Αριθμός 1756/2007 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ΄ Ποινικό Τμήμα - Σε Συμβούλιο Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Σαραντινό, Αντιπρόεδρο, Μιχαήλ Δέτση-Εισηγητή και Αιμιλία Λίτινα, Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανασίου Κονταξή, (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα. Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 22 Μαΐου 2007, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου: Χ1, περί αναιρέσεως του υπ' αριθμ. 1770/2006 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Με πολιτικώς ενάγοντα τον Ψ2. Το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 12 Δεκεμβρίου 2006 αίτησή του αναιρέσεως, που καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 89/2007. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Αθανάσιος Κονταξής, εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Παναγιώτη Καίσαρη, με αριθμό 154/13-4-2007, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: Εισάγω κατ'άρθρο 485 § 1 Κ.Π.Δ. την υπ'αρ.170/12-12-06 αίτηση αναίρεσης του Χ1, κατά του υπ'αριθ.1770/2006 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών και εκθέτω τα εξής : Α) Με το προσβαλλόμενο βούλευμα απορρίφθηκε κατ'ουσία (και εν μέρει έγινε δεκτή) η υπ'αρ. 916/2001 έφεση του τώρα αναιρεσείοντος κατά του υπ'αρ. 4050/2001 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, με το οποίο παραπέμφθηκε αυτός στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου (Κακουργημάτων) Αθηνών για υπεξαίρεση κατ΄εξακολούθηση αντικειμένου ιδιαίτερα μεγάλης αξίας που το είχαν εμπιστευθεί στον υπαίτιο λόγω της ιδιότητάς του ως εντολοδόχου και επικυρώθηκε (με κάποιες τροποποιήσεις) το πρωτόδικο βούλευμα. Β) Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε εμπρόθεσμα και νομότυπα από πρόσωπο δικαιούμενο προς τούτο και κατά βουλεύματος υποκείμενου σε αναίρεση σύμφωνα με τα άρθρα 473 §1, 474 και 482 παρ.1 & 3 Κ.Π.Δ., με την ως άνω από 12-12-2001 δήλωση του αναιρεσείοντος στο Γραμματέα του Εφετείου Αθηνών, για την οποία συντάχθηκε η υπ'αρ. 170/2006 έκθεση αναίρεσης, ενώ το προσβαλλόμενο βούλευμα του είχε επιδοθεί την 4-12-2006 και είναι τυπικά δεκτή. Πρέπει να σημειωθεί εδώ ότι το προσβαλλόμενο βούλευμα εκδόθηκε έπειτα από αναίρεση του προηγούμενου υπ΄αρ. 3165/2004 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών με την υπ΄αρ. 615/2006 απόφαση του Αρείου Πάγου (σε Συμβούλιο) και για τους λόγους που αναφέρονται σ΄αυτήν. Με το υπό κρίση ένδικο μέσο ο αναιρεσείων προβάλλει ως λόγους αναίρεσης α) την έλλειψη αιτιολογίας, β) την εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης και γ) την απόλυτη ακυρότητα (άρ. 484 § 1 εδ. α΄, β΄ και δ΄ Κ.Π.Δ). Γ) Έλλειψη της ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας στο παραπεμπτικό βούλευμα, που απαιτείται κατ'άρ.93§3 Συντάγματος και 139 Κ.Π.Δ., υπάρχει, όταν δεν εκτίθενται σ'αυτό με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που συγκροτούν την πράξη που αποδίδεται στον κατηγορούμενο, τ'αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε το Συμβούλιο τα περιστατικά αυτά και οι νομικοί συλλογισμοί με τους οποίους έκρινε τούτο ότι υπάρχουν σοβαρές ενδείξεις για την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο, για την οποία ασκήθηκε ποινική δίωξη, ενώ Δ) εσφαλμένη μεν ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διάταξης, ιδρύουσα λόγον αναιρέσεως, υπάρχει, όταν το Συμβούλιο αποδίδει στη διάταξη διαφορετική έννοια από αυτήν που πράγματι έχει, εσφαλμένη δε εφαρμογή, όταν δεν υπάγει ορθώς σ'αυτήν τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ως προκύψαντα από τις αποδείξεις, καθώς και όταν η σχετική διάταξη παραβιάζεται εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει, όταν έχουν εμφιλοχωρήσει στο βούλευμα κατά την έκθεση και ανάπτυξη των περιστατικών ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος περί της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε το βούλευμα δεν έχει νόμιμη βάση (Α.