Αριθμός 63/2013 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Α1' Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Λυκούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ιωάννη Σίδερη, Νικόλαο Λεοντή, Γεώργιο Γεωργέλλη και Δημήτριο Κράνη, Αρεοπαγίτες. Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 3 Δεκεμβρίου 2012, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Του αναιρεσείοντος: Δ. Β. του Γ., δικηγόρου Πειραιώς, κατοίκου ..., ως οριστικού συνδίκου της ενώσεως των πιστωτών της πτωχεύσεως "Ν... ΝΑΥΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", ο οποίος παραστάθηκε αυτοπροσώπως. Της αναιρεσιβλήτου: ανώνυμης Εταιρίας με την επωνυμία "ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΛΙΜΕΝΟΣ ΠΕΙΡΑΙΩΣ Α.Ε", που εδρεύει στον Πειραιά και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξουσία δικηγόρο της Αικατερίνη Νομικού, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔικ. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15 Δεκεμβρίου 2008 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιώς. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3092/2010 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 250/2011 του Εφετείου Πειραιώς (Ναυτικό Τμήμα). Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 21 Σεπτεμβρίου 2011 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης, Νικόλαος Λεοντής, ανέγνωσε την από 5 Νοεμβρίου 2012 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της 88/21-9-2011 αιτήσεως για αναίρεση της 250/26-5-2011 αποφάσεως του Εφετείου Πειραιώς (Ναυτικό Τμήμα). Ο αυτοπροσώπως παραστάς αναιρεσείων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη της αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη του. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Με την κρινόμενη 88/21-9-2011 αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η 250/26-5-2011 απόφαση του Εφετείου Πειραιώς (Ναυτικό Τμήμα), κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής, κατ' επιτρεπτή, κατά το άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, εκτίμηση των διαδικαστικών εγγράφων. Ειδικότερα, με την 12704/15-12-2008 αγωγή του δι' αυτής ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος, οριστικού συνδίκου της ενώσεως των πιστωτών της πτωχεύσεως της "Ν... ΝΑΥΤΙΚΗ-ΕΤΑΙΡΕΙΑ", πλοιοκτήριας του υπό ελληνική σημαία επιβατηγού Οχηματαγωγού (Ε/Γ. Ο/Γ) πλοίου "Ν... Ε...", εφέρετο προς διάγνωση αξίωσή της κατά της εναγομένης και ήδη αναιρεσίβλητης ("ΟΛΠ ΑΕ"), απορρέουσα από την επιτρεπτώς κατά τις διατάξεις του ν. 2881/2001 διενεργειθείσα από την τελευταία εκποίηση του εν λόγω πλοίου της, ισόποσης χρηματικής αξίας με το υπόλοιπο, μετά από αφαίρεση των εξόδων εκποιήσεως, του από την αιτία αυτή συνομοληθέντος και εισπραχθέντος τμήματος πωλήσεως. Επί της εν λόγω αγωγής εκδόθηκε, κατά παραδοχή της, η 3092/2010 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς και σε δεύτερο βαθμό, κατ' αποδοχή της 846/9-7-2010 εφέσεως της εναγομένης, εξαφάνιση