Αριθμός 1758/2023 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Γ' Πολιτικό Τμήμα ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μαρία Μουλιανιτάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρουλιώ Δαβίου-Εισηγήτρια, Γεώργιο Καλαμαρίδη, Αθανάσιο Θεοφάνη, Αθανάσιο Τσουλό, Αρεοπαγίτες. ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, την 1η Φεβρουαρίου 2023, με την παρουσία και του Γραμματέα Παναγιώτη Μπούκη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Του αναιρεσείοντος: Ι. Κ. του Α., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε μετά της πληρεξουσίας δικηγόρου του Μαρίας Μαυραγάνη, και κατέθεσε προτάσεις. Του αναιρεσιβλήτου: Οικοδομικού Συνεταιρισμού με την επωνυμία Παραθεριστικός Οικοδομικός Συνεταιρισμός Υπαλλήλων και Συνταξιούχων Ελλήνων Σιδηροδρομικών Συν Π.Ε., που εδρεύει στην Αθήνα, οδός Πειραιώς αριθμός 46, νομίμως εκπροσωπουμένου, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Χρίστο Ψαρράκη, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, και κατέθεσε προτάσεις. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 1-10-1998 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 5297/1999 μη οριστική, 7595/2010 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 4587/2013 του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της υπ' αριθμόν 4587/2013 οριστικής αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών ως και της υπ' αριθμόν 5297/1999 αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, ζητεί ο αναιρεσείων με την από 21-2-2014 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Μαρουλιώ Δαβίου ανέγνωσε την από 4-1-2022 έκθεσή της με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Από τις διατάξεις των άρθρων 552 και 553 παρ. 1 εδ. β' και 2 ΚΠολΔ προκύπτει ότι με αναίρεση μπορούν να προσβληθούν μόνο οι οριστικές αποφάσεις, οι οποίες δεν μπορούν να προσβληθούν με ανακοπή ερημοδικίας και έφεση και περατώνουν όλη τη δίκη για την αγωγή ή την ανταγωγή. Αν προσβληθεί με αναίρεση η οριστική απόφαση θεωρούνται ότι έχουν συμπροσβληθεί και οι μη οριστικές, που έχουν εκδοθεί προηγουμένως και αν δεν απευθύνεται ρητώς εναντίον τους η αναίρεση (ΑΠ 181/2023, ΑΠ 129/2022). Οι μη οριστικές αποφασεις, όπως είναι εκείνη με την οποία το δικαστήριο αναβάλλει να αποφασίσει οριστικά και διατάσσει τη διεξαγωγή αποδείξεων και τη διενέργεια πραγματογνωμοσύνης δεν υπόκεινται αυτοτελώς σε αναίρεση (ΑΠ 1272/2022). Αν η απόφαση είναι κατά ένα μέρος οριστική δεν επιτρέπεται αναίρεση ούτε κατά των οριστικών διατάξεων πριν εκδοθεί οριστική απόφαση στη δίκη. Από τις παραπάνω διατάξεις σαφώς συνάγεται ότι σε περίπτωση απόφασης εν μέρει οριστικής και εν μέρει μη οριστικής εφόσον αφορά τα κεφάλαια της ίδιας αγωγής δεν επιτρέπεται αναίρεση ούτε κατά της οριστικής διάταξης πριν εκδοθεί οριστική απόφαση στη δίκη και επί πλέον η αναίρεση αυτή κατά το μέρος που αφορά στην οριστική διάταξη της εν μέρει οριστικής απόφασης, πρέπει να απευθύνεται κατά της εν μέρει οριστικής αυτής απόφασης, γιατί η οριστική αυτή διάταξη δεν θεωρείται ότι συμπροσβάλλεται, αν δεν απευθύνεται κατ' αυτής αναίρεση (ΑΠ 56/2023, ΑΠ 1271/2020, ΑΠ 1208/2020, ΑΠ 1054/2019).Επί πλέον, από τις ίδιες ως άνω διατάξεις προκύπτει ότι, αν η υπόθεση εξετασθεί και στους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας και γίνει τυπικά δεκτή η έφεση, σε αναίρεση υπόκειται μόνο η εφετειακή απόφαση. Και τούτο διότι, αν η έφεση γίνει δεκτή, η πρωτόδικη απόφαση εξαφανίζεται κατά το μέρος που έχει εκκληθεί, ενώ αν απορριφθεί η έφεση, η πρωτόδικη απόφαση κατά το ίδιο μέρος επικυρώνεται και ενσωματώνεται στην εφετειακή. Επομένως, αν η ασκηθείσα έφεση κατά της πρωτόδικης απόφασης απορριφθεί κατ' ουσίαν, προσβλητή με το το ένδικο μέσο της αναίρεσης είναι μόνο η απόφαση του Εφετείου, στην οποία ενσωματώνεται η πρωτόδικη, καθόσον τα (τυχόν) σφάλματα της πρωτόδικης απόφασης, τα οποία θεωρούνται ότι έχουν επικυρωθεί από το Εφετείο, μπορούν να προσβληθούν με την αναίρεση ως σφάλματα της απόφασης του Εφετείου, εφόσον συνιστούν και λόγους αναιρετικούς, που παραδεκτώς προβάλλονται (ΟλΑΠ 16/1990, ΑΠ 1480/2022, ΑΠ 78/2022). Σε περίπτωση δε που με την αίτηση αναιρέσεως συμπροσβάλλεται και η ενσωματωθείσα στην εφετειακή πρωτόδικη απόφαση, τότε η αίτηση κατά το μέρος που στρέφεται κατά της πρωτόδικης απόφασης είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη (ΑΠ 920/2019). Προσέτι, κατά μεν τη διάταξη της παραγράφου 1 του άρθρου 495 ΚΠολΔ τα ένδικα μέσα της ανακοπής ερημοδικίας, της εφέσεως, της αναψηλαφήσεως και της αναιρέσεως ασκούνται με δικόγραφο που κατατίθεται στο πρωτότυπο στη γραμματεία του δικαστηρίου που έχει εκδώσει την προσβαλλομένη απόφαση. Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 566 § 2 του ΚΠολΔ, αν με το ίδιο αναιρετήριο προσβάλλονται δύο ή περισσότερες αποφάσεις πρωτοβαθμίου και δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, η κατάθεσή του πρέπει να γίνεται στο καθένα από τα δικαστήρια αυτά. Από τη διάταξη αυτή, η οποία συμπληρώνει τη γενική διάταξη του άρθρου 495 § 1 του ΚΠολΔ, που ρυθμίζει τον τρόπο άσκησης των ένδικων μέσων προκύπτει, ότι αν η αναίρεση πλήττει την απόφαση του πρωτοβαθμίου και του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου πρέπει να κατατεθεί στη γραμματεία και των δύο δικαστηρίων, άλλως είναι απαράδεκτη, ως προς την απόφαση του δικαστηρίου, στη γραμματεία του οποίου δεν κατατέθηκε (ΑΠ 1995/2022, ΑΠ 129/2022, Α. Π. 617/2014, Α.Π. 539/2014 Α.Π. 883/2012). Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 577 § 2 του ίδιου Κώδικα, αν η αναίρεση δεν ασκήθηκε νόμιμα ή αν λείπει κάποια προϋπόθεση για να είναι παραδεκτή, ο Άρειος Πάγος την απορρίπτει και αυτεπαγγέλτως (ΑΠ 1373/2009). Στην προκειμένη περίπτωση από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 562 παρ. 2 ΚΠολΔ επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων προκύπτει ότι η παρούσα υπόθεση ακολούθησε την εξής διαδικαστική διαδρομή: Ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος άσκησε ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών την από 1.10.1998 διεκδικητική κυριότητας αγωγή, κατά του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος, αιτούμενος να αναγνωρισθεί η κυριότητά του επί εδαφικής έκτασης 935,12 τ.μ. και να υποχρεωθεί ο εναγόμενος, ο οποίος την έχει καταλάβει να του την αποδώσει. Ο τελευταίος άσκησε ενώπιον του ίδιου δικαστηρίου την από 4.1.1999 προσεπίκληση σε παρέμβαση με την ενωμένη σε αυτήν παρεμπίπτουσα αγωγή αποζημίωσης, με την οποία προσεπικάλεσε στη δίκη που ανοίχθηκε με την ως άνω διεκδικητική αγωγή σε παρέμβαση υπέρ αυτού τον δικαιοπάροχο του Χ. Χ. του Γ., καθώς και τον Ν. Δ., ως δικονομικούς του εγγυητές, ισχυριζόμενος ότι ο πρώτος εξ αυτών όταν του μεταβίβασε το επίδικο ακίνητο^με το νόμιμα μεταγραμμένο .../1992 συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Αχαρνών Ελένης Θ. Τζεμπετζή εγγυήθηκε και υποσχέθηκε ότι το πωληθέν είναι ελεύθερο νομικού ελαττώματος, εκνίκησης τρίτου, βάρους δουλείας και οποιασδήποτε αμφισβήτησης, ο δε δεύτερος, κτηματομεσίτης, ομοίως εγγυήθηκε τα παραπάνω, εκτός της ευθύνης του πωλητή, ρητά εγγράφως και προφορικά για δικό του λογαριασμό, στις 26.6.1992 πριν από την κατάρτιση της αγοραπωλησίας. Με βάση το ιστορικό αυτό ο εναγόμενος -προσεπικαλών - ενάγων ζήτησε να αναγνωρισθεί ότι σε περίπτωση που ευδοκιμήσει η εναντίον του κύρια αγωγή,οι προσεπικαλούμενοι - εναγόμενοι υποχρεούνται να του καταβάλουν και σε ολόκληρο ο καθένας από αυτούς το ποσό των 32.807.200 δραχμών, ως αποζημίωσή του, το οποίο αντιστοιχεί στην αξία του ακινήτου κατά το χρόνο άσκησης της παρεμπίπτουσας αγωγής αποζημίωσης, περιλαμβάνει δε τόσο τη δαπάνη αγοράς του αγροτεμαχίου, όσο και τις δαπάνες για την επί αυτού ανέγερση οικίας. Επί της αγωγής και της προσεπίκλησης με την ενωμένη σε αυτήν αγωγή αποζημιώσεως εκδόθηκε η εν μέρει οριστική και εν μέρει μη οριστική 5297/1999 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών η οποία α) απέρριψε την προσεπίκληση ως απαράδεκτη, β) δέχθηκε κατ' ουσίαν την αγωγή αποζημιώσεως, λόγω του τεκμηρίου ομολογίας εξαιτίας της ερημοδικίας των προσεπικαλουμένων - εναγομένων, υπό την αίρεση ότι θα ηττηθεί ο προσεπικαλών - ενάγων στην κύρια εναντίον του αγωγή. Κατά τα λοιπά, το ως άνω δικαστήριο ανέβαλε να αποφασίσει οριστικά, και υποχρέωσε τους διαδίκους της κύριας αγωγής να αποδείξουν τα οριζόμενα στην απόφασή του πραγματικά περιστατικά, με κάθε αποδεικτικό μέσο και με μάρτυρες, διέταξε δε τη διενέργεια πραγματογνωμοσύνης και όρισε πραγματογνώμονα, προκειμένου να γνωμοδοτήσει αν το επίδικο ακίνητο ταυτίζεται εν όλω ή εν μέρει και σε καταφατική περίπτωση σε ποια έκταση, με το ακίνητο ή τις μεγαλύτερες εκτάσεις που αναφέρονται στο .../1957 αγοραπωλητήριο συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Αθηνών I. Ρώτη και δη αν περιλαμβάνεται και εμπίπτει στον ως άνω τίτλο. Μετά την ολοκλήρωση της διεξαγωγής των αποδείξεων εκδόθηκε η 7595/2010 οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών με την οποία έγινε εν μέρει δεκτή η κύρια αγωγή και αναγνωρίσθηκε ο ενάγων κύριος τμήματος της επίδικης εδαφικής έκτασης 892 τ. μ. και υποχρεώθηκε ο εναγόμενος να του την αποδώσει. Κατά της αποφάσεως αυτής ο εναγόμενος και ήδη αναιρεσείων άσκησε έφεση επί της οποίας εκδόθηκε η 4587/2013 απόφαση του Εφετείου Αθηνών. Με την απόφαση αυτή η έφεση του αναιρεσείοντος έγινε τυπικά δεκτή και απορρίφθηκε κατ' ουσίαν. Με την υπό κρίση από 21.2.2014 αίτηση αναίρεσης πλήττονται η 4587/2013 απόφαση του Εφετείου Αθηνών και η 5297/1999 εν μέρει οριστική και εν μέρει μη οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία, κατά τα εκτιθέμενα περιέχει οριστικές διατάξεις ως προς την απόρριψη της προσεπίκλησης που άσκησε ο εναγόμενος και την παραδοχή της ενωμένης με αυτήν αγωγής αποζημιώσεως και μη οριστικές διατάξεις, όσον αφορά την κύρια αγωγή του ενάγοντος και ήδη αναιρεσίβλητου εναντίον του. Σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στην ως άνω νομική σκέψη, η ως άνω απόφαση ως προς τις μη οριστικές διατάξεις της, που αφορούν στην κύρια αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος δεν υπόκειται αυτοτελώς σε αναίρεση. Μετά την έκδοση της 7595/2010 οριστικής αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, οπότε θα μπορούσε να προσβληθεί η 5297/1999 εν μέρει οριστική και εν μέρει μη οριστική απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου, κατά τα προαναφερόμενα, ασκήθηκε έφεση από τον αναιρεσείοντα - εναγόμενο, στρεφόμενη κατά αμφοτέρων των αποφάσεων, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη 4587/2013 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, με την οποία η έφεση έγινε τυπικά δεκτή και απορρίφθηκε ως κατ' ουσίαν αβάσιμη. Επομένως, η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως, ως προς το μέρος που στρέφεται κατά της εν μέρει οριστικής και εν μέρει μη οριστικής πρωτόδικης αποφάσεως, η οποία ενσωματώθηκε στην απόφαση του Εφετείου, πρέπει και για τον επιπλέον αυτό λόγο να απορριφθεί ως απαράδεκτη, ανεξαρτήτως του ότι είναι επιπροσθέτως απαράδεκτη και διότι το δικόγραφο της αναιρέσεως δεν έχει κατατεθεί, ως έδει, και στη Γραμματεία του ως άνω Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών που εξέδωσε την οριστική απόφαση. Κατά το μέρος όμως με το οποίο πλήττεται η ως άνω 4587/2013 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Αθηνών η αίτηση αναιρέσεως έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα κατά τις διατάξεις των άρθρων 495 παρ. 1 και 4 και 552, 553,556,558,564,566 παρ. 1 Κ.Πολ.Δικ. Επομένως αυτή είναι παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρα 571 και 577 Κ.