Αριθμός 936/2013 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Β1' Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Ζιάκα, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Ανδρέα Δουλγεράκη, Νικόλαο Πάσσο και Δημήτριο Κόμη, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 19 Μαρτίου 2013, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ: Της αναιρεσείουσας: Κ. Κ. του Ι., κατοίκου ... η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Σαράντο Δημητρόπουλο με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ. Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΓΕΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ" (Geniki Bank), που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αλέξανδρο Δημάκη. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 13-1-2010 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 115/2011 οριστική, όπως αυτή διορθώθηκε με την 156/2011 του ίδιου Δικαστηρίου και 3792/2012 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 18-9-2012 αίτησή της και τους από 5-2-2013 πρόσθετους λόγους αυτής. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Βαρβάρα Κριτσωτάκη διάβασε την από 5-3-2013 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως και των προσθέτων λόγων αυτής. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και των προσθέτων λόγων και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά το άρθρο 442 Α.Κ. "ο συμψηφισμός κατά επίδικης απαίτησης, αν η ανταπαίτηση αποδεικνύεται αμέσως, προτείνεται σε κάθε στάση της δίκης, ακόμη και κατά την εκτέλεση". Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 440 Α.Κ. "ο συμψηφισμός επιφέρει απόσβεση των μεταξύ δύο προσώπων αμοιβαίων απαιτήσεων, όσο καλύπτονται, αν είναι ομοειδείς κατά το αντικείμενο και ληξιπρόθεσμες", ενώ κατά τη διάταξη του επομένου άρθρου 441 ΑΚ "ο συμψηφισμός επέρχεται αν ο ένας τον επικαλεστεί με δήλωση προς τον άλλο. Η πρόταση του συμψηφισμού επιφέρει απόσβεση των αμοιβαίων απαιτήσεων από τότε που συνυπήρξαν". Κατά τη σαφή έννοια των διατάξεων αυτών, η συνάντηση των αμοιβαίων απαιτήσεων, εφόσον είναι ομοειδείς και ληξιπρόθεσμες, παρέχει σε κάθε δικαιούχο το διαπλαστικό δικαίωμα να δηλώσει συμψηφισμό. Μέχρι να γίνει η περί τούτου δήλωση, οι αμοιβαίες απαιτήσεις διατηρούν τη νομική τους υπόσταση, υποκείμενες αυτοτελώς σε κάθε αλλοίωση, όπως μεταβίβαση, άφεση, παραγραφή, υπερημερία, απόσβεση κ.λπ. Όταν όμως προταθεί ο συμψηφισμός, οι απαιτήσεις αυτές αποσβέννυνται από το χρόνο που συνυπήρξαν. Λόγω δε της αναδρομικής ενέργειας της αποσβέσεως, όλες οι ανωτέρω αλλοιώσεις ανατρέπονται αυτοδικαίως και αναδρομικώς με αποτέλεσμα να αναιρείται η τυχόν υπερημερία, οι παραχθέντες τόκοι, η κατάπτωση της ποινικής ρήτρας κ.λπ., κάθε δε ποσό που καταβλήθηκε εξαιτίας αυτών αναζητείται ως αχρεωστήτως καταβληθέν. Αλλοιώσεις όμως που έλαβαν χώρα πριν από το ανωτέρω χρονικό σημείο, δηλαδή πριν οι αμοιβαίες απαιτήσεις συναντηθούν, δεν θίγονται, με αποτέλεσμα να διατηρούνται οι συνέπειες της υπερημερίας για το χρόνο που προηγήθηκε. Εξάλλου, κατά το άρθρο 664 ΑΚ, ο εργοδότης δεν μπορεί να συμψηφίσει οφειλόμενο μισθό με απαίτησή του κατά του εργαζομένου, εφόσον ο μισθός αυτός είναι απολύτως αναγκαίος για τη διατροφή του εργαζομένου και της οικογένειάς του. Μισθό όμως δεν αποτελεί η αξίωση αποζημιώσεως λόγω απολύσεως και συνεπώς δεν απαγορεύεται ο συμψηφισμός της αξίωσης αυτής. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 904 Α.Κ., "όποιος έγινε πλουσιότερος χωρίς νόμιμη αιτία από την περιουσία ή με ζημία άλλου έχει υποχρέωση να αποδώσει την ωφέλεια", η υποχρέωση δε αυτή γεννάται ιδίως σε περιπτώσεις παροχής αχρεώστητης παροχής για αιτία η οποία δεν επακολούθησε, ή έληξε, ή είναι παράνομη ή ανήθικη. Περίπτωση αχρεώστητης παροχής αποτελεί και η αποζημίωση που έχει καταβληθεί στον εργαζόμενο λόγω καταγγελίας από τον εργοδότη σύμβασης εξαρτημένης εργασίας, όταν δεν συντρέχουν οι νόμιμες προϋποθέσεις. Στην περίπτωση αυτή ο λήπτης ευθύνεται σαν να είχε επιδοθεί η αγωγή, κατά τις διατάξεις των άρθρων 346 και 348 ΑΚ, εφόσον γνώριζε ή αφότου έμαθε την ανυπαρξία του χρέους (910 και 911 ΑΚ). Συνεπώς από το χρονικό αυτό σημείο είναι υποχρεωμένος να αποδώσει την αποζημίωση που έλαβε (ΑΠ 941/2010). Στην προκειμένη περίπτωση όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση το Εφετείο σχετικά με την νομίμως υποβληθείσα από την εναγομένη - αναιρεσίβλητη ένσταση περί συμψηφισμού στις ένδικες απαιτήσεις της ενάγουσας - αναιρεσείουσας για αντιμισθίες υπερημερίας, του ποσού των 134.441,70 ευρώ που αφορούσε το συνολικό ποσό της καταβληθείσης αποζημίωσης απολύσεως και μάλιστα το ποσόν των 123.263,70 ευρώ ως αποζημίωση βάσει της από 23-24/2/2005 πρώτης καταγγελίας της επιδίκου σύμβασης έμμισθης εντολής και το ποσόν των 11.178 ευρώ ως συμπληρωματική αποζημίωση βάσει της από 31-12-2007 δεύτερης καταγγελίας, κατά το οποίο (συνολικό ποσό) αυτή κατέστη πλουσιότερη χωρίς νόμιμη αιτία, δέχτηκε τα εξής: Η αναιρεσείουσα προσλήφθηκε από την αναιρεσίβλητη Τράπεζα, στις 13-6-1975 με σύμβαση έμμισθης εντολής και απασχολήθηκε έκτοτε σ' αυτήν με δικηγορικές υπηρεσίες, από δε του έτους 2001 ως Προϊσταμένη του Τμήματος Νομιμοποιήσεων Προσωπικών Εταιριών και Νομικών Προσώπων μέχρι τις 23-24/2/2005, οπότε η αναιρεσίβλητη προέβη στην πρώτη έγγραφη καταγγελία της παραπάνω σύμβασης, καταβάλλοντάς της και την νόμιμη αποζημίωση απολύσεως από 123.263,70 ευρώ, ποσό που της κατέβαλε στις 28-2-2005. Η αναιρεσείουσα θεωρούσα ότι η απόλυσή της ήταν άκυρη, άσκησε αγωγή ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου και στη συνέχεια, κατόπιν ασκήσεως εφέσεων από τους διαδίκους εκδόθηκε η με αρ. 5084/26-7-2007 απόφαση του παρόντος Δικαστηρίου. Από τη δημοσίευση της απόφασης αυτής βεβαιώθηκε τελεσίδικα η ακυρότητα της παραπάνω πρώτης καταγγελίας της επιδίκου συμβάσεως έμμισθης εντολής της αναιρεσείουσας εκ μέρους της αναιρεσίβλητης. Η αναιρεσείουσα, ενώ μέχρι τότε θεωρούσε την παραπάνω καταγγελία ως άκυρη, βεβαιώθηκε έκτοτε (26-7-2007) ότι αυτή (καταγγελία) πράγματι ήταν άκυρη, έμαθε συνεπώς πως η καταβολή σ' αυτήν, εκ μέρους της αναιρεσίβλητης, της αποζημίωσης απολύσεως από 123.263,70 ευρώ, έγινε αχρεωστήτως. Έως τότε θεωρούσε απλώς, αλλά δεν ήταν βεβαία ότι η παραπάνω απόλυσή της ήταν άκυρη. Περαιτέρω η αναιρεσίβλητη και υπό την αίρεση εκδόσεως αμετακλήτου αποφάσεως περί της ακυρότητας ή μη της πρώτης καταγγελίας κατόπιν ασκήσεως αιτήσεως αναιρέσεως κατά της με αρ. 5084/2007 αποφάσεως του παρόντος Δικαστηρίου, προέβη στην δεύτερη από 31-12-2007 καταγγελία της επιδίκου συμβάσεως έμμισθης εντολής, προσφέροντας στην αναιρεσείουσα στις 7-1-2008 συμπληρωματικά το ποσόν των 11.178 ευρώ, ως συμπληρωματική αποζημίωση. Η αναιρεσείουσα θεωρούσα ότι και η δεύτερη απόλυσή της ήταν άκυρη, άσκησε την ένδικη αγωγή, εκδοθείσης επ' αυτής της με αριθμ. 