της προσβαλλόμενης δι' αυτής πρωτοβάθμιας αποφάσεως και εξέταση κατ' ουσίαν της υποθέσεως, η 250/2011 απόφαση του Εφετείου Πειραιώς, με απορριπτική κατ' ουσίαν επί της αγωγής κρίση, κατά παραδοχή της περί συμψηφισμού ενστάσεως της εναγομένης, την οποία στήριξε στις ακόλουθες αναιρετικώς ανέλεγκτες ουσιαστικές παραδοχές της. Ειδικότερα, διέλαβε στις αιτιολογίες της, κατ' ακριβή κατά τούτο αντιγραφή της, "Ο ενάγων και ήδη εφεσίβλητος, όντας σύνδικος της ενώσεως των πιστωτών της κηρυχθείσας σε πτώχευση με την υπ' αρ. 4574/26.10.2004 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιά, εδρεύουσας στον Πειραιά (οδός Κολοκοτρώνη αρ. 143), ναυτικής εταιρείας με την επωνυμία "Ν... ΝΑΥΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", πλοιοκτήτριας του υπό Ελληνική σημαία Επιβατηγού - Οχηματαγωνού (Ε/Γ - Ο/Γ) πλοίου "Ν... Ε...", νηολογημένου στον Πειραιά με αριθμό νηολογίου 3332, αριθμό ΙΜΟ ..., ολικής χωρητικότητας 1069,96 κόρων και καθαρής χωρητικότητας 714,77 κόρων, αποπειράθηκε επανειλημμένα ανεπιτυχώς την εκποίηση κατά τη πτωχευτική διαδικασία του ως άνω πλοίου, που ήταν το μοναδικό περιουσιακό της στοιχείο, ήταν δε αγκυροβολημένο και σε κατάσταση παροπλισμού στο Λιμένα Κερατσινίου (Μώλος ΔΕΗ) από τον Αύγουστο του έτους 2004. Το εναγόμενο και ήδη εκκαλούν (Ν.Π.Ι.Δ- Οργανισμός Λιμένος Πειραιώς), στην αρμοδιότητα του οποίου ανήκει ο ανωτέρω Λιμένας Κερατσινίου, ενόψει του ότι το ως άνω αγκυροβολημένο πλοίο δημιουργούσε σοβαρούς κινδύνους στην κίνηση του ανωτέρω λιμένα και αναιρούσε τη λειτουργία και ασφάλεια των εγκαταστάσεων, είχε δε ήδη προσκαλέσει τον ενάγοντα, όπως προκύπτει από την υπ' αρ. πρωτ. 10856/4076/12.9.2006 πρόσκληση του, που επιδόθηκε στον ενάγοντα την 19.9.2006, για την απομάκρυνσή του εκτός λιμενικής περιοχής αρμοδιότητας του μέχρι την 15.10.2006 προς άρση των υφισταμένων κινδύνων με την υπ' αρ. 29/07 από 16.11.2007 διακήρυξή του προκήρυξε, λόγω της προαναφερθείσας αδυναμίας του ενάγοντος προς τούτο, πλειοδοτικό διαγωνισμό για την απομάκρυνση, μεταξύ άλλων, και του πιο πάνω πλοίου, ως επικινδύνου και επιβλαβούς. Ο παραπάνω διαγωνισμός κατακυρώθηκε, ως προς το ως άνω πλοίο, στην εδρεύουσα στον Πειραιά (...) εταιρεία με την επωνυμία "ΤΕΧΝΙΚΗ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΟΣ Α.Ε" αντί τιμήματος 91.500 ευρώ και το εναγόμενο συνήψε την 6.5.2008 με την ανωτέρω ανάδοχο εταιρεία την υπ' αρ. 64/2008 σύμβαση για την ανάθεση απομάκρυνσης και διάθεσης επικίνδυνου και επιβλαβούς πλοίου "Ε/Γ Ν... Ε...", το τελευταίο δε απομακρύνθηκε την 30.5.2008, όπως συνάγεται από το υπ' αρ. 16317/14.5.2009 έγγραφό του προς τη Νομική Υπηρεσία του (4η χωρίς αρίθμηση σελίδα). Περαιτέρω, το εναγόμενο με το υπ' αρ. 17452/29.5.2008 έγγραφό του προς τον ενάγοντα, που του επιδόθηκε την 3.6.2008, όπως συνάγεται από την από 4.6.2008 εξώδικη απάντηση εκείνου, δήλωσε προς εκείνον επί λέξει ότι: "... η Υπηρεσία μας μόλις συγκεντρώσει τα απαραίτητα στοιχεία, όσον αφορά τα έξοδα εκποίησης και