθ. 10902/2008 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, η οποία ενσωματώθηκε στην προσβαλλόμενη απόφαση του Εφετείου, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη. 2. Με την προσβαλλόμενη, υπ' αρ. 739/2011, απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης, απορρίφθηκε, ως κατ' ουσίαν αβάσιμη, η 3-5-2008 έφεση του Ι. Κ., ο οποίος μετά την άσκησή της απεβίωσε και κληρονομήθηκε από τους αναιρεσείοντες (σύζυγος η πρώτη και τέκνα του οι λοιποί), κατά της 10902/2008 οριστικής αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, με την οποία έγινε δεκτή αγωγή του αναιρεσίβλητου. Με την αγωγή αυτή, ζήτησε ο αναιρεσίσβλητος, να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι με αυτήν: 1) Ι. Κ. (κληρονομηθείς από τους αναιρεσείοντες), 2) Σ. Κ. και 3) Π. Κ., οι οποίοι ήταν ομόρρυθμα μέλη της εν της "πράγμασι" ομόρρυθμης εταιρίας με την επωνυμία " …", να του καταβάλουν καθένας τα αναφερόμενα σ' αυτήν ποσά, τα οποία αυτός (αναιρεσείων) κατέβαλε σε τρίτους, για την πληρωμή χρεών τη (εταιρίας), κατά την πραγματική άλλως κατά την εικαζομένη βούληση αυτής, εκφρασθείσης δια των νομίμων εκπροσώπων και διαχειριστών της. Κατά την εκφώνηση της υποθέσεως από το πινάκιο, και πριν ερευνήσει το πρωτοβάθμιο δικαστήριο κατ' ουσίαν την ένδικη διαφορά ο ενάγων ήδη αναιρεσίβλητος παραιτήθηκε του δικογράφου της αγωγής, για τους δεύτερο και τρίτο των εναγομένων και η δίκη συνεχίστηκε μεταξύ αυτού και του κληρονομηθέντος από τους αναιρεσείοντες. Με την εν λόγω απόφαση, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, μετά από εκτίμηση των μετ' επίκληση προσκομισθέντων αποδεικτικών στοιχείων, δέχτηκε κατά την ανέλεγκτη κρίση του τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Τα τρία αδέλφια Π., Σ. και Ι. Κ. του Π., αποτελούσαν τους μοναδικούς ομορρύθμους εταίρους της ιδρυθείσης με το νομίμως καταχωρηθέν στα σχετικά βιβλία του Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης με αύξοντα αριθμό .../31-8-1959, από 28-8-1959 έγγραφο ιδιωτικό συμφωνητικό και εδρεύουσας στην …εταιρίας με την επωνυμία " …", της οποίας η εμπορική δραστηριότητα ορίσθηκε να είναι η κατασκευή και η διάθεση σε τρίτους παντός είδους ψηκτρών. Για τις ανάγκες μάλιστα της εμπορίας της η ως άνω εταιρία ανήγειρε σε ιδιόκτητο οικόπεδο της εκτάσεως τεσσάρων στρεμμάτων που βρίσκεται επί της οδού ... του Δήμου ... ένα εργοστάσιο, αποτελούμενο από ισόγειο και πρώτον όροφον, συνολικού εμβαδού 1.200 τετραγωνικών μέτρων, ενώ επί της οδού ... της πόλεως της …διατηρούσε κατάστημα πωλήσεως των ως άνω προϊόντων της. Η διάρκεια της εταιρίας αυτής ύστερα από τις κατ' επανάληψη τροποποιήσεις του καταστατικού της ορίσθηκε μέχρι 31-8-1999 (βλ. σχετικώς τα από 29-7-1961, 1-1-1964, 28-2-1970 και 19-8-1979 ιδιωτικά συμφωνητικά που καταχωρήθηκαν στα σχετικά βιβλία του Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης με αριθμούς .../1-8-1961, ../4-1-1964, .../3-3-1970 και .../23-8-1979 αντιστοίχως). Με τον δεύτερον όρον του τελευταίου από 19-8-1979 ιδιωτικού συμφωνητικού, καθορίσθηκε επί λέξει ότι "Διαχειρισταί της εταιρίας ωρίσθησαν πάντες οι