Αριθμός 1400/2013 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ B2' Πολιτικό Τμήμα ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αντώνιο Αθηναίο, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Δημητρίου Πατινίδη), Δημήτριο Μουστάκα, Νικόλαο Τρούσα, Ασπασία Καρέλλου και Αγγελική Αλειφεροπούλου, Αρεοπαγίτες. ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 9 Απριλίου 2013, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ: Των αναιρεσειόντων: 1) Ε. Τ. του Ν., 2) Α. Σ. του Λ., 3) Α. Δ. του Ι., 4) Γ. Ζ. του Β., 5) Α. Χ. του Κ., 6) Κ. Τ. του Α., 7) Μ. Ξ. του Γ., 8) Ε. Κ. του Δ., 9) Δ. Π. του Γ., 10) Κ. Θ. του Γ., 11) Ά. Λ. του Α., 12) Σ. Π. του Θ., 13) Γ. Μ. του Χ., 14) Ε. Α. του Έ., 15) Γ. Π. του Α., 16) Α. Μ. του Δ., 17) Ζ. Γ. του Χ., 18) Β. Λ. του Π., 19) Α. Α. του Ν., 20) Μ. Ν.-Ν. του Γ., 21) Κ. Κ.-Β., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Μαρία Κλαπαδάκη-Βογιατζόγλου και κατέθεσαν προτάσεις. Του αναιρεσιβλήτου: Οργανισμού Τοπικής Αυτοδιοίκησης με την επωνυμία "ΔΗΜΟΣ ΒΟΛΟΥ" που εδρεύει στο Βόλο και εκπροσωπείται νόμιμα, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Σοφία Παπαγιαννίτση και κατέθεσε προτάσεις. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 24/11/2005 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Βόλου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 59/2007 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 257/2009 του Εφετείου Λάρισας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 3/3/2010 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Αγγελική Αλειφεροπούλου ανέγνωσε την από 15/10/2012 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του δεύτερου λόγου και την απόρριψη του πρώτου λόγου της από 3/3/2010 αιτήσεως αναιρέσεως. Η πληρεξούσια των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, η πληρεξούσια του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Από τη διάταξη του άρθρου 4 παρ.1 του Συντάγματος, κατά την οποία οι Έλληνες είναι ίσοι ενώπιον του νόμου, συνάγεται, ότι το Σύνταγμα θεσπίζει όχι μόνο την ισότητα των Ελλήνων έναντι του νόμου αλλά και την ισότητα του νόμου έναντι των Ελλήνων πολιτών, υπό την έννοια, ότι ο νομοθέτης δεσμεύεται, όταν ρυθμίζει ουσιωδώς όμοια πράγματα, σχέσεις ή καταστάσεις, που αφορούν περισσότερες κατηγορίες προσώπων, να μην εισάγει αδικαιολόγητες εξαιρέσεις και διακρίσεις, εκτός αν αυτές επιβάλλονται από λόγους γενικότερου κοινωνικού ή δημόσιου συμφέροντος, την ύπαρξη των οποίων ελέγχουν τα Δικαστήρια (Ολ. Α.Π. 3/2006). Περαιτέρω, με το άρθρο 6 παρ. 1 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την προστασία των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών (Ε.Σ.Δ.Α.), που κυρώθηκε με το Ν.Δ. 53/1974 και έχει υπερνομοθετική ισχύ (άρθρ. 28 παρ.1 του Συντάγματος), ορίζεται ότι "Παν πρόσωπον έχει δικαίωμα όπως η υπόθεσίς του δικασθή δικαίως, δημοσία και εντός λογικής προθεσμίας υπό ανεξαρτήτου και αμερολήπτου δικαστηρίου, νομίμως λειτουργούντος, το οποίον θα αποφασίση είτε επί των αμφισβητήσεων επί των δικαιωμάτων και υποχρεώσεών του αστικής φύσεως,...", ενώ με το άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής αυτής Σύμβασης, που επίσης κυρώθηκε με το Ν.