συμψηφισθούν οι υφιστάμενες οφειλές ... θα προχωρήσει, σε περίπτωση που προκύψει θετικό υπόλοιπο, στην κατάθεση στο Ταμείο Παρακαταθηκών ...". Ακολούθως το εναγόμενο με το υπ' αρ. 35604/30.10.2004 έγγραφο του προς τον ενάγοντα, που του επιδόθηκε την 4.11.2008 (βλ. τη σχετική επισημείωση της αρμόδιας δικ. επιμελήτριας) δήλωσε προς εκείνον επί λέξει ότι: "Σας αποστέλλουμε το αρ. 190/22-10-2008 τιμολόγιο εξόδων, το αρ. 4853/23-10-2008 τιμολόγιο τόκων και το αρ. 1362/23-10-2008 δελτίο Συμψηφισμού και σας εξηγούμε τα ακόλουθα: 1) Παρακρατήσαμε από το τίμημα εκποίησης του πλοίου Ν... Ε... το ποσό των 12.984,91 ευρώ, που αντιστοιχεί στα πραγματοποιηθέντα από τον Ο.Λ.Π Α.Ε έξοδα εκποίησης του ανωτέρω πλοίου, σύμφωνα με το αρ. 190/22-10-2008 τιμολόγιο, σύμφωνα με το Ν. 2881/2001 (91.500- 12.984,91=78.515,09 ευρώ). 2) Συμψηφίσαμε το ποσό των 78.515,09 ευρώ (υπόλοιπο του τιμήματος) με το ποσό των συνολικών οφειλών της εταιρείας Ν... Ν.Ε προς τον Ο.Λ.Π Α.Ε ύψους 128.893,71 ευρώ, πλέον τόκων και λοιπών νομίμων προσαυξήσεων ...". Οι ανωτέρω οφειλές προς το εναγόμενο κατά τα σχετικά προεκτεθέντα στην παραπάνω υπό στοιχ. 1β μείζονα σκέψη, προέρχονταν από δικαιώματα πρυμνοδέτησης, παροχής ύδατος και αυθαίρετης παραμονής στο μόλο της ΔΕΗ, όπως συνάγεται από το παραπάνω υπ' αρ. 16317/14.5.2009 έγγραφο του προς τη Νομική Υπηρεσία του, ενώ η προαναφερθείσα δήλωση του εναγομένου προς τον ενάγοντα, που έγινε με το υπ' αρ. 35604/30.10.2004 έγγραφο του, αποτελούσε πρόταση συμψηφισμού, με αποτέλεσμα την εξάλειψη των αμοιβαίων απαιτήσεων τους, σύμφωνα με τα προπαρατεθέντα στην ανωτέρω υπό στοιχ.2 μείζονα σκέψη, εφόσον το υπόλοιπο του τιμήματος αφαιρουμένων των δαπανών εκποίησης (10%) ανερχόμενο σε 78.519,09 ευρώ (91.500-12.984,91), που έπρεπε να κατατεθεί στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων υπέρ της πλοιοκτήτριας, πιο πάνω πτωχεύσασας ναυτικής εταιρίας νομίμως εκπροσωπούμενης, από τον ενάγοντα, ως σύνδικο της ένωσης των πιστωτών της, σύμφωνα με τα σχετικά προεκτεθέντα στην παραπάνω υπό στοιχ. 1α μείζονα σκέψη, υπολειπόταν σαφώς των συνολικών οφειλών της για τις ως άνω αιτίες, που αφορούσαν έξοδα διοίκησης και διαχείρισης του ανήκοντος στην πτωχευτική περιουσία παραπάνω πλοίου, όπως παρακάτω αναλύεται. Ειδικότερα, ναι μεν το εναγόμενο είχε αναγγείλει κατά τη διαδικασία επαλήθευσης των πιστωτών της πιο πάνω πτώχευσης, με το από 28. 7.2005 έγγραφο του, απαιτήσεις για το διάστημα από 12.5.2004 έως 30.6.2005 συνολικά, για ποσό 41.297,86 ευρώ προερχόμενες από δικαιώματα πρυμνοδέτησης και παροχής νερού στο ως άνω πλοίο, που είχε αποδεχθεί την 21.10.2005 η τότε οριστική σύνδικος της ως άνω πτώχευσης Π. Α., όμως εκείνο (εναγόμενο) ήταν πτωχευτικός πιστωτής μόνον για τις μέχρι την κήρυξη της ως άνω πτώχευσης (26.10.2004) σχετικές απαιτήσεις του, που όπως συνάγεται από τον επισυναφθέντα στην προαναφερθείσα από 28.7.2005 αναγγελία πίνακα οφειλών ανέρχονταν σε 10.167,74 ευρώ { (118,43 ευρώ από 12.5-17.5.2004) +(445,86 ευρώ από 