Αριθμός 1384/2023 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Δ' Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μυρσίνη Παπαχίου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αικατερίνη Βλάχου, Γεωργία Κατσιμαγκλή, Ασπασία Μεσσηνιάτη - Γρυπάρη και Αλεξάνδρα Αποστολάκη, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 13 Ιανουαρίου 2023, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ: Των αναιρεσειόντων: 1) 1, κατοίκου ... και 2) ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "E. Α. Μ. Α. ΕΤΑΙΡΕΙΑ", που εδρεύει στη ... και εκπροσωπείται νόμιμα, ως καθολικής διαδόχου λόγω συγχώνευσης διά απορροφήσεως της εταιρείας με την επωνυμία "Α. Α. Α.", οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ιωάννη Αρνέλλο με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ. Των αναιρεσιβλήτων: 1) 1υ, κατοίκου ..., 2) ΝΠΙΔ με την επωνυμία "1 που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα και 3) 1, κατοίκου ..., εκ των οποίων ο 1ος παραστάθηκε με την πληρεξούσια δικηγόρο του Θεοδώρα Αλεξίου, το 2ο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Αργυρώ Γρατσία - Πλατή με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και η 3η εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Μάρκο Χατζηπιέρα με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ. Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 1-5-2012 και 25-5-2012 αγωγές των 1ου και 3ης των ήδη αναιρεσιβλήτων, αντίστοιχα, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάστηκαν με την από 18-5-2012 αγωγή του 1ου των ήδη αναιρεσειόντων. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1226/2014, όπως διορθώθηκε με την 3785/2014, μη οριστική και 3214/2015 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1411/2021 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 3-6-2021 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Αλεξάνδρα Αποστολάκη, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια του 1ου αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Η κρινόμενη από 03-06-2021 (αριθμ. κατάθ. 629/22-06-2021) αίτηση αναίρεσης κατά της υπ' αριθμ. 1411/2021 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία των διαφορών για ζημιές από αυτοκίνητο, καθώς και από τη σύμβαση ασφάλισής του (άρθρ. 681Α ΚΠολΔ) έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ) και είναι παραδεκτή (άρθρ. 577 παρ. 1 ΚΠολΔ). Επομένως, πρέπει να ερευνηθεί ως προς τη νομική και ουσιαστική βασιμότητα των λόγων της (άρθρ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ). Από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 330 εδάφ. β' και 914 ΑΚ συνάγεται, ότι προϋπόθεση της ευθύνης για αποζημίωση από αδικοπραξία είναι η υπαιτιότητα του υπόχρεου, η οποία υπάρχει και στην περίπτωση της αμέλειας, δηλαδή όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, η παράνομη συμπεριφορά του υπόχρεου σε αποζημίωση έναντι εκείνου που ζημιώθηκε και η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της παράνομης συμπεριφοράς και της ζημίας. Υπαιτιότητα είναι ο ψυχικός δεσμός του δράστη προς την αδικοπραξία. Η παράνομη συμπεριφορά, ως όρος της αδικοπραξίας, μπορεί να συνίσταται όχι μόνο σε θετική πράξη, αλλά και σε παράλειψη, εφόσον στην τελευταία αυτή περίπτωση εκείνος που υπέπεσε στην παράλειψη ήταν υποχρεωμένος σε πράξη από το νόμο ή τη δικαιοπραξία ή από την καλή πίστη, κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη. Αιτιώδης συνάφεια υπάρχει, όταν η πράξη ή η παράλειψη του ευθυνόμενου προσώπου ήταν, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, ικανή και μπορούσε αντικειμενικά να επιφέρει, κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων, το επιζήμιο αποτέλεσμα. Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε, ότι αποδείχθηκαν, γενικώς λαμβανόμενα, μπορούν να θεωρηθούν αντικειμενικώς ως πρόσφορη αιτία της ζημίας, που επήλθε, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, γιατί είναι κρίση νομική, αναγόμενη στην ορθή ή μη υπαγωγή από το δικαστήριο της ουσίας των διδαγμάτων της κοινής πείρας στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας, ενώ η κρίση για το αν πράγματι στη συγκεκριμένη περίπτωση η πράξη ή η παράλειψη εκείνη αποτέλεσε την αιτία του ζημιογόνου αποτελέσματος δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, καθόσον ανάγεται σε εκτίμηση πραγματικού υλικού, σύμφωνα με το άρθρ. 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ (ΑΠ 944/2017, ΑΠ 1546/2014, ΑΠ 1513/2014, ΑΠ 128/2013). Περαιτέρω, κατά το άρθρο 559 αριθμ. 19 του ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ειδικότερα, αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή στην κατάλυση του επιδίκου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης. Αντίστοιχα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει, όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά, που είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε στην ένδικη περίπτωση, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, έλλειψη νόμιμης βάσης, λόγω ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών, υπάρχει, όταν από το αιτιολογικό της απόφασης, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, σύμφωνα με το νόμο, είναι αναγκαία για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση, ότι συντρέχουν οι όροι της διάταξης, που εφαρμόσθηκε, ή ότι δεν συντρέχουν οι όροι της εφαρμογής της. Ιδρύεται, δηλαδή, ο λόγος αυτός αναίρεσης, όταν από τις παραδοχές της απόφασης δημιουργούνται αμφιβολίες, για το αν εφαρμόσθηκε ορθώς ή όχι ορισμένη ουσιαστική διάταξη νόμου. Αναφέρεται σε πλημμέλειες αναγόμενες στη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος και δεν ιδρύεται, όταν υπάρχουν ελλείψεις που ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση αυτών και στην αιτιολόγηση του πορίσματος, που έχει εξαχθεί από αυτές, αρκεί τούτο να εκτίθεται πλήρως, σαφώς και χωρίς αντιφάσεις (ΑΠ 10/2020, ΑΠ 1225/2017). Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε, είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς, και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΑΠ 1547/2017). Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 19 να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος (ΑΠ 947/2020, ΑΠ 1544/2017, ΑΠ 845/2012). Ακόμη, κατά το άρθρο 559 αριθμ. 10 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχτηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη. Η περίπτωση αυτή, η οποία στηρίζεται στην παράβαση του συστήματος συζήτησης, κατά την οποία ο δικαστής αποφασίζει με βάση εκείνα, που έχουν προταθεί και αποδειχθεί, υπάρχει όταν, για τα "πράγματα" που έγιναν δεκτά από το δικαστήριο, δεν έχει προσκομιστεί οποιαδήποτε απόδειξη ή όταν το δικαστήριο δεν εκθέτει στην απόφασή του, έστω και γενικά, από ποια αποδεικτικά μέσα έχει αντλήσει την απόδειξη για "πράγματα", που δέχθηκε ως αληθινά. Ο όρος "πράγματα", στην παρούσα περίπτωση του αριθμού 10 του άρθρου 559, είναι ταυτόσημος με τον αντίστοιχο όρο του αριθμού 8 του ίδιου άρθρου, ήτοι, ως "πράγματα", κατά την έννοια της διάταξης αυτής, νοούνται οι νόμιμοι, παραδεκτοί, ορισμένοι και λυσιτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και, συνακόλουθα, στηρίζουν το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης, αντένστασης ή λόγου έφεσης, όχι όμως και οι αιτιολογημένες αρνήσεις τους, ούτε οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων, αλλά ούτε και οι μη νόμιμοι, απαράδεκτοι, αόριστοι και αλυσιτελείς ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης και στους οποίους το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει. Συγκεκριμένα, δεν απαιτείται να αξιολογείται στην απόφαση κάθε αποδεικτικό μέσο ειδικά και χωριστά ή να εξειδικεύονται τα έγγραφα ή να γίνεται διάκριση, ποια από αυτά λαμβάνονται υπόψη για άμεση και ποια για έμμεση απόδειξη (ΑΠ 677/2015, ΑΠ 2031/2007, ΑΠ 259/2007). Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, όταν από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει, ότι το δικαστήριο σχημάτισε την κρίση του από τα μνημονευόμενα σ' αυτή (απόφαση) αποδεικτικά μέσα (ΑΠ 677/ 2015, ΑΠ 87/2013, ΑΠ 292/2011). Ο ίδιος λόγος δεν ιδρύεται, όταν το δικαστήριο, ύστερα από εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων που προσκομίστηκαν με επίκληση, καταλήξει σε έστω και εσφαλμένη για τα "πράγματα" κρίση, η οποία είναι αναιρετικά ανέλεγκτη (ΑΠ 717/2016, ΑΠ 610/2016, ΑΠ 677/2015, ΑΠ 2148/2007). Το Μονομελές Εφετείο Αθηνών με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη, ως προς τα πραγματικά γεγονότα, κρίση του (άρθρ. 561 παρ. 1 ΚΠολΔ) σχετικά με τα ζητήματα των συνθηκών πρόκλησης του επίδικου τροχαίου ατυχήματος και της υπαιτιότητας των οδηγών που είχαν εμπλοκή σε αυτό, τα ακόλουθα περιστατικά: "Την 2.3.2010 και περί ώρα 21:15, ο ενάγων της υπό στοιχ. Α' αγωγής (-τρίτος εναγόμενος της υπό στοιχ. Β' αγωγής και πρώτος εναγόμενος της υπό στοιχ. Γ' αγωγής), Π. Μ., πρώτος αναιρεσίβλητος, οδηγώντας το με αριθμό κυκλοφορίας ... αυτοκίνητο, ιδιοκτησίας Ο. Τ. (τρίτου εναγομένου της υπό στοιχ. Γ' αγωγής), εκινείτο κανονικά στη δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας της Εθνικής ... με κατεύθυνση από ... προσεγγίζοντας στο 8,5 χλμ αυτής. Η ανωτέρω οδός στο προαναφερόμενο σημείο είναι διπλής κατεύθυνσης με δύο λωρίδες κυκλοφορίας στο ρεύμα πορείας από ..., οι οποίες διαχωρίζονται μεταξύ τους με διακεκομμένη γραμμή, ενώ το ρεύμα πορείας από ... έχει μία λωρίδα κυκλοφορίας, μεταξύ δε των ανωτέρω αντίθετων ρευμάτων πορείας υφίσταται διπλή συνεχόμενη διαχωριστική γραμμή. Το συνολικό πλάτος του οδοστρώματος στο ρεύμα πορείας προς ... είναι 8,00 μέτρα, ενώ στο ρεύμα πορείας ... είναι 4,00 μέτρα. Επιπλέον, η ανωτέρω οδός σχηματίζει αλληλουχία στροφών και ειδικότερα στο ανωτέρω σημείο υφίσταται κλειστή δεξιά στροφή για τα κινούμενα ... οχήματα και αντίστοιχα αριστερή στροφή για τα κινούμενα προς .... Περαιτέρω δε, έχει ανηφορική κλίση ως προς την αντίθετη κατεύθυνση. Το ανώτατο επιτρεπόμενο όριο ταχύτητας είναι 90 χλμ την ώρα για το ρεύμα πορείας προς ... (σύμφωνα με τα γενικά ισχύοντα για το εν λόγω οδικό δίκτυο), ενώ στο συγκεκριμένο σημείο για το ρεύμα πορείας ... η μέγιστη ταχύτητα ορίζεται στα 60 χλμ την ώρα, ενόψει του ότι στο ρεύμα αυτό, ένα (1) περίπου χιλιόμετρο πριν το συγκεκριμένο σημείο, υφίσταται σχετική ρυθμιστική πινακίδα P-32. Τη στιγμή εκείνη ήταν νύκτα χωρίς να υφίσταται τεχνητός φωτισμός, η κατάσταση της οδού ήταν ξηρά, οι καιρικές συνθήκες ήταν καλές, η κυκλοφορία των οχημάτων ήταν αραιή και η ορατότητα δεν περιοριζόταν. Στον αυτό χρόνο και τόπο, και συγκεκριμένα στο ίδιο ρεύμα κυκλοφορίας στον οποίο έβαινε και ο ανωτέρω Π. Μ., με κατεύθυνση από ..., και στη δεξιά, λωρίδα κυκλοφορίας αυτού, εκινείτο κανονικά η ενάγουσα της υπό στοιχείο Β' αγωγής, ‘A. Γ., (τρίτη αναιρεσίβλητη) οδηγώντας το με αριθμό κυκλοφορίας .... αυτοκίνητο ιδιοκτησίας της και η οποία προπορευόταν του ανωτέρω οχήματος, που οδηγούσε ο Π. Μ.. Επιπλέον, στον ίδιο ανωτέρω χρόνο και τόπο, αλλά στην αντίθετη κατεύθυνση, ήτοι στο ρεύμα πορείας από ..., εκινείτο με αυξημένη για την περιοχή ταχύτητα, ο πρώτος εναγόμενος των υπό στοιχεία Α' και Β' αγωγών (- ενάγων της υπό στοιχείο Γ' αγωγής), ...