Αριθμός 970/2007 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ε' Ποινικό Τμήμα - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ Συγκροτήθηκε από τους δικαστές: Πολύκαρπο Βούλγαρη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δημήτριο Κιτρίδη και Αναστάσιο Λιανό - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Φώτιου Μακρή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη. Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 9 Μαρτίου 2007, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ1 , περί αναιρέσεως του με αριθμό 1089/2006 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Με πολιτικώς ενάγοντα τον Χ2 Το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ΄ αυτό και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητά τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 14 Σεπτεμβρίου 2006 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1789/2006. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Φώτιος Μακρής εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία, με τη με αριθμό 67/7.2.2007 πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Παναγιώτη Καίσαρη, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα:"Εισάγω κατ'άρθρο 485§1 Κ.Π.Δ. την υπ'αρ.105/14-9-2006 αίτηση αναίρεσης του Χ1 , κατά του υπ'αριθ. 1089/2006 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών και εκθέτω τα εξής : Α) Με το προσβαλλόμενο βούλευμα έγινε εν μέρει δεκτή η υπ΄αρ. 426/2005 έφεση του πολιτικώς ενάγοντος Χ2, ενώ εν μέρει απορρίφθηκε ως αβάσιμη, κατά του υπ΄αρ. 2532/2006 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, με συνέπεια (μετά την επελθούσα μεταρρύθμιση του πρωτόδικου βουλεύματος) να παραπεμφθεί ο ως άνω αναιρεσείων κατηγορούμενος στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου (κακουργημάτων) Αθηνών για πλαστογραφία κατ΄επάγγελμα, όπου το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία υπερβαίνει το ποσό των 5.000.000 δρχ. Συγκεκριμένα, σύμφωνα με το διατακτικό του τροποποιημένου ως άνω βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών, έγιναν δεκτά τα εξής: Παραπέμπει τον κατηγορούμενο ..... ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών για να δικαστεί ως υπαίτιος του ότι τέλεσε έγκλημα που προβλέπεται και τιμωρείται με ποινή στερητική της ελευθερίας. Ειδικότερα ως υπαίτιος του ότι: κατήρτισε πλαστά έγγραφα κατ' εξακολούθηση, τα οποία και χρησιμοποίησε με σκοπό να παραπλανήσει άλλους σχετικά με γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, πράξεις που ενήργησε κατ' επάγγελμα, σκοπεύοντας να προσπορίσει στον εαυτό του περιουσιακό όφελος, βλάπτοντας τρίτον, όπου το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία υπερβαίνει το ποσό των 5.000.000 δραχμών. Συγκεκριμένα στην Αθήνα, αν και στις 17.11.2000 ο