ΑΡΙΘΜΟΣ 1182/2013 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Β' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ ΔΙΑΚΟΠΩΝ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χρυσούλα Παρασκευά, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως, Μαρία Γαλάνη-Λεοναρδοπούλου, Παναγιώτη Χατζηπαναγιώτη, Ιωσήφ Τσαλαγανίδη και Ευγενία Προγάκη-Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 3 Σεπτεμβρίου 2013, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Κωνσταντίνου Παρασκευαΐδη και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντα - κατηγορουμένου Δ. Κ. του Γ., κατοίκου ... που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Βασίλειο Χειρδάρη, περί αναιρέσεως της 196/2013 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Με πολιτικώς ενάγοντες τους: 1) Θ. Γ. και 2) Μ. Β., ... που δεν παραστάθηκαν. Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 17 Ιουνίου 2013 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 758/2013. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντα, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης, ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Επειδή η κρινόμενη, από 17-6-2013, αίτηση του Δ. Κ. του Γ., για αναίρεση της υπ' αριθμό 196/11-1-2013, καταδικαστικής αποφάσεως του Ε' Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Αθηνών, έχει ασκηθεί νομότυπα στις 19-6-2013, με δήλωση του πληρεξουσίου δικηγόρου του αναιρεσείοντα Βασιλείου Χειρδάρη, κατ' άρθρο 473 παρ. 2 ΚΠοινΔικ, η οποία επιδόθηκε στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου στις 19-6-2013, είναι δε εμπρόθεσμη, αφού η προσβαλλομένη απόφαση καταχωρήθηκε καταγεγραμμένη στο ειδικό βιβλίο του άρθρου 473 παρ. 3 ΚΠοινΔικ στις 3-6-2013 (βλ. την από 26-6-2013 υπηρεσιακή βεβαίωση του Τμήματος Δημοσίευσης Ποινικών Ενδίκων Μέσων του Εφετείου). Επειδή κατά το άρθρο 362 ΠοινΚ το οποίο ορίζει ότι, όποιος με οποιονδήποτε τρόπο ενώπιον τρίτου ισχυρίζεται ή διαδίδει για κάποιον άλλο γεγονός που μπορεί να βλάψει την τιμή ή την υπόληψή του (τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι δύο ετών ή με χρηματική ποινή), διαπράττει το έγκλημα της δυσφημήσεως. Ως γεγονός κατά την έννοια της παραπάνω διατάξεως, νοείται κάθε συγκεκριμένο περιστατικό του εξωτερικού κόσμου που ανάγεται στο παρελθόν ή το παρόν, υποπίπτει στις αισθήσεις και είναι δεκτικό αποδείξεων, καθώς και κάθε συγκεκριμένη σχέση ή συμπεριφορά αναφερόμενη στο παρελθόν ή παρόν, που υποπίπτει στις αισθήσεις και αντίκειται στην ηθική και την ευπρέπεια. Υποκειμενικά απαιτείται δόλος που συνίσταται στη γνώση του δράστη ότι το γεγονός που διαδίδει ή ισχυρίζεται είναι πρόσφορο να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη άλλου και τη θέληση να ισχυρισθεί ενώπιον τρίτου ή να διαδώσει το βλαπτικό αυτό γεγονός. Δεν αποκλείεται στην έννοια του γεγονότος να υπαχθούν η έκφραση γνώμης ή αξιολογικής κρίσεως και χαρακτηρισμού, όταν υποκρύπτουν αμέσως ή εμμέσως αντικειμενικά εκδηλωτικά στοιχεία, τα οποία στη συγκεκριμένη περίπτωση