Δ. 53/1974 και έχει, σύμφωνα με το άρθρο 28 παρ.1 του Συντάγματος, αυξημένη έναντι των κοινών νόμων τυπική ισχύ, ορίζεται ότι "Παν φυσικόν ή νομικόν πρόσωπον δικαιούται σεβασμού της περιουσίας του. Ουδείς δύναται να στερηθή της ιδιοκτησίας αυτού ειμή δια λόγους δημοσίας ωφελείας και υπό τους προβλεπομένους, υπό του νόμου και των γενικών αρχών του διεθνούς δικαίου, όρους. Αι προαναφερόμεναι διατάξεις δεν θίγουσι το δικαίωμα παντός κράτους, όπως θέση εν ισχύϊ νόμους, ους ήθελε κρίνει αναγκαίον προς ρύθμισιν της χρήσεως αγαθών συμφώνως προς το δημόσιον συμφέρον ή προς εξασφάλισιν της καταβολής φόρων ή άλλων εισφορών ή προστίμων". Στην κατά τα ανωτέρω προστατευόμενη περιουσία περιλαμβάνονται όχι μόνο τα από το άρθρο 17 του Συντάγματος προστατευόμενα εμπράγματα δικαιώματα αλλά και όλα τα περιουσιακής φύσεως δικαιώματα και τα νομίμως κεκτημένα οικονομικά συμφέροντα, άρα και τα περιουσιακά ενοχικά δικαιώματα και ειδικότερα οι περιουσιακού χαρακτήρα απαιτήσεις, είτε αναγνωρισμένες με δικαστική ή διαιτητική απόφαση είτε απλώς γεννημένες κατά το εθνικό δίκαιο, εφόσον υπάρχει νόμιμη προσδοκία, με βάση το ισχύον πριν από την προσφυγή στο Δικαστήριο νομοθετικό καθεστώς, ότι μπορούν να ικανοποιηθούν δικαστικά (Ολ.Α.Π. 40/1998). Οι προπαρατεθείσες διατάξεις του άρθρου 6 παρ.1 της Ε.Σ.Δ.Α., που εξασφαλίζει σε κάθε πρόσωπο το δικαίωμα να δικάζεται η υπόθεσή του δίκαια και αμερόληπτα και του άρθρου 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου αυτής, που επιβάλλει το σεβασμό της περιουσίας του προσώπου, καθώς και εκείνες των άρθρων 2 παρ.3, 14 και 26 του Ν. 2462/1997 (Διεθνές Σύμφωνο του ΟΗΕ για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα), που επιβάλλουν το σεβασμό των ατομικών και πολιτικών δικαιωμάτων, την ισότητα των διαδίκων και την ισονομία, δεν θίγουν το δικαίωμα κάθε Κράτους να θέτει νόμιμους περιορισμούς στην ικανοποίηση των αξιώσεων των πολιτών, όπως είναι η άσκηση των αξιώσεών τους εντός ορισμένου χρόνου, όταν συντρέχουν λόγοι γενικότερου κοινωνικού ή δημόσιου συμφέροντος, οι οποίοι δικαιολογούν τη σχετική ρύθμιση. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 90 παρ.3 Ν. 2362/1995 "περί δημοσίου Λογιστικού και ελέγχου δαπανών του Κράτους", η απαίτηση οποιουδήποτε των με σχέση δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου υπαλλήλων του Δημοσίου, πολιτικών ή στρατιωτικών, κατ' αυτού, που αφορά σε αποδοχές ή άλλες κάθε φύσεως απολαβές αυτών ή αποζημιώσεις, έστω και αν βασίζεται σε παρανομία των οργάνων του Δημοσίου ή στις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού διατάξεις, παραγράφεται μετά διετία από την γένεσή της, ενώ κατά τη διάταξη του άρθρ. 91 εδ. α' του ίδιου νόμου, με την επιφύλαξη κάθε άλλης ειδικής διάταξης του νόμου αυτού η παραγραφή οποιασδήποτε απαίτησης κατά του Δημοσίου αρχίζει από το τέλος του οικονομικού έτους, μέσα στο οποίο γεννήθηκε και ήταν δυνατή η δικαστική επιδίωξή της. Από το συνδυασμό των ως άνω διατάξεων περί παραγραφής των αξιώσεων κατά του Δημοσίου, οι οποίες εφαρμόζονται διαχρονικά και στις χρηματικές αξιώσεις κατά των Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοίκησης, εφόσον οι ως προς αυτούς προστατευτικές διατάξεις δεν είναι ευνοϊκότερες (άρθρα 3 του Ν.Δ. 31/1968, 304 του Π.