μηνυτής Χ2 , κοινοποιώντας σε την από 10.11.2000 εξώδικη δήλωση, κατήγγειλε την από 15 Απριλίου του 1999 σύμβαση σύστασης αφανούς εταιρείας, με την οποία ο μηνυτής - ως εμφανής εταίρος - του παρέσχε την πληρεξουσιότητα να ενεργεί·, για λογαριασμό του όσον αφορά στη διαχείριση της ατομικής επιχείρησης του με την επωνυμία Χ2 και διακριτικό τίτλο "...." : Α. α) στις 31.12.2000 εξέδωσε, θέτοντας την υπογραφή του κατ' απομίμηση αυτής του Χ2, και συμπλήρωσε κατά τα λοιπά χειρόγραφα στοιχεία την υπ' αριθμ. .... επιταγή της Τράπεζας Αττικής, ποσού 3.000.000 δραχμών, η οποία φέρεται να εκδόθηκε από τον μηνυτή σε διαταγή Του, επιταγή που σφραγίστηκε στις 8.1.2001, λόγω έλλειψης διαθέσιμων κεφαλαίων, αν και εμφανίστηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα από τον κομιστή αυτής Ζ1 , στον οποίο τη μεταβιβάσει; με οπισθογράφηση, β) στις 31.8.2001 οπισθογράφησε. θέτοντας την υπογραφή του κατ' απομίμηση αυτής του Χ2, κάτω από την επωνυμία της ατομικής επιχείρησης του μηνυτή σε διαταγή της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΔΗΜΟΣΙΟΓΡΑΦΙΚΟΥ ΧΑΡΤΟΥ Α.Ε.", αν και δεν είχε το δικαίωμα να ενεργεί για λογαριασμό του Χ2, την υπ΄ αριθμ. .... επιταγή της Τράπεζας Κύπρου, ποσού 2.500.000 δραχμών, με ημερομηνία έκδοσης την 31.8.2001, επιταγή που, αν και εμφανίστηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, σφραγίστηκε, γ) στις 31.7.2001 οπισθογράφησε, θέτοντας την υπογραφή του κατ' απομίμηση αυτής του Χ2, κάτω από την επωνυμία της ατομικής επιχείρησης του μηνυτή σε διαταγή της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΔΗΜΟΣΙΟΓΡΑΦΙΚΟΥ ΧΑΡΤΟΥ Α.Ε.", αν και δεν είχε το δικαίωμα να ενεργεί για λογαριασμό του Χ2, την υπ' αριθμ. .... επιταγή της Αχαϊκής Συνεταιριστικής Τράπεζας, ποσού 3.721.450 δραχμών, με ημερομηνία έκδοσης την 31.7.2001, επιταγή που εξοφλήθηκε. Στις ενέργειες αυτές προέβη προκειμένου, χρησιμοποιώντας τα ανωτέρω έγγραφα, να παραπλανήσει αυτούς, στο όνομα των οποίων μεταβίβασε τις ανωτέρω επιταγές ότι ενεργούσε για λογαριασμό του μηνυτή, Χ1 , αν και στις ανωτέρω ημερομηνίες δεν είχε δικαίωμα αντιπροσώπευσής του, πράγμα το οποίο γνώριζε. Με τις ως άνω δε τρεις επιταγές που σφραγίστηκαν ως ακάλυπτες σκόπευε να προσπορίσει αυτός στον εαυτό του περιουσιακό όφελος 9.221.450 δραχμών, ποσό που συνίσταται στο άθροισμα των ποσών των τριών ως άνω επιταγών που σφραγίστηκαν, βλάπτοντας κατά το αντίστοιχο ποσό τον εγκαλούντα Χ1 , ο οποίος κατέστη οφειλέτης έναντι των κομιστών των σφραγισθεισών επιταγών. Διαπράττει δε αυτός τέτοιες πράξεις πλαστογραφίας κατ' επάγγελμα, καθόσον από την επανειλημμένη τέλεση τους και την υποδομή που έχει διαμορφώσει με πρόθεση επανειλημμένης τέλεσης τους, προκύπτει σκοπός του για πορισμό εισοδήματος, Β) Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε εμπρόθεσμα και νομότυπα από πρόσωπο δικαιούμενο προς τούτο και κατά βουλεύματος υποκείμενου σε αναίρεση σύμφωνα με τα άρθρα 473§1, 474 και 482 παρ.1 & 3 Κ.