εταίροι, Σ. Π. Κ., Π. Π. Κ. και Ι. Π. Κ., δυνάμενοι να εκπροσωπώσι την εταιρίαν και μεμονωμένως έτι έκαστος τούτων, ενώπιον ... των νομικών και φυσικών προσώπων, καθ' απάσας τας σχέσεις και συναλλαγάς αυτής...", ενώ κατά τον τρίτον όρον του αυτού ως άνω συμφωνητικού, η συμμετοχή των προαναφερθέντων εταίρων στα κέρδη και στις ζημίες της παραπάνω εταιρίας ορίσθηκε για τον Ι. Κ., δηλαδή για τον αρχικώς πρώτον των εναγομένων - εκκαλούντα, σε ποσοστόν 32% και δι' έκαστον των άλλων δύο εταίρων, δηλαδή τον Π. και τον Σ. Κ. σε ποσοστόν 34%. Ο εκ των εταίρων όμως Σ. Κ. με την από 10-6-1993 έγγραφη δήλωσή του, η οποία επιδόθηκε νομίμως στους υπολοίπους εταίρους της ως άνω εταιρίας και επί πλέον δημοσιεύθηκε νομίμως στα σχετικά βιβλία του Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης με αριθμό .../16-7-1993, κατήγγειλε την εν λόγω εταιρία, η οποία ως εκ τούτου λύθηκε και τέθηκε σε εκκαθάριση. Επειδή όμως στην συνέχεια διαφωνούσαν μεταξύ τους οι προαναφερθέντες εταίροι που βάσει του τετάρτου όρου του παραπάνω από 19-8-1979 ιδιωτικού συμφωνητικού, είχαν ορισθεί ως συνεκκαθαριστές, δεν κατέστη δυνατή η ολοκλήρωση της εκκαθαρίσεως και η εν λόγω εταιρία εξακολούθησε να λειτουργεί "εν τοις πράγμασιν" μέχρι και τον μήνα Φεβρουάριο του έτους 2002, όπως άλλωστε αυτό συνομολογείται εκ μέρους των διαδίκων (βλ. σχετικώς την 9η και 13η σελίδα των από 4-3-2011 εγγράφων προτάσεων των καθ' ών η κλήση και την 6η σελίδα των από 4-3-2011 εγγράφων προτάσεων του εφεσίβλητου). Αποδείχθηκε περαιτέρω ότι με το από 8-2-2002 ιδιωτικό συμφωνητικό, ο εκ των εταίρων Π. Κ., ενεργώντας ως νόμιμος εκπρόσωπος και διαχειριστής της ως άνω εταιρίας " …" βάσει του από 8-2-2002 ιδιωτικού μισθωτηρίου συμφωνητικού εξεμίσθωσε στον ενάγοντα και ήδη εφεσίβλητον Π. Κ., ο οποίος τυγχάνει γιός του, έναν χώρο εμβαδού 150 τετραγωνικών μέτρων του ως άνω εργοστασίου, προκειμένου να τον χρησιμοποιήσει ο τελευταίος για την άσκηση επ' αυτού εμπορίας ειδών οικιακής χρήσεως, ενώ η διάρκεια της μισθώσεως αυτής ορίσθηκε για ένα έτος και συγκεκριμένα, από 8-2-2002 μέχρι 8-2-2003. Στην συνέχεια, ο αυτός ως άνω Π. Κ., ενεργώντας επίσης υπό την προαναφερθείσα ιδιότητα του εξεμίσθωσε τον παραπάνω χώρον στην εταιρία " …", της οποίας σημειωτέον τα ομόρρυθμα μέλη Π. (δηλαδή ο ενάγων) και Ε. Κ. τυγχάνουν γιοί του, προκειμένου κατά το χρονικό διάστημα από 12-1-2005 μέχρι 11-1-2008, να χρησιμοποιηθεί εκ μέρους της ως κατάστημα χονδρικού εμπορίου βουρτσών και ειδών οικιακής χρήσεως αλλά και για άλλες παρεμφερείς χρήσεις (βλ. σχετικώς το από 12-1-2005 ιδιωτικό μισθωτήριο συμφωνητικό). Αποδείχθηκε ακόμη ότι ο ενάγων λόγω της εγκαταστάσεώς του στον παραπάνω χώρο του ως άνω εργοστασίου της προαναφερθείσης εταιρίας αλλά και της συγγενικής σχέσεως που τον συνέδεε με τα ομόρρυθμα μέλη της, κατά τους παρακάτω αναφερομένους χρόνους κατέβαλε τα επίσης αναφερόμενα παρακάτω επί μέρους χρηματικά ποσά, το συνολικό ύψος των οποίων ανέρχεται σε 84.991,88 €, προκειμένου να εξοφλήσει χρέη της ανωτέρω ομορρύθμου εταιρίας " …", (που ανάγονται στο χρονικό διάστημα των ετών 2000 έως και 2005), ώστε να