ς, (πρώτος αναιρεσείων) οδηγώντας το με αριθμό κυκλοφορίας .... αυτοκίνητο ιδιοκτησίας του ιδίου, και ο οποίος προσέγγιζε το προαναφερόμενο χιλιομετρικό σημείο (8,5 χλμ) της ανωτέρω οδού. Λίγο πριν ο Π. Μ. φθάσει με το ανωτέρω όχημά του στο παραπάνω σημείο πραγματοποίησε ελιγμό και εισήλθε στην αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας του ρεύματος πορείας όπου εκινείτο ήδη, πραγματοποιώντας σύννομη υπέρβαση εξ αριστερών του προπορευόμενου αυτού οχήματος, που οδηγούσε η ως άνω Ά. Γ.. Κατά το χρονικό δε σημείο, που ο Π. Μ. είχε ολοκληρώσει την ανωτέρω υπέρβαση και εκινείτο στην παραπάνω αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας, πλησιάζοντας, την προπεριγραφείσα αριστερή για την πορεία του ανηφορική στροφή, ο ...ς (κινούμενος κατά τα ανωτέρω αντίθετα), είχε εισέλθει ήδη στην δεξιά για την πορεία του κλειστή κατηφορική στροφή, έχοντας αυξημένη και ανώτερη του επιτρεπομένου ορίου ταχύτητα. Ο τελευταίος, λόγω της έλλειψης της απαιτούμενης προσοχής και της ως άνω ταχύτητάς του, απώλεσε τον έλεγχο του οχήματος του εντός της στροφής και πραγματοποιώντας τροχοπέδηση προκειμένου να επαναφέρει το όχημά του, εισήλθε διαγώνια αριστερά στο αντίθετο ρεύμα πορείας (από ...), όπου εκινούντο τόσο ο Π. Μ. όσο και η Ά. Γ., και δη εισήλθε στην αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας αυτού, αφήνοντας ίχνη τροχοπέδησης επί του οδοστρώματος. Έτσι, κατά την είσοδό του διαγώνια στο αντίθετο ρεύμα πορείας, προσέκρουσε με σφοδρότητα με το εμπρόσθιο δεξιό τμήμα του αυτοκινήτου του στο εμπρόσθιο αριστερό τμήμα του αυτοκινήτου, που οδηγούσε ο Π. Μ.. Από την πρόσκρουση αυτή το όχημα του τελευταίου ωθήθηκε με δύναμη προς τα δεξιά, εντός του ρεύματος πορείας του, και αφήνοντας χαραγές επί του οδοστρώματος αυτού κατέληξε εκτός αυτού, στο δεξιό χωμάτινο έρεισμα με το επάνω μέρος του αυτοκινήτου (τον ουρανό) στο έδαφος. Στη συνέχεια, το αυτοκίνητο του ..., συνεχίζοντας την πορεία του και έχοντας πάρει μεγαλύτερη κλίση προς τα αριστερά, εξαιτίας της πρόσκρουσης, εισήλθε και στην δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας του ρεύματος πορείας από ..., όπου εκινείτο η Ά. Γ., η οποία είχε φτάσει με το όχημά της στο ανωτέρω σημείο, και έτσι ανακόπτοντας προ ελάχιστων μέτρων την πορεία αυτής προσέκρουσε ο πρώτος με το δεξιό εμπρόσθιο τμήμα του οχήματος του στο εμπρόσθιο δεξιό τμήμα του οχήματος της δεύτερης. Κατόπιν δε και της πρόσκρουσης αυτής και από τις ασκηθείσες δυνάμεις, αλλά και την προσπάθεια αντίδρασής της, το όχημα της 1 κινήθηκε διαγώνια αριστερά σε σχέση με την πορεία του, καταλήγοντας εντός της αριστερής λωρίδας κυκλοφορίας του ίδιου αυτού ρεύματος, ενώ το όχημα του ... περιστράφηκε προς τα αριστερά εντός της ως άνω δεξιάς λωρίδας κυκλοφορίας και καταλήγοντας με κατεύθυνση προς τη ... ακινητοποιήθηκε διαγωνίως του διαμήκη άξονα της οδού και δεξιά από το σημείο όπου είχε καταλήξει, κατά τα ανωτέρω, το όχημα της Ά. Γ.. Από το ως άνω ατύχημα τραυματίστηκαν ο Π. Μ. και ο ...ς, οι οποίοι μεταφέρθηκαν με σταθμό του ΕΚΑΒ στο Νοσοκομείο "ΤΖΑΝΕΙΟ", ενώ και τα τρία οχήματα υπέστησαν σημαντικής έκτασης βλάβες. Οι διάδικοι προβάλλουν αντίθετους ισχυρισμούς σχετικά με την αρχική πορεία και κατεύθυνση, που είχε έκαστο από τα αυτοκίνητα που οδηγούσε ο Π. Μ. και ο ...ς αντίστοιχα, και σχετικά με το ποιος εκ των δύο κατά συνέπεια εισήλθε στο αντίθετο ρεύμα, ενώ η πορεία του οχήματος της Ά. Γ., συνομολογείται από όλους τους διαδίκους. Από την προσκομιζόμενη και νόμιμα επικαλούμενη από 2.3.2010 έκθεση αυτοψίας τροχαίου ατυχήματος, που συνέταξαν τα αρμόδια αστυνομικά όργανα του Τ.Τ. Ελευσίνας σε συνδυασμό με το πρόχειρο σχεδιάγραμμα του τόπου αυτού που τη συνοδεύει, αποδεικνύονται σαφώς τα ανωτέρω εκτιθέμενα χαρακτηριστικά της οδού και η διαμόρφωση αυτής κατά το χρόνο του ένδικου ατυχήματος, ενώ περαιτέρω απεικονίζονται οι προπεριγραφείσες τελικές θέσεις και των τριών παραπάνω αυτοκινήτων, όπως αυτές διαπιστώθηκαν από τα ίδια τα αρμόδια αστυνομικά όργανα κατά την άφιξή τους. Περαιτέρω, αναφέρονται και οι αρχικές πιθανές πορείες των οχημάτων και δη ότι το με τον αριθμό κυκλοφορίας 2. αυτοκίνητο, που οδηγούσε ο Π. Μ., εκινείτο από ..., και ότι το με αριθμό κυκλοφορίας .... αυτοκίνητο, που οδηγούσε ο ...