Αριθμός 1456/2013 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Z' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ Συγκροτήθηκε από τους δικαστές: Σπυρίδωνα Μιτσιάλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιωάννη Γιαννακόπουλο και Πάνο Πετρόπουλο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ιωάννη Σακελλάκου (γιατί κωλύεται η Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα. Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 20 Νοεμβρίου 2013, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Ι. Χ. του Β., κατοίκου ..., που δεν παραστάθηκε περί αναιρέσεως του υπ' αριθμ. 31/2000 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Θράκης. Το Συμβούλιο Εφετών Θράκης, με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 10 Οκτωβρίου 2013 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1232/13. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Ιωάννης Σακελλάκος εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Βασιλείου Πλιώτα με αριθμό και ημερομηνία 235/14.11.2013, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: "Εισάγω, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 476 παρ.1 και 513 παρ.1 στοιχ. α' του ΚΠΔ, την με αριθμό εκθέσεως 55/2013 αίτηση αναιρέσεως του Ι. Χ. του Β., διωκομένου και δηλούντος, στην ταχυδρομικώς αποσταλείσα δήλωση αναιρέσεως του, ως κατοίκου ..., στρεφόμενη κατά του με αριθμό 31/2000 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Θράκης, που εκδόθηκε στις 11.2.2000 και εκθέτω τα ακόλουθα: Με τη διάταξη του άρθρου 308 παρ.ΐεδ.γ του ΚΠΔ, όπως αντικ. με το άρθρο 15 παρ.1 ν.3904/2010, ορίζεται ότι στα εγκλήματα που προβλέπονται από το άρθρο 1 του ν. 1608/50, η περάτωση της κυρίας ανακρίσεως κηρύσσεται από το συμβούλιο των εφετών με βούλευμα. Για το σκοπό αυτόν η δικογραφία διαβιβάζεται αμέσως μετά την τελευταία ανακριτική πράξη στον εισαγγελέα εφετών, ο οποίος, αν κρίνει ότι η ανάκριση δεν χρειάζεται συμπλήρωση, μέσα σε δύο μήνες, ή εάν η φύση της υπόθεσης το επιβάλλει μέσα σε τρεις μήνες, την εισάγει με πρόταση του στο συμβούλιο εφετών, το οποίο αποφαίνεται αμετακλήτως, είτε να μη γίνει κατηγορία είτε εκδίδοντας παραπεμπτικό βούλευμα, ακόμη και για τα συναφή πλημμελήματα ή κακουργήματα, ανεξαρτήτως της βαρύτητας των τελευταίων ή εάν γι' αυτά προβλέπεται διαφορετικός τρόπος περάτωσης της ανάκρισης και όταν από την έρευνα της ουσίας της υπόθεσης κρίνει ότι δεν θεμελιώνεται προβλεπόμενο από το άρθρο 1 του ν. 1608/1950 έγκλημα. Από τη διάταξη αυτή σαφώς προκύπτει ότι κατά των παραπεμπτικών βουλευμάτων για εγκλήματα που προβλέπονται από το άρθρο 1 του ν. 1608/50 και εκδόθηκαν κατά την οριζόμενη στην διάταξη αυτή διαδικασία δεν επιτρέπεται στον κατηγορούμενο το ένδικο μέσο της αναιρέσεως και ότι ο περιορισμός αυτός καταλαμβάνει όχι μόνο τα αμιγώς παραπεμπτικά