συνιστούν προσβολή της προσωπικότητας. Ως γεγονός νοείται και η έκφραση γνώμης ή αξιολογικής κρίσεως, καθώς και οι χαρακτηρισμοί, όταν με την έκφραση συνδέονται και σχετίζονται με γεγονός, ώστε με τη σύνδεση και σχέση τους με αυτό ουσιαστικά να προσδιορίζουν την έκταση της ποσοτικής και ποιοτικής βαρύτητάς του (ΑΠ 166/2013, ΑΠ 251/2012, ΑΠ 326/2012). Εξάλλου η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠολΔικ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως της από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ του ΚΠοινΔικ διατάξεως, όταν αναφέρονται σ'αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ποινική διάταξη. Ως προς τα αποδεικτικά μέσα, που λήφθηκαν υπόψη από το δικαστήριο για την καταδικαστική του κρίση, για την πληρότητα της αιτιολογίας αρκεί ο κατ' είδος προσδιορισμός τους, χωρίς να απαιτείται και αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τι προκύπτει από το καθένα χωριστά, πρέπει όμως να προκύπτει, ότι το δικαστήριο τα έλαβε υπόψη και τα συνεκτίμησε όλα και όχι μόνο μερικά από αυτά. Ακόμη δεν είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους ή να προσδιορίζεται ποιο βάρυνε περισσότερο για το σχηματισμό της δικανικής κρίσεως. Από το ότι εξαίρονται ορισμένα από τα αποδεικτικά μέσα, δεν σημαίνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα, ούτε ανακύπτει ανάγκη αξιολογήσεως, γιατί δεν εξαίρονται τα άλλα. Δεν αποτελεί όμως λόγο αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση των μαρτυρικών καταθέσεων, η παράλειψη αξιολογήσεως και αναφοράς κάθε αποδεικτικού μέσου χωριστά και η παράλειψη συσχετίσεως των αποδεικτικών μέσων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Τέλος, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠοινΔικ, λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει σ' αυτήν διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, εσφαλμένη δε εφαρμογή συντρέχει όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στη διάταξη που εφάρμοσε. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει και όταν η διάταξη αυτή παραβιάζεται εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν το πόρισμα της αποφάσεως που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του διατακτικού με το σκεπτικό αυτής και ανάγεται στα στοιχεία και στην ταυτότητα του οικείου εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση (Ολ ΑΠ 3/2008, ΑΠ 931/2012). Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφασή του, το Τριμελές Εφετείο Πλημμελημάτων, κήρυξε τον αναιρεσείοντα ένοχο απλής δυσφημήσεως κατά συρροή και τον καταδίκασε σε συνολική ποινή επτά μηνών, την οποία κατά το άρθρο 99 ΠΚ ανέστειλε επί τρία χρόνια. Στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, το δικάσαν Εφετείο, μετά από συνεκτίμηση και αξιολόγηση όλων των μνημονευομένων, κατά το είδος τους, αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε, ανελέγκτως, κατά λέξη, τα εξής: "...... αποδείχθηκε ότι: Στις 13-12-2005, μεταδόθηκε από τον τηλεοπτικό σταθμό "ΑΝΤΕΝΝΑ", πανελλήνιας