Πολ.Δικ.). Περαιτέρω, η νομική αοριστία της αγωγής, που συνδέεται με την εκτίμηση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που πρέπει να εφαρμοστεί, αποτελεί παράβαση που ελέγχεται με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, συντρέχει δε αν το δικαστήριο για τη θεμελίωση της αγωγής στο συγκεκριμένο κανόνα ουσιαστικού δικαίου αρκέστηκε σε στοιχεία λιγότερα ή αξίωσε περισσότερα από εκείνα που ο κανόνας αυτός απαιτεί για τη γένεση του οικείου δικαιώματος, κρίνοντας αντιστοίχως νόμιμη ή μη στηριζόμενη στο νόμο την αγωγή. Συνδέεται δηλαδή η νομική αοριστία της αγωγής με την εκτίμηση του κανόνα του ουσιαστικού δικαίου που πρέπει να εφαρμοστεί. Αντίθετα, η ποσοτική ή ποιοτική αοριστία της αγωγής, υπάρχει όταν δεν εκτίθενται στην αγωγή όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, κατά νόμο, για τη στήριξη του αιτήματος της αγωγής, τα πραγματικά, δηλαδή, περιστατικά που απαρτίζουν την ιστορική βάση της αγωγής και προσδιορίζουν το αντικείμενο της δίκης, αποτελούν δε προϋπόθεση εφαρμογής του κανόνα δικαίου, στον οποίο στηρίζεται το αίτημα της αγωγής. Αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη θεμελιωτικά γεγονότα μη διαλαμβανόμενα στο αγωγικό δικόγραφο και έχοντα ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, ή δεν έλαβε υπόψη τέτοια γεγονότα μολονότι διαλαμβάνονταν στην αγωγή, τότε ιδρύεται ο προβλεπόμενος από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης, ενώ αν το δικαστήριο κατά παράβαση του νόμου θεώρησε επαρκή τα εκτιθέμενα για την περαιτέρω εξειδίκευση του κανόνα δικαίου, τότε ιδρύεται λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, (ΑΠ 299/2020, ΑΠ 994/2019, ΑΠ 886/2018, ΑΠ 2086/2014, ΑΠ 1106/2014).Σύμφωνα δε με τις διατάξεις του αριθμού 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως ιδρύεται και όταν το δικαστήριο της ουσίας, δεν έλαβε υπόψη του πράγματα, που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα" κατά την έννοια της διατάξεως αυτής νοούνται οι νόμιμοι, παραδεκτοί, ορισμένοι και λυσιτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό, είτε ως αμυντικό μέσο και συνακόλουθα στηρίζουν το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης, αντένστασης ή λόγου εφέσεως και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και όχι οι αρνητικοί ισχυρισμοί που συνέχονται με την ιστορική βάση της αγωγής, ένστασης ή αντένστασης και αποτελούν αιτιολογημένη άρνηση καθεμιάς εξ αυτών, αφού αυτοί αποκρούονται με την παραδοχή ως βάσιμων των θεμελιωτικών τους γεγονότων (ΟλΑΠ 8/2013, ΟλΑΠ 3/1997, ΑΠ 630/2020, ΑΠ 1142/2019). Ως εκ τούτου και ο λόγος εφέσεως αποτελεί πράγμα κατά την έννοια του ως άνω αριθμού 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, μόνο όταν φέρει προς κρίση στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο αυτοτελή πραγματικό ισχυρισμό και όχι άρνηση της αγωγής ή της ένστασης (ΑΠ 172/2023, ΑΠ 1662/2022, ΑΠ 1187/2021). Ο ως άνω αναιρετικός λόγος ιδρύεται και όταν το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη ορισμένο λόγο έφεσης, όχι όμως όταν τον απέρριψε, γεγονός που συμβαίνει και όταν η απόφαση περιέχει παραδοχές αντίθετες με τον ισχυρισμό (ΟλΑΠ 11/1996, ΑΠ 8/2020, ΑΠ 841/2017) και υπό την προϋπόθεση ότι ο προβαλλόμενος με τον λόγο αυτό ισχυρισμός έχει ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Εξάλλου, για το ορισμένο του δικογράφου της αγωγής, όπως και οποιουδήποτε εισαγωγικού της δίκης δικογράφου πρέπει αυτό εκτός από άλλα στοιχεία, να περιέχει σαφή έκθεση των γεγονότων που τη θεμελιώνουν σύμφωνα με το νόμο και ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς, με τρόπο που να παρέχεται στον εναγόμενο η ευχέρεια της άμυνας και στο δικαστήριο η δυνατότητα ελέγχου της νομικής της βασιμότητας. Όταν στο δικόγραφο της αγωγής, δεν περιέχονται τα πιο πάνω στοιχεία ή όταν αυτά περιέχονται κατά τρόπο ελλιπή ή ασαφή, τότε η έλλειψη αυτή καθιστά μη νομότυπη την άσκηση της αγωγής, επιφέρει δε την απόρριψή της ως απαράδεκτης, λόγω της αοριστίας, είτε αυτεπαγγέλτως, είτε κατόπιν προβολής σχετικού ισχυρισμού από τον εναγόμενο. Η αοριστία αυτή δεν μπορεί να συμπληρωθεί ούτε με τις προτάσεις ούτε με παραπομπή στο περιεχόμενο άλλων εγγράφων της δίκης, ούτε από την εκτίμηση των αποδείξεων (ΑΠ 1597/2018, 165/2018, ΑΠ 1274/2017, ΑΠ 862/2015). Ειδικότερα, από απόψεως περιγραφής του αντικειμένου της διαφοράς προκειμένου περί διεκδικητικής ή αναγνωριστικής αγωγής της κυριότητας ακινήτου, απαιτείται για το ορισμένο αυτής ο καθορισμός κατά τρόπο σαφή της θέσεως, στην οποία κείται το ακίνητο και οπωσδήποτε των ορίων του, ώστε να μη γεννάται αμφιβολία περί της ταυτότητάς του, αλλά τούτο να εντοπίζεται επακριβώς και να διαχωρίζεται από τα γειτονικά εδάφη. Δεν απαιτείται όμως για το ορισμένο της αγωγής να αναφέρονται οι πλευρικές διαστάσεις του επιδίκου ακινήτου και να κατονομάζονται οι γείτονες ιδιοκτήτες (ΑΠ 9/2020, ΑΠ 301/2017). Η περιγραφή του ακινήτου από την οποία να μη γεννάται αμφιβολία για την ταυτότητά του μπορεί να γίνεται και με την αποτύπωσή του με τοπογραφικό διάγραμμα υπό κλίμακα, από το οποίο προκύπτει πλην του σχήματος, οι πλευρές του, η θέση του, ο προσανατολισμός του και το εμβαδόν του, εφόσον το τοπογραφικό διάγραμμα τούτο ενσωματώνεται στο δικόγραφο της αγωγής (ΑΠ 1319/2020, ΑΠ1597/2018, 305/2017, ΑΠ 781/2016). Το γεγονός όμως ότι το μνημονευόμενο τοπογραφικό διάγραμμα, στο οποίο εμφαίνεται το επίδικο ακίνητο δεν προσαρτήθηκε στην αγωγή, δεν την καθιστά αόριστη ως προς την περιγραφή του, αν από την όλη περιγραφή του ακινήτου στο δικόγραφο δεν γεννιέται αμφιβολία για την ταυτότητά του (ΑΠ 9/2020, ΑΠ 301/2017). Εξάλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1094 και 216 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι για την πληρότητα και το ορισμένο της διεκδικητικής της κυριότητας αγωγής