Π.Δ., με την ως άνω από 14-9-2006 δήλωση του αναιρεσείοντος στο Γραμματέα του Εφετείου Αθηνών, για την οποία συντάχθηκε η υπ'αρ. 105/2006 έκθεση αναίρεσης, ενώ το προσβαλλόμενο βούλευμα του είχε επιδοθεί την 5-9-2006 και είναι τυπικά δεκτή. Με το υπό κρίση ένδικο μέσο ο αναιρεσείων προβάλλει ως λόγους αναίρεσης την έλλειψη αιτιολογίας, Γ) Έλλειψη της ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας στο παραπεμπτικό βούλευμα, που απαιτείται κατ'άρ.93§3 Συντάγματος και 139 Κ.Π.Δ., υπάρχει, όταν δεν εκτίθενται σ'αυτό με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που συγκροτούν την πράξη που αποδίδεται στον κατηγορούμενο, τ'αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε το Συμβούλιο τα περιστατικά αυτά και οι νομικοί συλλογισμοί με τους οποίους έκρινε τούτο ότι υπάρχουν σοβαρές ενδείξεις για την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο, για την οποία ασκήθηκε ποινική δίωξη, Δ) Εξάλλου, εφόσον τα εκτιθέμενα στην αίτηση αναίρεσης ως προς το λόγο της έλλειψης αιτιολογίας, ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων, ο λόγος αυτός της αίτησης είναι απαράδεκτος, διότι η εκτίμηση των εγγράφων και κάθε αποδεικτικού στοιχείου εν γένει απόκειται στην αναιρετικώς ανέλεγκτη επί της ουσίας κυριαρχική κρίση του δικαστικού συμβουλίου ή του δικαστηρίου (Α.Π. 1457/2000 & 591/2001, Π.Χ. ΝΑ/537 & ΝΒ/131), Ε) Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το προσβαλλόμενο βούλευμα, το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με επιτρεπτή εξ ολοκλήρου αναφορά στην ενσωματωμένη σ΄αυτό εισαγγελική πρόταση και μεταρρύθμιση εν μέρει του πρωτόδικου βουλεύματος, όπως ανωτέρω αναφέρθηκε, παρέπεμψε τον αναιρεσείοντα κατά τα ειδικότερον στο πραναφερθέν διατακτικό εκτιθέμενα, ΣΤ) Όλες οι αιτιάσεις των σελ. 3-14 της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης δεν προσάπτουν στο προσβαλλόμενο βούλευμα αντιφάσεις ή ασάφειες ή λογικά κενά ή άλλες πλημμέλειες, που θα μπορούσαν να θεμελιώσουν έλλειψη αιτιολογίας, αλλά συνδέονται με πραγματικά επιχειρήματα που συνδέονται με την ουσία της υπόθεσης και, ως εκ τούτου, είναι ανεπίδεκτες αναιρετικού ελέγχου. Πράγματι στο σκεπτικό της ενσωματωμένης στο βούλευμα εκτίθενται τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Ο πολιτικώς ενάγων Χ2 ισχυρίστηκε και κατηγορήθηκε ο Χ1 ότι στην Αθήνα μολονότι στις 17/11/2000 (ο εγκαλών Χ2) του κοινοποίησε (του κατηγορουμένου) την από 10/11/2000 εξώδικη δήλωση, καταγγέλλοντας την από 15-4-1999 σύμβαση σύστασης αφανούς εταιρίας, με την οποία αυτός (ο εγκαλών) ως εμφανής εταίρος του παρέσχε την πληρεξουσιότητα να ενεργεί για λογαριασμό του, όσον αφορά στη