εμβέλειας, μία δημοσιογραφική εκπομπή, με τον τίτλο "ΑΠΟΚΑΛΥΨΕΙΣ", με θέμα, εκτός άλλων, το Β. Π., εύπορο Κερκυραίο, ο οποίος με την 445/2001 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κέρκυρας (εκούσια δικαιοδοσία), που εκδόθηκε ύστερα από δική του αίτηση, υποβλήθηκε σε πλήρη επικουρική δικαστική συμπαράσταση και διορίσθηκε ως επικουρικός δικαστικός συμπαραστάτης ο πρώτος εγκαλών και πολιτικώς ενάγων Θ. Γ., ενώ η δεύτερη εγκαλούσα και πολιτικώς επίσης ενάγουσα Μ. Β., σύζυγος του πρώτου διορίσθηκε ως μέλος του εποπτικού συμβουλίου και μετά από υπόδειξη του αιτούντος, ως φίλων του, τον οποίον φιλοξενούσαν στην οικία τους. Ο κατηγορούμενος ο οποίος, ουδεμία επίσης συγγενική σχέση είχε με τον παραπάνω Β. Π. σε σχετικές ερωτήσεις του δημοσιογράφου της παραπάνω εκπομπής ισχυρίσθηκε σχετικά σε βάρος των εγκαλούντων τα εξής: "Αφού κατάφεραν και τον έθεσαν (αναφερόμενος στο Β. Π.) υπό δικαστική συμπαράσταση, αμέσως εκίνησαν όλο το σατανικό σχέδιο, που ούτε ο Φώσκολος δεν θα το είχε συλλάβει αυτό. Πρώτο βήμα, εξαφάνισαν τον Π., του έδωσαν απ' αυτά, όπως και οι ίδιοι θα έλεγε, με φαρμακευτικές αγωγές ψυχοφαρμάκων και τέτοια, με άσκηση ψυχολογικής βίας, όπως τα λέει πάντα ο ίδιος και τα έχει γράψει τα έχει καταθέσει μ' ένα συναθλίβομα και φθάσαν σ' ένα συμ/φο στους Αγίους Δούλους στο Βορρά, να μεταβιβάσει ο δικαστικός συμπαραστάτης, ο προστάτης που κινδύνευε η περιουσία του δήθεν να τη φάει ο Κ., την έγραψε στη γυναίκα του, τη μεταβίβασε αντί ευτελούς αξίας την περιουσία του, με τη δική της με 24 τετραγωνικά στην …και κάτι στο .., που δεν πάνε ούτε οι κατσίκες και ήλθαν λοιπόν αυτοί οι άνθρωποι, οι απατεώνες με ολοκληρωτικά με τη λέξη να πουν για τον Κ.". Τα όσα παραπάνω ισχυρίσθηκε ο κατηγορούμενος, αναφορικά με τη θέση του Β. Π. σε δικαστική συμπαράσταση και τη μεταβίβαση περιουσίας του στη δεύτερη εγκαλούσα αντί ανταλλάγματος ευτελούς, που αποτελούν γεγονότα, στα οποία υπάγονται τα όσα ακολούθως αναφέρονται για τους εγκαλούντες "ότι εκίνησαν όλο το σατανικό σχέδιο ....... εξαφάνισαν τον Π. του έδωσαν ψυχοφάρμακα με άσκηση ψυχολογικής βίας ... οι απατεώνες" είτε ως γεγονότα είτε ως συνδεόμενα άρρηκτα με τα πρώτα (ΑΠ 919/2010) και τα οποία ανέφερε ενώπιον αόριστου αριθμού τηλεθεατών, που παρακολουθούσαν την εκπομπή, μπορούσαν να βλάψουν και έβλαψαν πράγματι την τιμή και την υπόληψη των πολιτικώς εναγόντων αφού εμφανίζονται ως προς την ηθική τους άτομα αδίστακτα, στερούμενα ηθικών φραγμών μπροστά στο ενδεχόμενο προσπόρισης προσωπικού οικονομικού οφέλους, τούτο δε γνώριζε ο κατηγορούμενος, δηλαδή ότι τα όσα ισχυρίσθηκε είναι πρόσφορα να βλάψουν την τιμή και την υπόληψη των εγκαλούντων και αποσκοπούσε σε αυτό (ΑΠ 251/2012). Τα ανωτέρω δε, δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα και είναι αναληθή. Ο ίδιος ο Β. Π., όπως προεκτέθηκε, ζήτησε (με αίτησή του) να τεθεί σε "μερική" επικουρική δικαστική συμπαράσταση, ως πάσχων από διαταραχή συμπεριφοράς και προσωπικότητάς του και υπέδειξε τον πρώτο εγκαλούντα για το διορισμό του δικαστικού