ακινήτου ο ενάγων πρέπει να επικαλεστεί και να αποδείξει το δικαίωμα της κυριότητάς του πάνω σε αυτό,το οποίο απέκτησε με κάποιο προβλεπόμενο από το νόμο (παράγωγο ή πρωτότυπο) τρόπο και ότι ο εναγόμενος νέμεται ή κατέχει το επίδικο ακίνητο ή αμφισβητεί το δικαίωμα κυριότητάς του επ' αυτού. Επί διεκδικητικής ή αναγνωριστικής της κυριότητας αγωγής που στηρίζεται σε παράγωγο τρόπο κτήσης κυριότητας και ειδικότερα σε σύμβαση (άρθρ. 1033 ΑΚ) για το ορισμένο αυτής αρκεί κατ' αρχήν να γίνει επίκληση της σύμβασης, που καταρτίσθηκε μεταξύ του ενάγοντος και του άμεσου δικαιοπαρόχου του, κυρίου του μεταβιβαζόμενου ακινήτου, με συμβολαιογραφικό έγγραφο που μεταγράφηκε νόμιμα, χωρίς να είναι αναγκαίο να καθορίζεται στο δικόγραφο της αγωγής και ο τρόπος με τον οποίο κατέστη κύριος ο πιο πάνω δικαιοπάροχος του ενάγοντα, διότι μόνο σε περίπτωση αμφισβήτησης από τον εναγόμενο και της κυριότητας του τελευταίου υποχρεούται ο ενάγων να καθορίσει με τις προτάσεις της συζήτησης τον τρόπο απόκτησης αυτής. Κατά δε το άρθρο 1045 ΑΚ, εκείνος που έχει στη νομή του για μία εικοσαετία πράγμα κινητό ή ακίνητο γίνεται κύριος με έκτακτη χρησικτησία, κατά δε το άρθρο 974 του ίδιου Κώδικα όποιος απέκτησε τη φυσική εξουσία πάνω στο πράγμα (κατοχή) είναι νομέας αν ασκεί την εξουσία αυτή με διάνοια κυρίου. Σύμφωνα με τις διατάξεις αυτές για την κτήση κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία απαιτείται άσκηση νομής επί συνεχή εικοσαετία. Η κτήση της νομής ακινήτου και η άσκησή της επ' αυτού μπορεί να γίνει με οποιαδήποτε ενέργεια, που μαρτυρεί, κατά τις αντιλήψεις που υπάρχουν στις συναλλαγές, φυσική και με διάνοια κυρίου εξουσίαση αυτού. Έτσι, όποιος απέκτησε τη φυσική εξουσία πάνω στο πράγμα (κατοχή) είναι νομέας του, αν ασκεί την εξουσία αυτή με διάνοια κυρίου.. Άσκηση νομής η οποία απαιτείται για τη κτήση της κυριότητας ακινήτου με έκτακτη (αλλά και με τακτική) χρησικτησία, συνιστούν εμφανείς υλικές ενέργειες πάνω σ' αυτό, που προσιδιάζουν στη φύση και τον προορισμό του, με τις οποίες εκδηλώνεται η βούληση του νομέα να το εξουσιάζει με διάνοια κυρίου, όπως είναι ενδεικτικά η εποπτεία, η επίβλεψη, η επίσκεψη, η εκμίσθωση σε τρίτο, η φύλαξή του, η καλλιέργεια, η οριοθέτηση και καταμέτρηση των διαστάσεών του, κ.α., αν δε πρόκειται για αστικό ακίνητο η ενοικίαση σε αυτό και γενικά οι αρμόζουσες στην φύση του πράξεις εξουσίασης, χωρίς παράλληλα να απαιτείται και ο ημερολογιακός προσδιορισμός των επί μέρους πράξεων μέσα στο χρόνο της χρησικτησίας, ενώ περί της συνδρομής ή όχι των προαναφερομένων στοιχείων κρίνει το δικαστήριο, κατά την κοινή αντίληψη, με βάση τα συγκεκριμένα περιστατικά σε κάθε περίπτωση (ΑΠ 416/2020, ΑΠ 1208/2019, ΑΠ 1079/2019, ΑΠ 401/2018). Τέλος, κατά το άρθρο 1051 ΑΚ εκείνος που απέκτησε τη νομή του πράγματος με καθολική ή ειδική διαδοχή μπορεί να συνυπολογίσει το δικό του χρόνο χρησικτησίας στο χρόνο χρησικτησίας του δικαιοπαρόχου του. Στην προκειμένη περίπτωση με τον τρίτο λόγο αναίρεσης, υπό την επίκληση των αριθμών 1, 8, και 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια,ότι κατά παράβαση των άρθρων 1094, 1033 και 216 ΑΚ, δεν κήρυξε το δικόγραφο της αγωγής ως απαράδεκτο,λόγω αοριστίας, όπως είχε ζητηθεί με σχετικό λόγο της έφεσης του αναρεσείοντος αλλά και πρωτοδίκως, παρά τη μη επαρκή έκθεση σ'αυτήν των προαναφερόμενων στοιχείων που ήταν αναγκαία για τη στήριξη του αιτήματος της διεκδικητικής κυριότητας αγωγής, αλλά αντίθετα την έκρινε ορισμένη θεωρώντας ότι αυτά εκτίθενται με επάρκεια. Ειδικότερα, αιτιάται ο αναιρεσείων,ότι από τα εκτιθέμενα στην αγωγή: α)δεν προκύπτει η ταυτότητα της συνολικής έκτασης, της οποίας φέρεται κύριος ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος, ούτε η ταυτότητα της επίδικης έκτασης, αφού ο ίδιος περιγράφει το ακίνητο με σημείο αναφοράς το από 10.7.1957 σχεδιάγραμμα του μηχανικού Μ. Τ., το οποίο προσαρτά στην από 1.10.1998 αγωγή του, πλην όμως το σχεδιάγραμμα αυτό δεν είναι εξαρτημένο από το κρατικό τριγωνομετρικό δίκτυο, με αποτέλεσμα να εμφανίζει σημαντικές αποκλίσεις από των θέσεων των οικοπέδων από την πραγματική τους θέση, δεν εμφανίζει σταθερά σημεία εξαρτήσεως και υπάρχει απόκλιση του ίδιου διαγράμματος αυτού από την υλοποιημένη κατάσταση είκοσι περίπου μέτρων εξ ανατολών προς δυσμάς, β) δεν καταγράφει ρητά τον τρόπο με τον οποίο απέκτησε ο ενάγων συνεταιρισμός την κυριότητα επί του επιδίκου ακινήτου, τη μεταγραφή του και το ότι ο εναγόμενος βρίσκεται κατά την έγερση της αγωγής στη νομή του ακινήτου και παρά το γεγονός ότι στην αγωγή γίνεται επίκληση συμβολαιογραφικού εγγράφου και μεταγραφής, καθώς και μνεία της διατάξεως του άρθρου 3 παρ. 1 του Ν 507/1970, δεν καταγράφεται ότι έλαβε χώρα η απαιτούμενη επισημείωση στα βιβλία των οικείων υποθηκοφυλακείων. Από την παραδεκτή (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων,προκύπτει, ότι ο ήδη αναιρεσίβλητος - ενάγων Παραθεριστικός Οικοδομικός Συνεταιρισμός με την από 1.10.1988 αγωγή του εξέθετε, ότι το σωματείο με την επωνυμία "Αλληλεγγύη Ελλήνων Σιδηροδρομικών", του οποίου ο ίδιος είναι νόμιμος και καθολικός διάδοχος εκ μετατροπής τούτου (σωματείου) σε Οικοδομικό Συνεταιρισμό από 5.3.1971 κατά τις διατάξεις του ΝΔ 507/1970 "περί μετατροπής εις Οικοδομικούς Συνεταιρισμούς Σωματείων επιδιωκόντων ταυτοσήμους προς αυτούς σκοπούς" αγόρασε, μεταξύ άλλων, από το Θ. Κ., δυνάμει του .../1957 αγοραπωλητηρίου συμβολαίου του συμβολαιογράφου Αθηνών Ιωάννη Ρώτη, που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Δήμου Αχαρνών, συνεχόμενη αγροτική έκταση, κείμενη στη θέση "..." της κτηματικής περιφέρειας του Δήμου Αχαρνών, την οποία ο πωλητής είχε προηγουμένως κατατμήσει σε 323 αγροτεμάχια των 250 - 350 τ.