Αριθμός 1176/2023 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Δ' Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μυρσίνη Παπαχίου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αικατερίνη Βλάχου, Γεωργία Κατσιμαγκλή, Ασπασία Μεσσηνιάτη - Γρυπάρη και Μαρί Δεργαζαριάν, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 21 Οκτωβρίου 2022, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ: Του αναιρεσείοντος: Ι. Β. του Μ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ανδρέα - Δημήτριο Σίδερη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ. Της αναιρεσίβλητης: Υπό εκκαθάριση αλλοδαπής ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "ΕNTERPRISE INSURANCE COMPANY PLC", που εδρεύει στο Γιβραλτάρ Ηνωμένου Βασιλείου και εκπροσωπείται νόμιμα στην Ελλάδα από την ειδική αντιπρόσωπό της ανώνυμη ασφαλιστική εταιρεία με την επωνυμία "ΕNTERPRISE HELLAS LTD", που εδρεύει στην Αγία Παρασκευή Αττικής, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Μεταξία Αντωνίου με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 31-1-2014 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάστηκε με την από 14-1-2014 αγωγή του Α. Σ. του Γ., μη διαδίκου στην παρούσα δίκη. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2342/2014 εν μέρει οριστική και 1052/2016 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 5187/2018 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 30-10-2019 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Ασπασία Μεσσηνιάτη - Γρυπάρη, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Η υπό κρίση από 30-10-2019 (αρ. κατ. 10254/987/2019) αίτηση αναιρέσεως ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.), είναι, επομένως, παραδεκτή (άρθρα 577 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω, ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρα 577 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δ.). Με την ως άνω αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η υπ' αριθμ. 5187/2018 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία των διαφορών για ζημίες από αυτοκίνητο και τη σύμβαση ασφαλίσεως αυτού (άρθρα 681Α, 666 επ. Κ.Πολ.Δ., όπως ίσχυαν πριν από την κατάργησή τους με το άρθρο τέταρτο του άρθρου 1 του Ν. 4335/2015), με την οποία απορρίφθηκε κατ' ουσίαν η από 16-11-2016 έφεση του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος Ι. Β., κατά της υπ' αριθμ. 1052/2016 οριστικής αποφάσεως και της συνεκκληθείσας υπ' αριθμ. 2341/2014 εν μέρει οριστικής αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με τις οποίες είχε γίνει εν μέρει δεκτή η από 5-12-2014 αγωγή του κατά της εναγομένης και ήδη αναιρεσίβλητης ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας, για επιδίκαση αποζημίωσης και χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης, εξαιτίας του τραυματισμού του κατά το ένδικο ατύχημα, που οφείλεται σε (συν)υπαιτιότητα του οδηγού του ασφαλισμένου στην ανωτέρω ασφαλιστική εταιρεία αυτοκινήτου. Σύμφωνα με το άρθρο 2 του ν. 4364/2016, με τον οποίο προσαρμόστηκε η ελληνική νομοθεσία στην οδηγία 2009/138/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 25ης Νοεμβρίου 2009, σχετικά με την ανάληψη και την άσκηση δραστηριοτήτων ασφάλισης και αντασφάλισης (Φερεγγυότητα ΙΙ): "Οι διατάξεις του παρόντος νόμου εφαρμόζονται: α) στις πρωτασφαλιστικές επιχειρήσεις με έδρα στην Ελλάδα, ή που επιθυμούν να αποκτήσουν έδρα στην Ελλάδα, για το σύνολο των ασφαλίσεων ζημιών και ζωής, που αυτές ασκούν εντός της Ευρωπαϊκής Ένωσης είτε υπό καθεστώς εγκατάστασης είτε ελεύθερης παροχής υπηρεσιών, β) στις αντασφαλιστικές επιχειρήσεις και οι οποίες ασκούν μόνον αντασφαλιστικές δραστηριότητες, με έδρα στην Ελλάδα, ή που επιθυμούν να αποκτήσουν έδρα στην Ελλάδα, για το σύνολο των αντασφαλίσεων, που αυτές ασκούν εντός της Ευρωπαϊκής Ένωσης είτε υπό καθεστώς εγκατάστασης είτε ελεύθερης παροχής υπηρεσιών, με εξαίρεση τις διατάξεις του Τετάρτου Μέρους του παρόντος, γ) στις ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις με έδρα σε τρίτη χώρα που λειτουργούν στην Ελλάδα, κατά τις διατάξεις του Κεφαλαίου Θ' του παρόντος Μέρους, δ) στις ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις με έδρα σε οποιοδήποτε κράτος - μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης που λειτουργούν στην Ελλάδα είτε υπό καθεστώς εγκατάστασης είτε υπό καθεστώς ελεύθερης παροχής υπηρεσιών, κατά τις διατάξεις του Κεφαλαίου Η' του παρόντος Μέρους". Κατά το άρθρο όμως 220 του τετάρτου μέρους του ίδιου νόμου, με τον τίτλο ΕΞΥΓΙΑΝΣΗ ΚΑΙ ΕΚΚΑΘΑΡΙΣΗ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΩΝ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΩΝ, που καθορίζει το πεδίο εφαρμογής του τμήματος τούτου (άρθρο 267 της Οδηγίας 2009/138/ΕΚ), ορίζεται ότι "Το παρόν Μέρος ρυθμίζει θέματα εξυγίανσης και εκκαθάρισης ασφαλιστικών επιχειρήσεων με έδρα στην Ελλάδα, συμπεριλαμβανομένων των υποκαταστημάτων τους σε άλλα κράτη-μέλη, καθώς και υποκαταστημάτων ασφαλιστικών επιχειρήσεων τρίτων χωρών που είναι εγκατεστημένα στην Ελλάδα. Το παρόν Μέρος έχει εφαρμογή και σε υποκαταστήματα ελληνικών ασφαλιστικών επιχειρήσεων σε τρίτες χώρες, εκτός αν ορίζεται διαφορετικά από το δίκαιο της τρίτης χώρας". Σύμφωνα δε με το άρθρο 235 του νόμου "1. Η Εποπτική Αρχή είναι η μόνη αρμόδια να ανακαλέσει την άδεια λειτουργίας ασφαλιστικής επιχείρησης του άρθρου 220 του παρόντος. Στην περίπτωση αυτή ακολουθεί το στάδιο ασφαλιστικής εκκαθάρισης, εκτός αν άλλως ορίζεται στην απόφαση. Η σχετική απόφαση αναγνωρίζεται χωρίς άλλες διατυπώσεις και παράγει τα αποτελέσματά της ταυτόχρονα σε όλα τα κράτη-μέλη. Η απόφαση αυτή μπορεί να λαμβάνεται ανεξάρτητα από τη λήψη ή διατήρηση μέτρων εξυγίανσης. Η ανάκληση της άδειας λειτουργίας διενεργείται σύμφωνα με τη διαδικασία του άρθρου 114 του παρόντος. Ανάλογες αποφάσεις των άλλων κρατών-μελών, εφόσον λαμβάνονται σύμφωνα με το δίκαιο του κράτους-μέλους καταγωγής, παράγουν αποτελέσματα στην Ελλάδα. 2. Η Εποπτική Αρχή ενημερώνει αμελλητί τις εποπτικές αρχές των λοιπών κρατών-μελών, καθώς και την ΕΑΑΕΣ για κάθε απόφαση περί έναρξης ασφαλιστικής εκκαθάρισης, καθώς και για τις ενδεχόμενες πρακτικές συνέπειες που μπορεί αυτή να συνεπάγεται. 3. Στην περίπτωση ασφαλιστικής εκκαθάρισης εφαρμόζονται συμπληρωματικά οι διατάξεις του Πτωχευτικού Κώδικα, και επί ζητημάτων που δεν ρυθμίζονται από τον Πτωχευτικό Κώδικα, οι διατάξεις του κ.ν. 2190/1920 και του Κ.Πολ.Δ. Παράβαση των διατάξεων αυτών επιφέρει τις ίδιες κυρώσεις και πρόστιμα στο πρόσωπο του ασφαλιστικού εκκαθαριστή όπως στην περίπτωση του Διοικητικού Συμβουλίου. 4. Τριάντα (30) ημέρες μετά την ανάκληση της άδειας λειτουργίας ασφαλιστικής επιχείρησης θεωρούνται αυτοδίκαια λυμένες όλες οι ασφαλιστικές συμβάσεις της. Η Εποπτική Αρχή μπορεί με απόφασή της να παρατείνει, για ένα ή περισσότερα ασφαλιστικά χαρτοφυλάκια, το χρονικό διάστημα του πρώτου εδαφίου της παρούσας, για όσο χρόνο βρίσκεται σε εξέλιξη η διαδικασία του άρθρου 228 του παρόντος". Η διαδικασία δηλαδή της ασφαλιστικής εκκαθάρισης είναι μια συλλογική διαδικασία, που ανοίγει με πράξη της εποπτικής αρχής και όχι των πιστωτών, και αποβλέπει στη σύμμετρη ικανοποίηση των δικαιούχων από ασφάλιση από το προϊόν της εκποίησης των περιουσιακών στοιχείων από τον εκκαθαριστή (άρθρο 242 παρ. 4 Ν. 4364/2016). Κατά το εδάφιο δε α' της παραγράφου 10 του άρθρου 3 του ίδιου νόμου, εποπτικές αρχές είναι "οι εθνικές αρχές οι οποίες, δυνάμει νομοθετικής ή κανονιστικής ρύθμισης, είναι αρμόδιες να εποπτεύουν ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις", ενώ κατά το εδάφιο β' του ίδιας ως άνω παραγράφου του άρθρου 3, "Αρμόδια Ελληνική Εποπτική Αρχή είναι η Τράπεζα της Ελλάδος, στην οποία ανατίθεται το έργο της εποπτείας των ασφαλιστικών και αντασφαλιστικών επιχειρήσεων και της άσκησης των λοιπών αρμοδιοτήτων της, βάσει των διατάξεων του παρόντος νόμου και του Καταστατικού της. Οι αρμοδιότητες εποπτείας της ιδιωτικής ασφάλισης ασκούνται με απόφαση της Τράπεζας της Ελλάδος, σύμφωνα με το Καταστατικό της. Οι αρμοδιότητες αυτές μπορεί να εξειδικεύονται, ως προς τις λεπτομέρειες εφαρμογής τους, με περαιτέρω αποφάσεις της Τράπεζας της Ελλάδος". Εξάλλου, σύμφωνα με το άρθρο 239 παρ. 3 του ίδιου νόμου: "Κατά το χρονικό διάστημα που η ασφαλιστική επιχείρηση βρίσκεται σε ασφαλιστική εκκαθάριση, αναστέλλεται κάθε αναγκαστική εκτέλεση σε βάρος της και σε βάρος των ασφαλισμένων της για ασφαλίσεις αστικής ευθύνης, μέχρι το ποσό για το οποίο ευθύνεται εις ολόκληρο η ασφαλιστική επιχείρηση. Κατά το ίδιο χρονικό διάστημα αναστέλλονται οι ατομικές διώξεις των δικαιούχων απαιτήσεων από