συμπαραστάτη. Τόσο αυτός, όσο και η σύζυγός του και δεύτερη εγκαλούσα, τον φιλοξενούσαν στην οικία τους και τον φρόντιζαν για μεγάλο χρονικό διάστημα χωρίς να αποδεικνύεται η εκ μέρους τους άσκηση ψυχολογικής βίας, χορήγησης ψυχοφαρμάκων "με δικές τους φαρμακευτικές αγωγές και τα όσα περί "σατανικού σχεδίου" αναφέρονται και "περί εξαφάνισης του Β. Π.", είναι παντελώς αναληθή. Ο Β. Π., έχοντας ψυχολογικά προβλήματα, ανασφάλεια, χωρίς να έχει στενούς συγγενείς (γονείς, αδέλφια, τέκνα), ενώ με τη σύζυγό του είχε προβλήματα κακής συμπεριφοράς εκ μέρους της, βρήκε στους εγκαλούντες τη φροντίδα, την οποία αναζητούσε. Αυτός, όπως κατέθεσε και ενώπιον του ακροατηρίου του Δικαστηρίου τούτου ουδέποτε έλαβε φάρμακα από τους εγκαλούντες, ούτε τον εξαφάνισαν, ενώ "διαμένει μαζί τους, διότι η πρόνοια δεν κάνει τίποτα". Ως προς το τελευταίο, αποδεικνύεται ότι με την 83/2006 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κέρκυρας (εκούσια δικαιοδοσία), που κατέστη τελεσίδικη με την 135/2007 του Τριμελούς Εφετείου Κέρκυρας, (μετά από αυτεπάγγελτη ενέργεια) παύθηκαν οι ανωτέρω από την δικαστική συμπαράσταση λόγω πράξεων και παραλείψεων που δεν εξυπηρετούσαν το συμφέρον του συμπαραστατούμενου και ειδικότερα λόγω εκποίησης περιουσιακών στοιχείων του συμπαραστατούμενου προς τη δεύτερη εγκαλούσα (με ανταλλαγή) και σε άλλο μέλος του εποπτικού συμβουλίου, με τίμημα χαμηλότερο του πραγματικού (σχεδόν μισού της πραγματικής αξίας των εκποιηθέντων). Με την ίδια απόφαση ορίσθηκε νέος επικουρικός δικαστικός συμπαραστάτης το Τμήμα Πρόνοιας της Δ/νσης Υγείας και Πρόνοιας της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης Κέρκυρας και μέλη του εποπτικού συμβουλίου τα αναφερόμενα πρόσωπα. Δηλαδή ο παραπάνω Β. Π., παρά τα ανωτέρω (παύση από τη δικαστική συμπαράσταση των εγκαλούντων) βρίσκει φροντίδα στην οικία των τελευταίων. Εξάλλου η εκποίηση (με ανταλλαγή) εκ μέρους του Β. Π. αντί ακινήτων της δεύτερης εγκαλούσας χαμηλότερης αξίας, δεν καταδεικνύει, από μόνο του πρόσωπα που χαρακτηρίζονται από τον κατηγορούμενο "απατεώνες". Ενώ αντίθετη κρίση δεν μπορεί να εξαχθεί από μόνο το γεγονός της παύσης ως άνω των εγκαλούντων από την παραπάνω ιδιότητά τους με τη δικαστική απόφαση, ούτε από το ότι και οι δύο εγκαλούντες, όπως και άλλο μέλος του εποπτικού συμβουλίου συναίτιο των παραπάνω εκποιητικών δικαιοπραξιών, καταδικάστηκαν για απιστία με την 119/2010 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Κέρκυρας, που κατέστη αμετάκλητη με την 1611/2010 απόφαση του Αρείου Πάγου. Όμως δεν αποδείχθηκε ότι ο κατηγορούμενος γνώριζε την αναλήθεια (ψεύδος) των όσων παραπάνω κατέθεσε ενόψει και της διαταραχής της συμπεριφοράς του Β. Π.. Συνακόλουθα, δεν στοιχειοθετείται το έγκλημα της συκοφαντικής δυσφήμησης λόγω έλλειψης γνώσης του ψεύδους, αλλά το έγκλημα κατ' αρχήν της απλής δυσφήμησης (ΑΠ 271/2012, ΑΠ 166/2013, ΑΠ 73/2002). Ο δε ισχυρισμός του κατηγορουμένου ότι όσα παραπάνω είπε στην εκπομπή "ήταν αληθινά" και επομένως η πράξη μένει ατιμώρητη κατά το άρθρο 366 παρ. 1 