115/2011 απόφασης του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, πλην όμως επ' αυτής δεν έχει εισέτι εκδοθεί απόφαση που να αναγνωρίζει τελεσιδίκως ως άκυρη την παραπάνω δεύτερη καταγγελία και γι' αυτό η αναιρεσίβλητη οφείλει ακόμη την αποζημίωση απολύσεως για την δεύτερη καταγγελία και συνεπώς η αναιρεσείουσα δεν έχει υποχρέωση προς απόδοση της καταβληθείσης συμπληρωματικής αποζημίωσης, αξίωση κατά το άρθρο 904 ΑΚ, κρινομένης ως μη νομίμου της ενστάσεως συμψηφισμού κατά το μέρος αυτό, της αποδόσεως δηλαδή της συμπληρωματικής αποζημίωσης και γι' αυτό εν μέρει απορριπτέα ως αβάσιμη κρίνεται η σχετική ένσταση συμψηφισμού. Ο ισχυρισμός της αναιρεσείουσας ότι συμψηφίστηκε το ποσόν της αποζημίωσης απολύσεως που έλαβε με την δεύτερη καταγγελία της σύμβασής της, με το καταβληθέν ποσόν της αποζημίωσης απόλυσης που έλαβε με την πρώτη καταγγελία και ότι έτσι δεν κατέστη ληξιπρόθεσμη η όλη αξίωση της αναιρεσίβλητης, εφόσον προϋπόθεση προβολής της εν λόγω ενστάσεως συμψηφισμού είναι η προηγούμενη τελεσίδικη ακύρωση της δεύτερης καταγγελίας, δεδομένου ότι η ανταπαίτηση της εναγομένης που επικαλέστηκε κατ' ένσταση για το συνολικό ποσόν της αποζημίωσης από 134.441,70 ευρώ εξακολουθεί να έχει νόμιμη αιτία, είναι ερευνητέος (ισχυρισμός) σε άλλη δίκη σχετική με το ποσόν της καταβλητέας συμπληρωματικής αποζημίωσης, καθόσον προϋπόθεση της έρευνας για να έχει έννομες συνέπειες, αποτελεί η τελεσίδικη ακυρότητα της δεύτερης καταγγελίας. Με αυτά τα δεδομένα η ένσταση συμψηφισμού είναι νόμιμη, κατά τα προαναφερθέντα, κατά ένα μέρος, καθόσον η ενάγουσα ήταν υποχρεωμένη να επιστρέψει έκτοτε (από 26-10-2007) στην εναγομένη την παραπάνω ληφθείσα αποζημίωση απολύσεως (από 123.263,70 ευρώ), ως αχρεωστήτως καταβληθείσα σ' αυτήν, πράγμα όμως που δεν έκανε. Η εναγομένη, μπορούσε να ζητήσει με αυτοτελή αγωγή την επιστροφή του ποσού της αποζημίωσης ως αχρεωστήτως καταβληθείσα και επί πλέον τόκους επί του ποσού αυτού αφότου η ενάγουσα έμαθε τη δημοσίευση της εφετειακής απόφασης (26-10-2007), για την ανυπαρξία του χρέους, ή να προτείνει το ποσόν της αποζημίωσης και των τόκων σε συμψηφισμό, αλλά αυτή (εναγομένη) δεν πρότεινε (δεν ζήτησε) στην προκειμένη υπόθεση, τον συμψηφισμό του ποσού των τόκων επί του ποσού της αποζημίωσης απολύσεως. Συνεπώς η σχετική ένσταση συμψηφισμού πρέπει να γίνει κατ' ουσίαν βάσιμη εν μέρει και να εκπέσει εκ του επιδικαζομένου στην ενάγουσα ποσού, για αντιμισθίες υπερημερίας του χρονικού διαστήματος από 1-3-2005 μέχρι 31-12-2007 δηλαδή για 34 μήνες, συνολικού ποσού από 143.849,91 ευρώ που δεν αμφισβητείται, το σ' αυτήν καταβληθέν ποσόν για αποζημίωση απολύσεως με την πρώτη καταγγελία από 123.263,70 ευρώ, απομένοντος έτσι υπολοίπου επιδικαζομένου ποσού αντιμισθιών υπερημερίας για το εν λόγω χρονικό διάστημα από 20.586,51 ευρώ (δηλαδή 143.849,91 ευρώ αντιμισθίες υπερημερίας - 123.263,70 ευρώ αποζημίωση