ς εκινείτο από ... στην αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας. Ωστόσο, οι απεικονιζόμενες και αναφερόμενες αρχικές πορείες των δύο αυτών αυτοκινήτων καταγράφονται ως πιθανές, ενόψει του ότι οι πορείες αυτές διαμορφώνονται ανάλογα με τα όσα αναφέρονται από τους εμπλεκόμενους και λαμβανομένου υπόψη ότι το δεύτερο εκ των ανωτέρων οχημάτων είχε τελική θέση με κατεύθυνση προς .... Πλην όμως οι ανωτέρω, απεικονιζόμενες αρχικές πορείες των δύο οχημάτων δεν είναι αυτές που πράγματι είχαν, αλλά αντίθετα η αρχική πορεία του οχήματος του 1 ήταν προς ... (στο ίδιο δηλαδή ρεύμα πορείας με την Ά. Γ.) και αυτή του οχήματος του ... ήταν ..., σύμφωνα και με τα ανωτέρω περιγραφόμενα. Τούτο διότι, εάν πράγματι οι αρχικές πορείες ήταν οι αντίθετες (όπως εμφαίνονται στο σχεδιάγραμμα), λαμβανομένων υπόψη και των συγκρουσθεισών επιφανειών των δύο οχημάτων, οι οποίες συνομολογούνται από τους διαδίκους και είναι το δεξιό εμπρόσθιο τμήμα του οχήματος του ... και το αριστερό εμπρόσθιο τμήμα του οχήματος του Π. Μ., τότε κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας και λογικής σχετικά με τις δυνάμεις, που ασκούνται από τέτοιου είδους συγκρούσεις, θα έπρεπε να έχουν λάβει χώρα τα εξής: α) το όχημα του Π. Μ. κινούμενο ... θα έπρεπε λόγω της τροχοπέδησης να αρχίσει να ολισθαίνει πλαγίως προς τα αριστερά με το οπίσθιο τμήμα αυτού εισερχόμενο σχεδόν κάθετα στο αντίθετο ρεύμα με πρόσωπο προς το δεξί έρεισμα του ρεύματος πορείας ..., προκειμένου να προσκρούσει με το αριστερό τμήμα του αυτοκινήτου του στο δεξί εμπρόσθιο τμήμα του άλλου οχήματος. Αυτή η κίνηση όμως δεν επιβεβαιώνεται από τα ίχνη τροχοπέδησης που καταγράφονται στο σχεδιάγραμμα της τροχαίας, τα οποία ξεκινούν από το ρεύμα κυκλοφορίας ... και διαγράφονται διαγώνια προς αριστερά ευθεία σταθερή γραμμή και καταλήγουν στην αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας, γεγονός από το οποίο συνάγεται ότι το όχημα που εισήλθε στο ως άνω αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας εισήλθε με το εμπρόσθιο μέρος αυτού, έχοντας διαγώνια κλίση σε σχέση με τον κάθετο άξονα του οδοστρώματος και κατεύθυνση διαγωνίως προς το δεξί έρεισμα του ρεύματος πορείας προς ..., και β) το όχημα του ... κινούμενο προς ..., εφόσον θα δεχόταν κατά τον ανωτέρω τρόπο την πρόσκρουση στη δεξιά εμπρόσθια πλευρά του από το αριστερό εμπρόσθιο τμήμα του ανωτέρω αντιθέτως εισερχόμενου οχήματος, καθόσον δεν υπήρξε μετωπική σύγκρουση αυτών, θα έπρεπε από τις ασκηθείσες δυνάμεις να κινηθεί προς τα αριστερά σε σχέση με την κατεύθυνσή του και να εισέλθει στο αντίθετο ρεύμα πορείας και όχι να κινηθεί προς τη δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας όπου κατέληξε. Σε μία τέτοια δε περίπτωση δε θα ήταν εφικτό να έχει συγκρουστεί και με το αυτοκίνητο της Ά. Γ.. Αντίθετα, συνάδει με τα διδάγματα της κοινής πείρας και λογικής, ότι το όχημα, όπου εκινείτο στο ρεύμα πορείας ..., εισήλθε κατά την πορεία που διαγράφουν τα ίχνη τροχοπέδησης, όπως αυτή περιγράφεται ανωτέρω, στο αντίθετο ρεύμα πορείας και έχοντας αυτή τη διαγώνια κλίση επέπεσε με το δεξί εμπρόσθιο τμήμα του οχήματος στο αριστερό εμπρόσθιο τμήμα του κινούμενου στην αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας του ρεύματος πορείας προς ... οχήματος. Το τελευταίο δε αυτό όχημα κατόπιν των κατ' αυτόν τον τρόπο ασκηθεισών δυνάμεων άρχισε να κινείται προς το δεξί έρεισμα του ρεύματος πορείας του καταλήγοντας τελικά σε αυτό. Έτσι, από τα ανωτέρω εκτιθέμενα σε συνδυασμό με το γεγονός ότι η συγκρουσθείσα επιφάνεια του αυτοκινήτου του ... είναι η δεξιά εμπρόσθια και του αυτοκινήτου του Π. Μ. είναι η αριστερή εμπρόσθια αποδεικνύεται ότι το πρώτο εκινείτο αρχικά στο ρεύμα πορείας από ... και το δεύτερο από ..., όπως ισχυρίζεται ο ενάγων της υπό στοιχείο Α' αγωγής, και όχι αντίθετα όπως αβάσιμα ισχυρίζονται οι εναγόμενοι αυτής (και ενάγων της υπό στοιχείο Γ' αγωγής). Η κρίση αυτή του Δικαστηρίου ενισχύεται και από το γεγονός ότι το με αριθμό κυκλοφορίας .... αυτοκίνητο μετά την πρόσκρουση κατέληξε στο χωμάτινο έρεισμα δεξιά του ρεύματος πορείας προς ... αναποδογυρισμένο μεν, ωστόσο έχοντας το εμπρόσθιο τμήμα του στραμμένο προς ..., όπως τούτο εμφαίνεται από τις προσκομιζόμενες φωτογραφίες αυτού στην τελική του θέση αμέσως μετά το ατύχημα, που αποτελούν τμήμα της σχηματισθείσας ποινικής δικογραφίας. Η θέση αυτή συνάδει με τα ανωτέρω γενόμενα δεκτά ότι το αυτοκίνητο αυτό εκινείτο στο ρεύμα αυτό κατά το χρόνο του ατυχήματος (προς ...) και ότι μετά την πρόσκρουση κινήθηκε πλαγίως προς το χωμάτινο έρεισμα αφήνοντας κάθετες σχεδόν χαραγές καταλήγοντας τελικά σε αυτό. Πέραν δε των ανωτέρω, όπως αποδεικνύεται από την έκθεση αυτοψίας που συνέταξαν τα αρμόδια αστυνομικά όργανα, αλλά και από τις φωτογραφίες της ποινικής δικογραφίας, τόσο το όχημα της Ά. Γ. όσο και το όχημα του ... υπέστησαν βλάβες στο εμπρόσθιο δεξί τμήμα τους. Με δεδομένο αυτό και λαμβάνοντας υπόψη ότι το όχημα της πρώτης συγκρούσθηκε μόνο με το όχημα του δεύτερου, όπως συνομολογείται άλλωστε από τους διαδίκους, συνάγεται το συμπέρασμα ότι το όχημα του δεύτερου είχε κατεύθυνση αντίθετη αυτής που είχε το όχημα της πρώτης, και συγκρούσθηκαν μεταξύ τους κατά τον προπεριγραφόμενο τρόπο. Ο ισχυρισμός του ... ότι το όχημά του προσέκρουσε σε αυτό της Ά. Γ. με το εμπρόσθιο τμήμα του (κατά την τελική τους θέση) δεν αποδεικνύεται βάσιμος, καθόσον το αυτοκίνητό του δεν απεικονίζεται στις σχετικές φωτογραφίες να έχει συγκρουστεί στο τμήμα του αυτό και δη με τέτοια σφοδρότητα που να δύναται να έχει προκαλέσει τις εκτεταμένες βλάβες του οχήματος της Ά. Γ.. Αντίθετα, η σχεδόν καταστραφείσα δεξιά εμπρόσθια πλευρά του συνάδει με τέτοιας έντασης σύγκρουση. Μόνο δε το γεγονός ότι το αυτοκίνητο του ... βρέθηκε από τα αστυνομικά όργανα εντός του ρεύματος πορείας προς ... και έχοντας το εμπρόσθιο τμήμα αυτού προς ... δεν ανατρέπει την ανωτέρω κρίση του Δικαστηρίου περί της αρχικής κατεύθυνσής του, καθόσον αυτή ήταν η τελική του θέση στην οποία κατέληξε μετά