ΠΚ και συνακόλουθα δεν υφίσταται απλή δυσφήμηση (ΑΠ 251/2012), είναι αβάσιμος και απορριπτέος, αφού σύμφωνα με όσα προεκτέθηκαν, τα όσα παραπάνω ισχυρίσθηκε ήταν ψευδή. Εξάλλου, κατά τη γνώμη της πλειοψηφίας, αβάσιμος και απορριπτέος είναι και ο ισχυρισμός περί άρσης του αδίκου της πράξης κατ' άρθρο 367 παρ. 1 γ ΠΚ με την επίκληση του δικαιολογημένου ενδιαφέροντος (ΑΠ 271/2012, ΑΠ 73/2002, ΑΠ 65/2012, ΑΠ 251/2012, ΑΠ 905/2010, ΑΠ 166/2001). Ειδικότερα, κατά τη γνώμη της πλειοψηφίας, ανεξάρτητα από την αοριστία του ισχυρισμού ως προς τη συνδρομή στο πρόσωπο του κατηγορουμένου δικαιολογημένου ενδιαφέροντος, αφού δεν εκτίθεται σε τι συνίσταται αυτό, δεν αποδείχθηκε ότι συνέτρεχε στην προκείμενη περίπτωση. Ούτε μπορεί να θεωρηθεί ότι υπήρξε δικαιολογημένο ενδιαφέρον για το λόγο ότι οι εγκαλούντες τον κατεμήνυσαν ότι αυτός εξαφάνισε τον Β. Π. και επιχείρησε να ιδιοποιηθεί την περιουσία του με τις από 19-12-2005 και 15-4-2006 εγκλήσεις στον Εισαγγελέα Πρωτοδικών Κέρκυρας, που το μεν αφορά σε μεταγενέστερες πράξεις το δε δεν ήταν αναγκαίο μέσο για την ικανοποίηση του δικαιολογημένου ενδιαφέροντος. Ομοίως τέτοιο δικαιολογημένο ενδιαφέρον δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι υπήρξε από την άσκηση εκ μέρους του Β. Π. και του ΟΤΑ Κέρκυρας, εκπροσωπούμενου του τελευταίου από το Τμήμα Πρόνοιας ως διορισθέντος επικουρικού δικαστικού συμπαραστάτη του πρώτου της από 4-4-2010 αγωγής, για αναγνώριση ακυρότητας των δικαιοπραξιών που αναφέρονται σε αυτή, μεταξύ των οποίων και αυτής που καταρτίσθηκε (με ανταλλαγή) με την δεύτερη εγκαλούσα και απόδοσης των ακινήτων, στρεφόμενης μεταξύ άλλων και κατά των ήδη εγκαλούντων, αφού πρώτιστα, η αγωγή ασκήθηκε σε μεταγενέστερο χρόνο σε σχέση με τα όσα είπε ο κατ/νος ως άνω στην εκπομπή, ενώ αυτός (κατ/νος) δεν είναι εναγόμενος. Επομένως, κατά τη γνώμη της πλειοψηφίας, μετ' απόρριψη των παραπάνω ισχυρισμών του κατ/νου, (του πρώτου δε ομόφωνα), πρέπει ο κατ/νος να κηρυχθεί ένοχος απλής δυσφήμησης κατά συρροή, εφόσον αποδείχθηκε η συνδρομή όλων των αναγκαίων περιστατικών για τη στοιχειοθέτηση της αντικειμενικής και υποκειμενικής υπόστασης, του εγκλήματος αυτού και μετά από επιτρεπτή μεταβολή της κατηγορίας από συκοφαντική δυσφήμηση όπως έκρινε και η εκκαλουμένη. Με βάση τις παραδοχές αυτές το Τριμελές Εφετείο κατά πλειοψηφία (ενός μέλους έχοντος τη γνώμη ότι συνέτρεχε λόγος άρσεως του αδίκου, κατ' άρθρο 367 παρ. 1γ Ποιν.Κ) κήρυξε, ένοχο τον κατηγορούμενο, κατ' ορθότερο νομικό χαρακτηρισμό της αποδοθείσας σ' αυτόν πράξεως της κατά συρροή συκοφαντικής δυσφημήσεως σε κατά συρροή απλή δυσφήμηση, η οποία συνίστατο, κατά πιστή μεταφορά στο ότι: "Στις 13-12-2005, στην .., με περισσότερες πράξεις τέλεσε περισσότερα εγκλήματα και συγκεκριμένα ισχυρίστηκε ενώπιον τρίτου για κάποιον άλλο γεγονός που μπορεί να βλάψει την τιμή και την υπόληψή του. Ειδικότερα στον παραπάνω τόπο και χρόνο εμφανίστηκε ως προσκεκλημένος σε τηλεοπτική εκπομπή με τον τίτλο "ΑΠΟΚΑΛΥΨΕΙΣ", η οποία μεταδόθηκε από τον τηλεοπτικό σταθμό ΑΝΤΕΝΝΑ και ανέφερε ενώπιον αορίστου αριθμού τηλεθεατών, που παρακολουθούσαν την εκπομπή, για τους εγκαλούντες Θ. Γ. και Μ. Β., σύζυγο Θ. Γ., οι οποίοι είχαν ορισθεί με την υπ' αριθμ. 