μ. περίπου το καθένα, όπως αυτά εμφανίζονται στο από Σεπτεμβρίου 1957 σχεδιάγραμμα του μηχανικού Μ. Τ. το οποίο είναι προσαρτημένο στο παραπάνω ... συμβόλαιο. Ότι ο ανωτέρω πωλητής είχε αποκτήσει την κυριότητα τούτων σε μεγαλύτερη έκταση με 59 συμβόλαια, που έχουν μεταγραφεί, από μικροαγροκτηματίες της περιοχής, Ότι τη συνεχόμενη αυτή έκταση των 323 αγροτεμαχίων νεμήθηκε με διάνοια κυρίου, καλή πίστη και νόμιμο τίτλο το ανωτέρω σωματείο από την περιέλευσή της σε αυτό (1957) και πριν από αυτό ο δικαιοπάροχος του τουλάχιστον από ΙΟετίας, ασκώντας όλες τις πράξεις νομής και κατοχής που αρμόζουν στο είδος και στον προορισμό της, όπως επίβλεψη, οριοθέτηση και περίφραξη τούτων με σιδηροπασάλλους και δικτυωτό σύρμα κατά τα έτη 1961 έως και 1970 χωριστά σε κάθε οικόπεδο - αγροτεμάχιο. Ότι ο ενάγων, ο οποίος συστάθηκε νομότυπα από 5.3.1971, εκ μετατροπής του ως άνω σωματείου, από την περιέλευσή σε αυτόν της κυριότητας και δη της αυτοδίκαιης κατά νόμο μεταβίβασης όλων των περιουσιακών στοιχείων του σωματείου, μεταξύ των οποίων και της συνεχόμενης έκτασης των προαναφερόμενων αγροτεμαχίων συνέχισε να νέμεται αυτήν με τα ίδια προσόντα (διάνοια κυρίου, καλή πίστη, νόμιμο τίτλο), επιβλέποντας αυτήν κατά τακτά διαστήματα, οριοθετώντάς την και διορθώνοντας τις παλιές περιφράξεις και έτσι, αφού έγινε σχετική καταχώριση στο περιθώριο του βιβλίου του οικείου Υποθηκοφυλακείου κατ' άρθρο 3 παρ. 1,2 εδ. τελευταίο του ΝΔ 507/1970, έγινε κύριος της ως άνω έκτασης με παράγωγο τρόπο, άλλως με τακτική ή έκτακτη χρησικτησία, ασκώντας τις πράξεις νομής επί αυτής τουλάχιστον επί 25 χρόνια, προσμετρώντας και την νομή του δικαιοπαρόχου του. 'Ότι στις αρχές Σεπτεμβρίου 1996 ο εναγόμενος αυθαίρετα κατέλαβε συνεχόμενη έκταση από τα παραπάνω οικόπεδα αγροτεμάχια συνολικού εμβαδού 935,12 τ.μ. όπως απεικονίζεται με τα κεφαλαία γράμματα (Α.Β.Γ.Δ.Α.) στο από Οκτωβρίου 1996 τοπογραφικό διάγραμμα του μηχανικού Η. Κ., το οποίο είναι προσαρτημένο στην αγωγή και αποτελεί ενιαίο σύνολο με αυτή και εμφανίζεται και στο προσαρτημένο και στο παραπάνω .../1957 συμβόλαιο από 10.7.1957 σχεδιάγραμμα του μηχανικού Μ. Τ.. Ειδικότερα, στην αγωγή γίνεται λεπτομερής αναφορά των ορίων και του εμβαδού της συνεχόμενης καταληφθείσας έκτασης των 935,12 τ.μ., αλλά και των επί μέρους τμημάτων που περιλαμβάνονται σε αυτήν, κειμένων στα Οικοδομικά Τετράγωνα 24 και 22, όπως τα τμήματα αυτά οριοθετούνται και των οποίων γίνεται ακριβής αναφορά τόσο των εμβαδών και της θέσης τους, όσο και των πλευρικών τους διαστάσεων και με βάση το ως άνω σχεδιάγραμμα του μηχανικού Η. Κ.. Υπό τα δεδομένα αυτά, με τέτοιο περιεχόμενο και αίτημα η ένδικη διεκδικητική κυριότητας αγωγή είναι επαρκώς ορισμένη, αφού διαλαμβάνονται σε αυτήν όλα τα απαιτούμενα κατά νόμο στοιχεία για την πληρότητά της. Συγκεκριμένα, όπως ήδη εκτέθηκε, όσον αφορά την ταυτότητα της επίδικης έκτασης, στην αγωγή γίνεται πλήρης προσδιορισμός της κατά είδος, θέση και όρια, με την προσάρτηση και του προαναφερόμενου σχετικού σχεδιαγράμματος, όπως γίνεται πλήρης και λεπτομερής προσδιορισμός κατά θέση όρια και πλευρικών διαστάσεων και των επί μέρους τμημάτων αυτής, όσο και της συνολικής εκτάσεως από την οποία προέρχεται, σε τρόπο ώστε ουδεμία αμφιβολία καταλείπεται περί την ταυτότητα της επίδικης έκτασης. Όσον αφορά για την κτήση κυριότητας της επίδικης έκτασης, ως μέρους της συνολικής έκτασης από την οποία προέρχεται αυτή, ο ενάγων αναφέρει στην αγωγή όλα τα απαιτούμενα κατά το άρθρο 1045 ΑΚ στοιχεία, δηλαδή τη νομή της για χρονικό διάστημα πέραν της εικοσαετίας με την προσμέτρηση στο χρόνο νομής του και του χρόνου νομής του δικαιοπαρόχου του. Συνεπώς, ο τρίτος λόγος αναίρεσης, ελεγχόμενος αναιρετικά, κατά την ορθή εκτίμησή του, μόνο με τις διατάξεις των αριθμών 8 και 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, στις οποίες και υπάγεται καθόσον αφορά αντίστοιχα τις αιτιάσεις περί ποσοτικής και ποιοτικής αοριστίας της αγωγής, και όχι με τη διάταξη του αριθμού 1 και του άρθρου 559 του ίδιου Κώδικα, κατά το σκέλος του με το οποίο πλήττεται η αγωγή του αναιρεσίβλητου λόγω αοριστίας σχετικά με την ταυτότητα της επίδικης έκτασης και της κτήσης κυριότητας του ίδιου με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας είναι αβάσιμος, κατά το σκέλος του δε που αφορά τον παράγωγο τρόπο κτήσης κυριότητας, με συμβολαιογραφικό έγγραφο και μεταγραφή, είναι αλυσιτελής, καθόσον με την προσβαλλόμενη απόφαση έγινε δεκτό ότι ο αναιρεσίβλητος έγινε κύριος της επίδικης έκτασης και της συνολικής έκτασης από την οποία αυτή προέρχεται, μόνο με πρωτότυπο τρόπο, με έκτακτη χρησικτησία. Κατά τα λοιπά, ο ίδιος λόγος αναίρεσης είναι απαράδεκτος (άρθρο 561 παρ. 1) διότι πλήττει την αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων. Επιπλέον, κατά το άρθρο 559 αρ. 20 ΚΠολΔικ λόγος αναιρέσεως ιδρύεται, αν το δικαστήριο της ουσίας παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου, με το να δεχθεί πραγματικά γεγονότα, προφανώς διαφορετικά, από εκείνα, που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό. Παραμόρφωση υπάρχει μόνο όταν το δικαστήριο υποπίπτει ως προς το έγγραφο σε διαγνωστικό λάθος, δηλαδή σε λάθος αναγόμενο στην ανάγνωση του εγγράφου ("σφάλμα ανάγνωσης") με την παραδοχή ότι περιέχει περιστατικά προδήλως διαφορετικά από εκείνα που πράγματι περιλαμβάνει. Δεν περιλαμβάνει όμως την περίπτωση που το δικαστήριο από την εκτίμηση και αξιολόγηση του αληθινού περιεχομένου του εγγράφου, έστω και εσφαλμένα, καταλήγει σε συμπέρασμα αντίθετο από εκείνο που θεωρεί ως ορθό ο αναιρεσείων, γιατί τότε πρόκειται για αιτίαση σχετικά με την εκτίμηση πραγμάτων, η οποία, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 ΚΠολΔ δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΟλΑΠ 2/2008, ΑΠ 182/2023, ΑΠ1964/2022, ΑΠ 1745/2022, ΑΠ 612/2020). Η παραμόρφωση του εγγράφου μπορεί να γίνει θετικά, με την εσφαλμένη ανάγνωση του κειμένου του εγγράφου ή αρνητικά, με την παράλειψη ανάγνωσης κρισίμων για το