από δύο συγκρούσεις με τα ανωτέρω δύο οχήματα και έτσι δεν δύναται μόνο το στοιχείο αυτό να οδηγήσει στο ανωτέρω συμπέρασμα, ενόψει και όλων των άλλων αντικειμενικών ευρημάτων. Επιπλέον, ο ισχυρισμός του ... και της ασφαλιστικής του εταιρίας "..." ότι το με αριθμό κυκλοφορίας ... αυτοκίνητο, που οδηγούσε αυτός, διέθετε σύστημα αντιμπλοκαρίσματος τροχών (ABS) και δεν είναι επομένως δυνατό να είναι αυτό που έχει αφήσει τα ίχνη τροχοπέδησης και ως εκ τούτου αυτό που εισήλθε στο αντίθετο ρεύμα, καθώς και ότι αυτά ανήκουν στο όχημα του Π. Μ., δεν κρίνεται πειστικός. Τούτο, διότι το κριτήριο αυτό δεν κρίνεται ασφαλές, καθόσον η ύπαρξη του ανωτέρω συστήματος στα οχήματα δε συνεπάγεται άνευ ετέρου την έλλειψη οιουδήποτε ίχνους φρεναρίσματος, καθόσον η ομαλή λειτουργία αυτού εξαρτάται από την κατάσταση λειτουργίας του συστήματος πέδησης του οχήματος, την κατάσταση των ελαστικών και του οδοστρώματος, καθώς και από την τριβή που αναπτύσσεται σε κάθε περίπτωση μεταξύ ελαστικών και οδοστρώματος, η οποία επηρεάζεται και από την ταχύτητα με την οποία κινείται το όχημα. Άλλωστε, και στην από 14.4.2010 προανακριτική κατάθεσή της η ενάγουσα της υπό στοιχείο Β' αγωγής, Ά. Γ., δεν ήταν σε θέση να καταθέσει για την κατεύθυνση των άλλων δύο οχημάτων, ούτε για τον τρόπο της σύγκρουσης αυτών, καθόσον όπως αναφέρει το αυτοκίνητό της δέχθηκε ξαφνικά ένα χτύπημα στο δεξί εμπρόσθιο μέρος του, άνοιξαν οι αερόσακοι και άρχισε να σύρεται προς τα αριστερά. Τα ίδια δε κατέθεσε και ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου κατά τη πρώτη δικάσιμο της 15.11.2013, αναφέροντας ότι ήταν νύκτα χωρίς φωτισμό και δεν γνωρίζει ποιο ήταν το αυτοκίνητο που την προσπέρασε, ενώ τα όσα διαλαμβάνει στην αγωγή της στηρίζονται στα στοιχεία της ποινικής δικογραφίας. Εξάλλου, ο διορισθείς με την 1226/2014 μη οριστική απόφαση του Δικαστηρίου τούτου πραγματογνώμονας ..., λαμβάνοντας υπόψη του όλες τις ανωτέρω συνθήκες, τα σημεία πρόσκρουσης και τα αντικειμενικά ευρήματα, καθώς και τους ισχυρισμούς των διαδίκων, καταλήγει στη με αριθμό κατάθεσης ... έκθεση πραγματογνωμοσύνης του στο συμπέρασμα ότι το με αριθμό κυκλοφορίας .... αυτοκίνητο εκινείτο με κατεύθυνση από ..., ενώ το με αριθμό κυκλοφορίας ... αυτοκίνητο εκινείτο με κατεύθυνση από ..., η σύγκρουση δε κατά την ίδια πραγματογνωμοσύνη έχει λάβει χώρα εντός της αριστερής λωρίδας κυκλοφορίας του τελευταίου ως άνω ρεύματος πορείας. Επιπλέον, τα ίδια κατέθεσε και ο 2ηχανικός διερευνητής τροχαίων ατυχημάτων, εξεταζόμενος ενόρκως με επιμέλεια του ενάγοντος, Π. Μ., ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, επιβεβαιώνοντας τη σχετική από 10.11.2010 τεχνική έκθεσή του που προσκομίζει και νόμιμα επικαλείται ο εν λόγω ενάγων. Περαιτέρω, η ταχύτητα και των τριών ανωτέρω οχημάτων δεν κατέστη δυνατό να εξακριβωθεί κατά την διενεργηθείσα προανάκριση στα πλαίσια της ποινικής διαδικασίας. Ωστόσο, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στην ως άνω έκθεση πραγματογνωμοσύνης του Ι. Δ. από την αξιολόγηση όλων των ανωτέρω στοιχείων προκύπτει ότι η ταχύτητα του με αριθμό κυκλοφορίας ... αυτοκινήτου ήταν περίπου 90 χλμ την ώρα, ενώ των άλλων δύο οχημάτων ήταν περίπου 50 χλμ την ώρα. Η προαναφερόμενη ταχύτητα του με αριθμό κυκλοφορίας ... αυτοκινήτου (90 χλμ) συνάδει κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας και λογικής με τη σφοδρότητα της σύγκρουσης αυτού με το με αριθμό κυκλοφορίας ... αυτοκίνητο, καθώς και με το με αριθμό κυκλοφορίας ... αυτοκίνητο, όπως η σφοδρότητα αυτή καταδεικνύεται από τις εκτεταμένες βλάβες που υπέστησαν όλα τα ανωτέρω οχήματα, που απεικονίζονται στις φωτογραφίες της ποινικής δικογραφίας, καθώς και από τη μεταγενέστερη πορεία των εμπλακέντων οχημάτων. Η υπερβολική δε ως άνω ταχύτητά του κατά την είσοδο στη δεξιά για την πορεία του κατηφορική στροφή αιτιολογεί και την απώλεια από τον οδηγό αυτού του ελέγχου τον οχήματος. Η ταχύτητα του με αριθμό κυκλοφορίας ... οχήματος, που από τον πραγματογνώμονα εντοπίζεται στα 50 χλμ την ώρα δεν αμφισβητείται ειδικά από τους διαδίκους, ενώ περαιτέρω από κανένα στοιχείο δεν αποδεικνύεται ότι αυτό έβαινε με μεγαλύτερη ταχύτητα. Όσον αφορά την ταχύτητα του με αριθμό κυκλοφορίας 2 αυτοκινήτου, αυτή κατά την κρίση του Δικαστηρίου ήταν ανώτερη των 50 χλμ την ώρα (και εντός του επιτρεπόμενου ορίου). Η ταχύτητα αυτού δεν θα μπορούσε να είναι 50 χλμ, καθόσον το όχημα αυτό μόλις είχε υπερβεί το ανωτέρω της Ά. Γ., και επομένως έβαινε με μεγαλύτερη από την ταχύτητα της ανωτέρω. Ωστόσο δεν θα μπορούσε να είναι κατά πολύ μεγαλύτερη, ούτε υπερβολική, καθόσον η οδός στο συγκεκριμένο σημείο για την πορεία του ήταν ανηφορική, ενώ επιπλέον δεν προπορευόταν κατά πολύ του οχήματος της Ά. Γ.. Έτσι, το Δικαστήριο, με δεδομένα όλα τα παραπάνω, καταλήγει στο συμπέρασμα ότι η ταχύτητα του προαναφερόμενου οχήματος ήταν περίπου 60 χλμ την ώρα. Με δεδομένες τις πιο πάνω συνθήκες του ένδικου ατυχήματος, αυτό οφείλεται σε αποκλειστική υπαιτιότητα του οδηγού του με αριθμό κυκλοφορίας .... αυτοκινήτου, ..., διότι, από έλλειψη της προσοχής, την οποία όφειλε και μπορούσε να καταβάλει και συμπεριφερόμενος κατά τρόπο αντίθετο από εκείνον που επιβαλλόταν από τις περιστάσεις, οδηγούσε χωρίς να επιδεικνύει την απαιτούμενη σύνεση και προσοχή και δίχως να λάβει υπόψη του τη διαμόρφωση του εδάφους της Ε.