445/2001 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κέρκυρας, ο μεν πρώτος εγκαλών ως επικουρικός δικαστικός συμπαραστάτης του Β. Π. και τη δεύτερη εγκαλούσα ως μέλος του εποπτικού συμβουλίου τα παρακάτω: "Αφού κατάφεραν και τον έθεσαν (αναφερόμενος στον Β. Π.) υπό δικαστική συμπαράσταση, αμέσως εκκίνησαν όλο το σατανικό σχέδιο, που ο Φώσκολος δεν θα το είχε συλλάβει αυτό. Πρώτο βήμα εξαφάνισαν τον Π., του έδωσαν απ' αυτά, όπως και ο ίδιος θα έλεγε, με φαρμακευτικές αγωγές ψυχοφαρμάκων και τέτοια, με άσκηση ψυχολογικής βίας, όπως τα λέει πάντα και ο ίδιος και τα έχει γράψει, τα έχει καταθέσει μ' ένα συναθλίβομα, και φθάσαν σ' ένα συμβολαιογράφο στους Αγίους Δούλους στο Βορρά, να μεταβιβάσει ο δικαστικός συμπαραστάτης, ο προστάτης που κινδύνευε η περιουσία του δήθεν να την φάει ο Κ., την έγραψε στη γυναίκα του, την μεταβίβασε αντί ευτελούς αξίας την περιουσία του, με δική της με 24 τετραγωνικά στην …και κάτι στο …που δεν πάνε ούτε οι κατσίκες και ήλθαν λοιπόν αυτοί οι άνθρωποι, οι απατεώνες, με ολοκληρωματικά με τη λέξη να πουν για τον Κ.", ήτοι γεγονότα που μπορούσαν να βλάψουν την τιμή και την υπόληψή τους ως προς την ηθική έκφανση της προσωπικότητάς τους, καθώς προκαλούσαν την εντύπωση ότι οι πολιτικώς ενάγοντες είναι ανήθικα και αδίστακτα άτομα, που δεν γνωρίζουν κανένα φραγμό μπροστά στην απόκτηση κέρδους. Προέβη δε στην παραπάνω πράξη με πρόθεση, τελώντας σε γνώση, ότι τα παραπάνω γεγονότα, ήταν πρόσφορα να βλάψουν την τιμή και την υπόληψη των εγκαλούντων και σε τούτο αποσκοπούσε ο ίδιος". Με αυτά που δέχθηκε το Δικαστήριο της ουσίας, διέλαβε στην προσβαλλομένη απόφασή του την απαιτούμενη από τις ανωτέρω διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔικ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ'αυτή, με σαφήνεια πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος της ψευδορκίας, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των, άρθρων 94 και 362 ΠΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου, με ελλιπή δηλαδή ή αντιφατική αιτιολογία. Οι ειδικότερες αιτιάσεις του πρώτου λόγου είναι απορριπτέες. Συγκεκριμένα με το λόγο αυτό αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση "ότι υφίσταται αντίφαση των παραδοχών του σκεπτικού, με τα περιστατικά του διατακτικού, καθόσον σε άλλο σημείο του σκεπτικού γίνεται δεκτό τα περιστατικά είναι αναληθή και παντελώς αναληθή και σε άλλο σημείο ότι είναι αληθή, ότι υφίσταται ασάφεια ως προς την αξιολόγηση του όρου "απατεώνες" την οποία (ασάφεια) επιτείνει η κρίση ότι ο κατηγορούμενος δεν γνώριζε την αναλήθεια των πραγματικών περιστατικών, ότι έγινε επιλεκτική αναφορά και αξιοποίηση των αποδεικτικών μέσων και ότι υπάρχει αναντιστοιχία, των εκ των εγγράφων, ιδίως των δικαστικών αποφάσεων απορρεόντων πορισμάτων, με τις παραδοχές της απόφασης, με αποτέλεσμα αυτή να στερείται της ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, αλλά και να υπάρχει εσφαλμένη ερμηνεία της διάταξης του άρθρου 362 ΠΚ". 