διαχείριση της ατομικής επιχείρησής του με την επωνυμία Χ2 και διακριτικό τίτλο "....": 1) Στις 31/12/2000 αν και δεν είχε το σχετικό δικαίωμα εξέδωσε, θέτοντας την υπογραφή του, κατ΄απομίμηση αυτής (του Χ2 και συμπλήρωνε κατά τα λοιπά στοιχεία την με αρ. .... επιταγή της Τράπεζας Αττικής, ποσού 3.000.000 δραχμών, που φέρεται να εκδόθηκε από τον εγκαλούντα σε διαταγή του και που σφραγίστηκε ως ακάλυπτη στις 8/1/2001 εμφανισθείσα από τον κομιστή της Ζ1 στον οποίο την μεταβίβασε ο κατηγορούμενος με οπισθογράφηση. 2) Στις 31/8/2001 οπισθογράφησε, θέτοντας την υπογραφή, κατ΄απομίμηση αυτής, του Χ2 , κάτω από την επωνυμία της ατομικής επιχείρησης του εγκαλούντα Χ2 , σε διαταγή της Α.Ε. με την επωνυμία "Οργανισμός δημοσιογραφικού χάρτου Α.Ε.", αν και δεν είχε το δικαίωμα να ενεργεί για λογαριασμό του εγκαλούντα, την με αρ. .... επιταγή της Τράπεζας Κύπρου, ποσού 2.500.000 δραχμών, με ημερομηνία έκδοσης την 31/8/2001, η οποία σφραγίστηκε ως ακάλυπτη. 3) Στις 31/7/2001 οπισθογράφησε, θέτοντας την υπογραφή του Χ2 , παράνομα εν αγνοία και παρά τη θέληση του τελευταίου, σε διαταγή της ως άνω Α.Ε., επί της με αρ. .... επιταγής της Αχαϊκής Συνεταιριστικής Τράπεζας, ποσού 3.721.450 δραχμών, με ημερομηνία έκδοσης την 31/7/2001, επιταγή που προεξοφλήθηκε. 4) Στις 28/11/2000 εξέδωσε (ο κατηγορούμενος) θέτοντας την υπογραφή του ως εκδότης τα με αρ. 25, 26 και 27 τιμολόγια της ατομικής επιχείρησης "Χ2" στο όνομα των: α) Στόλλας Α.Ε. και β) ... - .... Ο.Ε. και γ) ..., αντίστοιχα. 5) Στις 7-12-2000 εξέδωσε, θέτοντας την υπογραφή του ως εκδότης, τα με αρ. 38 και 39 τιμολόγια της εν λόγω επιχείρησης ("Χ2") στο όνομα των: α) .... και β) ...., αντίστοιχα, β) Στις 15/12/2000 εξέδωσε, θέτοντας την υπογραφή του, τα με αρ. 40 και 41 τιμολόγια της ατομικής επιχείρησης "Χ2..." στο όνομα των α) .... και β) Πρωτοπορία Α.Ε.Ε.Ε., αντίστοιχα. 7) Στις 21-12-2000 εξέδωσε, θέτοντας την υπογραφή του ως εκδότης, το με αρ. 42 τιμολόγιο της επιχείρησης "Χ2..." στο όνομα της εταιρίας "Πρωτοπορία Α.Ε.". 8) Στις 23/12/2000 εξέδωσε θέτοντας την υπογραφή του ως εκδότης, το με αρ. 43 τιμολόγιο της επιχείρησης "Χ2...." στο όνομα της εταιρίας "Πρωτοπορία Α.Ε.Ε.Ε." και 9) Στις 27/12/2000 εξέδωσε, θέτοντας την υπογραφή του ως εκδότης, τα με αρ. 44 και 45 τιμολόγια της επιχείρησης "Χ2" στο όνομα των εταιριών: α) Πρωτοπορία Α.Ε.Ε.Ε. και β) Σ. Πατάκης Ανώνυμη Εκδοτική Εμπορική Εταιρία, αντίστοιχα. Με βάση δε την κατηγορία προέβη ο κατηγορούμενος Χ1 στις ως άνω ενέργειες προκειμένου, χρησιμοποιώντας τα ως άνω έγγραφα, να παραπλανήσει αυτούς στο όνομα των οποίων μεταβίβασε τις εν λόγω επιταγές και αυτούς στο όνομα των οποίων παρέδωσε τα ανωτέρω τιμολόγια, ότι ενεργούσε για λογαριασμό του εγκαλούντα και πολιτικώς ενάγοντα Χ2, μολονότι στις ανωτέρω ημερομηνίες δεν είχε δικαίωμα