2.6-24.6.2004)+(3.990,35 ευρώ από 26.6-26.8.2004)+ (3.857,34 ευρώ από 15.9-13.10.2004)+ (4.389,39 ευρώ Χ 12/30 ημέρες = 1755,76 ευρώ από 14.10-26.10.2004) }. Ως εκ τούτου η γενόμενη πιο πάνω επαλήθευση του εναγομένου κατά το μέρος που αφορούσε τις μετά την ως άνω πτώχευση, δηλαδή από 27.10.2004 έως 30.6.2005 απαιτήσεις του, που ανέρχονταν σε 31.130,12 ευρώ (41.297,86-10.167,74), δεν ασκούσε καμιά έννομη επιρροή. Περαιτέρω, το εναγόμενο για τις μετά την κήρυξη της πτώχευσης σχετικές απαιτήσεις του, δηλαδή από 27.10.2004 και μέχρι την απομάκρυνση του ως άνω πλοίου την 30.5.2008, που ανέρχονταν σε 118.725,97 ευρώ (128.893,71-10.167,74), ήταν ομαδικός πιστωτής, δικαιούμενο να απαιτήσει από το σύνδικο της ανωτέρω πτώχευσης τις αντίστοιχες οφειλές προς αυτόν ως έξοδα της διοίκησης και διαχείρισης της πτωχευτικής περιουσίας, χωρίς να υπόκειται ως προς αυτές στους πτωχευτικούς κανόνες, ούτε βεβαίως σε επαλήθευση." Κατά της τελευταίας αυτής αποφάσεως εναντιώνεται ο ηττηθείς εφεσίβλητος ενάγων με την ένδικη αίτηση αναιρέσεως και με την έννοια αυτή ερευνώνται στη συνέχεια κατ' αξιολογική σειρά οι διατυπούμενοι δι' αυτής λόγοι αναιρέσεως. Ειδικότερα: I. Κατά το άρθρο 559 αρ. 8α ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της εν λόγω διατάξεως ως "πράγματα" θεωρούνται πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και άρα στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως ή λόγου εφέσεως. Αντίθετα δεν αποτελούν "πράγματα" οι αιτιολογημένες αρνήσεις, οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων, ως και οι απαράδεκτοι ή αβάσιμοι κατά νόμο ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Εξάλλου, κατά τους ορισμούς και την έννοια του άρθρου 534 Εμπ. Ν, το οποίο εφαρμόζεται, κατά τις μεταβατικού χαρακτήρα διατάξεις του άρθρου 182 παρ. 1,2 εδ. 1 του ισχύοντος, κατά το άρθρο 180 αυτού από 16-9-2007 ν.3588/2007, επί των διαδικασιών που έχουν αρχίσει και είναι εκκρεμείς πριν από την έναρξη ισχύος του, από τη δημοσίευση στο ακροατήριο της απόφασης με την οποία κηρύσσεται οφειλέτης σε πτώχευση, οι πιστωτές του (πτωχευτικοί πιστωτές) στερούνται το δικαίωμα των ατομικών διώξεων εναντίον του και είναι υποχρεωμένοι να ακολουθήσουν τη διαδικασία εξελέγξεως των πιστώσεών τους για να μπορέσουν να λάβουν μέρος στις εργασίες της πτώχευσης και στη διανομή του προϊόντος της πτωχευτικής περιουσίας. Η αρχή της αναστολής των ατομικών διώξεων δεν εφαρμόζεται ως προς τους πιστωτές εκείνους των οποίων οι απαιτήσεις δημιουργήθηκαν μετά την κήρυξη πτώχευσης. Οι πιστωτές αυτοί διακρίνονται στους ομαδικούς πιστωτές, δηλαδή εκείνους οι απαιτήσεις των οποίων δημιουργήθηκαν μετά την κήρυξη της πτώχευσης αλλά από τη δραστηριότητα του συνδίκου, σε αντιδιαστολή με εκείνη του οφειλέτη, που έχει κηρυχθεί σε πτώχευση και στους μεταπτωχευτικούς πιστωτές, και ειδικότερα εκείνους οι απαιτήσεις των οποίων δημιουργήθηκαν μετά την κήρυξη της πτώχευσης αλλά από τη δραστηριότητα του ίδιου του πτωχού οφειλέτη, ο οποίος δεν χάνει την