Δ. 410/1995 και 276 του Ν. 3463/2006), προκύπτει, ότι με την πρώτη από αυτές ρυθμίζεται ειδικά το θέμα της παραγραφής των αξιώσεων των με σχέση δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου υπαλλήλων του Δημοσίου, πολιτικών ή στρατιωτικών, κατ' αυτού, που αφορούν σε αποδοχές ή άλλες κάθε φύσεως απολαβές ή αποζημιώσεις, έστω και αν βασίζονται σε παρανομία των οργάνων του ή στις διατάξεις για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό και ορίζεται, ως χρονικό σημείο έναρξης της παραγραφής αυτής η γένεση της κάθε αντίστοιχης αξιώσεως. Η διάταξη αυτή είναι ειδική σε σχέση με τη διάταξη του άρθρου 91 εδ. α' του ανωτέρω νόμου, με την οποία ρυθμίζεται γενικά το θέμα της έναρξης του χρόνου παραγραφής οποιασδήποτε αξιώσεως κατά του Δημοσίου κλπ από το τέλος του οικονομικού έτους, μέσα στο οποίο γεννήθηκε και ήταν δυνατή η δικαστική επιδίωξή της, όπως αυτό σαφώς συνάγεται από τη ρητή επιφύλαξη, ως προς την ισχύ άλλων ειδικών διατάξεων, που διατυπώνεται στο άρθρ. 91 εδ. α' και, επομένως, κατισχύει αυτής (Α.Ε.Δ. 32/2008, Ολ. Α.Π. 29/2006). Η προβλεπόμενη από την ανωτέρω διάταξη του άρθρου 90 παρ.3 Ν. 2362/1995, για τις πιο πάνω αξιώσεις υπαλλήλων του Δημοσίου, ισχύουσα, κατά τα άνω, και για τους υπαλλήλους των Ο.Τ.Α., βραχυπρόθεσμη παραγραφή, ο χρόνος της οποίας (διετία) είναι μικρότερος όχι μόνο από το χρόνο παραγραφής (πενταετία) των παρόμοιων αξιώσεων των υπαλλήλων ή εργατών των ιδιωτικών επιχειρήσεων (άρθρ. 250 αρ. 6 και 17 Α.Κ.) αλλά και από το χρόνο παραγραφής (επίσης πενταετία) όλων των άλλων χρηματικών αξιώσεων κατά του Δημοσίου (άρθρ. 90 παρ.1 Ν. 2362/1995), καθώς και (πενταετία ή εικοσαετία) των χρηματικών απαιτήσεων του Δημοσίου κατά τρίτων (άρθρ. 86 παρ.2 και 3, αντίστοιχα, Ν. 2362/1995), έχει θεσπισθεί για λόγους γενικότερου δημόσιου συμφέροντος και, συγκεκριμένα, από την ανάγκη ταχείας εκκαθάρισης των αξιώσεων, που απορρέουν από περιοδικές (κατά μήνα) παροχές και των αντίστοιχων υποχρεώσεων του Δημοσίου, πράγμα απαραίτητο για τη λειτουργία της υπηρεσίας του, καθώς και την προστασία της περιουσίας και της οικονομικής κατάστασης αυτού, στην οποία συμβάλλουν οι πολίτες με την καταβολή φόρων. Ακόμη, δικαιολογείται και από τις διαφορετικές συνθήκες, υπό τις οποίες τελούν οι υπάλληλοι του Δημοσίου και των Ο.Τ.Α. σε σχέση με τους υπαλλήλους των ιδιωτικών επιχειρήσεων, καθώς και από το διαφορετικό νομικό καθεστώς, το οποίο διέπει, αντίστοιχα, τις σχέσεις των εν λόγω δύο κατηγοριών υπαλλήλων προς τους εργοδότες αυτών και το οποίο προστατεύει περισσότερο αποτελεσματικά τους υπαλλήλους του Δημοσίου και των Ο.Τ.Α. σε περίπτωση διεκδίκησης των δικαιωμάτων τους. Ως εκ τούτου, η διάταξη αυτή δεν αντίκειται α) στην κατά το άρθρο 4 παρ.1 του Συντάγματος αρχή της ισότητας ούτε στις συναφείς συνταγματικές αρχές του σεβασμού της αξίας του ανθρώπου και της προστασίας των ανθρώπινων δικαιωμάτων, που καθιερώνονται, αντίστοιχα, με τα άρθρα 2 παρ.1 και 25 παρ.1 αυτού, β) στη διάταξη του άρθρου 6 της Ε.Σ.Δ.Α., που προαναφέρθηκε και των άρθρων 13 και 14 αυτής, περί δικαιώματος πραγματικής προσφυγής ενώπιον εθνικής αρχής σε περίπτωση παραβιάσεως των ανθρώπινων δικαιωμάτων και ελευθεριών και περί προστασίας ασχέτως διακρίσεως φύλου, φυλής, χρώματος, γλώσσας, θρησκείας, πολιτικών ή άλλων πεποιθήσεων κλπ, αφού οι εν λόγω διατάξεις εξασφαλίζουν σε κάθε πρόσωπο το δικαίωμα να έχει έννομη προστασία από τα Δικαστήρια και να δικάζεται η υπόθεσή του δίκαια, αμερόληπτα και χωρίς διακρίσεις αλλά δεν απαγορεύουν τη θέσπιση διαφορετικού χρόνου παραγραφής κατά κατηγορία αξιώσεων και δικαιούχων και γ) στις διατάξεις του άρθρου 1 παρ.1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Ε.