Π.252/04 και 2200/02, Π.Χ. ΝΓ/762). E) Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το προσβαλλόμενο βούλευμα, το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με μνεία, όλων κατ'είδος, των αποδεικτικών μέσων που έλαβε υπόψη του, δέχθηκε ότι προέκυψαν τα εξής πραγματικά περιστατικά : Ο μηνυτής, Χ1, και ο κατηγορούμενος, Ψ1, υπήρξαν από πολλά έτη γνωστοί και ασφαλιστές των ασφαλιστικών εταιρειών "GENERALI" ο πρώτος και της "ALLIANZ" ο δεύτερος, διατηρώντας παράλληλα και ασφαλιστικά γραφεία στην Αθήνα (...........) και στη .........., αντίστοιχα. Τον Οκτώβριο 1997, μετά από σχετική πρόταση του κατηγορουμένου, έγινε μεταξύ αυτών άτυπη συμφωνία συνεργασίας, κατά την οποία ο κατηγορούμενος θα μετέφερε μέρος της δικής του πελατείας μέσω του μηνυτή στην ασφαλιστική εταιρεία (GENERALI), της οποίας τα ασφάλιστρα ήταν πολύ χαμηλότερα από εκείνα της "ALLIANZ". Ειδικότερα, συμφωνήθηκε να μεσολαβεί ο κατηγορούμενος στην σύναψη ασφαλιστικών συμβολαίων πελατών του στο όνομα του μηνυτή ως ασφαλιστικού πράκτορα της "GENERALI" και να εισπράττει κατ' εντολή και για λογαριασμό του μηνυτή τα ασφάλιστρα, τα οποία όφειλε να αποδίδει στον μηνυτή με τη λήξη κάθε μήνα είσπραξης τους, αφού προηγουμένως αφαιρέσει την προμήθεια του, η οποία είχε συμφωνηθεί στο σύνολο της προμήθειας που λάμβανε ο μηνυτής από την "GENERALI" για τα δύο πρώτα έτη της συνεργασίας τους και στο μισό αυτής για τα επόμενα δύο έτη, ενώ για το εφεξής χρονικό διάστημα ο κατηγορούμενος δεν θα λάμβανε κανένα ποσό και οι ασφαλιζόμενοι θα εντάσσονταν πλέον στην πελατεία του μηνυτή. Η συνεργασία μεταξύ μηνυτή και κατηγορουμένου διακόπηκε τον Νοέμβριο 1998 με καταγγελία της σύμβασης από τον πρώτο λόγω αντισυμβατικής συμπεριφοράς του δευτέρου, ο οποίος δεν απέδιδε τα ασφάλιστρα κατά τα συμφωνημένα, αλλά παρακρατούσε το μεγαλύτερο μέρος τους με σκοπό παράνομης ιδιοποίησης. Ειδικότερα κατά τη χρονική περίοδο από τον Νοέμβριο 1997 μέχρι τον Νοέμβριο 1998 ο κατηγορούμενος μεσολάβησε για τη σύναψη των ασφαλιστικών συμβολαίων που αναφέρονται στους πίνακες που ακολουθούν και εισέπραξε τα (μικτά) ασφάλιστρα που αναφέρονται σ' αυτούς, επιμεριζόμενα περαιτέρω σε καθαρά ασφάλιστρα και ανάλογη προμήθεια. Στο σημείο αυτό εκτίθενται στο βούλευμα (εκ 13 σελίδων) πίνακες των αναλυτικών ποσών από Οκτώβριο 1997 έως και Νοέμβριο 1998. Δηλαδή εισέπραξε ο κατηγορούμενος ως (μικτά) ασφάλιστρα, ανά μήνα και συνολικά, τα ποσά που αναφέρονται στον αμέσως παρακάτω πίνακα, αναλυόμενα περαιτέρω σε καθαρά ασφάλιστρα και σε οφειλόμενη προμήθεια. ΜΗΝΑΣΣΥΝΟΛΟ ΚΑΘΑΡΩΝΣΥΝΟΛΟ ΜΙΚΤΩΝΣΥΝ.ΠΡΟΜΗΘ. ΟΚΤΩΒΡΙΟΣ 1997 867.937 989.980122.043ΝΟΕΜΒΡΙΟΣ 19971.135.4471.302.873167.426ΔΕΚΕΜΒΡΙΟΣ 19971.446.7871.707.652260.865ΙΑΝΟΥΑΡΙΟΣ 19982.812.4183.444.185631.767ΦΕΒΡΟΥΑΡΙΟΣ 19981.136.6341.304.747168.133ΜΑΡΤΙΟΣ 19981.428.5201.605.501176.981ΑΠΡΙΛΙΟΣ 19981.067.8351.241.689173.854ΜΑΙΟΣ 19983.115.0523.550.018434.966ΙΟΥΝΙΟΣ 19981.167.8131.362.777194.964ΙΟΥΛΙΟΣ 19981.113.4681.284.856171.338ΑΥΓΟΥΣΤΟΣ 1998 587.664 664.766 77.102. ΣΕΠΤΕΜΒΡΙΟΣ 1998 205.733 250.928 45.195ΝΟΕΜΒΡΙΟΣ 1998 7.225 8.056 831ΣΥΝΟΛΑ: 16.092.53318.718.0282.625.465 Από το συνολικό ποσό των 18.718.028 δρχ. που εισέπραξε ο κατηγορούμενος απέδωσε με τμηματικές καταβολές μόνο το ποσό των 6.475.901 δρχ., όπως οι καταβολές αυτές καταχωρούνται στον παρακάτω πίνακα. ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ ΠΛΗΡΩΜΗΣεισπραχθένταΠΛΗΡΩΜΗ 30-04-98 865.000ΠΛΗΡΩΜΗ 28-05-981.077.547ΠΛΗΡΩΜΗ 29-06-981.000.000ΠΛΗΡΩΜΗ 09-07-98 400.000ΠΛΗΡΩΜΗ 30-07-982.000.000ΠΛΗΡΩΜΗ 30-07-981.000.000ΠΛΗΡΩΜΗ 28-09-98 133.354ΣΥΝΟΛΑ: 6.475.901 Με βάση τα παραπάνω στοιχεία, ο κατηγορούμενος όφειλε (αφού αφαιρέσει τη συμφωνημένη προμήθεια από τα μικτά ασφάλιστρα) να αποδίδει στον μηνυτή με τη λήξη του αντίστοιχου μήνα (είσπραξης) τα εξής ποσά καθαρών ασφαλίστρων : ΟΚΤΩΒΡΙΟΣ 1997 867.937 (989.980 -122.043) δρχ. ΝΟΕΜΒΡΙΟΣ 1997 1.135.447 (1.302.873 -167.426) δρχ. ΔΕΚΕΜΒΡΙΟΣ 1997 1.446.787 (1.707.652 -260.865) δρχ. ΙΑΝΟΥΑΡΙΟΣ 1998 2.812.418 (3.444.185-δρχ. ΦΕΒΡΟΥΑΡΙΟΣ 1998 1.136.634 (1.304.767 -δρχ. ΜΑΡΤΙΟΣ 1998 1.428.520 (1.605.501 -δρχΑΠΡΙΛΙΟΣ 1998 1.067.835 (1.241.689 -173.854) δρχ. ΜΑΙΟΣ 1998 3.115.052 (3.550.018-434.966) δρχ. ΙΟΥΝΙΟΣ 1998 1.167.813 (1.362.777-194.944) δρχ. ΙΟΥΛΙΟΣ 1998 1.113.468 (1.284.856-171.388) δρχ. ΑΥΓΟΥΣΤΟΣ 1998 587.664 (664.766 -77.102) δρχ. Σημειώνεται εδώ ότι σχετικά με τα ποσά ασφαλίστρων, τα οποία ήταν αποδοτέα με τη λήξη των μηνών Σεπτεμβρίου 1998 (205.733 δρχ.) και Νοεμβρίου 1998 (7.225 δρχ.) και τα οποία φέρεται ότι ιδιοποιήθηκε παράνομα ο κατηγορούμενος, παύτηκε οριστικά η ποινική δίωξη λόγω παραγραφής (κρίθηκε ότι ως προς τις σχετικές μερικότερες πράξεις δεν στοιχειοθετείται υπεξαίρεση κακουργηματικής μορφής) με το 3165/2004 βούλευμα, το οποίο δεν προσβλήθηκε και συνεπώς δεν αναιρέθηκε ως προς τη διάταξη αυτή. Επίσης σημειώνεται ότι ο κατηγορούμενος με το από ........ έγγραφο, που φέρει την υπογραφή του, αναγνώρισε ότι οφείλει στον μηνυτή το ποσό των 9.616.662 δρχ. από ασφάλιστρα που αυτός εισέπραξε για λογαριασμό του τελευταίου. Ο κατηγορούμενος πραγματοποίησε τις προαναφερόμενες τμηματικές καταβολές (συνολικού ποσού 6.475.901 δρχ.) κατά το χρονικό διάστημα από 30-4-1998 έως 28-9-1998, τις οποίες καταλόγιζε (όπως είχε δικαίωμα, αφού δεν υπήρχε σχετική συμφωνία καταλογισμού) αναδρομικά στην αρχική και τις αμέσως επόμενες μηνιαίες οφειλές (και όχι στις τρέχουσες οφειλές των μηνών που γίνονταν οι τμηματικές καταβολές), όπως και ο ίδιος αναφέρει στο από 20-4-2001 απολογητικό υπόμνημα του σελ. 5 "...τα ασφάλιστρα του Οκτωβρίου 1997 τα απέδωσα τον Απρίλιο 1998, του Νοεμβρίου 1997 (τα απέδωσα) τον Μάιο 1998 κ.ο.κ....". Πιο συγκεκριμένα από την αποδοτέα οφειλή Οκτωβρίου 1997 ύψους 867.937 δρχ. καταβλήθηκε στις 30-4-1998 ποσό 865.000 δρχ. και απέμεινε υπόλοιπο 2.937 δρχ.. Από την αποδοτέα οφειλή Νοεμβρίου 1997 ύψους 1.135.447 δρχ. καταβλήθηκε στις 28-5-1998 ποσό 1.077.547 δρχ. και απέμεινε υπόλοιπο 57.900 δρχ.. Από την αποδοτέα οφειλή Δεκεμβρίου 1997 ύψους 1.446.787 δρχ. καταβλήθηκε στις 29-6-1998 ποσό 1.000.000 δρχ. και απέμεινε υπόλοιπο 446.787 δρχ.. Από την αποδοτέα οφειλή Ιανουαρίου 1998 ύψους 2.812.418 δρχ. καταβλήθηκε στις 9-7-1998 ποσό 400.000 δρχ. και στις 30-7-1998 ποσό 2.000.000 δρχ. και απέμεινε υπόλοιπο 412.418 δρχ.. Από την αποδοτέα οφειλή Φεβρουαρίου 1998 ύψους 1.136.634 δρχ. καταβλήθηκε στις 30-7-1998 ποσό 1.000.000 δρχ. και στις 28-9-1998 ποσό 133.354 δρχ. και απέμεινε υπόλοιπο 3.280 δρχ.. Για τις αποδοτέες οφειλές των λοιπών μηνών δεν έγινε καμία καταβολή και ο κατηγορούμενος ιδιοποιήθηκε παράνομα τα σχετικά ποσά, τα οποία ανέρχονται : σε 1.428.520 δρχ. του Μαρτίου 1998, σε 1.067.835 δρχ. του Απριλίου 1998, σε 3.115.052 δρχ. του Μαΐου 1998, σε 1.167.813 δρχ. του Ιουνίου 1998, σε 1.113.518 δρχ. του Ιουλίου 1998 και σε 587.664 δρχ. του Αυγούστου 1998. Από τα παραπάνω ποσά που ιδιοποιήθηκε παράνομα ο κατηγορούμενος, κατά αντικειμενική εκτίμηση και με βάση ιδίως τα διδάγματα της κοινής πείρας, τις συνθήκες της αγοράς και την ανταλλακτική αξία του χρήματος κατά τους χρόνους ιδιοποίησης, κρίνονται ως ιδιαίτερα μεγάλης αξίας μόνο όσα αφορούν τους μήνες Μάρτιο, Απρίλιο, Μάιο, Ιούνιο και Ιούλιο 1998, καθένα από τα οποία υπερβαίνει το ποσό του 1.000.000 δρχ.. Συνεπώς, οι μερικότερες πράξεις που έχουν ως αντικείμενο τα ποσά αυτά είναι κακουργηματικής μορφής. Αντίθετα, τα ποσά που ιδιοποιήθηκε παράνομα ο κατηγορούμενος και αφορούν τους μήνες από τον Οκτώβριο 