ασφάλιση κατά της ασφαλιστικής επιχείρησης". Σύμφωνα με τις αμέσως παραπάνω διατάξεις, κατά το χρονικό διάστημα που η ασφαλιστική επιχείρηση βρίσκεται σε ασφαλιστική εκκαθάριση, αναστέλλεται κάθε αναγκαστική εκτέλεση α) σε βάρος της επιχείρησης και β) σε βάρος των ασφαλισμένων της για ασφαλίσεις αστικής ευθύνης, μέχρι το ποσό για το οποίο ευθύνεται εις ολόκληρον η ασφαλιστική επιχείρηση (εννοείται για τις αξιώσεις των ζημιωθέντων τρίτων), έτσι ώστε να προστατεύονται και οι δύο από τις αξιώσεις τρίτων. Κατά το ίδιο χρονικό διάστημα αναστέλλονται οι ατομικές διώξεις των δικαιούχων απαιτήσεων από ασφάλιση κατά της ασφαλιστικής επιχείρησης. Τόσο οι ζημιωθέντες τρίτοι όσο και οι ασφαλισμένοι, υπαίτιοι συνήθως του ατυχήματος, δεν έχουν δικαίωμα να ασκήσουν ούτε αναγνωριστική ούτε καταψηφιστική αγωγή κατά της ασφαλιστικής επιχείρησης. Και αν έχει αρχίσει η διαδικασία ή είναι εκκρεμής, αυτή αναστέλλεται αυτοδίκαια (άρθρο 239 παρ. 3 Ν. 4364/2016). Επί της διαδικασίας ασφαλιστικής εκκαθάρισης, που ομοιάζει πολύ και κυρίως ως προς τις δεσμεύσεις με την πτωχευτική διαδικασία, εφαρμόζονται συμπληρωματικά, με ευθεία και όχι αναλογική εφαρμογή, εκείνες οι διατάξεις του ΠτΚ, οι οποίες δεν αντίκεινται στο σκοπό που επιδιώκουν με την εκκαθάριση (άρθρο 235 παρ. 3 Ν. 4364/2016), τέτοια δε είναι η διάταξη του άρθρου 25 του Πτωχευτικού Κώδικα (ν. 3788/2007) για την αυτοδίκαιη αναστολή των ατομικών διώξεων των πτωχευτικών πιστωτών, με την οποία ορίζεται: "1. Με επιφύλαξη της διάταξης του άρθρου 26, από την κήρυξη της πτώχευσης αναστέλλονται αυτοδικαίως όλα τα ατομικά καταδιωκτικά μέτρα των πιστωτών κατά του οφειλέτη προς ικανοποίηση ή εκπλήρωση πτωχευτικών απαιτήσεών τους. Ιδίως απαγορεύεται η έναρξη ή συνέχιση της αναγκαστικής εκτέλεσης, η άσκηση αναγνωριστικών ή καταψηφιστικών αγωγών, η συνέχιση των δικών επ' αυτών, η άσκηση ή εκδίκαση ένδικων μέσων, η έκδοση πράξεων διοικητικής ή φορολογικής φύσεως, ή η εκτέλεσή τους σε στοιχεία της πτωχευτικής περιουσίας. 2. Πράξεις κατά παράβαση της κατά την παράγραφο 1 αναστολής είναι απολύτως άκυρες". Από το συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων προκύπτει ότι, αν ανακληθεί η άδεια λειτουργίας ασφαλιστικής επιχείρησης (με απόφαση της αρμόδιας Εποπτικής Αρχής), ακολουθεί, εφόσον δεν ορίζεται διαφορετικά στην απόφαση, το στάδιο της ασφαλιστικής εκκαθάρισης, η οποία, αντιθέτως με ότι συμβαίνει στην πτώχευση, συνιστά συλλογική διαδικασία διοικητικής φύσεως, που κινείται από την εποπτική αρχή (και όχι με πρωτοβουλία των πιστωτών), οδηγεί δε σε ρευστοποίηση της περιουσίας της ασφαλιστικής επιχείρησης με σκοπό την ικανοποίηση, αποκλειστικά με τη ρευστοποίηση της περιουσίας της ασφαλιστικής επιχείρησης, των πιστωτών, ανάλογα με το ύψος των κατά της τελευταίας υφισταμένων απαιτήσεών τους. Επί της εκκαθαρίσεως αυτής είναι δυνατή η συμπληρωματική, ευθεία και όχι αναλογική, εφαρμογή εκείνων των διατάξεων του Πτωχευτικού Κώδικα, οι οποίες δεν αντίκειται στον επιδιωκόμενο με την ως άνω εκκαθάριση σκοπό, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται και εκείνη του άρθρου 25 του Πτωχευτικού Κώδικα, η οποία, κατά τα προαναφερόμενα, απαγορεύει, από την κήρυξη της πτώχευσης, μεταξύ άλλων, την άσκηση ή εκδίκαση ένδικων μέσων. Κατ' ακολουθίαν αυτών, θα πρέπει, αναφορικά με τα κατά της ασφαλιστικής επιχείρησης ένδικα βοηθήματα και ένδικα μέσα, να γίνει δεκτό ότι, στο πλαίσιο της ασφαλιστικής εκκαθάρισης, απαγορεύεται η άσκηση και η εκδίκαση ενδίκων μέσων, επί αποφάσεων που εκδόθηκαν κατόπιν αγωγής ή άλλου ενδίκου βοηθήματος από τους πιστωτές της εκκαθάρισης. Σε περίπτωση δε που, παρά την ανωτέρω απαγόρευση, ασκηθούν αγωγές, ένδικα μέσα ή άλλου είδους ένδικα βοηθήματα, το δικαστήριο που επιλαμβάνεται αυτών οφείλει, και αυτεπαγγέλτως, να κηρύξει απαράδεκτη τη συζήτησή τους, κατ' άρθρο 239 παρ. 3 ε' τελ. του ν. 4364/2016. Η κατά τα ανωτέρω απαγόρευση άσκησης και εκδίκασης ενδίκων μέσων, επί αποφάσεων που εκδόθηκαν κατόπιν αγωγής ή άλλου ενδίκου βοηθήματος από πιστωτές της εκκαθάρισης, πρέπει να γίνει δεκτό ότι αφορά, τόσο αυτά που στρέφονται κατά της επιχείρησης, όσο και αυτά που στρέφονται σε βάρος των ασφαλισμένων της για ασφαλίσεις αστικής ευθύνης, μέχρι το ποσό για το οποίο ευθύνεται εις ολόκληρον η ασφαλιστική επιχείρηση (εννοείται για τις αξιώσεις των ζημιωθέντων τρίτων), έτσι ώστε να προστατεύονται και οι δύο από τις αξιώσεις τρίτων. Επομένως, υπό το καθεστώς του Ν. 4364/2016, όταν μια ασφαλιστική εταιρεία τίθεται υπό ασφαλιστική εκκαθάριση από την 1-1-2016 και μετά και για όσο διάστημα διαρκεί αυτή, αναστέλλονται οι ατομικές διώξεις κατά της εταιρείας και όσων έχουν απαίτηση από ασφάλιση κατ' αυτής, η αναστολή δε αυτή ισχύει και στην άσκηση ενδίκων μέσων κατά οριστικών αποφάσεων για τις παραπάνω διαφορές, είτε από τον ασφαλιστικό εκκαθαριστή, είτε από τον τρίτο ζημιωθέντα (Α.Π. 1284/2020, Α.Π. 643/2020, Α.Π. 1336/2019, Α.Π. 1254/2019, Α.Π. 672/2019). Τα παραπάνω έχουν εφαρμογή επί των αναφερόμενων στο ως άνω άρθρο 220 του ίδιου νόμου ασφαλιστικών επιχειρήσεων (δηλαδή επί ασφαλιστικών επιχειρήσεων που έχουν έδρα στην Ελλάδα, συμπεριλαμβανομένων και των υποκαταστημάτων τους σε άλλα κράτη-μέλη, καθώς και επί εγκατεστημένων στην Ελλάδα υποκαταστημάτων ασφαλιστικών επιχειρήσεων τρίτων χωρών), των οποίων η άδεια λειτουργίας ανακλήθηκε με απόφαση της αρμόδιας προς τούτο, κατ' άρθρ. 3 παρ. 10 εδ. α' και β' του Ν. 4364/2016, ελληνικής εποπτικής αρχής (Τράπεζα της Ελλάδος) και για τις οποίες, μετά την ανάκληση της άδειας λειτουργίας, ακολουθεί το στάδιο της ασφαλιστικής εκκαθάρισης, κατά το οποίο: 1) με απόφαση της εποπτικής αρχής διορίζεται, από κατάλογο προσώπων που έχει διαμορφώσει και βρίσκεται αναρτημένος στην ιστοσελίδα της και τον οποίο επικαιροποιεί ανά τακτά χρονικά διαστήματα, ως ασφαλιστικός εκκαθαριστής, φυσικό ή νομικό πρόσωπο με ειδική γνώση και πείρα σε θέματα ασφαλιστικών επιχειρήσεων ή πιστωτικών ιδρυμάτων (άρθρο 237 παρ. 1), 2) η απόφαση θέσης της ασφαλιστικής επιχείρησης σε ασφαλιστική εκκαθάριση καταχωρείται από τον ασφαλιστικό εκκαθαριστή στο μητρώο ανωνύμων εταιριών που τηρείται στο Υπουργείο Ανάπτυξης και στο μητρώο ασφαλιστικών εταιριών που τηρείται στην Εποπτική Αρχή. Περίληψη αυτής δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, καθώς και στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Η δημοσίευση αναφέρει οπωσδήποτε την Εποπτική Αρχή ως αρμόδια αρχή, το εφαρμοστέο δίκαιο σύμφωνα με τις παραγράφους 1 και 2 του άρθρου 246 του ίδιου νόμου, καθώς και τα στοιχεία του ασφαλιστικού εκκαθαριστή που έχει διοριστεί (άρθρο 236 παρ. 1), 3) αγωγές του ασφαλιστικού εκκαθαριστή κατά οφειλετών εισάγονται και εκκρεμείς δίκες συνεχίζονται με τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων (άρθρο 239 παρ. 4), 4) εκκρεμείς διαφορές στον πρώτο βαθμό δικαιοδοσίας εισάγονται, με κλήση οποιουδήποτε νομιμοποιουμένου, στο μονομελές πρωτοδικείο της έδρας της επιχείρησης ανεξάρτητα από το ποσό (άρθρο 239 παρ. 5), 5) αμέσως μετά την ανάκληση της άδειας λειτουργίας ασφαλιστικής επιχείρησης και τη θέση της σε ασφαλιστική εκκαθάριση, ο ασφαλιστικός εκκαθαριστής προβαίνει σε σφράγιση, απογραφή και εν συνεχεία αποσφράγιση των κεντρικών γραφείων, των υποκαταστημάτων και των γραφείων εξυπηρέτησης της επιχείρησης σύμφωνα με τις σχετικές διατάξεις του Κ.Πολ.Δ. Ανεξάρτητα από την υπαγωγή της επιχείρησης στο καθεστώς της ασφαλιστικής εκκαθάρισης, η περάτωση των εκτός του ασφαλιστικού χαρτοφυλακίου εκκρεμών υποθέσεων συνεχίζεται κατά τις διατάξεις της κοινής εκκαθάρισης (άρθρο 242 παρ. 1), 6) ο ασφαλιστικός εκκαθαριστής καλεί μέσα σε τριάντα (30) ημέρες από το διορισμό του ή από την πάροδο του χρονικού διαστήματος της παραγράφου 4 του άρθρου 235 του παρόντος, τους δικαιούχους απαιτήσεων από ασφάλιση, με ανακοίνωση, που δημοσιεύεται μια (1) φορά την εβδομάδα, επί τρεις (3) συνεχείς εβδομάδες σε πέντε (5) ημερήσιες, πανελλαδικής κυκλοφορίας, εφημερίδες, καθώς και στην ιστοσελίδα της επιχείρησης, να του αναγγείλουν τις απαιτήσεις τους με όλα τα δικαιολογητικά τους στοιχεία. Οι αναγγελίες απαιτήσεων γίνονται δεκτές εντός προθεσμίας τεσσάρων (4) μηνών από την πρώτη δημοσίευση. Η επαλήθευση των απαιτήσεων από τον ασφαλιστικό εκκαθαριστή, αρχίζει το αργότερο μέσα σε δεκαπέντε (15) ημέρες από τη λήξη της ως άνω προθεσμίας και ολοκληρώνεται στο συντομότερο χρονικό διάστημα. Γίνονται δεκτές οι απαιτήσεις από ασφαλίσεις που δεν αμφισβητούνται από τον ασφαλιστικό εκκαθαριστή ή έχουν επιδικασθεί με τελεσίδικη δικαστική απόφαση ή με απόφαση διαιτητικού δικαστηρίου, εναντίον της οποίας δεν έχει ασκηθεί αγωγή ακύρωσης εντός της προβλεπόμενης από τον Κ.