αποφευχθεί το ενδεχόμενο να ληφθούν διάφορα μέτρα εις βάρος τόσον της ιδίας όσον και των προαναφερθέντων ομορρύθμων μελών της όπως και ενδεχόμενος πλειστηριασμός της ως άνω ακινήτου περιουσίας της εν λόγω εταιρίας. Η πράξη του αυτή έγινε χωρίς εντολή των προαναφερθέντων ομορρύθμων εταίρων, εκκαθαριστών και νομίμων εκπροσώπων της εν λόγω εταιρίας, σύμφωνα όμως με την πραγματική βούληση των τελευταίων, καθ' όσον αυτοί είχαν εκφρασθεί για την ανάγκη της εξοφλήσεως των χρεών που είχαν ανακύψει και πάντως αυτή (δηλαδή η πράξη της εκ μέρους του εξοφλήσεως των χρεών) ήταν σύμφωνη με την εικαζόμενη βούληση τους, δεδομένου ότι η εξόφληση των σχετικών αυτών χρεών θα είχε ως αποτέλεσμα την διασφάλιση της ακινήτου περιουσίας της παραπάνω εταιρίας που συνιστά κατ' αντικειμενική κρίση και εκτίμηση, βούληση τόσον της εταιρίας αλλά και των εταίρων...........". Στη συνέχεια αφού αναφέρει τις επί μέρους δαπάνες στις οποίες υποβλήθηκε ο ενάγων, καταλήγει ως εξής: "..Καθίσταται λοιπόν σαφές ότι ο ενάγων κατέβαλε (το ως άνω χρονικό διάστημα) το συνολικό χρηματικό ποσόν των 84.991,88 ευρώ, χωρίς εντολή της ως άνω ομορρύθμου εταιρίας " …", προς το συμφέρον της όμως και σύμφωνα με την πραγματική βούληση των προαναφερθέντων διαχειριστών και νομίμων εκπροσώπων της και συνεπώς, ο αρχικώς πρώτος των εναγομένων Ι. Κ. (κληρονομηθείς από τους αναιρεσίοντες) ήταν υποχρεωμένος να καταβάλει στον ενάγοντα το ως άνω αιτούμενο με την αγωγή του χρηματικό ποσόν των 27.244,12 ευρώ νομιμοτόκως από της επομένης ημέρας κατά την οποίαν τα παραπάνω επί μέρους χρηματικά ποσά κατεβλήθησαν εκ μέρους του (δηλαδή του ενάγοντος) μέχρι εξοφλήσεως, δεδομένου ότι ο εν λόγω εναγόμενος ως ομόρρυθμος εταίρος της εν λόγω εταιρίας ήταν υπεύθυνος και μάλιστα εις ολόκληρον για το ως άνω χρέος της" Με βάση λοιπόν, τις παραδοχές του αυτές το Εφετείο, απέρριψε την έφεση των αναιρεσειόντων, ως κατ' ουσίαν αβάσιμη, επικυρώνοντας την απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου. 3. Η διοίκηση των αλλότριων, που ρυθμίζεται από τις διατάξεις των άρθρων 730 έως 740 ΑΚ, είναι ενοχή εξωδικαιοπρακτική, που παράγεται αμέσως εκ του νόμου μεταξύ του διοικητή και του κυρίου της υπόθεσης και μάλιστα από μόνο το γεγονός ότι ο διοικητής χειρίζεται και διοικεί ξένη υπόθεση, χωρίς να έχει δικαίωμα ή σχετική υποχρέωση. Ειδικότερα, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 730 § 1 και 736 ΑΚ, όποιος διοικεί χωρίς εντολή ξένη υπόθεση έχει υποχρέωση να τη διεξάγει προς το συμφέρον του κυρίου και σύμφωνα με την πραγματική ή την εικαζόμενη θέληση του κυρίου. Αν ο διοικητής αλλότριων ανέλαβε τη διοίκηση προς το συμφέρον του κυρίου και σύμφωνα με την πραγματική ή την εικαζόμενη θέληση του κυρίου, έχει δικαίωμα να ζητήσει από αυτόν τις δαπάνες της διοίκησης και την ανόρθωση των ζημιών κατά τις διατάξεις για την εντολή, που εφαρμόζονται αναλόγως. Και πραγματική μεν βούληση υπάρχει όταν ο κύριος της υπόθεσης έχει εκφραστεί περί της ανάγκης διενέργειας των πράξεων. Εικαζόμενη δε βούληση του κυρίου είναι όχι εκείνη την οποία μπορεί να εικάσει ο διοικητής, αλλά η βούληση που μπορεί να