αποδεικτέο γεγονός φράσεων αυτού δηλ. φράσεων που μπορούν να οδηγήσουν σε διαφορετικό αποδεικτικό πόρισμα. Δεν αρκεί για την ίδρυση του λόγου η εσφαλμένη ανάγνωση του αποδεικτικού, με την έννοια των άρθρων 339 και 432ΚΠολΔικ. εγγράφου, αλλά πρέπει επί πλέον το δικαστήριο της ουσίας να έχει στηρίξει το αποδεικτικό του πόρισμα αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο, το περιεχόμενο του οποίου φέρεται ότι παραμορφώθηκε, όχι δε όταν το έχει συνεκτιμήσει απλώς μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξαίρει το έγγραφο, αναφορικά με το πόρισμα στο οποίο κατέληξε για την ύπαρξη ή μη του αποδεικτέου γεγονότος (ΟλΑΠ 2/2008, ΑΠ 184/2023, ΑΠ 1745/2022, ΑΠ 612/2020, ΑΠ 433/2020). Και τούτο, διότι στην περίπτωση αυτή δεν είναι δυνατή η εξακρίβωση της ιδιαίτερης αποδεικτικής σημασίας του, κι η διαφορετική κρίση του δικαστηρίου της ουσίας που έχει εξαχθεί από τη συνεκτίμηση όλων των αποδεικτικών μέσων, δεν υπόκειται κατά τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, στον έλεγχο του Αρείου Πάγου (ΑΠ 42/2020, 365/2017, 25/2017). Ως έγγραφα, η παραμόρφωση του περιεχομένου των οποίων θεμελιώνει τον παραπάνω λόγο αναίρεσης θεωρούνται τα αναφερόμενα στα άρθρα 339 και 432 του ίδιου Κώδικα ως αποδεικτικά μέσα και μπορεί να είναι είτε ιδιωτικά είτε δημόσια και να χρησιμεύουν προς άμεση ή έμμεση απόδειξη και προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων. Επομένως δεν αποτελούν έγγραφα με την έννοια των πιο πάνω άρθρων εκείνα στα οποία αποτυπώνεται άλλο αποδεικτικό μέσο, όπως η έκθεση πραγματογνωμοσύνης και το σχεδιάγραμμα που τη συνοδεύει, τα πρακτικά που περιέχουν καταθέσεις μαρτύρων καθώς και τα τοπογραφικά διαγράμματα που συντάσσονται με αίτηση των διαδίκων, τα οποία φέρουν τον χαρακτήρα γνωμοδότησης του άρθρου 390 ΚΠολΔ. Τέλος, η παραμόρφωση πρέπει να είναι προφανής και το έγγραφο να προσκομίζεται για την απόδειξη ουσιώδους ισχυρισμού (ΑΠ 1167/2019, ΑΠ 188/2018, ΑΠ 2032/2009, ΑΠ 1278/2006). Εξάλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 335 και 352 ΚΠολΔ προκύπτει ότι, δικαστική ομολογία, η οποία παρέχει πλήρη απόδειξη, είναι μόνο εκείνη του διαδίκου που γίνεται προφορικώς ή γραπτώς ενώπιον του δικαστηρίου που δικάζει την υπόθεση (ή του εντεταλμένου δικαστή), κάθε δε άλλη ομολογία θεωρείται εξώδικη και εκτιμάται ελεύθερα από το δικαστήριο, έστω και αν έγινε ενώπιον δικαστηρίου αλλά όχι στη συγκεκριμένη δίκη στην οποία έγινε επίκλησή της ως αποδεικτικού μέσου. Η παραπάνω ομολογία, δηλαδή η παραδοχή με μονομερή δήλωση απευθυνόμενη προς το δικαστήριο που δικάζει τη συγκεκριμένη δίκη ενός κρίσιμου γεγονότος από τον αντίδικο εκείνου που φέρει το βάρος της επίκλησης και της απόδειξής του, πρέπει να γίνει με πρόθεσή του προς αναγνώριση του επιβλαβούς αυτού γεγονότος. Απόδειξη δηλαδή δεν αποτελεί κάθε ομολογία, αλλά μόνο η γενόμενη με σκοπό αποδοχής του αμφισβητούμενου και επιβλαβούς για τον ομολογούντα γεγονότος. Συνεπώς δικαστική ομολογία υπάρχει όταν το ενώπιον του δικαστηρίου αναγνωριζόμενο από το διάδικο επιζήμιο γι' αυτόν γεγονός αναφέρεται αμέσως στο αντικείμενο της δίκης (ΑΠ 422/2022, ΑΠ 691/2017, ΑΠ 188/2017), όχι δε και όταν το γεγονός αυτό αποτελεί τη βάση δικαστικού τεκμηρίου για το αποδεικτέο περιστατικό (ΑΠ 1416/2007, ΑΠ 115/2007). Ο ανωτέρω λόγος ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας, καίτοι ο διάδικος επικαλέσθηκε ομολογία του αντιδίκου του, εν τούτοις παρέλειψε να την εκτιμήσει και να την λάβει υπόψη του, παρόλο που πράγματι περιείχε συγκεκριμένη παραδοχή ενός κρισίμου γεγονότος που αποτελούσε τη βάση ισχυρισμού του επικαλουμένου την ομολογία διαδίκου (ΑΠ 422/2022, ΑΠ 1160/2017, ΑΠ 469/2009, ΑΠ 1336/2008), Πρέπει, συνεπώς, ο αναιρεσείων να επικαλέσθηκε νόμιμα με τις προτάσεις του ενώπιον του δικαστηρίου κατά τη συζήτηση, μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, τόσο την ύπαρξη του αποδεικτικού αυτού μέσου, όσο και του εγγράφου στο οποίο περιεχόταν. Για την επίκληση δε αυτή πρέπει να γίνει και ρητή αναφορά στο αναιρετήριο, άλλως ο λόγος αναίρεσης κρίνεται αόριστος και εντεύθεν απαράδεκτος (ΑΠ 422/2022, ΑΠ 865/2020, ΑΠ 709/2017, ΑΠ 1014/2010, ΑΠ 1139/2009). Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως, κατά την εκτίμησή του, ο αναιρεσείων, αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλειες από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ. Ειδικότερα αιτιάται ο αναιρεσείων, ότι η προσβαλλόμενη απόφαση με το να δεχθεί ότι η επίδικη έκταση ήταν παντελώς αναξιοποίητη ξερική και ακάλυπτη παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφων, ήτοι των αεροφωτογραφιών και το πρωτόκολλο από 21.7.1967 με το οποίο φέρεται ότι ο προκάτοχος του αναιρεσίβλητου παρέλαβε τις ελλιπείς περιφράξεις της επίδικης έκτασης, που δεν καταλάμβαναν όλη την έκταση η οποία ήταν ξερική ακάλυπτη βραχώδης επικλινής αδιαμόρφωτη και παντελώς αναξιοποίητη, ενώ αν δεχόταν το αληθές ήτοι ότι το επίδικο από το έτος 1960 και μετά καλλιεργούνταν, γεγονός το οποίο είχε διαπιστωθεί από άλλα έγγραφα ήτοι την τεχνική έκθεση του Ν. Ζ. και την 3944/2003 απόφαση του Δικαστηρίου, που έκρινε ότι σε απόσταση 44 μέτρων από το επίδικο ακίνητο είναι το κτήμα του Ε. Μ., το οποίο όπως προκύπτει από τις αεροφωτογραφίες ... και ... του ΥΠΕΧΩΔΕ με ημερομηνία λήψεως 11.8.1967 καλλιεργούνταν, και ότι σύμφωνα με νεώτερες αεροφωτογραφίες του έτους 1981 και 1982 τόσο η έκταση του αγροτεμαχίου του αναιρεσείοντος όσο και οι γύρωθεν αυτού καλλιεργούνταν, θα κατέληγε στο συμπέρασμα ότι το επίδικο ανήκε ανέκαθεν στην οικογένεια Χ., και βρίσκονταν συνεχώς υπό εξουσιαστική επίβλεψη, νομή και κατοχή από τον προκτήτορα του αναιρεσείοντος Χ. Χ., και μετέπειτα τον άμεσο δικαιοπάροχο του Γ. Χ., μέχρι το έτος 1992, οπότε αυτός το μεταβίβασε στον αναιρεσείοντα. Επικαλείται επίσης στον ίδιο λόγο ο αναιρεσείων, ότι