δικαιοπρακτική ικανότητα του από το γεγονός ότι έχει κηρυχθεί σε κατάσταση πτωχεύσεως. Οι ομαδικοί πιστωτές στρέφονται προς ικανοποίηση των αξιώσεων τους κατά του συνδίκου, ενώ οι μεταπτωχευτικοί πιστωτές κατά του ίδιου του οφειλέτη, χωρίς όμως να μπορούν να επιληφθούν της πτωχευτικής περιουσίας. Τέλος οι ομαδικοί πιστωτές και οι μεταπτωχευτικοί πιστωτές, δεν ακολουθούν την διαδικασία εξελέγξεως των πιστώσεών τους. Με τον δεύτερο κατά σειρά λόγο προβάλλεται η αναιρετική αιτίαση από το άρθρο 559 αρ. 8α ΚΠολΔ, με την έννοια ότι το δικαστήριο της ουσίας παρά το νόμο έλαβε υπόψη τον μη προταθέντα από την αναιρεσίβλητη ισχυρισμό ότι τμήμα της προταθείσης προς συμψηφισμό απαιτήσεώς της αφορούσε αξιώσεις της ομαδικού πιστωτή, η οποία ελέγχεται, ερειδόμενη επί αναληθούς από νομική άποψη προϋποθέσεως, ως αβάσιμη. Ειδικότερα, "πράγμα", κατά την προδιαληφθείσα του όρος έννοια, αποτελούν τα θεμελιωτικά και αποτελούντα την ιστορική βάση της προταθείσης εξωδίκως από την αναιρεσίβλητη ενστάσεως συμψηφισμού πραγματικά περιστατικά, με βάση τα οποία, ανεξάρτητα; Από το νομικό χαρακτηρισμό που δίδεται από τον ενιστάμενο διάδικο, θα αξιολογηθεί η βασιμότητά της εν λόγω ενστάσεως από νομική άποψη και ειδικότερα αν αναφέρονται σε πτωχευτικές απαιτήσεις, οι οποίες υπάγονται στην διαδικασία εξελέγξεως και επαληθεύσεως τους, ή απαιτήσεις ομαδικού πιστωτή, για τις οποίες παραδεκτώς προτείνεται κατά του συνδίκου ένσταση συμψηφισμού. Όμοια αρνητικά αξιολογείται, ως αβάσιμη, η διατυπούμενη με τον επόμενο κατά σειρά λόγο αναιρετική αιτίαση από το άρθρο 559 αρ. 20 ΚΠολΔ, με την έννοια ότι με την παραδοχή της ότι αξιώσεις της αναιρεσίβλητης, ποσού 78.515,09 Ευρώ, αφορούσαν απαιτήσεις ομαδικού πιστωτή, η προσβαλλόμενη απόφαση παραμόρφωσε το περιεχόμενο του 16317/14-5-2009 εγγράφου της Δ/νσεως Οικονομικού της αναιρεσίβλητης, στο οποίο γίνεται λόγος για οφειλές οι οποίες αναγόταν σε χρόνο προγενέστερο της πραγματοποιηθείσης στις 21-10-2005 εξελέγξεως και επαληθεύσεως πιστωτών. Και τούτο για τον λόγο ότι κρίσιμος χρόνος είναι εκείνος της κηρύξεως της πτωχεύσεως (26-10-2004), η μετά την οποία δημιουργούμενες απαιτήσεις από την δραστηριότητα του συνδίκου αποτελούν ομαδικές πιστώσεις, όπως δε ορθώς επισημαίνεται από την προσβαλλόμενη απόφαση, δεν ασκεί νομική επιρροή η υπαγωγή στην διαδικασία της εξελέγξεως και επαληθεύσεως και η αποδοχή από την αρχική σύνδικο τμήματος της απαιτήσεως της αναιρεσίβλητης, η οποία στο σύνολό της, κατά τις παραδοχές πάντοτε του δικαστηρίου της ουσίας, αφορούσε ομαδική πίστωση, δημιουργηθείσα μετά την κήρυξη της πτωχεύσεως από την δραστηριότητα του συνδίκου, την πρότεινε δε εξωδίκως σε συμψηφισμό με το επιδοθέν στον αναιρεσείοντα στις 4-11-2008 με αριθμό 36504/30-10-2008 έγγραφό της. III. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται για (ευθεία) παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου αν το δικαστήριο της ουσίας, με βάση τα αναιρετικώς ανέλεγκτα γενόμενα από εκείνο, ως αποδειχθέντα, πραγματικά περιστατικά, δεν εφαρμόσει συγκεκριμένο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή εφαρμόσει αυτόν ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμόσει αυτόν εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται, είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη ή μη επαγωγή των πραγματικών περιστατικών στον κανόνα δικαίου. Περαιτέρω, κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκή αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία). Εξάλλου, με το ν. 2881/2001 παρέχεται η δυνατότητα στην αναιρεσίβλητη εκποιήσεως ναυαγίου ή επιβλαβούς λόγω ακινησίας πλοίου, αναφορικά με την οποία διαλαμβάνεται στην ενδιαφέρουσα τους ερευνώμενους στη συνέχεια λόγους αναιρέσεως διάταξη του άρθρου 2 παρ. 5 αυτού. "Αν η εκτέλεση των πράξεων αυτών από τον Οργανισμό κρίνεται λόγω των ένδικων συνθηκών, της συγκεκριμένης περίπτωσης, αδύνατη, απρόσφορη ή ασύμφορη, ο οργανισμός μπορεί να εκποιήσει το ναυάγιο ή τμήματα αυτού, με ανοικτό πλειοδοτικό διαγωνισμό. Ο πλειοδότης υποχρεούται να ανελκύσει και απομακρύνει το ναυάγιο μέσα στην οριζόμενη στην διακήρυξη προθεσμία. Από την κατακύρωση και την καταβολή του τιμήματος, ο πλειοδότης θεωρείται ότι παραλαμβάνει το ναυάγιο, αποκτά την κυριότητα του ελεύθερη από κάθε δικαίωμα τρίτου και μπορεί, αν συντρέχει λόγος, να ζητήσει την καταχώριση περίληψης της κατακυρωτικής έκθεσης ή τη διαγραφή από το νηολόγιο. Για την καταχώριση ή τη διαγραφή δεν απαιτείται βεβαίωση του άρθρου 19 παρ. 1 του Ν. 27/1975 (ΦΕΚ 77 Α') και το πιστοποιητικό του άρθρου 88 παρ. 5 του Κ.Ν. 792/1978 (ΦΕΚ 220 Α'), όπως ερμηνεύτηκε αυθεντικά από το άρθρο 1 παρ. 6 του Ν. 1711/1987 (ΦΕΚ 109 Α'). Η κυριότητα τον πλειοδότη τελεί υπό τη διαλυτική αίρεση της μη εμπρόθεσμης ανέλκυσης και απομάκρυνσης του ναυαγίου. Η ανέλκυση και απομάκρυνση του ναυαγίου πιστοποιείται από τον Οργανισμό. Ο Οργανισμός αφαιρεί από το τίμημα τις δαπάνες εκποίησης, αυξημένες κατά ποσοστό δέκα τοις εκατό (10%) και καταθέτει το υπόλοιπο στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων υπέρ του κυρίου, ο οποίος και καλείται να παραλάβει το οικείο γραμμάτιο παρακαταθήκης. Για την κατάθεση ειδοποιείται η αρμόδια δημόσια οικονομική υπηρεσία, το Ναυτικό Απομαχικό Ταμείο, οι δανειστές που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο της παραγράφου 3 και, αν είχε επιβληθεί αναγκαστική κατάσχεση στο ναυάγιο, ο υπάλληλος του πλειστηριασμού. Στην τελευταία περίπτωση η κατάθεση γίνεται με τον όρο να αποδοθεί το τίμημα ύστερα από εντολή του υπαλλήλου του πλειστηριασμού. Με την επιφύλαξη της διάταξης του προηγούμενου εδαφίου, το τίμημα αποδίδεται στον κύριο μετά παρέλευση έξι (6) μηνών από την ημέρα που ο Οργανισμός θα δηλώσει ότι έγινε η ανέλκυση και απομάκρυνση του ναυαγίου. Μετά την παρέλευση έτους από την ημέρα αυτήν, ο Οργανισμός δικαιούται να αναλάβει το τίμημα, αν δεν ζητηθεί αυτό από τον κύριο ή δεν ασκήσουν δικαιώματα δανειστές". Η διάταξη αυτή εφαρμόζεται αναλόγως και επί απομακρύνσεως επιβλαβούς λόγω ακινησίας πλοίου (άρθρο 3 παρ. 5). Τέλος κατά το άρθρο 27 του Κανονισμού Οικονομικής Διαχειρίσεως του ΟΛΠ και ελέγχου αυτής", που εγκρίθηκε με την εκδοθείσα βάσει του άρθρου 14 του α.