Πολ.Δ. προθεσμίας, ή αυτή έχει απορριφθεί τελεσίδικα. Ο ασφαλιστικός εκκαθαριστής δημοσιεύει κατάσταση των δικαιούχων απαιτήσεων από ασφάλιση. Στην κατάσταση αυτή περιλαμβάνονται: α) οι δικαιούχοι απαιτήσεων από ασφαλίσεις ζωής, β) οι δικαιούχοι απαιτήσεων από ασφαλίσεις κατά ζημιών, που έχουν δηλώσει την επέλευση της ασφαλιστικής περίπτωσης και έχει καταχωρηθεί η δήλωση στα βιβλία της ασφαλιστικής επιχείρησης, γ) όσοι αναγγέλθηκαν μέσα στην ως άνω προθεσμία. Στην ανωτέρω κατάσταση περιλαμβάνονται και εκείνες οι απαιτήσεις που αμφισβητούνται δικαστικά ή εξώδικα, με αναφορά στο ποσό που διεκδικεί ο δικαιούχος απαιτήσεων από ασφάλιση, καθώς και στο τυχόν ποσό που εκτιμά ο ασφαλιστικός εκκαθαριστής ότι αναλογεί στην απαίτηση. Μέσα σε δύο (2) μήνες από τη λήξη της προθεσμίας υποβολής των αναγγελιών η ως άνω κατάσταση αναρτάται στην ιστοσελίδα της επιχείρησης και η ανακοίνωση της καταχώρησής της δημοσιεύεται σε δύο (2) τουλάχιστον ευρείας κυκλοφορίας ημερήσιες εφημερίδες από τις οποίες η μία (1) τουλάχιστον εκδίδεται στην έδρα της επιχείρησης, μία (1) φορά την εβδομάδα επί τρεις (3) συνεχείς εβδομάδες. Αντιρρήσεις κατά της πιο πάνω κατάστασης ασκούνται με ανακοπή στο μονομελές πρωτοδικείο της έδρας της επιχείρησης μέσα σε σαράντα πέντε (45) ημέρες από την τελευταία δημοσίευση και εκδικάζονται κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων. Έφεση κατά της απόφασης του πρωτοδικείου εκδικάζεται από το αρμόδιο εφετείο κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων. Η απόφαση του εφετείου δεν υπόκειται σε κανένα ένδικο μέσο (άρθρο 242 παρ. 2) και 7) ο ασφαλιστικός εκκαθαριστής γνωστοποιεί στο Επικουρικό Κεφάλαιο την αναλυτική κατάσταση με τις βεβαιωμένες απαιτήσεις από ασφαλίσεις αστικής ευθύνης αυτοκινήτων, καθώς και κάθε επικαιροποίηση αυτής. Το Επικουρικό Κεφάλαιο καταβάλει αποζημίωση σε κάθε δικαιούχο με βάση την κατάσταση του προηγουμένου εδαφίου και σύμφωνα με τα προβλεπόμενα στο ν.δ.489/1976 (άρθρο 242 παρ. 3). Από τις παραπάνω διατάξεις προκύπτει ότι η τήρηση της προαναφερθείσας διαδικασίας ασφαλιστικής εκκαθάρισης, καθώς και η αναστολή των ατομικών διώξεων, αφορά ασφαλιστικές επιχειρήσεις με έδρα την Ελλάδα, των οποίων η άδεια λειτουργίας ανακαλείται από την αρμόδια προς τούτο ελληνική εποπτική αρχή, δεν έχουν όμως εφαρμογή επί αλλοδαπής ασφαλιστικής εταιρείας, με έδρα κράτος - μέλος της Ε.Ε., που έχει ασφαλίσει αυτοκίνητο με ελληνική άδεια κυκλοφορίας, το οποίο προκάλεσε ατύχημα στην Ελλάδα, η οποία τέθηκε υπό ασφαλιστική εκκαθάριση με απόφαση του αρμοδίου οργάνου του κράτους της έδρας της δεν περιλαμβάνεται μεταξύ των ασφαλιστικών επιχειρήσεων που αναφέρονται στο ως άνω άρθρο 220 του Ν. 4364/2016. Κάτι το αντίθετο δεν προκύπτει από τις διατάξεις των παραγράφων 1 εδάφιο τελευταίο και 6 του άρθρου 235 του Ν. 4364/2016, κατά τις οποίες "ανάλογες αποφάσεις των άλλων κρατών-μελών, εφόσον λαμβάνονται σύμφωνα με το δίκαιο του κράτους-μέλους καταγωγής, παράγουν αποτελέσματα στην Ελλάδα...." (παρ. 1) και "η εποπτική αρχή μπορεί να ζητά από τις εποπτικές αρχές άλλων κρατών μελών κάθε πληροφόρηση για την εξέλιξη της διαδικασίας εκκαθάρισης ασφαλιστικής επιχείρησης άλλου κράτους-μέλους. Αντιστοίχως, οι εποπτικές αρχές άλλων κρατών-μελών μπορούν να ζητούν πληροφορίες για την εξέλιξη της διαδικασίας εκκαθάρισης από την Εποπτική Αρχή" (παρ. 6), καθώς και της παραγράφου 2 του άρθρου 236, κατά την οποία "η εποπτική αρχή, εφόσον ενημερωθεί για την απόφαση περί έναρξης διαδικασίας ασφαλιστικής εκκαθάρισης σε άλλο κράτος μέλος από τον αρμόδιο προς τούτο, δύναται να δημοσιεύει την απόφαση αυτή στον ιστότοπό της. Η εν λόγω δημοσίευση θα πρέπει να γίνει τουλάχιστον στην ελληνική γλώσσα". Και τούτο διότι, όταν το τελευταίο εδάφιο της παρ. 1 του αρθ. 235 του Ν.4364/2016 ορίζει ότι ανάλογες αποφάσεις των άλλων κρατών - μελών, εφόσον λαμβάνονται σύμφωνα με το δίκαιο του κράτους - μέλους καταγωγής, παράγουν αποτελέσματα στην Ελλάδα, δεν σημαίνει ότι για τις αλλοδαπές αυτές ασφαλιστικές εταιρείες θα εφαρμοσθούν, μεταξύ άλλων, και οι διατάξεις του άρθρου 235, περί συμπληρωματικής εφαρμογής του Πτωχευτικού Κώδικα και αυτοδίκαιης λύσεως των ασφαλιστικών συμβάσεων, καθώς και του άρθρου 242, περί εργασιών εκκαθάρισης και αναγγελίας απαιτήσεων από ασφάλιση, διαδικασία η οποία μπορεί να τηρηθεί μόνο επί ασφαλιστικών εταιρειών με έδρα την Ελλάδα. Συνακόλουθα, επί αλλοδαπών ασφαλιστικών εταιρειών, με έδρα άλλο κράτος - μέλος της Ε. Ε., που έχουν τεθεί υπό εκκαθάριση με απόφαση του αρμοδίου οργάνου του κράτους έδρας της εταιρείας, θα προχωρήσει η εκδίκαση της υποθέσεως ενώπιον του ελληνικού δικαστηρίου, όταν εντός της Ελλάδος έγινε ατύχημα για το οποίο ευθύνεται η αλλοδαπή ασφαλιστική εταιρεία του ζημιογόνου αυτοκινήτου, χωρίς να τίθεται ζήτημα απαραδέκτου της συζητήσεως της αγωγής ή του ασκηθέντος ενδίκου μέσου κατά αποφάσεως, με βάση το άρθρο 25 του Πτωχευτικού Κώδικα. Στην προκειμένη περίπτωση, από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων προκύπτει ότι η εναγομένη με την από 31-1-2014 αγωγή (με αντικείμενο την καταψήφιση αποζημίωσης και χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης, συνεπεία τραυματισμού του ενάγοντος κατά το ένδικο τροχαίο ατύχημα) και ήδη αναιρεσίβλητη αλλοδαπή ανώνυμη ασφαλιστική εταιρεία με την επωνυμία "ENTERPRISE INSURANCE CO P.L.C. IN LIQUIDATION", που εδρεύει στο Γιβραλτάρ του Ηνωμένου Βασιλείου, πριν από την άσκηση της κρινόμενης από 30-10-20198 αιτήσεως αναιρέσεως κατά της υπ' αριθμ. 5187/2018 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, με την από 26-10-2016 απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου του Γιβραλτάρ, τέθηκε υπό καθεστώς οριστικής ασφαλιστικής εκκαθάρισης και διορίστηκε εκκαθαριστής αυτής ο F. W.. Ενόψει όμως του ότι δεν πρόκειται για ασφαλιστική επιχείρηση με έδρα στην Ελλάδα, ούτε για εγκατεστημένο στην Ελλάδα υποκατάστημα ασφαλιστικής επιχείρησης τρίτης χώρας, όπως απαιτείται κατά την προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 220 του Ν. 4364/2016, αλλά για ασφαλιστική εταιρεία με έδρα το Γιβραλτάρ του Ηνωμένου Βασιλείου, που έχει τεθεί υπό εκκαθάριση με απόφαση του αρμοδίου οργάνου του κράτους έδρας της, δεν τίθεται, κατά την προηγηθείσα νομική σκέψη, ζήτημα απαραδέκτου της συζητήσεως της αναιρέσεως, με βάση το άρθρο 25 του Πτωχευτικού Κώδικα, απορριπτομένου ως αβασίμου του υποβληθέντος, με τις ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου προτάσεις, σχετικού αιτήματος της αναιρεσίβλητης. Από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 300, 330 εδάφιο β' και 914 του Α.Κ. συνάγεται ότι προϋπόθεση της ευθύνης για αποζημίωση από αδικοπραξία είναι η υπαιτιότητα του υπόχρεου, η οποία υπάρχει και στην περίπτωση της αμέλειας, δηλαδή όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, η παράνομη συμπεριφορά του υπόχρεου σε αποζημίωση έναντι εκείνου που ζημιώθηκε και η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της παράνομης συμπεριφοράς και της ζημίας. Υπαιτιότητα είναι ο ψυχικός δεσμός του δράστη προς την αδικοπραξία. Αν η ζημία οφείλεται σε αποκλειστική υπαιτιότητα του παθόντος, δεν οφείλεται αποζημίωση, ενώ, αν διαπιστωθεί οικείο πταίσμα αυτού, το δικαστήριο μπορεί, σύμφωνα με το άρθρο 300 του Α.Κ., να μην επιδικάσει αποζημίωση ή να μειώσει το ποσό της. Η παράνομη συμπεριφορά, ως όρος της αδικοπραξίας, μπορεί να συνίσταται όχι μόνο σε θετική πράξη, αλλά και σε παράλειψη, εφόσον στην τελευταία αυτή περίπτωση, εκείνος που υπέπεσε στην παράλειψη, ήταν υποχρεωμένος σε πράξη από το νόμο ή τη δικαιοπραξία ή από την καλή πίστη, κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη. Αιτιώδης συνάφεια υπάρχει, όταν η πράξη ή η παράλειψη του ευθυνομένου προσώπου ήταν, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, ικανή και μπορούσε αντικειμενικά να επιφέρει, κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων, το επιζήμιο αποτέλεσμα. Η ύπαρξη της υπαιτιότητας δεν αποκλείεται, κατ' αρχήν, από το γεγονός ότι στο επιζήμιο αυτό αποτέλεσμα συνετέλεσε και συντρέχον πταίσμα του ζημιωθέντος, εφόσον δεν διακόπτεται ο αιτιώδης σύνδεσμος, αλλά η ύπαρξη αυτού, προβαλλόμενη από τον υπαίτιο κατ' ένσταση, συνεπάγεται τη μη επιδίκαση από το δικαστήριο αποζημίωσης ή τη μείωση του ποσού της, κατά το ανωτέρω άρθρο 300 του Α.Κ. Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, γενικώς λαμβανόμενα, μπορούν να θεωρηθούν αντικειμενικώς ως πρόσφορη αιτία της ζημίας που επήλθε, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, γιατί είναι κρίση νομική, αναγόμενη στην ορθή ή μη υπαγωγή από το δικαστήριο της ουσίας των διδαγμάτων της κοινής πείρας στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας, ενώ η κρίση για το αν πράγματι, στη συγκεκριμένη περίπτωση, η πράξη ή η παράλειψη εκείνη αποτέλεσε την αιτία του ζημιογόνου αποτελέσματος, δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, καθόσον ανάγεται σε εκτίμηση πραγματικού υλικού, σύμφωνα με το άρθρ. 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ. (Α.Π. 521/2021, Α.Π. 867/2020, Α.Π. 605/2020, Α.Π. 551/2020). Επίσης, οι έννοιες της υπαιτιότητας και της συνυπαιτιότητας είναι νομικές και, επομένως, η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ως προς τη συνδρομή ή όχι υπαιτιότητας του ζημιώσαντος ή οικείου πταίσματος του ζημιωθέντος κατά την επέλευση της ζημίας, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, κατά τις διατάξεις του άρθρου 559 αριθμ. 1 και 19 του Κ.Πολ.Δ., για ευθεία και εκ πλαγίου παράβαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου, καθώς και για παραβίαση διδαγμάτων κοινής πείρας (Α.Π. 1348/2021, Α.Π. 186/2021, Α.Π. 607/2020, Α.Π. 252/2020). Εκφεύγει όμως του αναιρετικού ελέγχου η κρίση ως προς το βαθμό- τη βαρύτητα του πταίσματος και το ποσοστό, κατά το οποίο πρέπει να μειωθεί η αποζημίωση, διότι η κρίση αυτή σχηματίζεται από την, κατ' άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ., αναιρετικώς ανέλεγκτη εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων, χωρίς την υπαγωγή τους σε νομική έννοια (Α.Π. 1204/2021, Α.Π. 521/2021, Α.Π. 301/2021, Α.Π. 551/2020). Τα ανωτέρω έχουν εφαρμογή και στην περίπτωση του άρθρου 10 του ν. ΓΠΝ/1911, ως προς την υπαιτιότητα των οδηγών οχημάτων που ενεπλάκησαν σε τροχαίο ατύχημα, κατά το οποίο είναι εφαρμοστέα η διάταξη του άρθρου 914 του Α.Κ. (Α.Π. 521/2021, Α.Π. 867/2020, Α.Π. 607/2020, Α.Π. 551/2020). Η παράβαση όμως των διατάξεων του Κ.Ο.Κ. δεν θεμελιώνει αυτή καθ' εαυτήν υπαιτιότητα στην επέλευση αυτοκινητικού ατυχήματος, αποτελεί όμως στοιχείο, η στάθμιση του οποίου από το δικαστήριο της ουσίας θα κριθεί σε σχέση με την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συγκεκριμένης πράξεως και του αποτελέσματος που επήλθε (Α.Π. 301/2021, Α.Π. 464/2020, Α.Π. 1337/2019, Α.Π. 623/2019). Περαιτέρω, με τα άρθρα 12, 19, 21 και 26 του ν. 2696/1999 (Κ.Ο.Κ.) θεσπίζονται κανόνες προς τους οποίους πρέπει να συμμορφώνονται οι οδηγοί, ώστε να αποφεύγονται, κατά το δυνατόν, ατυχήματα οχημάτων και πεζών. Ειδικότερα, κατά το άρθρο 12 παρ. 1 του ν. 2696/1999 (Κ.Ο.Κ.), όπως ίσχυε κατά τον κρίσιμο χρόνο του ένδικου ατυχήματος "Αυτοί που χρησιμοποιούν τις οδούς πρέπει να αποφεύγουν οποιαδήποτε συμπεριφορά που είναι ενδεχόμενο να εκθέσει σε κίνδυνο ή να παρεμβάλλει εμπόδια στην κυκλοφορία, να εκθέσει σε κίνδυνο πρόσωπα ή ζώα ή να προκαλέσει ζημιές σε δημόσιες ή ιδιωτικές περιουσίες. Οι οδηγοί υποχρεούνται να οδηγούν με σύνεση και με διαρκώς τεταμένη την προσοχή...". Επίσης, κατά το άρθρο 19 παρ. 1 και 3 του ίδιου νόμου: "1. Ο οδηγός οδικού οχήματος επιβάλλεται να έχει τον πλήρη έλεγχο του οχήματός του, ώστε να μπορεί σε κάθε στιγμή να εκτελεί τους απαιτούμενους χειρισμούς... 3... ο οδηγός επιβάλλεται να μειώνει την ταχύτητα του οχήματός του ... πλησίον των ισόπεδων οδικών κόμβων....". Κατά το άρθρο δε 21 παρ. 1 και 2 περ. α' ίδιου νόμου "1. Ο οδηγός που προτίθεται να εκτελέσει ελιγμό, οφείλει προηγουμένως να βεβαιωθεί ότι μπορεί να το πράξει χωρίς κίνδυνο ή παρακώλυση των λοιπών χρηστών της οδού, οι οποίοι κινούνται πίσω, μπροστά ή πλάι του, ή ετοιμάζονται να τον προσπεράσουν, λαμβάνοντας υπόψη τη θέση την κατεύθυνση και την ταχύτητά τους. 2. Πριν από κάθε ελιγμό, ο οδηγός υποχρεούται να καταστήσει έγκαιρα γνωστή την πρόθεσή του αυτή, χρησιμοποιώντας για το σκοπό αυτόν τους δείκτες κατεύθυνσης, αν δε αυτοί δεν λειτουργούν, υποχρεούται να δώσει τα ακόλουθα σήματα με το χέρι: α) Έκταση του βραχίονα για στροφή προς την κατεύθυνση αυτού", ενώ κατά το άρθρο 26 παρ. 1 και 5 "1. Ο οδηγός που πλησιάζει σε ισόπεδο οδικό κόμβο υποχρεούται να καταβάλλει ιδιαίτερη προσοχή για να μην προκαλέσει επί του κόμβου κίνδυνο ή παρακώλυση της κυκλοφορίας, ρυθμίζοντας την ταχύτητα του οχήματός του, ώστε να μπορεί να διακόψει την πορεία αυτού, για να διέλθουν τα οχήματα που έχουν προτεραιότητα... 5. Στους κόμβους χωρίς τέτοια σήμανση η προτεραιότητα ανήκει σε αυτόν που έρχεται από τα δεξιά". Εξ άλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται μόνον αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο. Η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναιρέσεως, μόνο αν τα διδάγματα αυτά αφορούν στην ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ' αυτούς. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.Α.Π. 7/2006, 4/2005, Α.Π. 980/2021, Α.Π. 756/2021, Α.Π. 501/2021, Α.Π. 123/2021). Με το λόγο αναιρέσεως από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. ελέγχονται τα σφάλματα του Δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ. ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (Ολ.Α.Π. 3/2020, Α.Π. 1308/2021, Α.Π. 953/2021, Α.Π. 756/2021, Α.Π. 258/2021). Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά που ανέλεγκτα το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και την υπαγωγή τους στο νόμο, ιδρύεται δε αυτός ο λόγος αναιρέσεως αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν φανερή την παραβίαση. Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 118 αρ. 4, 566 παρ. 1 και 577 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δ., προκύπτει ότι στο έγγραφο της αιτήσεως αναιρέσεως πρέπει να αναφέρεται, κατά τρόπο σαφή, ορισμένο και ευσύνοπτο, η νομική πλημμέλεια που αποδίδεται στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, ώστε να είναι δυνατόν να διαπιστωθεί αν και ποιο λόγο αναιρέσεως από τους περιοριστικώς αναφερόμενους στο άρθρο 559 του Κ.Πολ.Δ. θεμελιώνεται η προβαλλόμενη αιτίαση. Για να είναι ορισμένος ένας λόγος αναιρέσεως, δεν αρκεί η απλή μνεία του αριθμού, ούτε η επανάληψη του κειμένου της διατάξεως του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., που προβλέπει το σχετικό λόγο, χωρίς να προσδιορίζονται τα αναγκαία στοιχεία, που σύμφωνα με αυτήν, απαιτούνται για την συγκρότηση του αντιστοίχου λόγου αναιρέσεως (Ολ.Α.Π. 20/2005, Α.Π. 1292/2021, Α.Π. 493/2020, Α.Π. 1190/2018, 1510/2017). Για να είναι δε ορισμένος ο από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. λόγος αναιρέσεως, πρέπει να καθορίζονται, μεταξύ άλλων, η συγκεκριμένη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που φέρεται ότι παραβιάστηκε, το αποδιδόμενο στο δικαστήριο νομικό σφάλμα ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή του ουσιαστικού νόμου και, εφόσον το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η ελάσσων πρόταση του νομικού του συλλογισμού, δηλαδή, τα πραγματικά γεγονότα που αυτό δέχθηκε, υπό τα οποία και συντελέστηκε η προβαλλόμενη παραβίαση των κανόνων του ουσιαστικού δικαίου (Α.Π. 123/2021, Α.Π. 28/2021, Α.Π.765/2020, Α.Π. 696/2020). Με το λόγο αυτό δεν επιτρέπεται να πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, υπό την επίκληση ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ. (Α.Π. 1009/2021, Α.Π. 997/2021, Α.Π. 123/2021, Α.Π. 42/2020). Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 19 του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς, σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παραβάσεως του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο παρών λόγος αναιρέσεως ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία). Δεν έχει, όμως, εφαρμογή η παραπάνω διάταξη, όταν οι ελλείψεις ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και, ιδίως, στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που εξάγεται από αυτές, εκτός αν δεν είναι σαφές και πλήρες το πόρισμα και για το λόγο αυτό γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή γιατί δεν αποδείχθηκε. Τα επιχειρήματα του δικαστηρίου που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές, με βάση τις οποίες διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και, συνεπώς, δεν αποτελούν "αιτιολογία" της αποφάσεως, ώστε, στο πλαίσιο της εν λόγω διατάξεως του άρθρου 559 αριθμ. 19 του Κ.Πολ.Δ., να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναιρέσεως ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων, που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς, οπότε ο σχετικός λόγος αναιρέσεως είναι απαράδεκτος. Επίσης, από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναιρέσεως από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη και, επομένως, ο αντίστοιχος λόγος αναιρέσεως, από το περιεχόμενο του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερόμενες εξαιρετικές περιπτώσεις, είναι απαράδεκτος, καθόσον πλήττεται πλέον η ουσία της υποθέσεως, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο. Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως ο αναιρεσείων επικαλείται πλημμέλειες από τους αριθμούς 1 και 19 του Κ.Πολ.Δ., με την αιτίαση ότι το Μονομελές Εφετείο Αθηνών, με την προσβαλλόμενη απόφαση, κατ' εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 297, 298 300, 330 εδ. β' και 914 του Α.Κ. αλλά και με ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες, έκρινε τον ίδιο συνυπαίτιο του ενδίκου ατυχήματος και του κατ' αυτό τραυματισμού του. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως, κατά το πρώτο σκέλος του, είναι παντελώς αόριστος και, συνεπώς, απορριπτέος ως απαράδεκτος, ενόψει του ότι δεν καθορίζεται στο αναιρετήριο σε τι συνίσταται το αποδιδόμενο νομικό σφάλμα ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή των ως άνω κανόνων ουσιαστικού δίκαιου που εφαρμόστηκαν, με βάση τα πραγματικά περιστατικά που περιλαμβάνονται στις παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως, και ποια η επίδραση αυτού στο διατακτικό, αλλά γίνεται μόνο γενική αναφορά περί παραβίασης των ως άνω διατάξεων. Με το λόγο αυτό, κατ' επίφαση μόνο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλεια από τον αρ. 1, ενώ στην πραγματικότητα αποδίδεται πλημμέλεια ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων και την κατάληξη του Εφετείου σε διαφορετικό πόρισμα από το θεωρούμενο ορθό από τον αναιρεσείοντα. Όσον αφορά το δεύτερο σκέλος του ως άνω πρώτου λόγου αναιρέσεως, το Μονομελές Εφετείο Αθηνών, με την προσβαλλόμενη 1158/2018 απόφασή του, δέχθηκε, ανέλεγκτα, ως προς τις συνθήκες πρόκλησης του επίδικου τροχαίου ατυχήματος και την υπαιτιότητα του οδηγού του φερόμενου ως ζημιογόνου υπ' αριθμ. κυκλοφορίας ... ΙΧΕ αυτοκινήτου και του τραυματισθέντος κατ' αυτό ενάγοντος, οδηγού της υπ' αριθμ. κυκλοφορίας ... δίκυκλης μοτοσυκλέτας, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "... Στις 18-7-2012 και περί ώρα 06.20' περίπου ο αρχικά πρώτος εναγόμενος της υπό στοιχεία Α' αγωγής Γ. Σ. του Κ. οδηγώντας το υπ'αριθμ. Κυκλ. ... Ι.Χ.Ε αυτοκίνητο, ιδιοκτησίας του γιου του Α. Σ. του Γ. και προστηθείς υπ' αυτού στην οδήγηση του εν λόγω αυτοκινήτου το οποίο κατά τον χρόνο εκείνο ήταν ασφαλισμένο για την από την κυκλοφορία του έναντι τρίτων αστική ευθύνη στη δεύτερη εναγομένη και ήδη εφεσίβλητο ασφαλιστική εταιρεία, (ήδη αναιρεσίβλητη) εκινείτο κανονικά επί της Ανωνύμου Οδού, στο Κερατσίνι Αττικής, η οποία οδηγεί από την Λεωφ. Εθνικής Αντιστάσεως (Σχιστού) προς το Τελωνείο Ικονίου και στη μεσαία λωρίδα κυκλοφορίας, με την αυτή ως άνω κατεύθυνση ήτοι από τη Λεωφ. Σχιστού προς το Τελωνείο Ικονίου. Η ως άνω Ανώνυμη Οδός είναι δρόμος διπλής κατευθύνσεως, με πλάτος οδοστρώματος 15 μ. συνολικά, ευθεία, με ελαφριά καμπύλη του ρεύματος προς Τελωνείο και ελαφριά κατωφέρεια, της οποίας (Ανώνυμης Οδού) τα δύο ρεύματα πορείας διαχωρίζονται με υπερυψωμένη νησίδα, πλάτους 3 μ., η οποία διακόπτεται στο ύψος του παραδρόμου, ο οποίος οδηγεί κατά την είσοδό του προς τη Λεωφ. Δημοκρατίας και κατά την έξοδό του από τη Λεωφ. Δημοκρατίας προς την Ανώνυμη Οδό με κατεύθυνση προς τη Λεωφ. Σχιστού. Στο ρεύμα πορείας προς το Τελωνείο Ικονίου η ως άνω Ανώνυμη Οδός έχει τρεις λωρίδες κυκλοφορίας (ο αρχικά πρώτος εναγόμενος εκινείτο στη μεσαία λωρίδα αυτού), οι οποίες στο ύψος του παραδρόμου προς τη Λεωφ. Δημοκρατίας γίνονται δύο. Κατά τον αυτόν ως άνω τόπο και χρόνο ο ενάγων της υπό στοιχεία Α' αγωγής και ήδη εκκαλών (αναιρεσείων) Ι. Β. του Μ., οδηγώντας την υπ' αριθμ. κυκλ. ... δίκυκλη μοτοσυκλέτα του, μάρκας "CHINGQOINE", η οποία κατά το χρόνο εκείνο ήταν ασφαλισμένη για την από την κυκλοφορία της έναντι τρίτων αστική ευθύνη στη δεύτερη εναγόμενη ασφαλιστική εταιρεία της υπό στοιχεία Β' αγωγής, χωρίς σύνεση και με διαρκώς τεταμένη προσοχή του, αλλά και χωρίς να ασκεί το έλεγχο και την εποπτεία του οχήματος του, ώστε να μπορεί να εκτελεί τους κατάλληλους χειρισμούς, εκινείτο στον ως άνω παράδρομο και με κατεύθυνση από τη Λεωφ. Δημοκρατίας προς την ανωτέρω Ανώνυμη Οδό και προς το ρεύμα πορείας που οδηγεί από το Τελωνείο Ικονίου προς τη Λεωφ. Σχιστού, προτιθέμενος να πραγματοποιήσει αναστροφή επί της Ανωνύμου Οδού και να εισέλθει στον αντίθετο ρεύμα πορείας, ήτοι αυτό που οδηγεί από τη Λεωφ. Σχιστού προς το Τελωνείο Ικονίου, στο οποίο, ήδη, όπως προαναφέρθηκε, εκινείτο ο αρχικά πρώτος εναγόμενος οδηγός του υπ' αριθμ. κυκλ. ... Ι.Χ.Ε αυτοκινήτου και δη στη μεσαία λωρίδα αυτού. Ο ως άνω παράδρομος της Ανωνύμου Οδού είναι μονόδρομος που παρουσιάζει καμπύλη δεξιά με μικρή κλίση στο ρεύμα προς Λεωφ. Σχιστού, ενώ στην είσοδο αυτού προς την Ανώνυμη Οδό, στο ρεύμα πορείας με κατεύθυνση προς Λεωφ. Σχιστού υπάρχει ρυθμιστική πινακίδα με την ένδειξη "SΤΟΡ". Επικρατούσε καλοκαιρία και φως ημέρας, η κυκλοφορία οχημάτων και πεζών ήταν αραιή σε αμφότερες τις ως άνω οδούς και η ορατότητα δεν περιοριζόταν. Προτιθέμενος να πραγματοποιήσει την προαναφερόμενη αναστροφή ο ενάγων της υπό στοιχεία Α' αγωγής, οδηγός της δίκυκλης μοτοσυκλέτας, αφού διέσχισε κάθετα ολόκληρο το ρεύμα πορείας της Ανωνύμου Οδού που οδηγεί από το Τελωνείο Ικονίου προς τη Λεωφ. Σχιστού και διήλθε από το σημείο, που, κατά τα προεκτεθέντα, η υπερυψωμένη νησίδα διακόπτεται, χωρίς να ελέγξει την κυκλοφορία των οχημάτων εντός του αντιθέτου ρεύματος πορείας, όπου εκινείτο ο οδηγός του Ι.Χ.Ε αυτοκινήτου, αρχικά πρώτος εναγόμενος, και να παραχωρήσει προτεραιότητα σ' αυτόν, όπως όφειλε ως κινούμενος εκ δεξιών του δεδομένου ότι στο σημείο αυτό δεν υπήρχε πινακίδα ρυθμιστική, αιφνιδιαστικά και παίρνοντας "ανοιχτή" αριστερή στροφή, εισήλθε πρώτα στη δεξιά λωρίδα της Ανώνυμης Οδού και στο ρεύμα πορείας αυτής από τη Λεωφ. Σχιστού προς το Τελωνείο Ικονίου και στη συνέχεια, πραγματοποιώντας ελιγμό και πάλι χωρίς να ελέγξει την κυκλοφορία των οχημάτων προς τα αριστερά, εισήλθε στην αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας του ρεύματος αυτού. Κατά τον αυτό χρόνο ο αρχικά πρώτος εναγόμενος, αντιλαμβανόμενος τον ενάγοντα, οδηγό της δίκυκλης μοτοσυκλέτας, να πραγματοποιεί προς τα αριστερά ελιγμό και προκειμένου να τον αποφύγει, ελίσσεται και αυτός προς την αριστερή λωρίδα και ταυτόχρονα πραγματοποιεί προσπέραση, με αποτέλεσμα ο ενάγων, ο οποίος έχασε τον έλεγχο του οχήματός του, με το εμπρόσθιο τμήμα της μοτοσυκλέτας του να επιπέσει στη δεξιά πλευρά του Ι.Χ.Ε αυτοκινήτου, το οποίο επέπεσε, ακολούθως, στη νησίδα ασφαλείας και ο ενάγων να καταπέσει στο οδόστρωμα και να τραυματισθεί. Οι συνθήκες του ατυχήματος, όπως προεκτέθηκαν, προκύπτουν από την ορθή συνεκτίμηση όλων των αποδεικτικών μέσων που προσκομίσθηκαν, ιδιαίτερα δε από την έκθεση αυτοψίας και το πρόχειρο σχεδιάγραμμα της Τροχαίας, όπου απεικονίζονται η διαμόρφωση των οδών, η πορεία των οχημάτων και τα ευρήματα της σύγκρουσης, αλλά και από τις προανακριτικές καταθέσεις των εμπλακέντων στο ένδικο ατύχημα οδηγών καθώς και του συνοδηγού του Ι.Χ.Ε αυτοκινήτου Α. Σ.. Με βάση τις συνθήκες κάτω από τις οποίες επισυνέβη το ένδικο ατύχημα, αυτό οφείλεται σε συγκλίνουσα αμέλεια αμφοτέρων των οδηγών των εμπλακέντων στο ένδικο ατύχημα οχημάτων και δη κατά ποσοστό 80% του ενάγοντος, οδηγού της δίκυκλης μοτοσυκλέτας και κατά 20% του αρχικά πρώτου εναγομένου οδηγού του Ι.Χ.Ε αυτοκινήτου. Ειδικότερα, ο ενάγων της υπό στοιχείο Α' αγωγής οδηγός της δίκυκλης μοτοσυκλέτας από έλλειψη της προσοχής και επιμέλειας του μέσου συνετού οδηγού, που όφειλε και μπορούσε να καταβάλει κάτω από τις ίδιες περιστάσεις, δεν οδηγούσε με σύνεση και διαρκώς τεταμένη την προσοχή του και χωρίς να ασκεί τον έλεγχο και την εποπτεία του οχήματός του, ώστε να μπορεί σε κάθε στιγμή να εκτελεί τους απαιτούμενους χειρισμούς και, έτσι, προτιθέμενος να πραγματοποιήσει αναστροφή στο σημείο όπου διακόπτεται η υπερυψωμένη νησίδα και διαχωρίζονται τα δύο ρεύματα πορείας της ως άνω Ανώνυμης Οδού και να εισέλθει στο αντίθετο ρεύμα πορείας αυτής, από Λεωφ. Σχιστού προς Τελωνείο Ικονίου, κινούμενος στο παράδρομο της Ανωνύμου Οδού και δη με κατεύθυνση από το Τελωνείο Ικονίου προ τη Λεωφ. Σχιστού, αφού διέσχισε κάθετα το ρεύμα πορείας της Ανωνύμου Οδού, δεν διέκοψε την πορεία του και δεν παραχώρησε προτεραιότητα στον κινούμενο εκ δεξιών αρχικά πρώτο εναγόμενο της υπό στοιχεία Α αγωγής, οδηγό του Ι.Χ.