το γεγονός ότι ο ως άνω δικαιοπάροχος του, αλλά και η εμφαινόμενη στα προαναφερόμενα διαγράμματα ως ιδιοκτήτρια της εδαφικής λωρίδας, εντός της οποίας βρίσκονταν το επίδικο ακίνητο, Α. χήρα Χ., ανήκαν στην ίδια οικογένεια το "είχε ομολογήσει πρωτοδίκως και ο αντίδικος" με τις από 10.1.2008 προτάσεις του στις οποίες αναφέρονται τα εξής: "Μάλιστα δυνάμει του …/1955 συμβολαίου ο Κ. αγόρασε την έκταση που περιγράφεται εκεί επιφανείας 6 στρεμμάτων από την Α. χήρα Χ. Χ.. Είναι λοιπόν προφανές ότι οποιαδήποτε ιδιοκτησία της οικογένειας Χ. υπήρχε στα επίδικα και την ευρύτερη περιοχή είχε ήδη μεταβιβάσει από το 1955 και εν συνεχεία ο φερόμενος σαν δικαιοπάροχος του εναγομένου Χ. Γ....". Σύμφωνα με τις αιτιάσεις του αναιρεσείοντος, η προσβαλλόμενη απόφαση που έκρινε ότι η αναφερόμενη στα παραπάνω διαγράμματα Α. χήρα Χ. δεν συνδέεται με την οικογένεια του δικαιοπαρόχου του δεν έλαβε υπόψη της την προαναφερόμενη ομολογία του αναιρεσίβλητου, με την οποία αυτός αναγνώρισε ότι η ανήκουσα στον δικαιοπάροχο του ιδιοκτησία είναι η ίδια με εκείνη που "υποτίθεται" ότι μεταβίβασε η Α. χήρα Χ. Χ. στον Θ. Κ. με το …/1955 συμβόλαιο. Ο ως άνω πρώτος λόγος αναιρέσεως είναι απαράδεκτος διότι, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, το αποδεικτικό πόρισμα του Εφετείου, ότι ο αναιρεσίβλητος απέκτησε την κυριότητα της επίδικης εδαφικής έκτασης με πρωτότυπο τρόπο, ήτοι, με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας, δεν στηρίχθηκε αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στα έγγραφα, το περιεχόμενο των οποίων φέρεται ότι παραμορφώθηκε, αλλά αυτά συνεκτιμήθηκαν απλώς μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα. Ειδικότερα δε, ως προς την προβαλλόμενη με τον ίδιο λόγο αναίρεσης αιτίαση, ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του δικαστική ομολογία του ενάγοντος (αναιρεσίβλητου) που περιλαμβάνεται στο δικόγραφο των προτάσεών του ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου με το προαναφερόμενο περιεχόμενο ο ως άνω αναιρετικός λόγος της μη λήψης υπόψη του επικαλούμενου αποδεικτικού μέσου της δικαστικής ομολογίας, ο οποίος, όπως ορθά εκτιμάται, ιδρύει την εκ του αριθμού 11 περ. γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια και όχι και εκείνη εκ του αριθμού 20, όπως εσφαλμένα υπολαμβάνει ο αναιρεσείων, είναι πρωτίστως απαράδεκτος, ως αόριστος, καθόσον στο αναιρετήριο δεν γίνεται λόγος ότι ο ίδιος επικαλέσθηκε νόμιμα ενώπιον του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου κατά τη συζήτηση, μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, τόσο την ύπαρξη του αποδεικτικού αυτού μέσου της ομολογίας του αντιδίκου του, όσο και του εγγράφου στο οποίο περιεχόταν. Ανεξαρτήτως δε της αοριστίας του, ο ίδιος λόγος ως προς την ως άνω αιτίαση είναι και αβάσιμος. Τούτο δε, διότι, από την πιο πάνω αναφερόμενη περικοπή των εν λόγω προτάσεων του αναιρεσίβλητου ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου (Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών), δεν συνάγεται δικαστική ομολογία αυτού, με την έννοια που προαναφέρθηκε της πρόθεσης αναγνώρισης επιζήμιου για τον ίδιο περιστατικού αναφορικά με το αντικείμενο της δίκης, ήτοι της διεκδικητικής αγωγής του επιδίκου ακινήτου. Αντιθέτως,προκύπτει, ότι η περικοπή αυτή διατυπώνει κρίση και επιχείρημα του αναιρεσίβλητου ενισχυτικό του ισχυρισμού του, ότι το επίδικο ακίνητο ανήκει στην κυριότητά του και άρνηση του ισχυρισμού του αναιρεσείοντος ότι αυτό του μεταβιβάστηκε το έτος 1992 από τον δικαιοπάροχο του Γ. Χ., εφόσον σε αυτήν (περικοπή) γίνεται μνεία, ότι ήδη από το έτος 1955 οποιαδήποτε ιδιοκτησία της οικογένειας Χ. στη ευρύτερη περιοχή που βρίσκεται το επίδικο ακίνητο, είχε μεταβιβαστεί. Τα παραπάνω ισχύουν ανεξαρτήτως του ότι ο πρώτος λόγος αναίρεσης, στον οποίο γίνεται ιδιαίτερη μνεία της κατάθεσης του μάρτυρα ανταπόδειξης, Π. Α., αποσπάσματα της οποίας και παρατίθενται, επίκληση των εγγράφων που προσκομίσθηκαν από αμφότερους τους διαδίκους καθώς και αναφορά στην πραγματογνωμοσύνη του πραγματογνώμονα μηχανικού Κ. Θ., που ορίσθηκε με την 5297/1999 προδικαστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, την οποία ο αναιρεσείων χαρακτηρίζει πρόχειρη και απολύτως ανακριβή, είναι απαράδεκτος και διότι στην πραγματικότητα, ο αναιρεσείων υπό την επίκληση της πλημμέλειας του αριθμού 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πλήττει το αποδεικτικό πόρισμα της προσβαλλόμενης απόφασης, το οποίο είναι διαφορετικό από εκείνο που ο ίδιος θεωρεί ορθό, πρόκειται δηλαδή για παράπονο αναφερόμενο στην εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, η οποία εκφεύγει του αναιρετικού ελέγχου. Επίσης με τον πέμπτο λόγο αναίρεσης ο αναιρεσείων, υπό την επίκληση της ίδιας παραβίασης του αριθμού 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αιτιάται ότι όλως εσφαλμένως η προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε πραγματικά γεγονότα διαφορετικά από αυτά που αναφέρονται στα έγγραφα, την έκθεση πραγματογνωμοσύνη και τις μαρτυρικές καταθέσεις. Ειδικότερα, με τον λόγο αυτό ο αναιρεσείων αιτιάται ότι ενώ στα προσκομισθέντα έγγραφα, αεροφωτογραφίες, σχεδιάγραμμα, έκθεση του πραγματογνώμονα ουδόλως αναφέρεται ότι τα Ο.Τ. … και … υπήρξαν ποτέ περιφραγμένα με συρματόπλεγμα απεναντίας δέχεται η προσβαλλόμενη απόφαση ότι από το 1971 και εντεύθεν δεν υπήρχε πουθενά περίφραξη ήταν παντελώς κατεστραμμένη, αντιθέτως η προσβαλλόμενη απόφαση δέχεται ότι υπήρχε νομή, κατοχή και εξουσίαση από τον αναιρεσίβλητο χωρίς κανένα αποδεικτικό στοιχείο, ενώ, έπρεπε να δεχθεί τους ισχυρισμούς, τα έγγραφα, τις αποδείξεις και τις μαρτυρικές καταθέσεις του αναιρεσείοντα και να κάνει δεκτό το αίτημά του ότι είναι κύριος, νομέας και κάτοχος λόγω αγοραπωλησίας παρά κυρίου και κατόχου του επιδίκου αποδεδειγμένως από πεντήκοντα και πλέον έτη και να απορρίψει την αγωγή. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στην προηγηθείσα οικεία νομική σκέψη, η εν λόγω έκθεση πραγματογνωμοσύνης, το σχεδιάγραμμα και οι μαρτυρικές καταθέσεις δεν αποτελούν έγγραφα κατά την έννοια του άνω άρθρου 559 αριθμ. 20 ΚΠολΔ. Επιπλέον, ο από τον αριθμό 11α' του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται και όταν το δικαστήριο έλαβε υπόψη μη επιτρεπόμενα από το νόμο αποδεικτικά μέσα. Εξάλλου από τις διατάξεις των άρθρων 62, 64 παρ. 2, 339, 409 παρ. 1 και 2, 410 και 415 έως 420 ΚΠολΔ, συνάγεται, ότι δεν μπορεί να είναι μάρτυρας,αφού δεν είναι τρίτος και δεν μπορεί γιαυτό να έχει (καταρχήν τουλάχιστον) την αντικειμενικότητα του τρίτου, ο διάδικος και, για την ταυτότητα του λόγου, ο νόμιμος εκπρόσωπος διαδίκου νομικού προσώπου ή το μέλος της διοίκησης αυτού. Τούτο συνάγεται κυρίως από το ως άνω άρθρο 415 ΚΠολΔ, που προβλέπει ως αποδεικτικό μέσο την εξέταση των διαδίκων, ή των νομίμων εκπροσώπων των εκ των διαδίκων νομικών προσώπων ή των μελών της διοίκησης τους, η εξέταση, όμως, αυτή, δεν αποτελεί μαρτυρία, αλλά ίδιο αποδεικτικό μέσο, καθόσον, υπό την αντίθετη εκδοχή, θα ήταν δυνατό να εξετάζεται το ίδιο πρόσωπο ως μάρτυρας και στη συνέχεια ως διάδικος ή ως εκπρόσωπος ή ως μέλος της διοίκησης διαδίκου νομικού προσώπου, λύση προδήλως άτοπη. Κατά συνέπεια η ένορκη κατάθεση του μάρτυρα του νομίμου εκπροσώπου ή του μέλους της διοίκησης του εκ των διαδίκων νομικού προσώπου είναι ανυπόστατο αποδεικτικό μέσο (ΑΠ 715/2013, ΑΠ 374/2011). Με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης ο αναιρεσείων ψέγει την προσβαλλόμενη απόφαση για παράβαση του αριθμού 11α' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αιτιώμενος ότι αυτή, για τη μόρφωση του αποδεικτικού της πορίσματος, εσφαλμένα έλαβε υπόψη της ανυπόστατα αποδεικτικά μέσα και ειδικότερα τις περιεχόμενες στην 1084/2000 εισηγητική έκθεση καταθέσεις των εξετασθέντων πρωτοδίκως μαρτύρων αποδείξεως, Π. Μ. και Σ. Ο., οι οποίοι, κατά το χρονικό διάστημα που δόθηκαν οι μαρτυρικές καταθέσεις τους, είχαν αμφότεροι την ιδιότητα των μελών του διοικητικού συμβουλίου του αναιρεσίβλητου. Αιτιάται, επίσης, ο αναιρεσείων, ότι η κατάθεση του ως άνω μάρτυρα Π. Μ., εσφαλμένα λήφθηκε υπόψη από την αναιρεσιβαλλόμενη και για τον πρόσθετο λόγο ότι ο μάρτυρας αυτός ήταν αναξιόπιστος, καθόσον είχε καταδικασθεί τελεσίδικα σε φυλάκιση τεσσάρων (4)μηνών για το αδίκημα της ψευδορκίας. Από την επισκόπηση της αναιρεσιβαλλόμενης 4587/2013 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών, προκύπτει ότι αυτή, αναφερόμενη στα αποδεικτικά μέσα που έλαβε υπόψη της για τη μόρφωση του αποδεικτικού της πορίσματος εξαιρεί τις καταθέσεις των ως άνω μαρτύρων, με τη ρητή μνεία: "... χωρίς να λαμβάνονται υπόψη οι καταθέσεις των εξετασθέντων, με την επιμέλεια του ενάγοντος, μαρτύρων Π. Μ. και Ο. Σ., που κατά την εξέτασή τους, ήταν μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου του ενάγοντος, δεδομένου ότι το δικαστήριο της ουσίας δεν μπορεί να λάβει υπόψη και ανεπίτρεπτα αποδεικτικά μέσα, όπως είναι η εμμάρτυρη στο ακροατήριο εξέταση των διαδίκων, ή των νομίμων εκπροσώπων τους ή μελών της διοικήσεως αυτών..." Συνεπώς, ο δεύτερος λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος, καθόσον στηρίζεται στην εσφαλμένη προϋπόθεση ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του τις ως άνω καταθέσεις των μαρτύρων του ενάγοντος και ήδη αναιρεσίβλητου για τη διαμόρφωση του αποδεικτικού του πορίσματος. Τέλος, ο αναιρετικός λόγος από τον αριθμό 17 του άρθρου 559 ΚΠολΔ θεμελιώνεται όταν στο διατακτικό της αποφάσεως περιέχονται αντιφατικές διατάξεις και δεν αρκεί η ύπαρξη αντίφασης το αιτιολογικό της ή μεταξύ του αιτιολογικού και του διατακτικού. Ειδικότερα, η αντίφαση στο διατακτικό δημιουργεί τον προαναφερόμενο λόγο αναίρεσης, όταν προκαλείται τέτοια αοριστία, ώστε να καθίσταται αδύνατη η εκτέλεση της, ή εμφανίζεται αβεβαιότητα στις σχέσεις των διαδίκων με το δεδικασμένο (ΟλΑΠ 13/1995, ΑΠ 1711/2022, ΑΠ 696/2021, ΑΠ 1279/2019, ΑΠ 158/2019). Επομένως ο, με την επίκληση του αριθμού 17 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, τέταρτος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο ο αναιρεσείων αιτιάται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση έχει αντιφάσεις ως προς την αξιολόγηση των μαρτυρικών καταθέσεων των κατονομαζομένων μαρτύρων του ίδιου σε σχέση με εκείνες των μαρτύρων του αναιρεσίβλητου και ως προς το αποδεικτικό της πόρισμα, το οποίο, κατά τον αναιρεσείοντα, είναι εσφαλμένο, είναι απαράδεκτος, καθόσον δεν αναφέρεται σε αντιφατικές διατάξεις του διατακτικού της προσβαλλόμενης απόφασης. Συνακόλουθα με τα παραπάνω, μη υπάρχοντος άλλου αναιρετικού λόγου προς έρευνα πρέπει να απορριφθεί η από 21.2.2014 αίτηση αναίρεσης του Ι. Κ. του Α. κατά της 4587/2013 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων ως ηττηθείς διάδικος, στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσίβλητου, που παραστάθηκε και κατέθεσε προτάσεις, κατά το σχετικό αίτημά του (άρθρα 176,183,191 παρ. 2 ΚΠολΔ), κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό. Τέλος, πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή του παράβολου που έχει καταθέσει ο αναιρεσείων στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 21.2.2014 αίτηση του Ι. Κ. του Α. για αναίρεση της 4587/2013 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών και 5297/1999 αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Διατάσσει να εισαχθεί το κατατεθέν παράβολο στο Δημόσιο Ταμείο. Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσίβλητου, την οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 18 Οκτωβρίου 2023. ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 27 Νοεμβρίου 2023. Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