1997 έως τον Φεβρουάριο 1998 και τον Αύγουστο 1998, από τα οποία το ανώτερο ανέρχεται σε 587.664 δρχ., εκτιμώμενα με βάση τα ίδια κριτήρια, δεν κρίνονται ως ιδιαίτερα μεγάλης αξίας. Επομένως, οι μερικότερες πράξεις που έχουν ως αντικείμενο τα αντίστοιχα ποσά είναι πλημμεληματικής μορφής και, αφού παρήλθε πενταετία από την τέλεση τους, έχουν υποκύψει σε παραγραφή που επέφερε εξάλειψη του αξιοποίνου τους και πρέπει γι' αυτές να παύει οριστικά η ποινική δίωξη (άρθρα 111 παρ. 3, 112 ΠΚ και 309 παρ. 1 περ. β, 310 παρ. 1 εδ. β, 316 παρ. 2, 317 παρ. 1 περ. α και 318 ΚΠΔ). Αντίθετα, οι λοιπές μερικότερες πράξεις, οι οποίες διακρίνονται χρονικά μεταξύ τους, είναι ομοειδείς και προσβάλλουν το ίδιο έννομο αγαθό και καθεμία από τις οποίες έχει ως αντικείμενο ποσό ιδιαίτερα μεγάλης αξίας (αποδοτέες οφειλές μηνών Μαρτίου, Απριλίου, Μαΐου, Ιουνίου και Ιουλίου 1998) και εμπεριέχει τα πλήρη στοιχεία του ίδιου εγκλήματος της υπεξαίρεσης αντικειμένου ιδιαίτερα μεγάλης αξίας που έχουν εμπιστευθεί στον υπαίτιο ως εντολοδόχο του παθόντος (άρθρο 375 παρ. 2 ΠΚ, όπως αντικ. με το άρθρο 1 παρ. 9 ν. 2408/96), συνδέονται δε όλες εσωτερικά με ενότητα δόλου του κατηγορουμένου για την τέλεση τους, συνιστούν ενιαίο έγκλημα κατ' εξακολούθηση (Ολ. ΑΠ 5/2002 Ποιν. Δικ. 2002 σελ. 836, ΑΠ 1343/93 και ΑΠ 1391/93 Π. Χρ. ΜΓ σελ. 1151 και 1153). Κατόπιν όσων προαναφέρθηκαν, για τις αμέσως παραπάνω μερικότερες κακουργηματικές πράξεις, οι οποίες συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος που προβλέπεται και τιμωρείται από τις διατάξεις των άρθρων 1, 14, 26 παρ. 1 α, 27 παρ. 1, 98 και 375 παρ. 2 ΠΚ, όπως αντικ. με το άρθρο 1 παρ. 9 ν. 2408/96, προκύπτουν επαρκείς ενδείξεις σε βάρος του κατηγορουμένου, ο οποίος πρέπει να παραπεμφθεί στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου (κακουργημάτων) Αθηνών, προκειμένου να δικαστεί για το έγκλημα αυτό, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 1 περ. ε, 111 παρ. 1, 122 παρ. 1, 309 παρ. 1 περ. ε, 313, 316 παρ. 2, 317 παρ. 1, 318 και 319 παρ. 3 του ΚΠΔ. Κατέληξε δε το Συμβούλιο Εφετών ότι ορθά παραπέμφθηκε με το πρωτόδικο βούλευμα ο κατηγορούμενος στο ακροατήριο για την ως άνω πράξη. ΣΤ) Με τις παραδοχές αυτές το Συμβούλιο Εφετών διέλαβε στο προσβαλλόμενο βούλευμα την επιβαλλόμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτό με σαφήνεια και πληρότητα, χωρίς ασάφειες και αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ανάκριση και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, για το οποίο κρίθηκε παραπεμπτέος στο ακροατήριο ο αναιρεσείων, τ' αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους νομικούς συλλογισμούς με τους οποίους υπήγαγε αυτά στις εφαρμοσθείσες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 1, 14, 26 § 1α, 27 § 1, 98 και 375 § 2 Π.Κ., όπως αντικατ. με άρ. 1 § 9 του Ν.2408/1996, τις οποίες ορθά εφάρμοσε και δεν παραβίασε ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου και επομένως οι αντίθετες αιτιάσεις του αναιρεσείοντος για λόγους αναίρεσης κατ'άρθρ.484§1 στοιχ.β' και δ' Κ.Π.Δ. είναι αβάσιμες. ΕΙΔΙΚΟΤΕΡΑ : Ζ) Η κακουργηματική μορφή της υπεξαίρεσης προϋποθέτει πάντοτε ότι το αντικείμενο αυτής είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας και επιπλέον ότι συντρέχει μια από τις ειδικά και περιοριστικά προβλεπόμενες περιστάσεις εμπιστοσύνης, όπως είναι του εντολοδόχου. Σε περίπτωση υπεξαίρεσης κατ' εξακολούθηση, που τελέσθηκε μετά την έναρξη ισχύος του Ν. 2721/1999 (3-6-1999), για την κρίση σχετικά με την αξία του πράγματος (αν είναι ιδιαίτερα μεγάλη) και γα τον ποινικό χαρακτήρα της πράξης, λαμβάνεται υπόψη η συνολική αξία του αντικειμένου όλων των επί μέρους πράξεων, αν ο δράστης απέβλεπε με τις μερικότερες πράξεις στο αποτέλεσμα αυτό (αρθρ. 98 παρ. 2 του ΠΚ, που προστέθηκε στο άρθρο 98 με το άρθρο 14 παρ. 1 εδ. 1 του Ν. 2721/1999). Αν όμως οι μερικότερες πράξεις τελέσθηκαν πριν από την ισχύ του Ν. 2721/1999, η κρίση για την αξία του αντικειμένου τους χωρεί με βάση το αντικείμενο κάθε μιας μερικότερης πράξης, ενόψει του άρθρου 2 παρ. 1 του ΠΚ, διότι η νέα ως άνω με το Ν. 2721/1999 ρύθμιση του άρθρου 98 παρ. 2 του ΠΚ είναι δυσμενέστερη. Η) Εξάλλου η προσθήκη παρ. 2 στο άρ. 98 Π.