βουλεύματα, αλλά και εκείνα τα οποία μαζί με την παραπεμπτική διάταξη περιέχουν και απαλλακτικές υπέρ του κατηγορουμένου διατάξεις και αυτό λόγω του σκοπού του νόμου, ο οποίος είναι η ταχεία περαίωση των υποθέσεων αυτών που αφορούν κατάχρηση δημοσίου χρήματος (ΑΠ 221/2011, ΑΠ 1262/2011, ΑΠ 1440/2012). Ήδη το άρθρο 482 ΚΠΔ, το οποίο καθόριζε τις περιπτώσεις που ο κατηγορούμενος είχε δικαίωμα ασκήσεως αναίρεσης κατά βουλεύματος, καταργήθηκε με το άρθρο 34 εδ. γ' του ν. 3904/2010, που ισχύει από της δημοσιεύσεως του στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως κατά το άρθρο 38 αυτού (ΦΕΚ 218 Α/23.12.2010), του απαραδέκτου, όμως της προκειμένης αναιρέσεως, και κατά τα ως έπεται εδραζομένου, στην απαγόρευση από το άρθρο 1 ν. 1608/50, όπως ίσχυε και πριν την τροποποίηση του και όχι στην προβλεφθείσα με την αναφερομένη διάταξη του άρθρου 34 εδ.γ. του ν. 3904/2010,κατάργηση του άρθρου 482 ΚΠΔ, αφού κατά την απορρέουσα από το άρθρο 596 ΚΠΔ αρχή, το παραδεκτό των ενδίκων μέσων κρίνεται, σύμφωνα με το νόμο που ισχύει κατά το χρόνο δημοσίευσης-έκδοσης αυτών (Ολ.ΑΠ 1282/92) και το προσβαλλόμενο βούλευμα εκδόθηκε στις 11.2.2000, πριν δηλαδή την κατάργηση του άρθρου 482 ΚΠΔ. Εξάλλου , με το άρθρο 6 παρ.1 της Ευρωπαϊκής Συμβάσεως για την προάσπιση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ), η οποία κυρώθηκε με το ΝΔ 53/1974 και έχει υπερνομοθετική ισχύ (άρθρο 28 παρ.1 του Συντάγματος), αναγνωρίζεται στον κατηγορούμενο δικαίωμα για δίκαιη δίκη, στην έννοια της οποίας περιλαμβάνεται και το δικαίωμα προσβάσεως στο δικαστήριο. Το ίδιο δικαίωμα αναγνωρίζεται και από το άρθρο 20 παρ.1 του Συντάγματος, κατά το οποίο "καθένας έχει δικαίωμα στην παροχή έννομης προστασίας από τα δικαστήρια και μπορεί να αναπτύξει σ' αυτά τις απόψεις του για τα δικαιώματα ή τα συμφέροντα του, όπως νόμος ορίζει". Ο κοινός νομοθέτης δεν κωλύεται να θεσπίζει προϋποθέσεις και περιορισμούς στην άσκηση ενδίκου μέσου, αρκεί αυτοί και οι συνέπειες που επισύρει η παράβαση τους να μην είναι υπέρμετροι σε σημείο ώστε να αναιρούν την ελεύθερη πρόσβαση στο δικαστήριο ή να αντιβαίνουν στην αρχή της αναλογικότητας, πράγμα που συμβαίνει, όταν η προβλεπόμενη από το νόμο κύρωση είναι στη συγκεκριμένη περίπτωση δυσανάλογη προς την παράβαση της διατάξεως του νόμου. Η αρχή αυτή αναγνωρίζεται ήδη με το άρθρο 25 παρ.1 εδ. β' του Συντάγματος (όπως το άρθρο αυτό ισχύει από 18.4.2001, μετά την αναθεώρηση από τη Ζ' Αναθεωρητική Βουλή των Ελλήνων), κατά το οποίο οι κάθε είδους περιορισμοί, που μπορούν να επιβληθούν στα δικαιώματα του ανθρώπου ως ατόμου και ως μέλους του κοινωνικού συνόλου, πρέπει να προβλέπονται είτε απευθείας από το Σύνταγμα, είτε από το νόμο, εφόσον υπάρχει επιφύλαξη υπέρ αυτού, και να σέβονται την αρχή της αναλογικότητας. Ο αποκλεισμός δε, στην ανωτέρω περίπτωση, του δικαιώματος