απολύσεως) και συνολικά για ολόκληρο το ένδικο χρονικό διάστημα από 1-3-2005 μέχρι 31-1-2010 απομένει οφειλόμενο το ποσόν των 132.776,62 (112.190,41 ευρώ υπόλοιπο των αντιμισθιών υπερημερίας από 1-1-2008 μέχρι 31-1-2010 συν το ποσόν των 20.586,31 ευρώ) που θα πρέπει να υποχρεωθεί η εναγομένη να καταβάλει στην ενάγουσα, νομιμοτόκως από τότε που κάθε επιμέρους κονδύλιο κατέστη απαιτητό, μη συνυπολογιζομένων βεβαίως των παραχθέντων τόκων υπερημερίας για το προαναφερθέν ποσόν των 123.263,70 ευρώ για την αποζημίωση απολύσεως που συμψηφίστηκε στους μισθούς υπερημερίας, λόγω ακριβώς της αναδρομικής αποσβέσεως κατά το ποσόν αυτό της επιδίκου αξιώσεως. Με βάση τις παραδοχές αυτές το Eφετείο δέχτηκε ως εν μέρει κατ' ουσίαν βάσιμο τον έκτο λόγο της έφεσης και προέβη στο συμψηφισμό του ως άνω ποσού της αποζημιώσεως που έλαβε η αναιρεσείουσα κατά την πρώτη καταγγελία της σύμβασης εργασίας της, με τις ένδικες απαιτήσεις αυτής κατά τα ανωτέρω. Με την κρίση του αυτή το Εφετείο, ανεξάρτητα από το γεγονός ότι με εσφαλμένη αιτιολογία απέρριψε ως μη νόμιμη την ένσταση συμψηφισμού για το καταβληθέν με τη δεύτερη καταγγελία ποσό της αποζημίωσης (γεγονός που δεν ερευνάται), κατά το μέρος που δέχτηκε ως νόμιμη και ουσιαστικά βάσιμη την ένσταση περί συμψηφισμού της καταβληθείσας αποζημίωσης με την πρώτη καταγγελία με τις ένδικες αξιώσεις, που αφορούν τους οφειλόμενους μισθούς υπερημερίας για το χρονικό διάστημα από 1-3-2005 μέχρι 31-12-2007 ποσού 143.849,91 ευρώ με το καταβληθέν για αποζημίωση ποσό των 123.263,70 ποσό με την πρώτη καταγγελία, δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία τις ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 440, 441 και 442 του ΑΚ, ούτε αυτές των άρθρων 422, 423 του ΑΚ, οι οποίες δεν είχαν εν προκειμένω εφαρμογή σύμφωνα με τα αναφερόμενα στη μείζονα σκέψη και ο πρώτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως καθώς και ο δεύτερος πρόσθετος λόγος αυτής, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι αβάσιμοι και πρέπει να απορριφθούν. Ο δεύτερος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως από τον αριθμό 19 του ίδιου άρθρου, είναι απαράδεκτος, αφού με τις αναφερόμενες στο λόγο αυτό αιτιάσεις πλήττεται η μείζων και όχι η ελάσσων πρόταση του σχετικού κεφαλαίου της προσβαλλόμενης απόφασης. Τέλος, απορριπτέος ως αβάσιμος είναι και ο πρώτος πρόσθετος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη την υποβληθείσα από την αναιρεσείουσα αντένσταση περί συμψηφισμού του ποσού της αποζημιώσεως πρώτα στους οφειλόμενους τόκους και μετά στο κεφάλαιο, αφού όπως προκύπτει από τις ως άνω παραδοχές το Εφετείο έλαβε υπόψη την εν λόγω αντένσταση την οποία απέρριψε εκ του πράγματος. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 18-9-2012 αίτηση της Κ. Κ. για αναίρεση της 3792/2012 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών καθώς και τους από 5-2-2013 προσθέτους λόγους αυτής. Και Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, την οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1800) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 9 Απριλίου 2013. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 16 Μαΐου 2013. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