ν 1559/1950 45057/11/72/18-1-1973 υα (ΦΕΚ 57/τ.β), "Ουδείς δικαιούχος δύναται να λάβη χρήματα παρά του Ο.Λ.Π εάν τυγχάνει συγχρόνως και οφειλέτης αυτού. Κατ' εξαίρεσιν ο Προϊστάμενος του Ταμιακού Τμήματος δύναται να εντέληται την πληρωμήν εντάλματος οφειλέτου, εάν δικαιούχος τυγχάνη το Δημόσιον, Οργανισμός Κοινής Ωφελείας ή Τράπεζα.3. Συμψηφισμός- απαιτήσεως οφειλέτου του Ο.Λ.Π., έναντι χρεών αυτού προς τον Ο.Λ.Π., δύναται ν' αντιναχθή εις πάσαν περίπτωσιν, τόσον υπό του οφειλέτου, δι' αιτήσεώς του υποβαλλομένης εις την αρμοδίαν Υπηρεσίαν, όσον και οίκοθεν υπό του Προϊσταμένου του Ταμιακού Τμήματος του Ο.Λ.Π. 3. Συμψηφισμός παραγεγραμμένης απαιτήσεως οφειλέτου του Ο.Λ.Π. δεν επιτρέπεται. Ενεργείται όμως συμψηφισμός παραγεγραμμένης απαιτήσεώς του Ο.Λ.Π. με ανταπαίτησιν του οφειλέτου, δημιουργηθείσαν εντός πέντε (5) ετών από της επελθούσης παραγραφής. 4. Δια του συμψηφισμού επέρχεται αμοιβαία των χρεών απόσβεσις, καθ' ο μέρος καλύπτουσι κατά ποσόν άλληλα. Η τοιαύτη απόσβεσης ανατρέχει από του χρονικού σημείου καθ' ο το πρώτον συντήθηκαν αι εκατέρωθεν απαιτήσεις. 5. Ο συμψηφισμός πραγματοποιείται δια της ταυτοχρόνου εκδόσεως εντάλματος και ισοπόσου γραμματίου εισπράξεως." Προφανές είναι ότι, διαλαμβάνουσα η παραπάνω σημειούμενη διάταξη του άρθρου 2 παρ. 5 του ν. 2881/2001 ότι η αναιρεσίβλητη αφαιρεί από το συνομολογηθέν και εισπραχθέν τίμημα από την διενεργεθείσα από εκείνη εκποίηση του επιβλαβούς λόγω ακινησίας πλοίου τις δαπάνες εκποιήσεως, προσαυξημένες κατά ποσοστό 10% και καταθέτει το υπόλοιπο στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων υπέρ του κυρίου του πλοίου, ο οποίος και καλείται να παραλάβει το οικείο γραμμάτιο παρακαταθήκης, αναφέρεται στην περίπτωση κατά την οποία δεν διατηρεί κατά του τελευταίου χρηματική απαίτηση, την οποία, σε αντίθετη περίπτωση, υποχρεωτικά προτείνει σε συμψηφισμό (άρθρο 27 παρ. 1 εδ.1 του Κανονισμού), με ισόποση αμοιβαία απόσβεση των οφειλών, κατά την όμοιου προς εκείνη του άρθρου 440 ΑΚ διάταξη του άρθρου 27 παρ. 4 του Κανονισμού. Η εν λόγω πρόταση συμψηφισμού, εξώδικη ή κατά την διάρκεια της δίκης, δεν αποκλείεται από την διάταξη του άρθρου 450 παρ. 1 ΑΚ, κατά τους ορισμούς της οποίας δεν επιτρέπεται συμψηφισμός απαιτήσεως, η οποία προέρχεται από αδίκημα που διαπράχθηκε από δόλο, με την έννοια της υπεξαιρέσεως από την αναιρεσίβλητη του εισπραχθέντος και κατέχοντος από εκείνη για λογαριασμό του κυρίου του πλοίου τιμήματος πωλήσεως, δοθέντος ότι πρόκειται για χρηματική αξίωση της τελευταίας την οποία νομίμως προτείνει σε συμψηφισμό κατά της εν λόγω ανταπαιτήσεως του πλοιοκτήτη. Η νομική αυτή παραδοχή περί του επιτρεπτού νομίμου της προτάσεως συμψηφισμού της αναιρεσίβλητης επιβεβαιώνεται και από το γεγονός ότι παράλληλα ορίζεται στο άρθρο 2 παρ. 5 του ν. 2881/2001 ότι για την κατάθεση στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων ειδοποιούνται η αρμόδια Δ.