θεωρηθεί σε παρόμοιες περιπτώσεις, αντικειμενικά ερευνώμενες, ως τέτοια ωε τέτοια του κυρίου της υπόθεσης. Αν ο διοικητής αλλότριων ενεργεί παρά την ενάντια βούληση του κυρίου που έχει εκφραστεί ρητά, η ενέργεια του αυτή δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι ανταποκρίνεται προς την εικαζόμενη θέληση του κυρίου για τη διοίκηση της υπόθεσης, έστω και αν η επιχειρούμενη πράξη γίνεται προς το συμφέρον του τελευταίου. Αντίθετη θέληση του κυρίου για τη διοίκηση της υπόθεσης, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 730 § 2 ΑΚ, δεν λαμβάνεται υπόψη μόνον αν αντιβαίνει στο νόμο ή τα χρηστά ήθη. Αν δεν συντρέχουν οι προαναφερόμενοι όροι των άρθρων 730 και 736 ΑΚ, δηλαδή της γνήσιας θεμιτής διοίκησης αλλότριων, ο διοικητής αλλότριων δικαιούται να ζητήσει την απόδοση των δαπανών, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 737 ΑΚ, που οριοθετεί, κατά τρόπο αρνητικό, τη γνήσια αθέμιτη διοίκηση αλλότριων, μόνον κατά τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού. Κατά τη διάταξη του άρθρου 739 εδ. α' ΑΚ, όποιος γνωρίζοντας ότι πρόκειται για ξένη υπόθεση τη διοικεί σαν δική του, με την επιφύλαξη της τυχόν ευθύνης του από αδικοπραξία, έχει τις υποχρεώσεις από τη διοίκηση αλλότριων. Μη γνήσια ή νόθος, επομένως, κατά την τελευταία αυτή διάταξη, είναι η διαχείριση ξένης υπόθεσης από κάποιον (διοικητή) με τη γνώση ότι είναι ξένη σαν δική του, όχι προς το συμφέρον του κυρίου αλλά προς το συμφέρον του. Στην περίπτωση αυτή, κατά το εδ. β' του ίδιου άρθρου, ο διοικητής έχει δικαίωμα να απαιτήσει δαπάνες μόνον κατά τις διατάξεις από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, όπως και εκείνες της γνήσιας πλην αθέμιτης διοίκησης αλλότριων κατά τη διάταξη του άρθρου 737 εδ. β 'ΑΚ. Έτσι , μόνο σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση αθέμιτης ή μη γνήσιας διοίκησης αλλοτρίων, πρέπει να ερευνάται αν συντρέχουν οι προϋποθέσεις για τη γέννηση του αδικαιολόγητου πλουτισμού, σύμφωνα με το άρθρο 904 παρ, 1 εδ. α' ΑΚ (ΑΠ 668/2007). Περαιτέρω, κατά το άρθρο 741 ΑΚ ορίζεται ότι με τη σύμβαση της εταιρίας δυο ή περισσότεροι έχουν αμοιβαία υποχρέωση να επιδιώκουν με κοινές εισφορές κοινό σκοπό και ιδίως οικονομικό. Για τη σύσταση της, από την τελευταία διάταξη προβλεπόμενης εταιρίας, δεν απαιτείται ο έγγραφος τύπος, ούτε πανηγυρικές δηλώσεις των μετεχόντων σ' αυτήν. Αρκεί ότι με τις πράξεις και τις ενέργειες του, εμφανίζονται ότι συνεργάζονται ισότιμα μεταξύ τους, υπό εταιρική επωνυμία, που μπορεί να αποτελείται και από τα ονόματα των μελών της, για την επίτευξη του σκοπού της μεταξύ τους εταιρίας. Από το συνδυασμό της τελευταίας πιο πάνω διατάξεως, με εκείνες του άρθρου 20 του Εμπορικού Νόμου και 2 του Β.