Κ. με το άρ. 14 § 11 Ν. 2721/1999, κατά την οποία "Η αξία του αντικειμένου της πράξεως και η περιουσιακή βλάβη ή το περιουσιακό όφελος που προκύπτουν από την κατ΄εξακολούθηση τέλεση του εγκλήματος λαμβάνονται συνολικά υπόψη, αν ο δράστης απέβλεπε με τις μερικότερες πράξεις του στο αποτέλεσμα αυτό. Στις περιπτώσεις αυτές ο ποινικός χαρακτήρας της πράξεως προσδιορίζεται με βάση τη συνολική αξία του αντικειμένου και τη συνολική περιουσιακή βλάβη ή το συνολικό περιουσιακό όφελος που ανάλογα με το έγκλημα επήλθε η σκοπήθηκε", αφορά πράξεις που τελέσθηκαν μετά τις 3-6-1999, που άρχισε να ισχύει ο Ν. 2721/1999 (έτσι Α.Π. 1459/2004, Ολομ. Α.Π. 5/2002, Ποιν. Δικ. 04/1349 και 02/836). Αντίστοιχη ήταν και η προσθήκη του τελευταίου εδαφίου στην παρ. 2 του άρ. 375 Π.Κ., με το άρ. 14 § 3β Ν.2721/1999, κατά το οποίο "Αν το συνολικό αντικείμενο της πράξης του προηγούμενου εδαφίου υπερβαίνει σε ποσό τα 73.000 ευρώ, τούτο συνιστά επιβαρυντική περίπτωση" Θ) Σύμφωνα λοιπόν με τις προεκτεθείσες διατάξεις, εφόσον οι κατ΄εξακολούθηση πράξεις της υπεξαίρεσης τελέσθηκαν το 1998, δηλ. πριν από τις νομοθετικές τροποποιήσεις του Ν.2721/1999, ορθώς εφαρμόσθηκαν οι προγενέστερες ευμενέστερες διατάξεις, κατά τη νομολογιακή ερμηνεία των οποίων λαμβανόταν υπόψη το ποσό της κάθε μερικότερης πράξης. Κατ΄ακολουθία, δεν υπάρχει εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικών ποινικών διατάξεων, όπως υποστηρίζεται στην αναίρεση, διότι δήθεν δεν λήφθηκε υπόψη το συνολικό ποσό, αφού κάτι τέτοιο θ΄αποτελούσε αναδρομική εφαρμογή δυσμενέστερου ποινικού νόμου, την οποία απαγορεύει το άρ. 2 § 1 Π.Κ. Ι) Για τους προαναφερθέντες λόγους (ανωτέρω υπό Ε΄ και ΣΤ΄) δεν υπάρχει εκ πλαγίου παραβίαση, αλλ΄ούτε και έλλειψη αιτιολογίας. Τέλος, η επίκληση ως λόγου αναίρεσης (βλ. σελ.7 αίτησης αναίρεσης) του άρ. 484 § 1 εδ. α΄ Κ.Π.Δ., που αναφέρεται στην απόλυτη ακυρότητα, είναι απαράδεκτη, αφού στην έκθεση δεν μνημονεύεται κανένας σαφής και ορισμένος λόγος. Επομένως, πρέπει ν΄ απορριφθεί συνολικά η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και να επιβληθούν στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα. Για τους παραπάνω λόγους Προτείνω: 1) Ν'απορριφθεί η υπ'αρ.170/12-12-2006 αίτηση αναίρεσης του Χ1, κατά του υπ'αριθ.1770/2006 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών και 2) Να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα εις βάρος του ως άνω αναιρεσείοντος. Αθήνα, 19 Μαρτίου 2007 Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Παναγιώτης Καίσαρης Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Από το άρθρο 375 παράγρ. 1 εδ. α΄ και 2 εδάφ. α΄ του Π.Κ. όπως η παράγρ. 2 αυτού αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 παρ. 9 του Ν. 2408/96, συνάγεται ότι το έγκλημα της υπεξαιρέσεως πραγματούται, αντικειμενικώς μεν, με την από το δράστη παράνομη, ήτοι χωρίς τη συναίνεση του ιδιοκτήτη ή χωρίς άλλο δικαίωμα που παρέχεται σ' αυτόν από το νόμο, ιδιοποίηση ξένου (ολικά ή εν μέρει) κινητού πράγματος, που περιήλθε και βρίσκεται με οποιοδήποτε τρόπο στην κατοχή αυτού, υποκειμενικώς δε, με τη γνώση, ότι το πράγμα είναι ξένο, δηλαδή δεν ανήκει στην κυριότητα του δράστη κατά την έννοια του Αστ. Κωδ. και τη θέληση αυτού να το ενσωματώσει στην περιουσία του χωρίς νόμιμο δικαιολογητικό λόγο. Ενδεχόμενος δόλος αρκεί. Η υπεξαίρεση προσλαμβάνει κακουργηματικό χαρακτήρα (παράγραφος 2), όταν το αντικείμενό της είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας και επιπλέον συντρέχει στο πρόσωπο του υπαιτίου κάποια από τις περιοριστικά στο ανωτέρω άρθρο αναφερόμενες καταστάσεις η ιδιότητες, όπως εκείνη του εντολοδόχου. Η νέα διάταξη του άρθρου 375 παρ. 2α ΠΚ, όπως τροποποιήθηκε με τον παραπάνω νόμο, είναι επιεικέστερη από την αρχική, αφού η κακουργηματική μορφή της υπεξαιρέσεως προϋποθέτει πάντοτε, ότι το αντικείμενό της είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας και επιπλέον συντρέχει μία από τις ειδικά και περιοριστικά αναφερόμενες περιπτώσεις, ενώ στην προηγούμενη διάταξη η απαρίθμηση των περιπτώσεων αυτών ήταν ενδεικτική. Τέλος, σε περίπτωση, που η πράξη της υπεξαιρέσεως έχει τελεστεί κατ' εξακολούθηση, προκειμένου να κριθεί αν η αξία του αντικειμένου αυτής είναι ιδιαίτερα μεγάλη και, επομένως αν η υπεξαίρεση έχει κακουργηματικό ή πλημμεληματικό χαρακτήρα, λαμβάνεται υπόψη, αν μεν οι επί μέρους πράξεις έχουν τελεστεί μετά τις 3-6-1999 (χρόνος ενάρξεως της ισχύος του άρθρου 14 παρ. 3 του Ν. 2721/1999 που τροποποίησε το άρθρο 98 ΠΚ), η συνολική αξία αυτών, εφόσον ο δράστης με τις μερικότερες πράξεις του απέβλεψε στο συνολικό αποτέλεσμα. Αν όμως οι μερικότερες πράξεις τελέστηκαν πριν από την ισχύ του παραπάνω νόμου, η κρίση για την αξία του αντικειμένου τους γίνεται με βάση την αξία κάθε μερικότερης πράξεως, καθόσον η νέα ρύθμιση του άρθρου 98 ΠΚ είναι δυσμενέστερη για τον κατηγορούμενο και δεν μπορεί να εφαρμοστεί, κατά το άρθρο 2 παρ. 1 του ΠΚ, αναδρομικώς. Η επιβαλλόμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία του παραπεμπτικού βουλεύματος, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. δ΄ ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, υπάρχει, όταν στο πόρισμα αυτού, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό αιτιολογικού και διατακτικού, διαλαμβάνονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την κύρια ανάκριση ή την προανάκριση σχετικά με τις αποδιδόμενες στον κατηγορούμενο αξιόποινες πράξεις, τα αποδεικτικά μέσα, αρκούσης της κατ' είδος αναφοράς τους, χωρίς να προσαπαιτείται αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τι προέκυψε από τον καθένα χωριστά, από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και πείστηκε το συμβούλιο για την ύπαρξη επαρκών ενδείξεων προς παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο και οι σκέψεις με τις οποίες υπήγαγε τα δεκτά γενόμενα περιστατικά στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, τα οποία αποτελούν ενιαίο σύνολο. Δεν αποτελούν όμως λόγο αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού μέσου χωριστά και η παράλειψη της αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών μέσων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του συμβουλίου της ουσίας. Τέλος, εσφαλμένη ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει, όταν το Συμβούλιο αποδίδει σ' αυτή διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υφίσταται, όταν το Συμβούλιο δεν υπήγαγε ορθώς τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε, στη διάταξη που εφαρμόσθηκε. Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, που αποτελεί λόγο αναίρεσης κατ' άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. β' του ΚΠΔ, υπάρχει και όταν η παραβίαση αυτής γίνεται εκ πλαγίου, δηλαδή όταν δεν αναφέρονται στο βούλευμα κατά τρόπο σαφή, πλήρη και χωρίς λογικά κενά τα προκύψαντα πραγματικά περιστατικά ή κατά την έκθεση αυτών υπάρχει αντίφαση, είτε στην ίδια την αιτιολογία, είτε μεταξύ αυτής και του διατακτικού, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος για την ορθή ή μη εφαρμογή της ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, οπότε το βούλευμα στερείται νόμιμης βάσης. Στην προκείμενη περίπτωση, το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με το προσβαλλόμενο