της ασκήσεως από τον κατηγορούμενο του ενδίκου μέσου της αναιρέσεως, στο πρόωρο αυτό στάδιο της προδικασίας, κατά του βουλεύματος, που αποφαίνεται μόνο για την παραπομπή του σε δίκη, δεν αντίκειται στο άρθρο 6 παρ.1 της ΕΣΔΑ, γιατί το δικαίωμα προσβάσεως του κατηγορουμένου ενώπιον του δικαστηρίου έχει πλήρως εξασφαλισθεί αφού, ακόμη και στο στάδιο της προδικασίας, παρέχεται σ'αυτόν ανεμπόδιστα η δυνατότητα να προσφύγει στο αρμόδιο δικαστικό συμβούλιο και να υποβάλει τις αντιρρήσεις του ή τα αιτήματα του σε θέματα που ανακύπτουν στη διάρκεια της ανάκρισης ή να ζητήσει την κήρυξη ακυρότητας πράξεων της προδικασίας (άρθρα 171 παρ.1, 285 ΚΠΔ). Έτσι, με τη θέσπιση των διατάξεων αυτών έχει εξασφαλιστεί στο στάδιο αυτό το δικαίωμα προσβάσεως στη δικαιοσύνη, που καθιερώνεται στο πιο πάνω άρθρο 6 παρ.1 της ΕΣΔΑ, το οποίο, όμως, δεν καθιερώνει παραλλήλως υποχρέωση του εθνικού νομοθέτη για τη θέσπιση και ενδίκων μέσων υπέρ του κατηγορουμένου. Μεταξύ των εγκλημάτων του άρθρου 1 ν. 1608/1950 είναι και το προβλεπόμενο από το άρθρο 386 του ΠΚ έγκλημα, εφόσον στρέφεται κατά του δημοσίου ή των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου ή κατά άλλου νομικού προσώπου, εκ των αναφερομένων στο άρθρο 263Α του ΠΚ. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 476 παρ.1 του ΚΠΔ, όπως ισχύει μετά την αντικατάσταση του από το άρθρο 2 παρ. 18 του Ν. 2408/1996, όταν το ένδικο μέσο ασκήθηκε, εκτός των άλλων περιπτώσεων και εναντίον βουλεύματος για το οποίο δεν προβλέπεται , όπως είναι το αμετάκλητο βούλευμα, το δικαστικό συμβούλιο ή το δικαστήριο (σε συμβούλιο), που είναι αρμόδιο να κρίνει σχετικά, ύστερα από πρόταση του Εισαγγελέα και αφού ακούσει τους διαδίκους που εμφανισθούν, κηρύσσει απαράδεκτο το ένδικο μέσο και διατάσσει την εκτέλεση του βουλεύματος που έχει προσβληθεί και την καταδίκη στα έξοδα εκείνου που άσκησε το ένδικο μέσο. Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων, παραπέμφθηκε, μαζί με άλλους κατηγορουμένους, με το προσβαλλόμενο βούλευμα στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Θράκης προκειμένου να δικαστεί για, α)για απάτη κατ' εξακολούθηση, από την οποία το όφελος που πέτυχε ο δράστης, με αντίστοιχη ζημία του Δημοσίου υπερβαίνει το ποσό των 150.000 ευρώ, υπό τις επιβαρυντικές περιστάσεις τελέσεως της πράξεως επί μακρόν και της ιδιαίτερα μεγάλης ζημίας του δημοσίου και 2) δωροδοκία (άρθρα 94 παρ.1, 98, 235, 386παρ.1 και 3 του ΠΚ, σε συνδ. με άρθρο 1 του Ν. 1608/1950). Συνεπώς, αφού στην προκειμένη περίπτωση ο αναιρεσείων παραπέμφθηκε κατά την προαναφερόμενη διαδικασία για έγκλημα που προβλέπεται από το άρθρο 1 του Ν. 1608/1950, όπως ισχύει σήμερα , η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως ασκήθηκε κατά βουλεύματος για το οποίο δεν προβλέπεται η άσκηση ενδίκου μέσου από τον κατηγορούμενο και