Δ. της 2/14-5-1835 "Περί αρμοδιότητας των Εμποροδικείων" , συνάγεται ότι η εταιρία, η οποία εκμεταλλεύεται επιχείρηση χειροτεχνίας, που είναι αντικειμενικά εμπορική πράξη, εφόσον δεν προκύπτει κάτι άλλο, έχει το χαρακτήρα ομόρρυθμης εταιρίας. Εάν όμως αυτή δεν υποβλήθηκε στις προβλεπόμενες από το άρθρο 42 ΕΝ, για τις ομόρρυθμες εταιρείες, διατυπώσεις δημοσιότητας, λειτουργεί ως ομόρρυθμη εταιρία "εν τοις πράγμασι" (Ολ. ΑΠ 22/1998), με όλες τις συνέπειες που απορρέουν από το γεγονός αυτό, δηλαδή εφαρμόζεται το δίκαιο της ομόρρυθμης εταιρίας σε όλη του την έκταση, ως προς τη διαχείριση της εταιρίας, την ευθύνη των εταίρων, τη λύση και τις συνέπειες αυτής. Έτσι, ισχύει η απεριόριστη και εις ολόκληρον ευθύνη των εταίρων και ο κανόνας της ατομικής εκπροσώπησης, ο οποίος καθιερώνεται, επί ομόρρυθμης εταιρίας, με τη διάταξη του άρθρου 22 ΕΝ. Σύμφωνα με τη διάταξη αυτή, κάθε ομόρρυθμος εταίρος μπορεί μόνος του να δεσμεύει την εταιρία, ανεξάρτητα από τη σύμπραξη ή ακόμη και την εναντίωση των άλλων. Η νομοθετική αυτή ρύθμιση είναι ενδοτικού δικαίου και ως εκ τούτου επιτρέπεται στους ομόρρυθμους εταίρους να περιλάβουν στο καταστατικό ρυθμίσεις που παρεκκλίνουν από το νόμο. Μπορούν, δηλαδή, να ορίσουν ότι η εκπροσώπηση της εταιρίας θα γίνεται από περισσότερους, ενεργούντες χωριστά ή από κοινού. Εφόσον όμως η ομόρρυθμη εταιρία δεν υποβληθεί στις διατυπώσεις της δημοσιότητας, τις σχετικές καταστατικές ρυθμίσεις που αποκλίνουν από τη νομοθετική ρύθμιση του άρθρου 22 ΕΝ, δεν μπορούν να επικαλεσθούν οι εταίροι έναντι των τρίτων και ως εκ τούτου έναντι αυτών ισχύει σε κάθε περίπτωση, ο κανόνας της ατομικής εκπροσώπησης, κατά το άρθρο. 42 περ. 3 ΕΝ. Εξάλλου, από τις διατάξεις των αρθρ. 766, 777, 778 και 784 ΑΚ, που έχουν, κατά το άρθρο 18 του Ε.Ν, εφαρμογή και στις προβλεπόμενες από αυτόν προσωπικές εταιρίες, προκύπτει αφ' ενός ότι η ομόρρυθμη εμπορική εταιρία, για την οποία τηρήθηκαν οι διατυπώσεις δημοσιότητας και συνακόλουθα απέκτησε νομική προσωπικότητα και στη συνέχεια λύθηκε με καταγγελία, διατηρεί τη νομική προσωπικότητά της μέχρι το πέρας της εκκαθάρισης και τη διανομή του ενεργητικού και παθητικού της και αφ' ετέρου ότι με συμφωνία των εταίρων, κατά τα άρθρα 42 έως 44 και 46 του Ε.Ν, μπορεί να αναβιώσει προς εξυπηρέτηση του αρχικού καταστατικού σκοπού της, με αποτέλεσμα την εκ νέου θέση σε παραγωγική λειτουργία της υφισταμένης για τις ανάγκες της εκκαθάρισης της εταιρίας, επερχομένης έτσι με την απόφαση των εταίρων συνέχισης της παλαιάς εταιρίας και όχι συστάσεως νέας (Α.Π. 486/1971 19,1404, Α.Π. 70/1965 13, 818). Αν όμως οι εταίροι αυτής, μετά την ως άνω λύση της, αποφασίσουν να θέσουν εκ νέου σε παραγωγική δραστηριότητα την εταιρία αυτή, χωρίς την τήρηση των προβλεπόμενων, για την αναβίωσή της, διατυπώσεων δημοσιότητας, δεν συνεχίζεται η παλαιά εταιρία, αλλά πρόκειται για νέα εταιρία εφόσον για τη σύσταση αυτής συντρέχουν οι όροι που ορίζει η διάταξη του άρθρου 741 του ΑΚ, όπως πιο πάνω αναφέρθηκε. Αν για τη νέα εταιρία δεν τηρηθούν οι διατυπώσεις δημοσιότητας, τότε πρόκειται για "εν τοις πράγμασι" ομόρρυθμη εταιρία με όλες τις συνέπειες που απορρέουν από το γεγονός αυτό, δηλαδή εφαρμόζεται το δίκαιο της ομόρρυθμης εταιρίας σε όλη του την έκταση, συνεπώς και ως προς τη διαχείριση της εταιρίας, την ευθύνη των εταίρων, τη λύση και τις συνέπειες της λύσεως της εταιρίας, μεταξύ των οποίων και η περιέλευσή της, αυτοδικαίως και υποχρεωτικά σε εκκαθάριση. Η εκκαθάριση αποσκοπεί στην περάτωση των νομικών