βούλευμα, όπως συνάγεται από το σκεπτικό σε συνδυασμό με το διατακτικό του, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά κρίση του, σύμφωνα με τις κρίσιμες παραδοχές του, ότι από την αξιολόγηση των αναφερομένων σ' αυτό κατ' είδος αποδεικτικών μέσων, (καταθέσεων μαρτύρων, εγγράφων και απολογίες) προέκυψαν τα εξής περιστατικά: " ο κατηγορούμενος κατά τους παρακάτω χρόνους με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος ιδιοποιήθηκε παράνομα ξένα κινητά πράγματα, ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, που περιήλθαν στην κατοχή του με οποιοδήποτε τρόπο και του είχαν εμπιστευθεί, λόγω της ιδιότητάς του, ως εντολοδόχου. Συγκεκριμένα, στη ........... Αττικής, κατά τους χρόνους που αναφέρονται πιο κάτω, εκμεταλλευόμενος σύμβαση που κατήρτισε με το μηνυτή, Χ2, ασφαλιστή της ασφαλιστικής εταιρείας "GENERALΙ", βάσει της οποίας μπορούσε να μεσολαβεί στη σύναψη ασφαλιστικών συμβάσεων κατ' εντολή και για λογαριασμό του μηνυτή και να εισπράττει για λογαριασμό του εντολέα του τα ασφάλιστρα από τους ασφαλιζόμενους, τα οποία όφειλε να αποδίδει στον μηνυτή με τη λήξη του αντίστοιχου μήνα (είσπραξής τους), αφού προηγουμένως αφαιρούσε τη συμφωνημένη προμήθεια, εισέπραξε ως εντολοδόχος του μηνυτή και δεν απέδωσε σ' αυτόν τα ακόλουθα ιδιαίτερα μεγάλης αξίας χρηματικά ποσά, τα οποία ιδιοποιήθηκε παράνομα: Το Μάρτιο 1998 εισέπραξε το χρηματικό ποσό των 1.605.501 δρχ. και (μείον προμήθεια 176.981 δρχ.), ιδιοποιήθηκε παράνομα το ποσό των 1.428.520 δρχ., που έπρεπε να είχε αποδώσει την 1-4-1998. Τον Απρίλιο 1998 εισέπραξε το χρηματικό ποσό των 1.241.689 δρχ. και (μείον προμήθεια 173.854 δρχ.), ιδιοποιήθηκε παράνομα το ποσό των 1.067.835 δρχ., που έπρεπε να είχε αποδώσει την 1-5-1998. Το Μάιο 1998 εισέπραξε το χρηματικό ποσό των 3.550.018 δρχ. και (μείον προμήθεια 434.966 δρχ.) ιδιοποιήθηκε παράνομα το ποσό των 3.115.052 δρχ., που έπρεπε να είχε αποδώσει την 1-6-1998. Τον Ιούνιο 1998 εισέπραξε το χρηματικό ποσό των 1.362.777 δρχ. και (μείον προμήθεια 194.964 δρχ.), ιδιοποιήθηκε παράνομα το ποσό των 1.167.813 δρχ., που έπρεπε να είχε αποδώσει την 1-7-1998. Και τον Ιούλιο 1998 εισέπραξε το χρηματικό ποσό των 1.284.856 δρχ. και (μείον προμήθεια 171.338 δρχ.) ιδιοποιήθηκε παράνομα το ποσό των 1.113.518 δρχ., που έπρεπε να είχε αποδώσει την 1-8-1998. "Τα ποσά αυτά, το καθένα από τα οποία υπερβαίνει το ποσό των 1.000.000 δραχμών, κατ' αντικειμενική εκτίμηση και με βάση ιδίως τα διδάγματα της κοινής πείρας, τις συνθήκες της αγοράς και την ανταλλακτική αξία του χρήματος κατά τους χρόνους ιδιοποίησης, κρίνονται ως ιδιαίτερα μεγάλης αξίας. Ακολούθως, το Συμβούλιο Εφετών, παρέπεμψε τον αναιρεσείοντα στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, προκειμένου να δικαστεί για τις προδιαληφθείσες μερικότερες κακουργηματικές πράξεις, οι οποίες συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος, που προβλέπεται και τιμωρείται από τις διατάξεις των άρθρων 27 παρ. 1, 98 και 375 παρ. 2 ΠΚ, όπως αντικαταστάθηκε με άρθρο 1 παρ. 9 Ν. 2408/1996. Με τις παραδοχές αυτές, το Συμβούλιο Εφετών διέλαβε στο προσβαλλόμενο βούλευμα την επιβαλλόμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτό με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ανάκριση και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, για το οποίο κρίθηκε παραπεμπτέος στο ακροατήριο ο αναιρεσείων, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους νομικούς συλλογισμούς με τους οποίους υπήγαγε αυτά στις εφαρμοσθείσες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 27 παρ. 1, 98 και 375 παρ. 2 ΠΚ, όπως αντικ. με άρθρο 1 παρ. 9 Ν. 2408/1996, τις οποίες ορθώς ερμήνευσε και δεν παραβίασε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου με ασαφείς ή ελλειπείς ή αντιφατικές παραδοχές ή διατάξεις ή με άλλον τρόπο. Ειδικότερα, η