πρέπει, ακολούθως, ν' απορριφθεί ως απαράδεκτη και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρα 476 παρ.1 και 583παρ.1 του ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Προτείνω: Ν' απορριφθεί ως απαράδεκτη η με αριθμό εκθέσεως 55/2013 αίτηση αναιρέσεως του Ι. Χ. του Β. , διωκομένου και δηλούντος, στην ταχυδρομικώς αποσταλείσα δήλωση αναιρέσεως του, ως κατοίκου ..., κατά του με αριθμό 31/2000 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Θράκης και Να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα, των διακοσίων πενήντα (250) ευρώ. Αθήνα 7.11.2013 Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Βασίλειος Η.Πλιώτας" Αφού άκουσε Τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε, και αφού διαπιστώθηκε από την επί του φακέλου της δικογραφίας σημείωση του Γραμματέα της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου, ότι ειδοποιήθηκε, νομίμως και εμπροθέσμως ο αναιρεσείων σύμφωνα με το άρθρο 273 παρ. 1ε ΚΠΔ. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά τη διάταξη της παρ. 1 εδ. γ' και δ' του άρθρου 308 του ΚΠοινΔ, όπως ισχύει μετά τον ν. 3904/2010: "Στα εγκλήματα που προβλέπονται από το άρθρο 1 του ν. 1608/1950, η περάτωση της κυρίας ανάκρισης κηρύσσεται από το συμβούλιο των εφετών με βούλευμα. Για το σκοπό αυτόν η δικογραφία διαβιβάζεται αμέσως μετά την τελευταία ανακριτική πράξη στον εισαγγελέα εφετών, ο οποίος, αν κρίνει ότι η ανάκριση δεν χρειάζεται συμπλήρωση, μέσα σε δύο μήνες, ή εάν η φύση της υποθέσεως το επιβάλλει μέσα σε τρεις μήνες, την εισάγει με πρόταση του στο συμβούλιο εφετών, το οποίο αποφαίνεται αμετακλήτως, είτε να μη γίνει κατηγορία, είτε εκδίδοντας παραπεμπτικό βούλευμα, ακόμη και για τα συναφή πλημμελήματα ή κακουργήματα, ανεξαρτήτως της βαρύτητας των τελευταίων αυτών ή εάν γι' αυτά προβλέπεται διαφορετικός τρόπος περάτωσης της ανάκρισης ...". Από τη διάταξη αυτή, η οποία αποσκοπεί στην ταχεία περάτωση των προβλεπομένων στον άνω νόμο εγκλημάτων, σαφώς προκύπτει ότι αν διενεργηθεί κυρία ανάκριση για κακούργημα από τα αναφερόμενα στο άρθρο 1 του ν. 1608/1950, η οποία περατώθηκε με παραπεμπτικό βούλευμα του συμβουλίου των εφετών, δεν επιτρέπεται να ασκηθεί το ένδικο μέσο της αναιρέσεως κατά του βουλεύματος αυτού, και για οποιοδήποτε άλλο έγκλημα που συμπίπτει ως προς την παραπομπή με το άνω κακούργημα, είτε βαρύτερο, είτε ελαφρότερο. Η στέρηση του δικαιώματος αυτού δεν αντίκειται στο άρθρο 6 παρ. 7 της "Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου" (ΕΣΔΑ) (που εκυρώθη με το ν.