Ε αυτοκινήτου, όπως όφειλε, δεδομένου ότι δεν υπήρχε σήμανση, ήτοι ρυθμιστική πινακίδα, ενώ, εισερχόμενος αυτός (ενάγων) στη δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας του ρεύματος πορείας προς Τελωνείο Ικονίου, επιχείρησε νέο ελιγμό προς τα αριστερά, προκειμένου να εισέλθει στην αριστερή λωρίδα, χωρίς προηγουμένως να βεβαιωθεί ότι μπορεί να πράξει αυτό χωρίς κίνδυνο ή παρακώλυση της κίνησης του Ι.Χ.Ε αυτοκινήτου και των λοιπών χρηστών του ρεύματος πορείας αυτού (από Λεωφ. Σχιστού προς Τελωνείο Ικονίου) και χωρίς να καταστήσει έγκαιρα γνωστή την πρόθεσή του αυτή, χρησιμοποιώντας τους δείκτες κατεύθυνσης του οχήματός του ή, εάν αυτοί δεν λειτουργούσαν, εκτείνοντας τον αριστερό του βραχίονα προς τα αριστερά, ήτοι αυτός ενήργησε κατά παράβαση των διατάξεων των άρθρων 12 παρ. 1, 19 παρ. 1, 21 παρ. 1 και 2 περ. α και 26 παρ. 1 και 5 εδ. α' Κ.Ο.Κ., που τελούν σε αιτιώδη συνάφεια με το ένδικο ατύχημα. Εάν ο ενάγων, οδηγός δίκυκλης μοτοσυκλέτας, είχε διακόψει την πορεία του στο ύψος της νησίδας ασφαλείας για να ελέγξει την κίνηση των οχημάτων του ρεύματος κυκλοφορίας στο οποίο επρόκειτο να εισέλθει (προς Τελωνείο Ικονίου), του οποίου, σημειωτέον, η ορατότητα δεν περιοριζόταν, θα είχε αντιληφθεί αρχικά τον πρώτο εναγόμενο, οδηγό του Ι.Χ.Ε αυτοκινήτου, να κινείται στο ρεύμα αυτό και θα του παραχωρούσε προτεραιότητα. Αλλά και τον τελευταίο, οδηγό του Ι.Χ.Ε αυτοκινήτου, βαρύνει αμελής συμπεριφορά κατά το ότι αυτός, αν και έβαινε με κανονική ταχύτητα εντός του επιτρεπόμενου ορίου των 50 χλμ/ώρα, ως κατοικημένης περιοχής, δεν μείωσε έτι περαιτέρω την ταχύτητά του καθόσον πλησίαζε σε ισόπεδο κόμβο, ήτοι στη συμβολή της Ανωνύμου Οδού με τον παράδρομο αυτής, ήτοι αυτός ενήργησε κατά παράβαση του άρθρου 19 παρ. 3 του Κ.Ο.Κ γενομένης δεκτής εν μέρει ως και κατ' ουσίαν βάσιμης της ενστάσεως περί συνυπαιτοτητας του ενάγοντος, που πρόβαλε παραδεκτά η εναγόμενη ασφαλιστική εταιρεία και επαναφέρει παραδεκτά με τις προτάσεις της ως εφεσίβλητος και ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου η εναγόμενη ασφαλιστική εταιρεία. Επομένως, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο με την εκκαλούμενη και συνεκκαλούμενη εν μέρει οριστική του απόφαση δέχθηκε τα ίδια και έκρινε ότι το ένδικο ατύχημα οφείλεται σε συγκλίνουσα αμέλεια αμφοτέρων των εμπλακέντων σ' αυτό οδηγών, και δη κατά ποσοστό 80% σε συνυπαιτιότητα του ενάγοντος οδηγού της δίκυκλης μοτοσυκλέτας και 20% σε συνυπαιτιότητα του αρχικά πρώτου εναγομένου, οδηγού του Ι.Χ.Ε αυτοκινήτου, ορθά εφάρμοσε το νόμο και καλώς εκτίμησε τις ενώπιον του προσαχθείσες αποδείξεις και πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμα τα περί του αντιθέτου υποστηριζόμενα από τον ενάγοντα και, ήδη, εκκαλούντα με το σχετικό λόγο της κρινόμενης εφέσεώς του". Με αυτές τις παραδοχές το Εφετείο, με το να οδηγηθεί στην παραπάνω κρίση αναφορικά με τη συνυπαιτιότητα των εμπλακέντων στο ένδικο ατύχημα οδηγών (80% για τον οδηγό της μοτοσυκλέτας ενάγοντα και 20% για τον εναγόμενο οδηγό του αυτοκινήτου), δεν παραβίασε εκ πλαγίου τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 300, 330, 914 του ΑΚ, 12 παρ. 1, 19 παρ. 1 και 3 και 21 παρ. 1 και 2 περ. α' και 26 παρ. 1 και 5 του ΚΟΚ (Ν. 2696/1999), τις οποίες εφάρμοσε, διέλαβε δε στην απόφασή του πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά αιτιολογίες, ως προς τα ζητήματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, οι οποίες καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή των άνω διατάξεων και, συνεπώς, η προσβαλλομένη απόφαση δεν στερείται νόμιμης βάσεως. Ειδικότερα, το Εφετείο διέλαβε πλήρη αιτιολογία ως προς την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της αμελούς συμπεριφοράς των εμπλακέντων στο ατύχημα οδηγών του αυτοκινήτου και της δίκυκλης μοτοσικλέτας και του επελθόντος ζημιογόνου αποτελέσματος και την συνυπαιτιότητα αυτών, διαλαμβάνοντας συγκεκριμένα τα συγκροτούντα την έννοια της αμέλειας περιστατικά που επέδειξε έκαστος τούτων για την πρόκληση του εν λόγω τροχαίου ατυχήματος, σε συνδυασμό με τις παραβάσεις των διατάξεων του ΚΟΚ (άρθρ. 12 παρ. 1, 19 παρ. 1 και 3, 21 παρ. 1 και 2 περ. α' και 26 παρ. 1 και 5 εδ. α' του Κ.Ο.Κ. και τα άρθρα 300, 330 εδαφ. β' και 914 του ΑΚ), οι οποίες βρίσκονται σε αιτιώδη συνάφεια με το επελθόν αποτέλεσμα. Πλέον συγκεκριμένα, έκρινε σαφώς, ώστε να μην επαφίεται ουδεμία αμφιβολία, ως προς μεν την υπαιτιότητα του ενάγοντος οδηγού της μοτοσυκλέτας, ότι αυτός, αφού διέσχισε κάθετα ολόκληρο το ρεύμα πορείας της Ανωνύμου Οδού που οδηγεί από το Τελωνείο Ικονίου προς τη Λεωφόρο Σχιστού, δεν έλεγξε την κυκλοφορία των οχημάτων εντός του αντιθέτου ρεύματος πορείας, όπου εκινείτο ο οδηγός του Ι.Χ.Ε αυτοκινήτου, και δεν παραχώρησε σ' αυτόν προτεραιότητα, όπως όφειλε, ενόψει του ότι εκινείτο εκ δεξιών του και στο σημείο αυτό δεν υπήρχε σήμανση ρυθμιστική της προτεραιότητας, αλλά αιφνιδιαστικά και παίρνοντας "ανοιχτή" αριστερή στροφή, εισήλθε πρώτα στη δεξιά λωρίδα της Ανώνυμης Οδού, στο ρεύμα πορείας αυτής από τη Λεωφόρο Σχιστού προς το Τελωνείο Ικονίου, στη συνέχεια δε, πραγματοποιώντας ελιγμό, και πάλι χωρίς να ελέγξει την κυκλοφορία των οχημάτων προς τα αριστερά, εισήλθε στην αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας του ρεύματος αυτού, ως προς δε την υπαιτιότητα του εναγομένου οδηγού του αυτοκινήτου, ότι δεν μείωσε την ταχύτητα του οχήματός του, παρότι πλησίαζε σε ισόπεδο κόμβο, ήτοι στη συμβολή της ανώνυμης οδού με τον παράδρομο αυτής. Δεν συντρέχει δε η επικαλούμενη από τον αναιρεσείοντα πλημμέλεια της παραθέσεως ανεπαρκών αιτιολογιών στην προσβαλλόμενη απόφαση, επειδή, όπως αυτός (αναιρεσείων) διατείνεται: 1) δεν αναφέρει ποια η απόσταση της μοτοσυκλέτας από το αυτοκίνητο, όταν η πρώτη ολοκλήρωσε την πορεία της και βρισκόταν ήδη στο ρεύμα κυκλοφορίας στο οποίο εκινείτο το αυτοκίνητο, για να κριθεί αν η κίνησή της αυτή παρεμπόδισε την πορεία του αυτοκινήτου και 2) δεν αναφέρει ποια η ακριβής ταχύτητα του αυτοκινήτου, ποια η απόσταση από την οποία ο οδηγός του αυτοκινήτου αντιλήφθηκε την κίνηση της μηχανής και αν υπήρχαν εμπόδια στην πορεία του αυτοκινήτου, ώστε να κριθεί αν ο οδηγός του είχε ή όχι τη δυνατότητα να τροχοπεδήσει εγκαίρως ή να προβεί σε αποφευκτικό ελιγμό για να αποφύγει τη σύγκρουση. Τούτο δε, διότι οι επικαλούμενες από τον αναιρεσείοντα ως άνω ανεπάρκειες, πέραν του ότι, υπό τις προεκτεθείσες παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως, δεν συνιστούν τέτοιες, είναι απαράδεκτες, διότι με αυτές, υπό την επίφαση της συνδρομής των προϋποθέσεων θεμελιώσεώς τους στο άρθρο 559 αριθμ. 19 του Κ.Πολ.Δ., πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας (άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.), καθ' όσον ανάγονται στην εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών, την αιτιολόγηση, τον συσχετισμό και την ανάλυση των αποδείξεων από το Εφετείο, καθώς και στη σαφήνεια, επάρκεια και πειστικότητα των επιχειρημάτων, με βάση τα οποία αυτό στήριξε το σαφές αποδεικτικό του πόρισμα, σχετικά με το πιο πάνω ουσιώδες ζήτημα. Περαιτέρω, ο αναιρεσείων αιτιάται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση 1) έχει ενδοιαστική αιτιολογία ως προς το εάν λειτουργούσαν ή όχι οι δείκτες αλλαγής κατεύθυνσης, καθώς και ως προς το εάν έγινε ή όχι χρήση αυτών, καθόσον αναφέρει ότι ο ίδιος (αναιρεσείων) επιχείρησε ελιγμό προς τα αριστερά, προκειμένου να εισέλθει στην αριστερή λωρίδα, χωρίς προηγουμένως να βεβαιωθεί ότι μπορεί να πράξει τούτο με ασφάλεια και χωρίς να καταστήσει έγκαιρα γνωστή την πρόθεσή του, χρησιμοποιώντας τους δείκτες κατεύθυνσης ή, εάν αυτοί δεν λειτουργούσαν, εκτείνοντας τον αριστερό του βραχίονα προς τα αριστερά και 2) με αντιφατική αιτιολογία δέχεται ότι "ο οδηγός της μοτοσυκλέτας είχε διακόψει την πορεία του", στη συνέχεια δε, ότι "θα είχε αντιληφθεί τον οδηγό του αυτοκινήτου να κινείται στο ρεύμα αυτό και θα του παραχωρούσε προτεραιότητα". Οι αιτιάσεις αυτές είναι απορριπτέες ως αβάσιμες, η μεν πρώτη ενόψει του ότι το Εφετείο δέχτηκε, ανελέγκτως, ότι αναιρεσείων οδηγός της μοτοσυκλέτας δεν κατέστησε (με οποιοδήποτε νόμιμο τρόπο, ήτοι είτε με χρήση των δεικτών κατεύθυνσης, είτε με έκταση το βραχίονα προς τα αριστερά) γνωστή την πρόθεσή του να ενεργήσει ελιγμό, η δε δεύτερη, ενόψει του δεν υπάρχει καμία αντίφαση στην αιτιολογία της προσβαλλομένης αποφάσεως, κατά την οποία "εάν ο οδηγός της μοτοσυκλέτας είχε διακόψει την πορεία του στο ύψος της νησίδας ασφαλείας για να ελέγξει την κίνηση των οχημάτων του ρεύματος κυκλοφορίας στο οποίο επρόκειτο να εισέλθει (προς Τελωνείο Ικονίου), του οποίου, σημειωτέον, η ορατότητα δεν περιοριζόταν, θα είχε αντιληφθεί αρχικά τον πρώτο εναγόμενο, οδηγό του ΙΧΕ αυτοκινήτου να κινείται στο ρεύμα αυτό και θα του παραχωρούσε προτεραιότητα". Κατ' ακολουθίαν, ο πρώτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, με τον οποίο προσάπτεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., πρέπει να απορριφθεί, ως απαράδεκτος και αβάσιμος, κατά τις προεκτεθείσες διακρίσεις. Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 932 του Α.Κ. "Σε περίπτωση αδικοπραξίας, ανεξάρτητα από την αποζημίωση για την περιουσιακή ζημία, το δικαστήριο μπορεί να επιδικάσει εύλογη, κατά την κρίση του, χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης. Αυτό ισχύει ιδίως για εκείνον που έπαθε προσβολή της υγείας, της τιμής ή της αγνείας του ή στερήθηκε την ελευθερία του. Σε περίπτωση θανάτωσης προσώπου η χρηματική ικανοποίηση μπορεί να επιδικαστεί στην οικογένεια του θύματος λόγω ψυχικής οδύνης". Κατά την έννοια του άρθρου αυτού, το δικαστήριο της ουσίας, αφού δεχθεί ότι συνεπεία αδικοπραξίας προκλήθηκε σε κάποιο πρόσωπο ηθική βλάβη ή ψυχική οδύνη, καθορίζει στη συνέχεια το ύψος της οφειλόμενης γι' αυτήν χρηματικής ικανοποίησης, με βάση τους κανόνες της κοινής πείρας και της λογικής, λαμβάνοντας ιδίως υπόψη, ως κριτήρια, το είδος της προσβολής, την έκταση της βλάβης, τις συνθήκες τελέσεως της αδικοπραξίας, τη βαρύτητα του πταίσματος του υπόχρεου, το τυχόν συντρέχον πταίσμα του παθόντος και την οικονομική και κοινωνική κατάσταση των διαδίκων μερών, πλην της περιουσιακής κατάστασης της εναγόμενης ασφαλιστικής εταιρείας, της οποίας η ευθύνη είναι εγγυητική (Α.Π. 1204/2021, Α.Π. 525/2021, Α.Π. 768/2020, Α.Π. 170/2020), χωρίς να απαιτείται ειδικότερη αιτιολόγηση καθενός στοιχείου (Α.Π. 525/2021, Α.Π. 1210/2020, Α.Π. 170/2020). Ο προσδιορισμός του ποσού της εύλογης χρηματικής ικανοποίησης αφέθηκε στην ελεύθερη εκτίμηση του δικαστηρίου, η σχετική κρίση του οποίου δεν υπόκειται, κατ' αρχήν, σε αναιρετικό έλεγχο, αφού σχηματίζεται από την εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων (άρθρο 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.), χωρίς υπαγωγή του πορίσματος σε νομική έννοια, ώστε να μπορεί να κριθεί εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου, είτε ευθέως, είτε εκ πλαγίου, για έλλειψη νόμιμης βάσης. Επιβάλλεται, όμως, σε κάθε περίπτωση, να τηρείται, κατά τον καθορισμό του ποσού που επιδικάζεται, η αρχή της αναλογικότητας, ως γενική νομική αρχή και μάλιστα αυξημένης τυπικής ισχύος, υπό την έννοια ότι η σχετική κρίση του δικαστηρίου δεν πρέπει να υπερβαίνει τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας, πράγμα που, αν συμβαίνει, ελέγχεται ως παραβίαση της πιο πάνω γενικής νομικής αρχής, ήτοι ως πλημμέλειες του άρθρου 559 αριθμ. 1 και 19 του Κ.Πολ.Δ. (Α.Π. Ολομ., 10/2017, 9/2015, Α.Π. 858/2021, Α.Π.525/2021, Α.Π. 301/2021, Α.Π. 1303/2020). Και τούτο, διότι, μία απόφαση, με την οποία επιδικάζεται ένα ευτελές ή υπέρμετρα μεγάλο ποσό, ως δήθεν εύλογο, κατά την ελεύθερη κρίση του δικαστηρίου, προς αποκατάσταση της ηθικής βλάβης ή της ψυχικής οδύνης, ευτελίζει, στην πρώτη περίπτωση (όσον αφορά τον δικαιούχο - παθόντα), το σεβασμό της αξίας του ανθρώπου και στη δεύτερη (όσον αφορά τον υπόχρεο), το δικαίωμα της περιουσίας του, αφού το δικαστήριο, επεμβαίνοντας στη διαφορά μεταξύ ιδιωτών, πρέπει να τηρεί μια δίκαιη ισορροπία ανάμεσα στα αντιτιθέμενα συμφέροντα, με παράλληλη προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων (Α.Π. 1003/2021, Α.Π. 525/2021, Α.Π. 934/2020, Α.Π. 642/2020). Στην προκείμενη περίπτωση, το Μονομελές Εφετείο Αθηνών, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, επιπλέον των παραδοχών της που αναφέρθηκαν παραπάνω, σε σχέση με τις συνθήκες τελέσεως της αδικοπραξίας, δέχθηκε, αναφορικά με το κεφάλαιο της χρηματικής ικανοποίησης λόγω ψυχικής οδύνης του αναιρεσείοντος από τον τραυματισμό του κατά το ένδικο ατύχημα, κατά την εκτίμηση των κριτηρίων για τον προσδιορισμό του ποσού αυτής, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "... Περαιτέρω από τα αυτά ως άνω αποδεικτικά στοιχεία αποδείχθηκε ότι αμέσως μετά το ατύχημα ο ενάγων διακομίσθηκε με ασθενοφόρο του ΕΚΑΒ στο "Τζάνειο Γενικό Νοσοκομείο Πειραιά", όπου διαγνώσθηκε ότι είχε υποστεί κάκωση οσφυϊκής μοίρας της σπονδυλικής στήλης χωρίς τότε, κατά τον γενόμενο ακτινολογικό έλεγχο, να βρεθεί κάταγμα σύμφωνα με το υπ' αριθμ. 4911/17-8-2012 πιστοποιητικό του Διευθυντή του Ορθοπεδικού Τμήματος Απόστολου Πουλίλιου, με τον ενάγοντα την αυτή ημέρα να εξέρχεται του νοσοκομείου. Ωστόσο, δεκαεννέα ημέρες μετά το ατύχημα, ο ενάγων υπεβλήθη σε αξονική τομογραφία οσφυϊκής μοίρας σπονδυλικής στήλης στο ιδιωτικό θεραπευτήριο "Ιπποκράτης" στη Νίκαια, όπου διεγνώσθη ότι φέρει συμπιεστικό κάταγμα του σώματος του θωρακικού σπονδύλου 012, χωρίς να επηρεάζεται το εύρος του σπονδυλικού σωλήνα τοπικά, εκφυλιστικές αποπλατύνσεις των δίσκων των επιπέδων 05-11, 04-05 και 03-04, καθώς και ήπια εκφυλιστική σπονδυλαρθροπάθεια της οσφυϊκής μοίρας της σπονδυλικής στήλης. Επίσης, στις 24 Οκτωβρίου 2012 ο ενάγων υποβλήθηκε σε μαγνητική τομογραφία οσφυϊκής μοίρας σπονδυλικής στήλης στο ιδιωτικό θεραπευτήριο "Ιατρικό Παλαιού Φαλήρου", από την οποία διαπιστώθηκε συμπιεστικό κάταγμα του θωρακικού σπονδύλου 012 με οστικό οίδημα, χωρίς πρόκληση στένωσης του σπονδυλικού σωλήνα τοπικά, σημεία εκφύλισης του μικρού βαθμού αποπλάτυνση του δίσκου 05-11 με εντονότερη πρόπτωση οπίσθια αριστερά και μικρορήξη του ινώδους δακτυλίου με υπέγερση του οπίσθιου επιμήκους συνδέσμου και απώθηση πολύ ελάφια της αριστερή 11 ρίζας, ήπια αποπλάτυνση του μεσοσπονδύλιου δίσκου 04-05 και πρόκληση πολύ ελαφρού πιεστικού εντυπώματος επί του νωτιαίου σάκου, χωρίς να εμφαίνεται στένωση των νευρικών τμημάτων και μικρό αιμαγγείωμα χωρίς σημασία του 11. Περαιτέρω, στις 29 Μαίου 2013 ο ενάγων υποβλήθηκε σε νέα αξονική τομογραφία θωρακικής μοίρας σπονδυλικής στήλης στο ιδιωτικό θεραπευτήριο "Βιοκλινική Πειραιά", από την οποία διαπιστώθηκε παλαιό συμπιεστικό κάταγμα του σώματος 012 σπονδύλου χωρίς σημαντική καθίζηση και χωρίς παρουσία ενδονωτιαίου ή παρασπονδυλικού αιματώματος, εκφύλιση των κατωτέρων μεσοσπονδύλιων δίσκων της θωρακικής μοίρας της σπονδυλικής στήλης σε συνδυασμό με επασβέστωση του πρόσθιου επιμήκους συνδέσμου πρόσθια δεξιοπλάγια. Περαιτέρω, στις 4 Σεπτεμβρίου 2013, ο ενάγων υποβλήθηκε σε νέα μαγνητική τομογραφία ΟΜΣΣ στο ιδιωτικό θεραπευτήριο "Βιοϊατρική", από την οποία διαπιστώθηκε ήπια σφηνοειδής παραμόρφωση σώματος του Θ12 σπονδύλου χωρίς εικόνα ενδονωτιαίου ή παρασπονδυλικού αιματώματος, μικρό αιμαγγείωμα στο σώμα του Θ11 και 11 σπονδύλου, κυκλοτερής διαπλάτυνση του μεσοσπονδύλιου δίσκου 05- 11 με πρόκληση πιεστικού εντυπώματος του μηνιγγικού σάκου πρόσθια, στα πλάγια κολπώματα κυρίως στο αριστερό και στένωση του κατώτερου τμήματος των μεσοσπονδύλιων τρημάτων, κυκλοτερής αποπλάτυνση του μεσοσπονδύλιου δίσκου 04-05 λόγω της οποίας προκαλείται πιεστικό εντύπωμα επί του μηνιγγικού σάκου πρόσθια και μικρού βαθμού στένωση του κατώτερου τμήματος των μεσοσπονδύλιων τρημάτων. Ακολούθως, από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά στοιχεία αποδεικνύεται ότι ο ενάγων συνεπεία του ατυχήματος του, τον Ιούλιο του 2012 μετά την έξοδο του από το Νοσοκομείο "Τζάνειο", του συνεστήθη η αποφυγή εργασίας κι ανάπαυση. Στις 6 Αυγούστου 2012 μετά την υποβολή του σε αξονική τομογραφία έλαβε νέα 2μηνη παράταση της αναρρωτικής άδειας και στις 28 Ιανουαρίου 2014, μετά την επίσκεψή του σε ορθοπεδικό χειρουργό, του συνεστήθη παράταση της αναρρωτικής άδειας για ένα (1) μήνα κι εξέτασή του από Ιατρό Νευροχειρούργο. Ακολούθως, στις 10-2-2014, εκ νέου του συστήνεται αποφυγή χειρωνακτικής εργασίας και άρσης βάρους για δύο (2) ακόμη μήνες, ενώ στις 1 Μαρτίου 2014, και μετά από εξέταση του από νέο χειρούργο ορθοπεδικό του συνεστήθη εκ νέου αποφυγή άρσης βάρους για έναν (1) μήνα. Περαιτέρω, στις 24 Μαρτίου 2014 ο ενάγων υποβλήθηκε σε έτερη ΜΚΙ ΟΜΣΣ, όπου διεγνώσθη ότι υφίσταται σφηνοειδής παραμόρφωση του 012 σπονδύλου, μικρό αιμαγγείωμα του 011 σπονδύλου και εκφυλιστικής αιτιολογίας μικρές κήλες των μεσοσπονδυλίων δίσκων 04-05 και 05-11, που προκαλούσαν πιεστικά φαινόμενα στον μηνιγγικό σάκο του νωτιαίου μυελού. Περαιτέρω, αποδεικνύεται ότι στις 20 Μαρτίου 2014, ο ενάγων εξετάσθηκε από ιατρό -ψυχίατρο, ο οποίος διέγνωσε ότι αυτός (ενάγων) πάσχει από ψυχοσύνδρομο με αγχώδεις και καταθλιπτικές εκδηλώσεις στα πλαίσια μετατραυματικού άγχους (stress), το οποίο κι επιβεβαιώθηκε και από δεύτερη ψυχιατρική εξέταση στις 29 Μαΐου 2014 στο Νοσοκομείο "Άγιος Παντελεήμων" και ακολούθως του συνεστήθη κατάλληλη αντικαταθλιπτική αγωγή με φάρμακα. Τέλος, στις 31 Μαρτίου 2014 ο ενάγων εξετάσθηκε εκ νέου από ιατρό - ορθοπεδικό, όπου μετά από αναφορά περί δυσκολίας ορθοστάτησης και βάδισης, του συνεστήθη η παράταση της μακροχρόνιας αναρρωτικής άδειας για έναν (1) ακόμη μήνα, έως και 30 Απριλίου 2014, όπως εμφαίνεται στην υπ' αριθμ. 