σχέσεων που προήλθαν από τη σύσταση και τη λειτουργία της εταιρίας και ήταν εκκρεμείς κατά τον χρόνο της λύσης της. Οι εν λόγω σχέσεις ανάγονται: α) είτε σε σχέσεις μεταξύ της εταιρίας και των τρίτων (στις οποίες περιλαμβάνονται και οι εξωεταιρικές σχέσεις μεταξύ εταιρίας και εταίρων, που σ' αυτήν την περίπτωση αντιμετωπίζονται σαν τρίτοι), β) είτε σε σχέσεις από την εταιρική σύμβαση μεταξύ των εταίρων ή μεταξύ εταίρων και εταιρίας, γ) είτε σε σχέσεις μεταξύ των εταίρων ως προς το καθαρό προϊόν της εκκαθάρισης, δηλαδή την ενεργητική εταιρική περιουσία που απομένει μετά την εκπλήρωση των εταιρικών υποχρεώσεων. Ειδικότερα, κατά το στάδιο της εκκαθάρισης γίνεται η ρευστοποίηση του ενεργητικού, η διαπίστωση και εξόφληση των χρεών, η απόδοση των εισφορών και η διανομή μεταξύ των εταίρων του καθαρού ενεργητικού της εταιρικής περιουσίας, που τυχόν απομένει μετά την εξόφληση των εταιρικών χρεών και την απόδοση των εισφορών. 4. Από τις διατάξεις των άρθρ. 335, 338, 339, 340, 341 και 346 ΚΠολΔ, συνάγεται ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει την κρίση του για πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λάβει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία παραδεκτά προσκόμισαν με επίκληση οι διάδικοι, διαφορετικά υποπίπτει στην πλημμέλεια που ιδρύει το λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 11γ του άρθρ.559 ΚΠολΔ. Ειδικότερα, ο λόγος αυτός αναίρεσης ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη του υποστατά και αναλόγως έγκυρα αποδεικτικά μέσα που οποιοσδήποτε από τους διαδίκους παραδεκτά επικαλέσθηκε και νόμιμα προσκόμισε προς άμεση ή έμμεση απόδειξη ή ανταπόδειξη κρίσιμων γεγονότων ή ισχυρισμών, δηλαδή λυσιτελών που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, διαμορφώνοντας το διατακτικό της απόφασης (Ολ. ΑΠ 42/2002, ΑΠ 105/2005, 953/2005), το οποίο θα ήταν διαφορετικό χωρίς τη σχετική παράλειψη (ΑΠ 1874/2008). Κατά την έννοια αυτή ο ισχυρισμός για την απόδειξη ή ανταπόδειξη του οποίου έγινε η προσκόμιση και η επίκληση του κρίσιμου αποδεικτικού μέσου, πρέπει να είναι νόμιμος και να προτάθηκε παραδεκτά στο δικαστήριο της ουσίας, δηλαδή δεν αρκεί ο ισχυρισμός να είχε προταθεί παραδεκτά μόνο στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, αλλά θα πρέπει να επαναφέρθηκε παραδεκτά (με λόγο έφεσης ή αναλόγως, κατά το άρθρ. 240 ΚΠολΔ, με τις προτάσεις ) και στο δεύτερο βαθμό, εφόσον αναιρεσιβαλλόμενη είναι απόφαση δευτεροβάθμιου δικαστηρίου (ΑΠ 1011/1994). Για την ίδρυση πάντως του παραπάνω λόγου αναίρεσης αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για τη λήψη υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας επικληθέντων και προσκομισθέντων αποδεικτικών μέσων, τα οποία όφειλε αυτό να λάβει υπόψη του κατά τις συνδυασμένες ως άνω διατάξεις των άρθρ. 335, 338, 339, 340 και 346 ΚΠολΔ. Ωστόσο στην προσβαλλόμενη απόφαση δεν είναι ανάγκη να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση κάθε αποδεικτικού μέσου, αρκεί να γίνεται αδίστακτα βέβαιο από το όλο περιεχόμενο της απόφασης ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, έστω