κακουργηματική μορφή της υπεξαίρεσης, προϋποθέτει πάντοτε, ότι το αντικείμενο αυτής είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας και επιπλέον, ότι συντρέχει μια από τις ειδικά και περιοριστικά προβλεπόμενες περιπτώσεις εμπιστοσύνης, όπως είναι του εντολοδόχου. Σε περίπτωση υπεξαίρεσης κατ' εξακολούθηση, που τελέσθηκε μετά την έναρξη ισχύος του Ν. 2721/1999 (3-6-1999), για την κρίση σχετικά με την αξία του πράγματος (αν είναι ιδιαίτερα μεγάλη) και για τον ποινικό χαρακτήρα της πράξης, λαμβάνεται υπόψη η συνολική αξία του αντικειμένου όλων των επί μέρους πράξεων, αν ο δράστης απέβλεπε με τις μερικότερες πράξεις στο αποτέλεσμα αυτό (άρθρ. 98 παρ. 2 του ΠΚ, που προστέθηκε στο άρθρο 98 με το άρθρο 14 παρ. 1 εδ. 1 του Ν. 2721/1999). Αν όμως οι μερικότερες πράξεις τελέσθηκαν πριν από την ισχύ του Ν. 2721/1999, όπως εν προκειμένω, η κρίση για την αξία του αντικειμένου τους χωρεί με βάση το αντικείμενο κάθε μιας μερικότερης πράξης, ενόψει του άρθρου 2 παρ. 1 του ΠΚ, διότι η νέα ως άνω με το Ν. 2721/1999 ρύθμιση του άρθρου 98 παρ. 2 του ΠΚ είναι δυσμενέστερη. Περαιτέρω, η παραδοχή του βουλεύματος, ότι ο αναιρεσείων "με το από ....... έγγραφο, που φέρει την υπογραφή του, αναγνώρισε ότι οφείλει στο μηνυτή το ποσό των 9.616.662 δραχμών από ασφάλιστρα, που αυτός εισέπραξε για λογαριασμό του τελευταίου", δεν συνιστά συναίνεση του δικαιούχου των ασφαλίστρων προς ιδιοποίησή τους από τον αναιρεσείοντα, ώστε να αποκλείεται η συγκρότηση της αντικειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος της υπεξαιρέσεως, δηλαδή ο κατ' αρχήν άδικος χαρακτήρας αυτής, όπως αβασίμως διατείνεται ο αναιρεσείων, αλλά σύμβαση αφηρημένης υπόσχεσης ή αναγνώρισης χρέους (άρθρο 873 ΑΚ), η οποία ούτε τη συγκρότηση της αντικειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος της υπεξαιρέσεως αποκλείει, ούτε λόγο άρσεως του άδικου χαρακτήρα της πράξεως του υπεξαιρέτη ή εξαλείψεως του αξιοποίνου αυτής αποτελεί, αφού κάτι τέτοιο δεν αναγνωρίζεται από τον ποινικό κώδικα. Τέλος, η αιτίαση, ότι το Συμβούλιο Εφετών "δεν έλαβε υπόψη του τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν" πλήττει απαραδέκτως, με την επίφαση της ελλείψεως της επιβαλλόμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του Συμβουλίου της ουσίας, ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων. Συνεπώς, οι από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. β΄ και δ΄ του ΚΠΔ προβαλλόμενοι λόγοι αναιρέσεως, με τους οποίους πλήττεται το προσβαλλόμενο βούλευμα για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των εφαρμοσθεισών ουσιαστικών ποινικών διατάξεων των άρθρων 98 παρ. 2 και 375 παρ. 2 εδ. β΄ του ΠΚ, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή της με άρθρο 1 παρ. 9 Ν. 2408/1996, και για έλλειψη της επιβαλλόμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, είναι αβάσιμοι και, ως τέτοιοι, πρέπει να απορριφθούν, ο δε δεύτερος από αυτούς, κατά το μέρος του, με το οποίο, με την επίκληση, κατ' επίφαση, ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του Συμβουλίου της ουσίας, ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων και επιχειρείται η επανεκτίμησή τους, είναι απαράδεκτος και ως τέτοιος, πρέπει να απορριφθεί, συνακολούθως δε, επειδή δεν υπάρχει άλλος, παραδεκτός λόγος αναιρέσεως προς εξέταση, πρέπει να απορριφθεί η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως στο σύνολό της και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 12.12.2006 αίτηση του Χ1 για αναίρεση του υπ' αριθ. 1770/2006 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, εκ διακοσίων είκοσι (220) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 31 Ιουλίου 2007. Και Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 13 Σεπτεμβρίου 2007. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