αντιπροσώπευσής του (του Χ2), πράγμα το οποίο γνώριζε. Με την πλαστογράφηση δε των ως άνω τριών επιταγών -κατά τον προεκτεθέντα τρόπο - σκόπευε να προσπορίσει ο κατηγορούμενος στον εαυτό του περιουσιακό όφελος συνολικού ποσού 9.221.450 δραχμών, βλάπτοντας αντίστοιχα τον εγκαλούντα, ο οποίος κατέστη οφειλέτης των κομιστών των επιταγών. Τέτοιες δε πράξεις πλαστογραφίας διαπράττει ο κατηγορούμενος κατ΄επάγγελμα, καθ΄όσον από την επανειλημμένη τέλεσή τους και την υποδομή που διαμόρφωσε με πρόθεση επανειλημμένης τέλεσης προκύπτει σκοπός του για πορισμό εισοδήματος. Εν τέλει λόγω των ισχυρισμών του εγκαλούντα ασκήθηκε κατά του κατηγορουμένου ποινική δίωξη για την προρρηθείσα πράξη της απάτης για την οποία ο Ανακριτής εξέδωσε τυπική κλήση γιατί συνίσταται κατά την άποψη του εγκαλούντα ότι κατά την σύναψη της σύμβασης αφανούς εταιρίας (15-4-1999) παραπλανήθηκε από τον κατηγορούμενο και υπέγραψε αυτήν επειδή του υποσχέθηκε αυτός (ο κατηγορούμενος) ότι θα του καταβάλλει μηνιαία αντιμισθία και ότι δεν θα είχε καμία ευθύνη έναντι τρίτων, Εφορίας και Ασφαλιστικών Ταμείων, υπόσχεση την οποία δεν τήρησε. Όμως η απλή υπόσχεση σχετικά με εκπλήρωση υποχρέωσης στο μέλλον και η κατόπιν αθέτησή της δεν αποτελεί γεγονός, το οποίο απαιτείται, κατά νόμο, για την στοιχειοθέτηση της αντικειμενικής υπόστασης του εγκλήματος της απάτης, ακόμη και αν εκείνος που έδωσε την υπόσχεση, είχε προαποφασίσει την μη εκπλήρωση της υπόσχεσής του. ΄Οθεν φρονούμε ότι ορθά αποφάνθηκε ότι δεν πρέπει να γίνει κατηγορία, το εκκαλούμενο βούλευμα, όσον αφορά την πράξη της ως άνω απάτης. Ακολούθως δε πρέπει να επικυρωθεί το εκκαλούμενο βούλευμα όσον αφορά το απαλλακτικό του σκέλος για το έγκλημα της απάτης. Όσον αφορά όμως την ως άνω πράξη της πλαστογραφίας φρονούμε ότι το εκκαλούμενο βούλευμα έσφαλε ως προς την σχετική διάταξή του και απάλλαξε τον κατηγορούμενο όσον αφορά τις επίμαχες επιταγές και πρέπει να μεταρρυθμιστεί ως προς αυτές. Όμως ορθά τον απήλλαξε όσον αφορά τα επίμαχα τιμολόγια. Καθ΄όσον από τη δέουσα εκτίμηση του κατά την ενεργηθείσα κυρία ανάκριση συλλεγέντος αποδεικτικού υλικού και δη από τις καταθέσεις των ενόρκως εξετασθέντων μαρτύρων λαμβανομένων υπ΄όψει σε συνδυασμό με τα έγγραφα της δικογραφίας και την απολογία του κατηγορουμένου προκύπτει ότι τα ως άνω τιμολόγια δεν τα πλαστογράφησε ο κατηγορούμενος Χ1 . Καθ΄όσον τις επίμαχες σ΄αυτά υπογραφές τις έθεσε ο μάρτυς Ζ1 (του οποίου την μαρτυρία επικαλέστηκε ο εγκαλών) ή τρίτα πρόσωπα, κατ΄εντολή του μάρτυρα Ζ1 (ιδ. σχ. την από 17/12/2003 κατάθεση του μάρτυρος Ζ1). Από το προρρηθέν αποδεικτικό υλικό σαφώς προκύπτει ότι ο κατηγορούμενος πλαστογράφησε τις επίμαχες ως άνω επιταγές, ως έχει προεκτεθεί. Καθ΄όσον το από 27/2/2001 ιδιωτικό συμφωνητικό το οποίο επικαλείται ο κατηγορούμενος, βάσει του οποίου