και αν στην απόφαση έχει γίνει ιδιαίτερη αναφορά σε ορισμένα μόνο από τα αποδεικτικά μέσα, επειδή θεωρήθηκαν μεγαλύτερης σημασίας κατά την ελεύθερη κρίση του δικαστηρίου (ΑΠ 22/2005, 1072-3/2005). Εξ άλλου για την πληρότητα του λόγου αναίρεσης από τον αριθμό 11γ του άρθρ.559 ΚΠολΔ πρέπει στο αναιρετήριο να καθορίζεται το αποδεικτικό μέσο που δεν λήφθηκε υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας, μολονότι ήταν παραδεκτό και νόμιμο και να εκτίθεται ότι έγινε επίκληση και παραδεκτή προσαγωγή του στο δικαστήριο της ουσίας προς απόδειξη ή ανταπόδειξη κρίσιμου, κατά τα προεκτεθέντα, ισχυρισμού, ο οποίος πρέπει επίσης να εξειδικεύεται στο αναιρετήριο με παράλληλη αναφορά ότι υπήρξε παραδεκτή επίκλησή του στο δικαστήριο της ουσίας (ΑΠ 1535/1995, 567/1996). Με τον τέταρτο λόγο, κατά το πρώτο σκέλος του, ισχυρίζονται οι αναιρεσείοντες ότι το δικαστήριο της ουσίας υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 11γ ΚΠολΔ. Συγκεκριμένα υποστηρίζουν ότι το Εφετείο, με το απορρίψει την έφεσή τους ως κατ' ουσίαν αβάσιμη και να επικυρώσει την απόβαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου με την οποία κρίθηκε ως κατ' ουσίαν βάσιμη η αγωγή του αναιρεσίβλητου, δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα, που νόμιμα επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Ειδικότερα: Α) την με αρ. καταθέσεως .../13.10.1998 στο Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης, εκ μέρους του Σ. Κ., καταγγελία της "εν τοις πράγμασι εταiρίας" , που επιδόθηκε και στους λοιπούς εταίρους και Β) την με αρ. καταθέσεως στο Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης .../4.12.2000 νέα καταγγελία της εταιρίας από τον ίδιο ως άνω εταίρο. Από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων (δικόγραφο εφέσεως των αναιρεσειόντων και προτάσεις αυτών στο πρωτοβάθμιο και δευτεροβάθμιο δικαστήριο), προκύπτει ότι οι αναιρεσείοντες επικαλέστηκαν, τόσο πρωτοδίκως όσο και κατ' έφεση τις ως άνω έγγραφες καταγγελίες, για να ανταποδείξουν τον κρίσιμο για την έκβαση της δίκης αγωγικό ισχυρισμό του αντιδίκου τους ότι η "εν τοις πράγμασι" ομόρρυθμη εταιρία συνέχισε την παραγωγική της λειτουργία και μετά το έτος 1998. Το Εφετείο, βεβαιώνει ότι, για το σχηματισμό της κρίσης του, για την λειτουργία "εν τοις πράγμασι" ομόρρυθμης εταιρίας και μετά το 1998, μεταξύ του πατέρα του ενάγοντα και των αδελφών του Ι. και Σ., έλαβε υπόψη τα έγγραφα που προσκόμισαν και επικαλέσθηκαν νόμιμα στο Εφετείο οι αναιρεσείοντες, όπως αποδεικνύεται από τις προτάσεις τους, που προσκομίζονται σε επικυρωμένο αντίγραφο. Όμως από μόνη τη βεβαίωση αυτή του Εφετείου, και το όλο περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης για το συγκεκριμένο ζήτημα και το σύνολο των αιτιολογιών του, που αναφέρονται στην προηγούμενη σκέψη δεν καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο ότι τα έγγραφα αυτά τα έλαβε υπόψη και τις συνεκτίμησε με τις λοιπές αποδείξεις. Αν το Εφετείο είχε λάβει υπόψη τα έγγραφα αυτά, είναι αμφίβολο αν θα κατέληγε στο ως άνω αποδεικτικό του πόρισμα. Πράγματι στην προσβαλλόμενη απόφαση