Σ.Δ.Α. και 2 παρ.3, 14 και 26 του Ν. 2462/1997, που έχουν μνημονευθεί παραπάνω (Α.Ε.Δ. 1/2012, βλ. και Α.Ε.Δ. 9/2009, Ολ. Α.Π. 2/2011, 31/2007, 38/2005, ως προς την ερμηνεία της συναφούς περιεχομένου προς το ανωτέρω άρθρ. 90 παρ.3 Ν. 2362/1995 διατάξεως του άρθρου 48 παρ.3 Ν.Δ. 496/1974 "περί λογιστικού των Ν.Π.Δ.Δ.").- Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, κρίνοντας επί αγωγής των αναιρεσειόντων, δέχθηκε, ότι, όσες από τις επίδικες αξιώσεις των τελευταίων, που συνδέονταν με τον αναιρεσίβλητο Ο.Τ.Α. με διαδοχικές συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου αρχικά και στη συνέχεια, από 19-7-2004 και εφεξής, με όμοιες συμβάσεις αορίστου χρόνου, αναφέρονταν σε απαιτήσεις τους από τις εργασιακές αυτές συμβάσεις για το χρονικό διάστημα από το έτος 2001 έως 20-12-2003, ενόψει της ασκήσεως της αγωγής (δι' επιδόσεώς της στον αναιρεσίβλητο) στις 20-12-2005, έχουν υποκύψει στην προαναφερόμενη διετή παραγραφή (του άρθρου 90 παρ.3 Ν. 2362/1995), η οποία αρχίζει από τη γένεση τούτων. Με την κρίση του αυτή το Δικαστήριο της ουσίας ορθώς εφάρμοσε και δεν παραβίασε τις προαναφερόμενες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 4 παρ.1, 2 παρ.1 και 25 παρ.1 του Συντάγματος, 6, 13 και 14 της Ε.Σ.Δ.Α., 1 παρ.1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου αυτής και 2 παρ.3, 14 και 26 του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα. Επομένως, ο πρώτος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο υποστηρίζεται το αντίθετο και προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 1 Κ.Πολ.Δ., είναι απορριπτέος, ως αβάσιμος. Κατά το άρθρο 3 παρ.1 του Α.Ν. 539/1945 "περί χορηγήσεως κανονικών αδειών μετ' αποδοχών", "κατά την διάρκειαν της αδείας ο μισθωτός δικαιούται των συνήθων αποδοχών, ών θα εδικαιούτο εάν απησχολείτο παρά τη υποκειμένη επιχειρήσει κατά τον αντίστοιχον χρόνον ή των αποδοχών των τυχόν δια την περίπτωσιν ταύτην καθωρισμένων δια συλλογικής συμβάσεως", κατά δε την παράγρ. 8 του ίδιου άρθρου, η οποία προστέθηκε δια της παρ.3 του άρθρου 1 Ν.Δ. 4547/1966, "αι αποδοχαί μετά του επιδόματος αδείας προκαταβάλλονται εις τον μισθωτόν κατά την έναρξιν της αδείας". Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 4 παρ.1 του ίδιου ως άνω νόμου, όπως συμπληρώθηκε με το άρθρ. 4 παρ.15 Ν. 4504/1966, "η χρονική περίοδος χορηγήσεως της αδείας κανονίζεται μεταξύ εργοδότου και μισθωτού, του πρώτου υποχρεουμένου να χορηγήση την αιτηθείσαν άδειαν το πολύ εντός διμήνου από της υπό του δευτέρου διατυπώσεως της σχετικής αιτήσεως. Πάντως το ήμισυ τουλάχιστον των κατ` έτος, εν εκάστη επιχειρήσει, δικαιουμένων αδείας δέον να ικανοποιούνται εντός του από 1ης Μα'ί'ου μέχρι 30 Σεπτεμβρίου χρονικού διαστήματος. Η κατά τα ανωτέρω απαιτουμένη αίτησις σκοπεί μόνον εις τον προσδιορισμόν των χρονικών ορίων, εντός των οποίων υφίσταται υποχρέωσις δια την χορήγησιν της αδείας και δεν αποτελεί τυπικήν προϋπόθεσιν δια την υπό του μισθωτού, κατά τας διατάξεις του παρόντος νόμου, άσκησιν του εις άδειαν μετ` αποδοχών δικαιώματος αυτού, του εργοδότου υποχρεουμένου όπως, προ της λήξεως του ημερολογιακού έτους, παράσχη την άδειαν έστω και εάν δεν εζητήθη αύτη υπό του μισθωτού". Με βάση τις ανωτέρω διατάξεις, για τις αποδοχές και το επίδομα αδείας τάσσεται από το νόμο (άρθρ. 4 παρ.1 του Α.