δ. 53/1974 και έχει κατά το άρθρο 28 παρ.1 του Συντάγματος υπερνομοθετική ισχύ), το οποίο καθιερώνει το δικαίωμα ακώλυτου προσβάσεως στη δικαιοσύνη, διότι το τοιούτο δικαίωμα του κατηγορουμένου ενώπιον του δικαστηρίου εξασφαλίζεται πλήρως, αφού παρέχεται σ' αυτόν ανεμπόδιστα η δυνατότης να προσφύγει στο αρμόδιο δικαστήριο και να υποβάλει τα αιτήματα και τις αντιρρήσεις του, ούτε αντίκειται στο άρθρο 2 του εβδόμου πρωτοκόλλου αυτής (ΕΣΔΑ) (ν. 1705/1987) ούτε στο άρθρο 14 παρ. 5 του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα (ν. 2462/1997) δεδομένου ότι οι διατάξεις αυτές, αναφέρονται στο δικαίωμα επανεξετάσεως από ανώτερο δικαστήριο της καταδικαστικής αποφάσεως ή της αποφάσεως με την οποίαν επεβλήθη ποινή στον κατηγορούμενο. Τέλος η άνω απαγόρευση δεν αντίκειται ούτε στα άρθρα 4 παρ. 1, 8 εδ. α', 20 παρ. 1 και 25 παρ. 1 του Συντάγματος, αφού οι δικονομικές αυτές διατάξεις ως αυτή του άρθρου 300 παρ.1 του ΚΠοινΔ, αποτελούν νόμους δημοσίου χαρακτήρος, που εκφράζουν άμεσα γενικά και δημόσια συμφέροντα και, εκτός εναντίας διατάξεως, έχουν άμεση από της ισχύος των εφαρμογή. Περαιτέρω κατά το άρθρο 476 παρ.1 του ΚΠοινΔ, όπως ισχύει μετά τον ν. 2408/1996 "όταν το ένδικο μέσο ασκήθηκε από πρόσωπο που δεν είχε το δικαίωμα ή εναντίον απόφασης ή βουλεύματος για τα οποία δεν προβλέπεται ή σε κάθε άλλη περίπτωση που ο νόμος ρητά προβλέπει ότι το ένδικο μέσο είναι απαράδεκτο το δικαστικό συμβούλιο ή το δικαστήριο (ως συμβούλιο) που είναι αρμόδιο να κρίνει σχετικά, ύστερα από πρόταση του εισαγγελέα και αφού ακούσει τους διαδίκους που εμφανιστούν, κηρύσσει απαράδεκτο το ένδικο μέσο και διατάσσει την εκτέλεση της απόφασης ή του βουλεύματος που έχει προσβληθεί και την καταδίκη στα έξοδα εκείνου που άσκησε το ένδικο μέσο". Από την τελευταία αυτή διάταξη προκύπτει ότι οι προαναφερθείσες περιπτώσεις που αυτή προβλέπει, όπως όταν το ένδικο μέσο ασκήθηκε εναντίον αποφάσεως ή βουλεύματος για το οποίο δεν προβλέπεται, ισοτίμως ή κατά τρόπο μη προσήκοντα, επάγονται την ίδια έννομη συνέπεια, την απόρριψη δηλαδή του ενδίκου μέσου, ως απαραδέκτου, χωρίς, ήτοι, να είναι ανάγκη να ερευνηθεί προηγουμένως εάν συντρέχει άλλη περίπτωση απαραδέκτου από τις αναφερόμενες στη διάταξη αυτή (ΟλΑΠ 6/2005 σε Συμβ.). Κατ' άρθρο 513 παρ. 1 του ΚΠοινΔ, αν υπάρχει περίπτωση απαραδέκτου κατά το άρθρο 476, το δικαστήριο του Αρείου Πάγου απορρίπτει την αίτηση αναιρέσεως ως απαράδεκτη, κατά δε τη διάταξη του άρθρου 476 παρ. 1 του ΚΠοινΔ, όπως ισχύει μετά την αντικατάσταση του από το άρθρο 2 παρ. 18 του ν. 2408/1996, όταν το ένδικο μέσο ασκήθηκε, εκτός των άλλων περιπτώσεων και εναντίον βουλεύματος για το οποίο δεν προβλέπεται, όπως είναι το αμετάκλητο βούλευμα, το δικαστικό συμβούλιο ή το δικαστήριο (σε συμβούλιο), που είναι αρμόδιο να κρίνει σχετικά, ύστερα από πρόταση του Εισαγγελέα και αφού ακούσει τους διαδίκους που εμφανισθούν, κηρύσσει απαράδεκτο το ένδικο μέσο και διατάσσει την εκτέλεση του βουλεύματος που έχει προσβληθεί και την καταδίκη στα έξοδα εκείνου που άσκησε το ένδικο μέσο. Στην προκειμένη περίπτωση με το προσβαλλόμενο υπ' αριθμ. 