δήθεν αυτός ρύθμισε με τον εγκαλούντα τις μεταξύ τους διαφορές και ως εκ τούτου (δήθεν) ο κατηγορούμενος είχε το δικαίωμα να θέσει, ως πληρεξούσιος του εγκαλούντα, δυνάμει του εν λόγω ιδιωτικού εγγράφου, την υπογραφή του εγκαλούντα επί των επιμάχων πλαστών, ως άνω, επιταγών, δεν φέρει αυτό (το ιδιωτικό συμφωνητικό) βεβαίωση του γνησίου της υπογραφής του εγκαλούντα. Σημειωτέον ότι το εν λόγω ιδιωτικό συμφωνητικό από 27/2/2001 το είχε προσβάλλει ως πλαστό ο εγκαλών με την από 19/2/2004 έτερον έγκλησή του που στρέφεται κατά του κατηγορουμένου. Τονιστέον ότι ήδη, από την 17/11/2000, ο εγκαλών, όπως προεκτέθηκε, είχε καταγγείλει, την ως άνω, από 15/4/1999 εταιρική του σύμβαση με τον κατηγορούμενο, δι΄επιδόσεως στις 17/11/2000 της από 10/11/2000 εξώδικης δήλωσή του προς αυτόν (τον κατηγορούμενο). Οπότε από την 17/11/2000 και εντεύθεν ο κατηγορούμενος δεν είχε κανένα δικαίωμα εκπροσώπευσης του εγκαλούντα και βεβαίως δεν είχε δικαίωμα να θέσει αυτός την υπογραφή του εγκαλούντα στις επίδικες επιταγές. Βεβαίως δε ο κατηγορούμενος δεν δίνει κάποια εξήγηση για το πώς γίνεται, ενώ ήδη από 17/11/2000 να μην έχει δικαίωμα να εμφανίζεται ως πληρεξούσιος του εγκαλούντα, λόγω ανάκλησης της σχετικής πληρεξουσιότητας από τον εγκαλούντα προς αυτόν, στη συνέχεια να εμφανίζεται το περίεργο να του χορηγεί ο εγκαλών εκ νέου πληρεξουσιότητα στις 27/2/2001. Επομένως πρέπει, σύμφωνα με τα άρθρα 318, 319 και 480 Κ.Π. να γίνει εν μέρει κατ΄ουσίαν δεκτή η έφεση του πολιτικώς ενάγοντα, γιατί φρονούμε ότι σοβαρές ενδείξεις ενοχής προκύπτουν σε βάρος του κατηγορουμένου για την προρρηθείσα πράξη της πλαστογραφίας σε βαθμό κακουργήματος για την οποία ασκήθηκε κατ΄αυτού ποινική δίωξη, η οποία προβλέπεται και τιμωρείται από τις διατάξεις των άρθρων 13 εδ. στ΄, 26 παρ. 1α, 27, 98 και 216 παρ. 1, 3 ΠΚ. Πρέπει επομένως, κατ΄εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 9, 309 παρ. 1ε, 313 111 παρ. 1, 119 παρ. 1 και 122 παρ. 1 να παραπεμφθεί ο κατηγορούμενος ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών, το οποίο είναι αρμόδιο καθ΄ύλη και κατά τόπο για να δικάσει την ως άνω αποδιδόμενη σ΄αυτόν κακουργηματική πράξη της πλαστογραφίας, μεταρρυθμιζομένου κατά το μέρος τούτο του εκκαλουμένου βουλεύματος, Ζ) Κατ΄ ακολουθία οι λόγοι της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης για έλλειψη αιτιολογίας (πλην του τελευταίου) αναφέρονται σε ουσιαστικές εκτιμήσεις, κατά βάση αρνητικές της κατηγορίας, που έχουν διατυπωθεί στην ανάκριση με σχετικό υπόμνημα και δεν συνιστούν κατ΄ουσία και στην κυριολεξία αυτοτελείς ισχυρισμούς. ΄Αλλωστε στο θέμα της παραπομπής κρίσιμο για το δικαστικό συμβούλιο είναι το θέμα της επάρκειας και σοβαρότητας των ενδείξεων, Η) Ο τελευταίος ωστόσο λόγος αναίρεσης ότι υπάρχει ασάφεια και δεν προκύπτει αν στις καταθέσεις των ενόρκως εξετασθέντων μαρτύρων περιλαμβάνεται και η χωρίς όρκο κατάθεση του πολιτικώς ενάγοντος (Α.