Ν. 539/1945 και 1 παρ.3 του Ν.Δ. 4547/1966) επακριβώς καθορισμένη ημέρα καταβολής η τελευταία το αργότερο ημέρα του οικείου έτους, η οποία αποτελεί, αφενός μεν δήλη ημέρα υπό την έννοια του άρθρου 341 παρ.1 του Α.Κ. (Ολ. Α.Π. 39, 40/2002), κατά την οποία γεννώνται οι σχετικές αξιώσεις των εργαζομένων, αφετέρου δε αφετηρία της κατά το, αναφερόμενο στην προηγούμενη παράγραφο της παρούσας, άρθρο 90 παρ.3 Ν. 2362/1995 διετούς παραγραφής.- Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο, μολονότι έκρινε, ότι η παραγραφή των εργασιακών αξιώσεων των αναιρεσειόντων έναντι του αναιρεσιβλήτου εργοδότη τους, που τυγχάνει Οργανισμός Τοπικής Αυτοδιοίκησης, είναι διετής, αρχόμενη από τη γένεση κάθε επίδικης αξιώσεως, κατά το άρθρο 90 παρ.3 Ν. 2362/1995 και επί πλέον δέχθηκε, ότι η αγωγή των πρώτων επιδόθηκε στον δεύτερο στις 20-12-2005, δεν τους επιδίκασε οποιοδήποτε ποσό για τις επίδικες απαιτήσεις τους, που αφορούν αποδοχές αδείας και επίδομα αδείας του έτους 2003, υπολαμβάνοντας αυτές ως παραγεγραμμένες, αν και από τις 31-12-2003 (τελευταία ημέρα του αντίστοιχου ημερολογιακού έτους), οπότε γεννήθηκαν αυτές, κατά τα προεκτεθέντα, μέχρι του χρόνου ασκήσεως της αγωγής (20-12-2005), δεν είχε παρέλθει διετία. Με την κρίση του αυτή το Εφετείο παραβίασε τις προαναφερόμενες, ουσιαστικού δικαίου, διατάξεις των άρθρων 90 παρ.3 Ν. 2362/1995 και 4 παρ.1 Α.Ν. 539/1945. Επομένως, ο δεύτερος και τελευταίος λόγος της αιτήσεως, με τον οποίο επισημαίνεται η παραβίαση αυτή και προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 1 Κ.Πολ.Δ., είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός. Κατ' ακολουθία τούτων, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση κατά το προδιαληφθέν μέρος, δηλαδή ως προς το πληττόμενο με την υπό κρίση αίτηση κεφάλαιό της, που αναφέρεται στις αγωγικές αξιώσεις, οι οποίες αφορούν αποδοχές αδείας και επίδομα αδείας του έτους 2003, στη συνέχεια δε να παραπεμφθεί η υπόθεση στο ίδιο Εφετείο, που εξέδωσε την αναιρεθείσα απόφαση, προς περαιτέρω εκδίκαση, ενόψει του ότι είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές (άρθρ. 580 παρ.3 Κ.Πολ.Δ.). Τέλος, μετά την κατά τα άνω μερική παραδοχή της αιτήσεως αναιρέσεως, πρέπει να καταδικασθεί ο αναιρεσίβλητος, λόγω της μερικής νίκης και μερικής ήττας των διαδίκων, στην πληρωμή μέρους των δικαστικών εξόδων των αναιρεσειόντων (άρθρα 176, 178 παρ.1 και 183 Κ.Πολ.Δ.), μειωμένων και σύμφωνα με το άρθρο 281 παρ.2 Ν. 3463/2006 (Κώδικα Δήμων και Κοινοτήτων), κατά τα οριζόμενα ειδικότερα στο διατακτικό. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί, εν μέρει, την 257/2009 απόφαση του Εφετείου Λάρισας, κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό μέρος της. Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση, κατά το ως άνω αναιρούμενο μέρος, στο Εφετείο Λάρισας, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές. Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο σε μέρος των δικαστικών εξόδων των αναιρεσειόντων, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε, στην Αθήνα, στις 4 Ιουνίου 2013. Δημοσιεύθηκε, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 27 Ιουνίου 2013. Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