Ο. ... στο συγκεκριμένο σημείο, και δη την ύπαρξη της κλειστής δεξιάς και κατηφορικής για την πορεία του στροφής, με αποτέλεσμα να μην προσαρμόσει κατάλληλα την ταχύτητα του οχήματός του και να μη συμμορφωθεί στη σχετική πινακίδα ρύθμισης του ανώτατου ορίου ταχύτητας, αλλά να εισέλθει σε αυτή με υπερβολική ταχύτητα (90 χλμ την ώρα) και στη συνέχεια να χάσει τον έλεγχο του οχήματος του και να εισέλθει υπερβαίνοντας την διπλή συνεχόμενη διαχωριστική γραμμή στο αντίθετο για την πορεία του ρεύμα κυκλοφορίας, παρεμβαλλόμενος έτσι στην πορεία των αντιθέτως κινούμενων δύο οχημάτων, κατά τον προπεριγραφέντα τρόπο, και παραβιάζοντας κατ' αυτόν τον τρόπο τις διατάξεις των άρθρων 5 παρ. 3 περ. α', 12 παρ. 1, 19 παρ. 1, 2, 16 παρ. 4 και 20 παρ. 1 του ΚΟΚ. Στοιχεία που να θεμελιώνουν οποιαδήποτε αμέλεια του οδηγού του με αριθμό κυκλοφορίας .... αυτοκινήτου, Π. Μ., δεν αποδείχθηκαν, αφού, σύμφωνα με όσα ανωτέρω αποδείχθηκαν, αυτός εκινείτο εντός του ρεύματος πορείας του προς ... και εντός των ορίων της προκαθορισμένης αριστερής λωρίδας κυκλοφορίας του, έχοντας αναπτύξει κανονική για την περιοχή ταχύτητα (60 χλμ την ώρα) και εντός του επιτρεπομένου ορίου, και η αιφνίδια και σε κοντινή απόσταση είσοδος στο ρεύμα πορείας του, του αντιθέτως ως άνω κινούμενου με αριθμό κυκλοφορίας ... ΙΧΕ αυτοκινήτου, απέκλεισε σ' αυτόν τη δυνατότητα διενέργειας οιουδήποτε επιτυχούς αποφευκτικού ελιγμού ή ασφαλούς τροχοπέδησης. Εξίσου, στοιχεία που να θεμελιώνουν οιαδήποτε αμέλεια της οδηγού του με αριθμό κυκλοφορίας .... αυτοκινήτου, Ά. Γ., δεν αποδείχθηκαν, αφού, σύμφωνα με όσα ανωτέρω αποδείχθηκαν, και αυτή εκινείτο εντός του ρεύματος πορείας της προς ... και εντός των ορίων της προκαθορισμένης δεξιάς λωρίδας κυκλοφορίας της, έχοντας αναπτύξει κανονική για την περιοχή ταχύτητα (50 χλμ την ώρα) και εντός του επιτρεπομένου ορίου, και η αιφνίδια και προ ελάχιστης απόστασης είσοδος στη λωρίδα κυκλοφορίας της, του αντιθέτως ως άνω κινούμενου με αριθμό κυκλοφορίας ... ΙΧΕ αυτοκινήτου, κατόπιν της σύγκρουσης αυτού με το ανωτέρω αυτοκίνητο, ενόψει και της νύκτας που επικρατούσε και της έλλειψης φωτισμού στο σημείο, απέκλεισε σ' αυτήν τη δυνατότητα διενέργειας οιουδήποτε επιτυχούς αποφευκτικού ελιγμού. Επομένως, η εκκαλουμένη απόφαση που δέχτηκε τα ίδια ως άνω ως προς την αποκλειστική υπαιτιότητα του ενάγοντος της από 18-5-2012 αγωγής ...- οδηγού του υπ' αριθμ. κυκλοφορίας ... αυτοκινήτου και την έλλειψη υπαιτιότητας εκ μέρους του ενάγοντος της από 1-5-2012 αγωγής του Π. Μ. - οδηγού του υπ' αριθμ. ... ΙΧΕ αυτοκινήτου, δεν έσφαλε ως προς την ορθή εφαρμογή του νόμου και την εκτίμηση των αποδείξεων που προσκομίστηκαν, τα αντίθετα δε υποστηριζόμενα από τους εκκαλούντες με τους σχετικούς και αλληλοσυμπληρούμενους λόγους της εφέσεώς τους ως προς το κεφάλαιο της υπαιτιότητας, είναι αβάσιμα και απορριπτέα". Το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, με το να οδηγηθεί στην προαναφερθείσα κρίση και να κρίνει τον 1ο αναιρεσείοντα αποκλειστικά υπαίτιο του ένδικου τροχαίου ατυχήματος, δεν παραβίασε εκ πλαγίου τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του άρθρου 914 ΑΚ, σε συνδυασμό με αυτές των άρθρων 16 παρ. 1 και παρ. 4, 12 παρ. 1 και 5 παρ. 3α και παρ. 8α του ΚΟΚ, αλλά, με το σύνολο των παραδοχών του, διέλαβε στην απόφασή του πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο και, έτσι, δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, όπως αβασίμως υποστηρίζουν οι αναιρεσείοντες. Ειδικότερα, αφού εκτίμησε τις συνθήκες του ένδικου τροχαίου ατυχήματος (τόπο, χρόνο, συνθήκες κυκλοφορίας), τα ευρήματα στο οδόστρωμα (ίχνη τροχοπέδησης, χαραγές στο οδόστρωμα), τα συγκρουσθέντα μέρη των εμπλακέντων σ' αυτό αυτοκινήτων (εμπρόσθιο δεξιό τμήμα του οχήματος του 1ου αναιρεσείοντος, εμπρόσθιο αριστερό τμήμα του οχήματος του 1ου αναιρεσίβλητου και εμπρόσθιο δεξιό τμήμα του οχήματος της 3ης αναιρεσίβλητης) και την τελική θέση τους (εκτός του οδοστρώματος, στο δεξιό χωμάτινο έρεισμα, αναποδογυρισμένο με στραμμένο το εμπρόσθιο τμήμα του προς ..., το όχημα του 1ου αναιρεσίβλητου, στην αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας του ρεύματος προς ... το αυτοκίνητο της 3ης αναιρεσίβλητης και δεξιά από το όχημα αυτής καταλήξαν το αυτοκίνητο του 1ου αναιρεσείοντος με το εμπρόσθιο τμήμα αυτού προς ...), έκρινε, ότι αποκλειστικά υπαίτιος της σύγκρουσης ήταν ο 1ος αναιρεσείων, ο οποίος εκινείτο με το ΙΧΕ αυτοκίνητό του στην Ε.Ο. Ελευσίνας-...ς με κατεύθυνση ... και επειδή οδηγούσε χωρίς σύνεση και προσοχή στην οδήγηση και είχε αναπτύξει υπερβολική ταχύτητα (90 χλμ/ώρα ενώ το ανώτατο επιτρεπόμενο όριο ταχύτητας στο ρεύμα πορείας του ήταν 60 χλμ/ώρα) κατά τη διέλευση κλειστής δεξιάς και κατηφορικής για την πορεία του στροφής, έχασε τον έλεγχο του οχήματός του, παραβίασε τη διπλή διαχωριστική γραμμή, που χωρίζει τα δύο ρεύματα, εισήλθε στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας και επέπεσε διαδοχικά στα κανονικά κινούμενα στο ρεύμα πορείας τους, με κατεύθυνση προς ..., οχήματα των 1ου και 3ης αναιρεσίβλητων, που κινούνταν στην αριστερή και στη δεξιά λωρίδα του ρεύματός τους αντίστοιχα. Αντίθετα, το Εφετείο δεν στηρίζει το αποδεικτικό του πόρισμα σε υποθετικούς και ενδοιαστικούς συλλογισμούς, όπως αβασίμως υποστηρίζουν οι αναιρεσείοντες, αλλά, για την πληρότητα της αιτιολογίας, παραθέτει στην προσβαλλόμενη απόφασή του, για ποιους λόγους δεν δέχεται, ότι