'Όμως ουδεμία αντίφαση υφίσταται από το ότι στο προεκτεθέν σκεπτικό της προσβαλλομένης αποφάσεως, σαφώς γίνεται δεκτό ότι όσα ισχυρίστηκε ο αναιρεσείων ήταν "αναληθή", "παντελώς αναληθή", "δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα" και "ψευδή", ενώ δεν γίνεται καμμιά αναφορά περί του ότι ήταν αληθή και συνακόλουθα ούτε αντίφαση με τα εκτιθέμενα στο προεκτεθέν διατακτικό υφίσταταται. Η παραδοχή της προσβαλλομένης ότι "αντίθετη κρίση δεν μπορεί να εξαχθεί από μόνο το γεγονός της παύσης των εγκαλούντων από την παραπάνω ιδιότητά τους, με δικαστική απόφαση, ούτε από το ότι αυτοί καταδικάσθηκαν για απιστία αμετάκλητα" δεν έρχεται σε αντίθεση με την παραδοχή ότι είναι ψευδή τα όσα ισχυρίσθηκε ο αναιρεσείων περί του ότι ο εγκαλών "την μεταβίβασε αντί ευτελούς αξίας την περιουσία του" (του Β. Π.), αφού σε άλλο σημείο της προσβαλλομένης διευκρινίζεται ότι έγινε "η εκποίηση (με ανταλλαγή) εκ μέρους του Β. Π., αντί ακινήτων της δεύτερης χαμηλότερης αξίας" και όχι έναντι ευτελούς αξίας ακινήτων. Η λέξη "απατεώνες" είναι συνδεδεμένη με τα υπόλοιπα γεγονότα που διέδωσε ο αναιρεσείων για τους εγκαλούντες. Ενόψει τούτων ο ερευνώμενος λόγος πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, ενώ οι λοιπές αιτιάσεις του ίδιου λόγου αναφέρονται στη διαφορετική κατά την κρίση του αναιρεσείοντος εκτίμηση των αποδείξεων και είναι απαράδεκτες, γιατί πλήττουν την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Επειδή κατά τη διάταξη του άρθρου 171 παρ. 1 περ. α ΚΠοινΔικ απόλυτη ακυρότητα που λαμβάνεται υπόψη και αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο, σε κάθε στάδιο της διαδικασίας και τον 'Αρειο Πάγο ακόμη, επιφέρει "μη τήρηση των διατάξεων που καθορίζουν τη σύνθεση του δικαστηρίου. Η ακυρότητα αυτή ιδρύει λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως, εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Α ΚΠοινΔικ. Εξάλλου σύμφωνα με το άρθρο 17 παρ. 1 του κεφαλαίου Β' του Ν.1756/1988, όπως ισχύει, ορίζεται ότι "Σε όσα .... Εφετεία προβλέπεται οργανικός αριθμός 15 τουλάχιστον δικαστών .... οι συνθέσεις των ποινικών δικαστηρίων καταρτίζονται με κλήρωση", κατά δε την παρ. 3 του ίδιου άρθρου "..... ο Πρόεδρος του Συμβουλίου που διευθύνει το δικαστήριο ..... καταρτίζουν πίνακες οι οποίοι περιλαμβάνουν ..... τα ονόματα .... Στο Εφετείο ..... των νεοτέρων Προέδρων Εφετών και των αρχαιοτέρων Εφετών ..... από τους οποίους κληρώνονται οι Πρόεδροι των .... Τριμελών Εφετείων πλημμελημάτων". Στην προκειμένη περίπτωση με το δεύτερο λόγο της αναιρέσεως, αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η αιτίαση της απόλυτης ακυρότητας λόγω κακής συνθέσεως του δικαστηρίου, για το λόγο ότι από την προμετωπίδα των πρακτικών της προκύπτει ότι στη σύνθεση του δικαστηρίου συμμετείχε ως Προεδρεύουσα Εφέτης η Ανθή Γκάμαρη, χωρίς να αναφέρεται ότι υπήρχε κώλυμα του Προέδρου Εφετών Αθηνών ή αρχαιοτέρων Εφετών