Π. 1/2004, Π.Χ. ΝΔ/298) είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός, Θ) Κατ΄ακολουθία των ανωτέρω εκτεθέντων, πρέπει ν΄αναιρεθεί το προσβαλλόμενο βούλευμα για έλλειψη αιτιολογίας κατ΄ά. 484 παρ. 1 δ΄ Κ.Π.Δ., δεκτού γενομένου του αντιστοίχου λόγου αναίρεσης (τελευταίου) της κρινόμενης αίτησης, απορριπτομένων όμως όλων των λοιπών ως αβασίμων και να παραπεμφθεί η υπόθεση κατ΄ά. 485 παρ. 1 και 519 ΚΠΔ για νέα κρίση ενώπιον του ίδιου Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, διότι είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές, εκτός εκείνων που δίκασαν προηγουμένως. Γ Ι΄ Α Υ Τ Ο Π ρ ο τ ε ί ν ω: Να αναιρεθεί το υπ΄αρ. 1089/2006 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα κρίση στο αυτό Συμβούλιο συντιθέμενο από άλλους δικαστές. Αθήνα, 8 Ιανουαρίου 2007 Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Παναγιώτης Καίσαρης". Αφού άκουσε τον παραπάνω Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που αναφέρθηκε στην ως άνω έγγραφη εισαγγελική πρόταση κι έπειτα αποχώρησε. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Επειδή από τις διατάξεις του άρθρου 216 παρ. 1 και 3 του Π.Κ., όπως η τελευταία αντικαταστάθηκε με το άρθρο 14 παρ.2α του ν. 2721/1999, προκύπτει, ότι για τη θεμελίωση της κακουργηματικής πλαστογραφίας απαιτείται αντικειμενικά μεν η εξαρχής κατάρτιση εγγράφου πλαστού ή η νόθευση γνησίου εγγράφου, υποκειμενικά δε δόλος του δράστη, συνιστάμενος στη γνώση και τη θέληση των περιστατικών, που θεμελιώνουν την πράξη και συνάμα σκοπός αυτού, όπως με τη χρήση του πλαστού εγγράφου παραπλανηθεί άλλος για γεγονός δυνάμενο να έχει έννομες συνέπειες, δηλαδή δημιουργία, κατάργηση ή μεταβίβαση εννόμως προστατευμένου δικαιώματος, με την πρόσθετη επιδίωξη του δράστη να περιποιήσει στον εαυτό του ή σε άλλον περιουσιακό όφελος, εφόσον το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 25.000.000 δραχμών, ή των 73.000 ευρώ χωρίς να ασκεί επιρροή το γεγονός αν επιτεύχθηκε τελικώς η παραπλάνηση και το περιουσιακό όφελος ή η βλάβη ή αν ο υπαίτιος διαπράττει πλαστογραφίες κατ΄ επάγγελμα ή κατά συνήθεια και το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 5.000.000.δρχ. ή 15.000 ευρώ. Η περαιτέρω χρήση του πλαστού ή νοθευμένου εγγράφου από το δράστη θεωρείται επιβαρυντική περίπτωση. Περαιτέρω κατάρτιση πλαστού εγγράφου συνιστά η εξαρχής από το δράστη σύνθεση εγγράφου που δεν υπήρχε πριν και το οποίο εμφανίζεται ότι προέρχεται από άλλο πρόσωπο, ενώ νόθευση γνησίου εγγράφου αποτελεί η μεταγενέστερη της καταρτίσεως αυτού αλλοίωση του περιεχομένου του, ώστε να εμφανίζεται η εξαρχής δήλωση του εκδότη του εγγράφου Εξάλλου, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 13 περ. στ' του Π.