δεν γίνεται οποιαδήποτε αναφορά στις παραπάνω καταγγελίες, μολονότι από αυτές προκύπτει ότι η εν λόγω εταιρία καταγγέλθηκε με άμεση έννομη συνέπεια την λύση αυτής και τη θέση της υπό εκκαθάριση, η οποία όπως και πιο πάνω αναφέρθηκε αποσκοπεί αποκλειστικά και μόνο στην περάτωση των νομικών σχέσεων που προήλθαν από τη σύσταση και τη λειτουργία της και ήταν εκκρεμείς μέχρι τη λύση της. Αντιθέτως το Εφετείο δέχεται ότι η παραγωγική λειτουργία της εταιρίας συνέχισε και μετά το 1998, αν και σύμφωνα με τα ως άνω έγγραφα είχε καταγγελθεί από τότε. Το ζήτημα τούτο είναι ουσιώδες για την έκβαση της ένδικης διαφοράς, αφού αποτελεί αναγκαίο προαπαιτούμενο της αξίωσης του ενάγοντος, καθόσον η κατάφαση ή μη αυτού οδηγεί αντιστοίχως και στην παραδοχή ή μη της ύπαρξης των δαπανών από την παραγωγική δραστηριότητα της εταιρίας και συνακόλουθα των αξιώσεων του ενάγοντος, που προϋποθέτουν την ενεργό παραγωγική δράση της εταιρίας, αλλά και των οργάνων εκπροσώπησης και διαχείρισης αυτής, ώστε να μπορεί να εκφρασθεί η πραγματική ή έστω η εικαζομένη βούληση αυτής και συνακόλουθα η ανάμειξη αυτού (ενάγοντα) στη διαχείριση αυτής, κατά τον τρόπο που ισχυρίζεται ο τελευταίος. Τούτο διότι, η εκφρασθείσα, κατά τον ενάγοντα πραγματική βούληση των διαχειριστών εταίρων της και εκπροσώπων της εταιρίας, εκφράσθηκε μετά την άσκηση των εν λόγω καταγγελιών δηλαδή μετά την λύση της, κατά το στάδιο της εκκαθάρισης, (οπότε προέκυψαν τα χρέη της εταιρίας), κατά το οποίο, σύμφωνα με τις νομικές σκέψεις που προαναφέρονται, παύει η παραγωγική δραστηριότητα της εταιρίας καθώς και η εξουσία των διαχειριστών εταίρων της, και η εταιρία υφίσταται μόνο για τις ανάγκες της εκκαθάρισης. Ενόψει όλων αυτών, είναι βάσιμος ο 4ος, κατά το πρώτο σκέλος του, από τον αρ. 11γ του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος της κρινόμενης αίτησης και πρέπει κατά παραδοχή αυτού να γίνει δεκτή η αίτηση και να αναιρεθεί στο σύνολό της η προσβαλλόμενη απόφαση, ενώ παρέλκει η έρευνα πλέον των λοιπών λόγων των λοιπών λόγων της ίδιας αίτησης. Ακολούθως, η υπόθεση πρέπει να παραπεμφθεί, προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές. Ο αναιρεσίβλητος, που ηττήθηκε, πρέπει να καταδικασθεί στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσειόντων, όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει, ως απαράδεκτη την από 10-11-2011 αίτηση για αναίρεση της υπ' αρ. 10902/2008 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης. Αναιρεί την υπ' αρ. 739/2011 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Παραπέμπει την υπόθεση, προς περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο δικαστήριο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές, σε σχέση με εκείνους που εξέδωσαν την προσβαλλόμενη απόφαση. Επιβάλλει στον αναιρεσίβλητο τη δικαστική δαπάνη των αναιρεσειόντων, την οποία ορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων (3000) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 4 Νοεμβρίου 2013. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 18 Νοεμβρίου 2013. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