Αριθμός 974/2023 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Α1' Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννα Κλάπα - Χριστοδουλέα, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, Χρήστο Κατσιάνη, Στέφανο - Σπυρίδωνα Πανταζόπουλο, Γεώργιο Παπαγεωργίου και Αικατερίνη Χονδρορίζου - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες. Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 8 Μαΐου 2023, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Της αναιρεσείουσας: Ε. Ψ. του Χ., κατοίκου ... η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Καραμιχάλη και κατέθεσε προτάσεις. Των αναιρεσιβλήτων: 1) Μ. ή Μ. συζύγου Μ. Μ., το γένος Α. Φ., 2) Σ. - Σ. Σ., συζύγου Ν. Σ., το γένος Α. Φ., κατοίκων ... οι οποίες δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 21/9/2009 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Ρόδου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 70/2013 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 178/2019 του Τριμελούς Εφετείου Δωδεκανήσου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 3/9/2020 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Από τις διατάξεις του άρθρου 576 παρ. 1, 2 και 3 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι, αν κάποιος από τους διαδίκους δεν εμφανιστεί κατά τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης ή εμφανιστεί και δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως ποιος επισπεύδει τη συζήτηση. Αν την επισπεύδει ο απολειπόμενος διάδικος, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι, αν όμως την επισπεύδει ο αντίδικός του, τότε ερευνάται αν ο απολειπόμενος, ή ο μη παριστάμενος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα. Αν ο Άρειος Πάγος διαπιστώσει ότι έγινε νόμιμη και εμπρόθεσμη κλήτευση του απόντος διαδίκου, προχωρεί στη συζήτηση της υπόθεσης παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Αν όμως η κλήση για συζήτηση δεν επιδόθηκε ή επιδόθηκε, αλλά όχι νόμιμα και εμπρόθεσμα, κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση και η υπόθεση επαναφέρεται με νέα κλήση. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 134 παρ. 1 και 3 ΚΠολΔ, αν το πρόσωπο, στο οποίο γίνεται η επίδοση, διαμένει ή έχει την έδρα του στο εξωτερικό, η επίδοση γίνεται στον εισαγγελέα του δικαστηρίου, στο οποίο εκκρεμεί ή πρόκειται να εισαχθεί η δίκη, αυτός δε, όταν παραλάβει το έγγραφο, οφείλει να το αποστείλει, χωρίς υπαίτια καθυστέρηση, στον υπουργό των εξωτερικών, ο οποίος έχει την υποχρέωση να το διαβιβάσει σε εκείνον, προς τον οποίο γίνεται η επίδοση. Συνεπώς, για δίκες στον Άρειο Πάγο, η παραπάνω επίδοση πρέπει να γίνεται στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, ο οποίος, όταν παραλάβει το έγγραφο, οφείλει να το αποστείλει, χωρίς υπαίτια καθυστέρηση, στον Υπουργό των Εξωτερικών, ο οποίος έχει την υποχρέωση να το διαβιβάσει σε εκείνον προς τον οποίο γίνεται η επίδοση. Εξάλλου, η επίδοση και κοινοποίηση δικαστικών και εξωδίκων πράξεων μεταξύ Ελλάδας και Αυστραλίας ρυθμίζονται από την από 27-2-1936 μεταξύ Ελλάδας και Μεγάλης Βρετανίας Σύμβαση δικαστικής αρωγής σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις, η οποία κυρώθηκε με τον ΑΝ 730/1937 (ΦΕΚ 227/Α/15.6.1937) και άρχισε να ισχύει, σύμφωνα με το άρθρο 14 αυτής, από την ανταλλαγή των επικυρώσεών της από τα συμβαλλόμενα μέρη στις 16-11-1937 και στην οποία Σύμβαση προσχώρησε νόμιμα, σύμφωνα με όσα ορίζονται στα άρθρα 15 και 16 αυτής, η Αυστραλία στις 14-12-1938, με ισχύ αυθημερόν (ΦΕΚ 445/Α/1938). Κατά το άρθρο 4 παρ. α της εν λόγω Σύμβασης, η επίδοση (όπως προβλέπεται στο άρθρο 3) μπορεί να γίνει και χωρίς οποιαδήποτε αίτηση προς