31/2000 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Θράκης, που εκδόθηκε στις 11.2.2000, ο αναιρεσείων, παραπέμφθηκε, μαζί με άλλους κατηγορουμένους, με το προσβαλλόμενο βούλευμα στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Θράκης προκειμένου να δικασθεί για, α) για απάτη κατ' εξακολούθηση, από την οποία το όφελος που πέτυχε ο δράστης, με αντίστοιχη ζημία του Δημοσίου υπερβαίνει το ποσό των 150.000 ευρώ, υπό τις επιβαρυντικές περιστάσεις τελέσεως της πράξεως επί μακρόν και της ιδιαίτερα μεγάλης ζημίας του δημοσίου και 2) δωροδοκία (άρθρα 94 παρ. 1, 98, 235, 386 παρ.1 και 3 του ΠΚ, σε συνδ. με άρθρο 1 του Ν. 1608/1950). Συνεπώς, αφού στην προκειμένη περίπτωση ο αναιρεσείων παραπέμφθηκε κατά την προαναφερόμενη διαδικασία για έγκλημα που προβλέπεται από το άρθρο 1 του Ν. 1608/1950, όπως ισχύει σήμερα, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως ασκήθηκε κατά βουλεύματος για το οποίο δεν προβλέπεται η άσκηση ενδίκου μέσου από τον κατηγορούμενο και είναι απαράδεκτη. Και ναι μεν, το άρθρο 482 ΚΠοινΔ, το οποίο καθόριζε τις περιπτώσεις που ο κατηγορούμενος είχε δικαίωμα ασκήσεως αναιρέσεως κατά βουλεύματος, καταργήθηκε με το άρθρο 34 εδ. γ' του ν. 3904/2010, που ισχύει από της δημοσιεύσεως του νόμου αυτού στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως κατά το άρθρο 38 αυτού (ΦΕΚ 218 Α/23.12.2010), το απαράδεκτο, όμως της προκειμένης αιτήσεως αναιρέσεως, εδράζεται μόνον στην απαγόρευση εκ του 308 παρ. 1 εδ. γ του ΚΠοινΔ, όπως αντικ. με το άρθρο 15 παρ. 1 ν. 3904/2010, και όχι στην προβλεφθείσα με την του άρθρου 34 εδ. γ του ν. 3904/2010, κατάργηση του άρθρου 482 ΚΠοινΔ, αφού κατά την απορρέουσα από το άρθρο 596 ΚΠοινΔ αρχή, το παραδεκτό των ενδίκων μέσων κρίνεται, σύμφωνα με το νόμο που ισχύει κατά το χρόνο δημοσιεύσεως-εκδόσεως αυτών (ΟλΑΠ 1282/92) και το προσβαλλόμενο βούλευμα εκδόθηκε στις 11-2-2000, πριν δηλαδή την κατάργηση του άρθρου 482 του ΚΠοινΔ. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει, μετά και την ειδοποίηση του αναιρεσείοντος (κατ' αρθρ. 273 παρ. 1 ε του ΚΠοινΔ), κατά την επί του φακέλου σχετική σημείωση του αρμοδίου γραμματέως, να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση ως απαράδεκτη και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρα 476 παρ.1 και 583 παρ.1 ΚΠοινΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Κηρύσσει απαράδεκτη την με αριθμό εκθέσεως 55/2013 αίτηση αναιρέσεως του Ι. Χ. του Β., διωκομένου και δηλούντος, στην ταχυδρομικώς αποσταλείσα δήλωση αναιρέσεως του, ως κατοίκου ..., στρεφόμενη κατά του με αριθμό 31/2000 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Θράκης. Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 21 Νοεμβρίου 2013. Και Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 26 Νοεμβρίου 2013. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