η αρχική πορεία του αυτοκινήτου του 1ου αναιρεσείοντος ήταν προς ... και του 1ου αναιρεσίβλητου ... και συγκεκριμένα, ότι στην υποθετική αυτή περίπτωση οι συγκρουσθείσες επιφάνειες των οχημάτων τους, δεν θα ήταν οι αποδειχθείσες, τα αυτοκίνητά τους δεν θα κατέληγαν στο σημείο, όπου βρέθηκαν, ενώ το αυτοκίνητο του 1ου αναιρεσείοντος δεν θα συγκρουόταν με το αυτοκίνητο της 3ης αναιρεσίβλητης. Περαιτέρω, οι αναιρεσείοντες παραπονούνται, ότι δεν διαλαμβάνεται παραδοχή, για το αν στη συγκεκριμένη περίπτωση του ενδίκου τροχαίου ατυχήματος διαπιστώθηκε η συνδρομή ή μη των, από την προσβαλλόμενη απόφαση, προσδιορισθεισών προϋποθέσεων ομαλής λειτουργίας του συστήματος πέδησης ABS του αυτοκινήτου του 1ου αναιρεσείοντος. Η αιτίαση αυτή, πέραν του ότι απαραδέκτως πλήττει την εκτίμηση των αποδείξεων, είναι και αβάσιμη, διότι στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση, καθόσον δεν έγινε δεκτό με την προσβαλλόμενη, ότι το αυτοκίνητο του 1ου αναιρεσείοντος διέθετε σύστημα πέδησης ABS. Συνεπώς, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό του ο δεύτερος λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ. Επίσης, οι αναιρεσείοντες με τον πρώτο λόγο της αναίρεσης προσάπτουν στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, υποστηρίζοντας ότι εσφαλμένα δέχθηκε, ως αληθινά, πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, χωρίς αυτά να έχουν αποδειχθεί και, ειδικότερα, δέχθηκε, α) ότι η λειτουργία του συστήματος πέδησης ABS "δεν συνεπάγεται την έλλειψη οιουδήποτε ίχνους φρεναρίσματος", β) ότι η ομαλή λειτουργία του συστήματος αυτού "...εξαρτάται από την κατάσταση λειτουργίας του συστήματος πέδησης του οχήματος, την κατάσταση των ελαστικών και του οδοστρώματος, καθώς και από την τριβή, που αναπτύσσεται σε κάθε περίπτωση μεταξύ ελαστικού και οδοστρώματος, η οποία επηρεάζεται και από την ταχύτητα με την οποία κινείται το όχημα" και με βάση τις παραδοχές αυτές περαιτέρω δέχθηκε, ότι το όχημα του 1ου αναιρεσείοντος, παρότι ήταν εφοδιασμένο με σύστημα ABS, ήταν αυτό που κατέλειπε ίχνη πέδησης στο οδόστρωμα και συνεπώς τα αποτυπωθέντα στο σχεδιάγραμμα της τροχαίας ίχνη πέδησης (στο σημείο εκτροπής και εισόδου του ζημιογόνου αυτοκινήτου στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας) προέρχονται από το αυτοκίνητο αυτού (1ου αναιρεσείοντος), το οποίο κατευθυνόμενο ... από υπαιτιότητά του εξετράπη στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας και προκάλεσε το ένδικο τροχαίο ατύχημα. Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, διότι ο ισχυρισμός τους, ότι τα ανευρεθέντα ίχνη πέδησης προέρχονται από το αυτοκίνητο του 1ου αναιρεσίβλητου, καθόσον το όχημα του του 1ου αναιρεσείοντος έχει σύστημα ABS και δεν αφήνει ίχνη πέδησης, συνιστά αιτιολογημένη άρνηση της υπαιτιότητας του τελευταίου στο ένδικο τροχαίο ατύχημα και όχι "πράγμα", επιπρόσθετα, υπό την επίφαση της συνδρομής των προϋποθέσεων θεμελίωσής του στο άρθρο 559 αριθμ.10 του ΚΠολΔ, πλήττεται η, αναιρετικά, ανέλεγκτη εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων από το δικαστήριο της ουσίας (άρθρο 561 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα), με επαναξιολόγηση των αποδεικτικών μέσων, που δεν επιτρέπεται. Σε κάθε περίπτωση, οι ανωτέρω αιτιάσεις είναι και αβάσιμες, διότι στηρίζονται σε εσφαλμένη προϋπόθεση, δεδομένου ότι με την προσβαλλόμενη δεν έγινε δεκτό, όπως αβασίμως υποστηρίζουν οι αναιρεσείοντες, ούτε α) ότι το αυτοκίνητο του πρώτου αναιρεσείοντος διέθετε σύστημα ABS, ούτε β) ότι η λειτουργία του συστήματος πέδησης ABS δεν συνεπάγεται την έλλειψη οιουδήποτε ίχνους φρεναρίσματος, αλλά (έγινε δεκτό) ότι η ύπαρξη του συστήματος αυτού στα οχήματα δεν συνεπάγεται "άνευ ετέρου" την έλλειψη οιουδήποτε ίχνους φρεναρίσματος, "καθόσον η ομαλή λειτουργία αυτού εξαρτάται από την κατάσταση λειτουργίας του συστήματος πέδησης του οχήματος, την κατάσταση των ελαστικών και του οδοστρώματος, καθώς και από την τριβή, που αναπτύσσεται σε κάθε περίπτωση μεταξύ ελαστικού και οδοστρώματος, η οποία επηρεάζεται και από την ταχύτητα με την οποία κινείται το όχημα". Κατά το άρθρο 559 αριθμ. 8 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας παρά το νόμο έλαβε υπ' όψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη του πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 8 περ. β' του ανωτέρω άρθρου ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας, παρά το νόμο, δεν έλαβε υπόψη του πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται, αν το δικαστήριο που δίκασε έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό που προτάθηκε και τον απέρριψε για οποιονδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (ΑΠ 250/2014), γεγονός που συμβαίνει και όταν η απόφαση περιέχει παραδοχές αντίθετες με τον ισχυρισμό (ΟλΑΠ 11/1996, ΑΠ 1021/2019, ΑΠ 1150/2011). Ως "πράγματα", κατά την έννοια της διάταξης αυτής, νοούνται οι νόμιμοι, παραδεκτοί, ορισμένοι και λυσιτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό, είτε ως αμυντικό μέσο και, συνακόλουθα, στηρίζουν το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης, αντένστασης ή λόγου έφεσης, όχι, όμως, και οι αιτιολογημένες αρνήσεις τους, ούτε οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων, αλλά ούτε και οι μη νόμιμοι, απαράδεκτοι, αόριστοι και αλυσιτελείς ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης και στους οποίους το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει (ΟλΑΠ 14/2004, ΑΠ 595/2020, ΑΠ 87/2013). Από τη διάταξη δε του άρθρου 116 παρ. 1 του ΚΠολΔ, η οποία είναι δικονομικού δικαίου (ΑΠ 1675/2022, ΑΠ 1331/2019, ΑΠ 177/2010) και ορίζει, ότι "οι διάδικοι, οι νόμιμοι αντιπρόσωποι και οι πληρεξούσιοί τους οφείλουν να τηρούν τους κανόνες των χρηστών ηθών και της καλής πίστης, να αποφεύγουν ενέργειες που φανερά οδηγούν στην παρέλκυση της δίκης, να εκθέτουν τα πραγματικά γεγονότα που αναφέρονται στην υπόθεση, έτσι ακριβώς όπως τα γνωρίζουν, με πληρότητα και σύμφωνα με την αλήθεια, αποφεύγοντας διφορούμενες και ασαφείς εκφράσεις", προκύπτει, ότι ειδική έκφανση της καλόπιστης διεξαγωγής της δίκης αποτελεί και η τήρηση του καθήκοντος αληθείας, που συνιστά γνήσια υποχρέωση και όχι απλά δικονομικό βάρος των διαδίκων, των νόμιμων αντιπροσώπων και των πληρεξουσίων τους. Η παράβαση των καθηκόντων που επιβάλλει το άρθρο 116 του ΚΠολΔ στους διαδίκους, στους νόμιμους αντιπροσώπους τους και στους πληρεξουσίους τους, όπως είναι και αυτό του καθήκοντος αληθείας, μπορεί να έχει ως κύρωση, κατά το άρθρο 205 του ίδιου Κώδικα, την επιβολή χρηματικών ποινών. Με την τελευταία αυτή διάταξη, η οποία εναρμονίζεται με το άρθρο 116 ΚΠολΔ, καθιερώνεται αποκλειστικά για την εξασφάλιση της διαδικαστικής τάξης, χωρίς καμία επίδραση στο περιεχόμενο της απόφασης, η υποχρέωση του δικαστηρίου και όχι η διακριτική ευχέρεια αυτού, για την επιβολή χρηματικής ποινής, που περιέρχεται στο Δημόσιο, εφόσον διαπιστωθεί δικονομική συμπεριφορά, η οποία έχει αρνητική επενέργεια στην απονομή δικαιοσύνης. Η διάταξη αναφέρεται στην άσκηση προφανώς αβάσιμης αγωγής, ανταγωγής, παρέμβασης ή ενδίκου μέσου. Η απαρίθμηση όμως αυτή είναι ενδεικτική και πρέπει να γίνει δεκτό ότι, από το όλο πνεύμα και το σκοπό της διάταξης, καταλαμβάνει κάθε μορφής αίτηση παροχής έννομης προστασίας. Ως προφανώς αβάσιμο, κατά την έννοια της διάταξης, νοείται το μέσο προστασίας που ασκήθηκε, ενώ ήταν απαράδεκτο ή νομικώς ή ουσιαστικώς αβάσιμο ή ο ισχυρισμός, που προτάθηκε, ήταν αναληθής. Το καθήκον αληθείας επεκτείνεται και στην άρνηση ισχυρισμών (ΑΠ 1211/2021, ΑΠ 738/2012). Στην προκειμένη περίπτωση, οι αναιρεσείοντες ψέγουν την προσβαλλόμενη με την πλημμέλεια από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, ισχυριζόμενοι ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη το νομίμως προταθέντα, με τον 1ο λόγο της έφεσής τους, ισχυρισμό τους περί της ενσυνειδήτως εκ μέρους του 1ου αναιρεσίβλητου προβολής αναληθών πραγματικών ισχυρισμών κατά παράβαση της διάταξης του άρθρου 116 παρ. 1 του ΚΠολΔ, που επιβάλλει στους διαδίκους τη γνήσια υποχρέωση τήρησης του καθήκοντος αληθείας, καθόσον (ο 1ος αναιρεσίβλητος) κατέθεσε εν γνώσει του αναληθή πραγματικά περιστατικά, κατά διαστρέβλωση της αλήθειας, ότι δηλαδή εκινείτο στο ρεύμα πορείας προς ..., ενώ το αληθές ήταν, ότι εκινείτο στο ρεύμα πορείας .... Ο λόγος αυτός, πέραν του ότι αλυσιτελώς προβάλλεται, διότι η κύρωση της παραβίασης του από τη διάταξη του άρθρου 116 του ΚΠολΔ καθήκοντος, δύναται να είναι, κατ' άρθρο 205 του ίδιου, ως ίδιου Κώδικα, η επιβολή χρηματικών ποινών και όχι και η, εξ αυτού του λόγου, απόρριψη της αγωγής, είναι, σε κάθε περίπτωση, και αβάσιμος, διότι το Εφετείο δέχθηκε, ότι ο 1ος αναιρεσίβλητος εκινείτο στο ρεύμα προς ..., κρίνοντας αντίθετα από αυτά που θεωρούν αληθή οι αναιρεσείοντες και ως εκ τούτου δεν έγινε δεκτό, ότι ο 1ος αναιρεσίβλητος παρέβη το καθήκον αληθείας, ήτοι δέχθηκε, ως αποδειχθέντα, γεγονότα αντίθετα από εκείνα, που συγκροτούν τον ισχυρισμό των αναιρεσειόντων, οπότε τον αντιμετώπισε και τον απέρριψε εκ των πραγμάτων κατ' ουσίαν. Επομένως, πρέπει να απορριφθεί ο τρίτος λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ. Κατ' ακολουθίαν τούτων, αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος για έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης, να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου, που έχουν καταθέσει οι αναιρεσείοντες, στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 του ΚΠολΔ, όπως ισχύει και εφαρμόζεται στην παρούσα υπόθεση μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο τρίτο άρθρο 1 του Ν 4335/2015, που ισχύει, κατ' άρθρο ένατο άρθρο 1 παρ. 2 αυτού, για τα κατατιθέμενα από 1.1.2016 ένδικα μέσα) και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες λόγω της ήττας τους στα δικαστικά έξοδα καθενός από τους αναιρεσίβλητους, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από διαφορετικούς πληρεξούσιους Δικηγόρους και κατέθεσαν ξεχωριστές προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτών (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 του ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 03-06-2021 (αριθμ. κατάθ. 629/22-06-2021) αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 1411/2021 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Διατάζει την εισαγωγή του παραβόλου, που έχουν καταθέσει οι αναιρεσείοντες, στο δημόσιο ταμείο. Και Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσίβλητων, το ύψος των οποίων ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ για καθένα από αυτούς. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις .... ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις .... Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