τις αρχές της χώρας εκτέλεσης, όπως και χωρίς μεσολάβηση των αρχών αυτών, με έναν απ` τους τρόπους που αναφέρονται στο άρθρο 4. Από το συνδυασμό των άρθρων 3 παρ. η και 4 παρ. δ της Σύμβασης προκύπτει, ότι με τις διατάξεις αυτές καθιερώνεται η αρχή της πραγματικής περιέλευσης του επιδοτέου εγγράφου στον παραλήπτη, η οποία αποδεικνύεται, αν μεν η επίδοση γίνει σύμφωνα με το άρθρο 3 της Σύμβασης (δηλαδή, μέσω της αρμοδίας αρχής της χώρας εκτέλεσης) με πιστοποιητικό της αρχής εκτέλεσης της αίτησης επίδοσης, που θα αποδεικνύει ότι έγινε η επίδοση και, αν η επίδοση δεν πραγματοποιήθηκε, με πιστοποιητικό που θα επεξηγεί τους λόγους, για τους οποίους δεν έγινε, εκθέτοντας το γεγονός, τον τρόπο και την ημερομηνία της απόπειρας επίδοσης. Αν η επίδοση γίνει σύμφωνα με το άρθρο 4 της Σύμβασης, θα αποδεικνύεται με πιστοποιητικό επίδοσης, σύμφωνα με τη νομοθεσία της χώρας του συμβαλλόμενου μέρους που επιμελήθηκε την επίδοση, οι δικαστικές αρχές της οποίας θα ελέγξουν το ζήτημα της εγκυρότητας της επίδοσης κατά το οικείο εσωτερικό δίκαιο, ενώ, για τον υπολογισμό της, κατά το άρθρο 568 παρ. 4 ΚΠολΔ, προθεσμίας των ενενήντα ημερών, λαμβάνεται υπόψη ο χρόνος της πραγματικής περιέλευσης του δικογράφου σε εκείνον που αφορά η επίδοση, καθόσον η διάταξη του άρθρου 136 παρ. 1 ΚΠολΔ, κατά την οποία η προθεσμία αυτή αρχίζει από τότε που παραδόθηκε το επιδοτέο έγγραφο στον Εισαγγελέα, έχει καταστεί ανενεργός με την παραπάνω σύμβαση (Α.Π. 714/2020, Α.Π. 1599/2018, Α.Π. 19/2017). Στην προκειμένη περίπτωση, από τις 9098Δ και 9100Δ/30-11-2022, 9099Δ και 9101Δ/30-11-2022 εκθέσεις επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Ρόδου Μ. Κ., που προσκομίζει η αναιρεσείουσα για την κλήτευση των απολειπομένων, αναιρεσιβλήτων, αντίστοιχα, οι οποίες, κατά την εκφώνηση της ένδικης αίτησης αναίρεσης από τη σειρά του πινακίου στην αναφερόμενη στην αρχή της απόφασης δικάσιμο, δεν εμφανίσθηκαν στο ακροατήριο, ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο, ούτε υπέβαλαν την από το άρθρ. 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ. δήλωση μη παραστάσεώς τους στο ακροατήριο, προκύπτει, ότι ακριβές αντίγραφο της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης, με κλήση για συζήτησή της τόσο στην αρχική δικάσιμο της 7-2-2022 όσο και στην αναφερόμενη στην αρχή της απόφασης, μετ' αναβολή από την αρχική δικάσιμο, επιδόθηκε στον Εισαγγελέα Πρωτοδικών Ρόδου, για να διαβιβασθεί στις αναιρεσίβλητες, στην ... στην αναφερόμενη γνωστή διαμονή τους. Η επίδοση, όμως, αυτή είναι άκυρη, αφενός μεν διότι έγινε προς τον ανωτέρω Εισαγγελέα, ο οποίος ήταν αναρμόδιος και όχι, όπως θα έπρεπε, προς τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, ο οποίος ήταν αρμόδιος, αφού πρόκειται για υπόθεση που εκκρεμεί στον Άρειο Πάγο, αφετέρου δε, σε κάθε περίπτωση, διότι, σύμφωνα και με όσα διαλαμβάνονται στις προτάσεις της αναιρεσείουσας, δεν προσκομίζεται πιστοποιητικό κάποιας των ανωτέρω αρχών που αναφέρονται στην παραπάνω σύμβαση, από το οποίο (πιστοποιητικό) να προκύπτει η πραγματική επίδοση της αίτησης αναίρεσης στις ανωτέρω αναιρεσίβλητες, την οποία, σύμφωνα με τα παραπάνω, αξιώνει ο νόμος ή ο λόγος, για τον οποίο αυτή δεν πραγματοποιήθηκε. Κατόπιν αυτών, σύμφωνα με τη σκέψη που προεκτέθηκε, πρέπει να κηρυχθεί απαράδεκτη η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση της από 3-9-2020 αίτησης της Ε. Ψ. για αναίρεση της 178/2019 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Δωδεκανήσου. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 21 Ιουνίου 2023. ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 28 Ιουνίου 2023. Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