και χωρίς να αναφέρεται στην απόφαση η σχετική πράξη για την αναπλήρωση κατ' άρθρ. 4 παρ. 1 εδ. Δ του Ν.1756/1988. Ο λόγος αυτός είναι αλυσιτελής, καθόσον στηρίζεται στην εσφαλμένη προϋπόθεση ότι στο Εφετείο Αθηνών η σύνθεση των δικαστηρίων καθορίζεται με την επικαλουμένη διάταξη του άρθρου 4 παρ. 1 εδ. Δ του Ν.1756/1988, πράγμα το οποίο όμως δεν συμβαίνει, αφού στο εν λόγω δικαστήριο (Εφετείο Αθηνών) προβλέπεται οργανικός αριθμός περισσοτέρων των 15 δικαστών, οπότε οι συνθέσεις όλων των δικαστηρίων, κατά την προεκτεθείσα διάταξη του άρθρου 17 του Ν.1756/1988, γίνονται με κλήρωση και ως Προεδρεύοντες στα Τριμελή Εφετεία Πλημμελημάτων κληρώνονται εκτός από τους νεώτερους Προέδρους Εφετών και οι αρχαιότεροι Εφέτες, σύμφωνα με τον σχετικό πίνακα, πράγμα το οποίο έγινε και με την προεδρεύουσα στη σύνθεση του εκδώσαντος την προσβαλλομένη απόφαση δικαστηρίου Ανθή Γκάμαρη, η οποία συμμετείχε σ'αυτό μετά από κλήρωση, σύμφωνα με την παρ. 7α του άρθρου του Ν.1756/1988. Ενόψει τούτων και ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί. Με τον τρίτο λόγο της αναιρέσεως εκτίθεται ότι οι εγκαλούντες υπέστησαν την κριτική του αναιρεσείοντος μέσα στα πλαίσια του δικαιώματος της ελευθερίας της έκφρασης, η δε κριτική του περιείχε αναφορά αληθινών περιστατικών και συνιστά το ουσιαστικό περιεχόμενο του δικαιώματος της ελευθερίας της έκφρασης, του άρθρου 10 παρ. 1 εδ. α' της ΕΣΔΑ, το οποίο παραβιάστηκε λόγω της καταδίκης του, με συνέπεια να θεμελιώνεται η απόλυτη ακυρότητα του άρθρου 171 παρ. 1δ ΚΠοινΔικ. και να ιδρύεται ο αναιρετικός λόγος του άρθρου 510 παρ. 1 περ. Α ΚΠοινΔικ. Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος γιατί αναφέρεται στην εκδικασθείσα κατηγορία και όχι στη διαδικασία στο ακροατήριο και την άσκηση κατ' αυτήν του επικαλουμένου δικαιώματος του άρθρου 10 παρ. 1 εδ α της ΕΣΔΑ ως υπερασπιστικού δικαιώματος, του οποίου τις προϋποθέσεις ασκήσεως είναι υποχρεωμένος να δημιουργήσει ο δικαστής ενώ υπό την επίφαση της στερήσεως του δικαιώματος αυτού πλήττεται η ανέλεγκτη, περί τα πράγματα, κρίση του δικαστηρίου, κατά την οποία τα όσα ισχυρίστηκε ο αναιρεσείων είναι ψευδή (και συνακόλουθα, και ως προς την κατηγορία τα όσα του αποδόθηκαν εκφεύγουν των ορίων προστασίας του δικαιώματος της ελευθερίας της έκφρασης, το οποίο σε κάθε περίπτωση δεν παραβιάστηκε). Κατ' ακολουθία των ανωτέρω πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η κρινόμενη αίτηση και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρ. 583 παρ. 1 ΚΠοινΔικ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 17-6-2013 αίτηση του Δ. Κ. του Γ., για αναίρεση της υπ' αριθμό 196/2013 αποφάσεως του Ε' Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Αθηνών. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, τα οποία ορίζει σε διακόσια πενήντα (250) Ευρώ. Κρίθηκε αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 17 Σεπτεμβρίου 2013. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 26 Σεπτεμβρίου 2013. Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