Ο.Υ το Ν.Α.Τ και οι δανειστές που αναφέρονται στη διάταξη του αυτού άρθρου 2 παρ. 3 εδ. 1 (δανειστές, που αναγράφονται στο βιβλίο Λιμενικής Αρχής του λιμένα, όπου βρίσκεται το ναυάγιο ή το επιβλαβές λόγω ακινησίας πλοίο), προκειμένου, προφανώς, οι τελευταίοι να λάβουν ασφαλιστικά μέτρα προς εξασφάλιση της κατά του κυρίου του πλοίου απαιτήσεως τους ή μέτρα αναγκαστικής εκτελέσεως για την ικανοποίησή της εις χείρας του Ταμείου Παρακαταθηκών και Δανείων, ως τρίτου, πριν από την είσπραξη από τον πλοιοκτήτη του παρακαταθέντος (υπολοίπου) τιμήματος πωλήσεως. Στις σημειούμενες στην αρχή της παρούσης αναιρετικώς ανέλεγκτες ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως με πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις διαλαμβάνεται, ιδία ότι από το συνομολογηθέν και εισπραχθέν από την διενεργηθείσα από την αναιρεσίβλητη εκποίηση του επιβλαβούς λόγω ακινησίας πλοίου της πτωχής ναυτικής εταιρείας, ποσού 91.500,00 Ευρώ, παρακράτησε, για δαπάνες εκποιήσεως προσαυξημένες κατά ποσοστό 10/00, το ποσό των 12.984,91 Ευρώ και για το υπόλοιπο των (91500-12984,91) 78.515,09 Ευρώ πρότεινε προς συμψηφισμό με το επιδοθέν στον αναιρεσείοντα στις 4-11-2008 με αριθμό 35604/30-10-2004 έγγραφο, διατηρούσα κατά της πλοιοκτήτριας αξιώσεις συνολικού ποσού 128.893,71 Ευρώ, ισόποση προς το υπόλοιπο του τιμήματος πωλήσεως χρηματική της απαίτηση, η οποία δημιουργήθηκε μετά την πτώχευση της πλοιοκτήτριας Εταιρείας (26-10-2004) από την δραστηριότητα του συνδίκου της πτωχεύσεως, με απόσβεση των εκατέρωθεν από τις αιτίες αυτές χρηματικών οφειλών. Τα πραγματικά αυτά δικαιολογούσαν την κατ' ορθή εφαρμογή των παραπάνω σημειουμένων κατά περίπτωση διατάξεων κατ' ουσίαν απόρριψη της κατά της αναιρεσίβλητης απευθυνόμενης αγωγής του αναιρεσείοντος, κατά παραδοχή της εξώδικης προς εκείνον προτάσεως συμψηφισμού, ισχυρισμό τον οποίο προέβαλε ως εναγομένη πρωτοδίκως και επαναδιατύπωσε ως εκκαλούσα με σχετικό λόγο εφέσεως. Κατά συνέπεια οι προβαλλόμενες με τους απομένοντες προς έρευνα λόγους αναιρετικές αιτιάσεις από το άρθρο 559 αρ. 1 (1ος λόγος) και 19 (τέταρτος λόγος) ΚΠολΔ, με την έννοια αντίστοιχα της ευθείας και εκ πλαγίου παραβιάσεως των εν λόγω διατάξεων, αρνητικά αξιολογούνται, ως αβάσιμες. Συνακόλουθα αυτών πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναιρέσεως, με παράλληλη καταδίκη του αναιρεσείοντος στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις, τα οποία ορίζει στο ποσό των 2.700,00 ευρώ (ΚΠολΔ 183). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την 88/21-9-2011 αίτηση για αναίρεση της 250/26-5-2011 αποφάσεως του Εφετείου Πειραιώς (Ναυτικό Τμήμα), και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700,00) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 18 Δεκεμβρίου 2013. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 21 Ιανουαρίου 2013. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