306/2014 ιατρική γνωμάτευση του πραγματογνώμονα - ιατρού χειρούργου ορθοπεδικού, Σ. Σ., που ορίσθηκε με την 2342/2014 απόφαση του παρόντος Δικαστηρίου. Ο τελευταίος μάλιστα (ορισθείς πραγματογνώμονας από το παρόν Δικαστήριο - ιατρός χειρούργος ορθοπεδικός), αφού προέβη και ο ίδιος σε κλινική εξέταση του ενάγοντος διαπίστωσε ότι ο ενάγων παρουσιάζει χαμηλό σημείο Laseque Δ.40° περίπου, ΑΡ 55°, μυϊκή ισχύ ΑΡ κάτω άκρου 4/5, ότι τα επιγονάτια αντανακλαστικά εκλύονται ομότιμα, τα Αχείλια αντανακλαστικά εκλύονται ΑΡ νωθρά, ενώ παρουσιάζει αδυναμία πλήρους έκτασης του μεγάλου δακτύλου του ΑΡ άκρου ποδός, ως απότοκο της πίεσης της 05 νωτιαίας ρίζας καθώς και ότι βαδίζει χωλαίνοντας, χρησιμοποιώντας ενίοτε βακτηρία χειρός. Παράλληλα, διαπίστωσε ότι από τον παλαιότερο (πρώτο) απεικονιστικό έλεγχο της ΟΜΣΣ του ασθενούς (οσφύος) διαπιστώθηκε, η παρουσία τριών μικρών κηλών μεσοσπονδυλίων δίσκων στα διαστήματα 03-04-05 και 05-I εκφυλιστικής αιτιολογίας, ενώ στο έλεγχο που διενεργήθηκε στις 3-11-2014 διαπιστώθηκαν χρόνιες εκφυλιστικές αλλοιώσεις θώρακος - οσφύος, με αντίστοιχες στενώσεις μεσοσπονδυλίων διαστημάτων και πρόσθια οστεόφυτα, καθώς και μικρή σφηνοειδής παραμόρφωση του 012 σπονδύλου, απότοκος του παλιού συμπιεστικού κατάγματος του σπονδύλου. Έχοντας, αυτά υπόψη [...] (καταλήγει ο πραγματογνώμονας ιατρός) λόγω της φύσης της εργασίας του (οδηγός νταλίκας) - πολύωρη οδήγηση, άρση βάρους, πολύωρη καθιστική θέση με πίεση της οσφύος- δεν μπορούσε να εργασθεί για διάστημα δώδεκα (12) μηνών [...]. Εξάλλου, ο ενάγων από τη σε βάρος του, κατά τα άνω τελεσθείσα αδικοπραξία υπέστη και ηθική βλάβη, προς αποκατάσταση της οποίας δικαιούται εύλογης χρηματικής ικανοποιήσεως, το ποσό της οποίας, λαμβανομένου υπόψη όλων των περιστάσεων και ιδίως των συνθηκών υπό τις οποίες επισυνέβη το ένδικο ατύχημα, της βαρύτητας και του βαθμού της υπαιτιότητας του αρχικά πρώτου εναγομένου, οδηγού του Ι.Χ.Ε αυτοκινήτου, αλλά και της πολύ μεγάλης συνυπαιτιότητας του ενάγοντος στην πρόκληση του ένδικου τραυματισμού, κατά ποσοστό 80%, του είδους και της βαρύτητας του τραυματισμού αυτού και των εξ αυτού συνεπειών του, καθώς και της κοινωνικής και οικονομικής κατάστασης αυτού, δεδομένου ότι η ευθύνη της εναγομένης ασφαλιστικής εταιρείας είναι εγγυητική, πρέπει να καθορισθεί στο ποσό των 6.000 ευρώ, το οποίο κρίνεται εύλογο, μετά τη στάθμιση των παραπάνω, κατά νόμο, στοιχείων (ΑΚ 932) και σύμφωνα με τους κανόνες της ανθρώπινης εμπειρίας και λογικής, τη δικαστηριακή πρακτική και την κοινή περί δικαίου συνείδηση...". Με τις κρίσεις του αυτές το Εφετείο, προσδιορίζοντας ως εύλογη χρηματική ικανοποίηση του τραυματισθέντος κατά το ένδικο ατύχημα αναιρεσείοντος στο παραπάνω ποσό των έξι χιλιάδων (6.000) ευρώ, δεν παραβίασε την αρχή της αναλογικότητας ούτε υπερέβη τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας, δεδομένου ότι το ποσό αυτό, κατά την κοινή πείρα, την δικαστηριακή πρακτική και την συνείδηση για το δίκαιο, δεν υπολείπεται, και μάλιστα καταφανώς, εκείνων που συνήθως επιδικάζονται σε παρόμοιες περιπτώσεις χρηματικής ικανοποίησης, λαμβανομένης μάλιστα υπόψη και της, ανερχόμενης σε ποσοστό 80%, συνυπαιτιότητας του ιδίου στην επέλευση του ατυχήματος. Επομένως, ο δεύτερος, από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο ο ως άνω αναιρεσείων, με την επίκληση των διατάξεων των άρθρων 2 παρ. 1, 25 παρ. 1 του Συντάγματος και 932 του Α.Κ., αποδίδει στην προσβαλλομένη απόφαση την πλημμέλεια ότι, κατά παράβαση της αρχής της αναλογικότητας και καθ' υπέρβαση των ακραίων ορίων της διακριτικής του ευχέρειας, το Εφετείο, κατά την εφαρμογή των διατάξεων αυτών του ουσιαστικού δικαίου, επιδίκασε σ' αυτόν, για την προεκτεθείσα αιτία, το παραπάνω ποσό, το οποίο, όμως, είναι, κατ' αυτόν, δυσαναλόγως μικρό, σε σχέση με αυτά που επιδικάζονται σε ανάλογες περιπτώσεις, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 11 εδ. γ' του Κ.Πολ.Δ., συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 335, 338 έως 340 και 346 του ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει δικανική πεποίθηση για την βασιμότητα των πραγματικών ισχυρισμών των διαδίκων που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, οφείλει να λάβει υπόψη του τα αποδεικτικά μέσα που προσκομίστηκαν νόμιμα, είτε για άμεση απόδειξη είτε για συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, εφόσον γίνεται σαφής και ορισμένη επίκλησή τους από τον διάδικο. Καμία, ωστόσο, διάταξη νόμου δεν επιβάλλει την ειδική μνεία και την χωριστή αξιολόγηση καθενός από τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, αλλά αρκεί η γενική μνεία των κατ' είδος αποδεικτικών μέσων που ελήφθησαν υπόψη. Μόνο αν από τη γενική ή και ρητή ακόμη αναφορά, σε συνδυασμό με το περιεχόμενο της αποφάσεως, δεν προκύπτει, κατά τρόπο αναμφίβολο, ότι ελήφθη υπόψη κάποιο συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο, στοιχειοθετείται ο αναιρετικός αυτός λόγος (ΑΠ 816/2021, ΑΠ 696/2020, ΑΠ 614/2020, Α.Π. 731/2019). Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως, ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 11γ' του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., με την αιτίαση ότι δεν καθίσταται αδιαστίκτως βέβαιο ότι το Εφετείο, προκειμένου να σχηματίσει δικανική πεποίθηση περί της υπαιτιότητας των εμπλακέντων στο ένδικο ατύχημα οδηγών, έλαβε υπόψη την υπ' αριθμ. 9730/2015 αμετάκλητη ποινική απόφαση, από την οποία προκύπτει ότι αποκλειστικά υπαίτιος, για τον τραυματισμό αυτού (αναιρείοντος) κατά το ένδικο ατύχημα, είναι ο οδηγός του με αριθμό κυκλοφορίας ... αυτοκινήτου Γ. Σ., στον οποίο επιβλήθηκε ποινή φυλακίσεως οκτώ (8) μηνών. Από την επισκόπηση όμως της προσβαλλομένης αποφάσεως, στην οποία αναφέρεται ότι ελήφθησαν υπόψη όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα που νόμιμα επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, μεταξύ των οποίων και τα έγγραφα της σχηματισθείσας ποινικής δικογραφίας, σε συνδυασμό και με τις λοιπές παραδοχές και αιτιολογίες αυτής, καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο και δεν καταλείπεται καμία αμφιβολία ότι το Εφετείο, προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα ότι ο οδηγός του ανωτέρω αυτοκινήτου βαρύνεται με (συν)υπαιτιότητα για την επέλευση του ενδίκου ατυχήματος, έλαβε υπόψη και την, φερόμενη ως μη ληφθείσα υπόψη, ως άνω ποινική απόφαση, παρότι δεν την μνημονεύει ειδικά, ούτε την αξιολογεί χωριστά, εφόσον άλλωστε δεν είχε ειδική προς τούτο υποχρέωση, σύμφωνα με όσα έχουν εκτεθεί στην προηγούμενη νομική σκέψη. Εξ άλλου, ο ίδιος ως άνω λόγος της αναιρέσεως, κατά το μέρος που με αυτόν υποστηρίζεται ότι, εάν το δικαστήριο συνεκτιμούσε ορθώς την ως άνω ποινική απόφαση με τις λοιπές αποδείξεις, θα κατέληγε σε διαφορετικό πόρισμα, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, διότι υπό την επίκληση πλημμέλειας από τον αριθμό 11 περ. γ' του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., πλήττει την ανέλεγκτη εκτίμηση πραγματικών περιστατικών από το δικαστήριο της ουσίας (άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ). Συνεπώς, ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι απορριπτέος, ως αβάσιμος. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων, λόγω της ήττας του, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης, η οποία κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα της τελευταίας (άρθρα 176, 180, 183, 189 παρ. 1, 191 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό. Επίσης, πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος από τον αναιρεσείοντα παραβόλου, λόγω της ήττας του, στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δ., όπως ισχύει και εφαρμόζεται στην παρούσα υπόθεση μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015, που ισχύει, κατ' άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ. 2 και 4 αυτού, για τα ένδικα μέσα που κατατίθενται από 1.1.2016). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 30-10-2019 (αρ. κατ. 10254/987/2019) αίτηση για αναίρεση της 5187/2018 τελεσίδικης αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος από τον αναιρεσείοντα παραβόλου στο δημόσιο ταμείο. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία καθορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 16 Δεκεμβρίου 2022. ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 21 Ιουλίου 2023. H ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