Κ. "κατ' επάγγελμα τέλεση του εγκλήματος συντρέχει όταν από την υποδομή που έχει διαμορφώσει ο δράστης με πρόθεση επανειλημμένης τέλεσης της πράξης προκύπτει σκοπός του δράστη για πορισμό εισοδήματος". Από τις εν λόγω διατάξεις, σε συνδυασμό προς αυτή του άρθρου 216 του Π.Κ., προκύπτει ότι για την "κατ' επάγγελμα" τέλεση του εγκλήματος της πλαστογραφίας απαιτείται αντικειμενικά μεν είτε επανειλημμένη τέλεση της πράξεως , χωρίς απαραίτητα να έχει προηγηθεί και καταδίκη του δράστη, είτε πρώτη φορά τέλεση της πράξεως , όχι όμως ευκαιριακά, αλλά με διαμορφωμένη οργανωτική υποδομή για επανάληψη του εγκλήματος στο μέλλον, υποκειμενικά δε απαιτείται σκοπός του υπαιτίου να ποριστεί εισόδημα από την επανειλημμένη τέλεση πράξεων πλαστογραφίας. Τέλος κατά την έννοια των διατάξεων των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ. το παραπεμπτικό βούλευμα έχει ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ.δ' του Κ.Π.Δ. λόγο αναιρέσεως, όταν σ΄αυτό εκτίθενται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Συμβουλίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, που αποδίδεται στον κατηγορούμενο, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία προέκυψαν τα περιστατικά αυτά, καθώς και οι σκέψεις και οι συλλογισμοί, βάσει των οποίων το Συμβούλιο κατέληξε στο συμπέρασμα, ότι από τα προκύψαντα πραγματικά περιστατικά υπάρχουν σοβαρές ενδείξεις για την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο. Στην προκείμενη περίπτωση, ασκήθηκε ποινική δίωξη κατά του κατηγορουμένου Χ1 , μετά από έγκληση του Χ2 , πλην άλλων και 1) για απάτη ιδιαίτερα μεγάλης ζημίας, από υπαίτιο που διαπράττει απάτες κατ' επάγγελμα, από την οποίαν το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 5.000.000 δρχ. και 2) πλαστογραφία με χρήση πλαστών εγγράφων με σκοπό περιουσιακού οφέλους προς βλάβη τρίτου από υπαίτιο που διαπράττει πλαστογραφίες κατ' επάγγελμα και το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 5.000.000 δρχ. Σχετικά εκδόθηκε το 2532/ 2005 πρωτόδικο βούλευμα του Συμβουλίου Πλημ/κών Αθηνών, το οποίο αποφάνθηκε να μη γίνει κατηγορία κατά του κατηγορουμένου για τις ως άνω αξιόποινες πράξεις. Με το προσβαλλόμενο δε υπ' αριθμό 1089/ 2006 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, έγινε δεκτή η ασκηθείσα κατ'αυτού έφεση του πολιτικώς ενάγοντος Χ2 , ως ουσιαστικά βάσιμη και μεταρρυθμίσθηκε το εκκαλούμενο βούλευμα ως προς τη διάταξή του την απαλλακτική για το έγκλημα της κακουργηματικής πλαστογραφίας. Με το προσβαλλόμενο βούλευμα, έγιναν δεκτά με επιτρεπτή καθολική αναφορά στην Εισαγγελική πρόταση, μεταξύ άλλων που ενδιαφέρουν την κρινόμενη υπόθεση τα εξής: Ο πολιτικώς ενάγων Χ2 ισχυρίσθηκε και κατηγορήθηκε ο Χ1 ότι στην Αθήνα μολονότι στις 17-11-2000 (ο εγκαλών Χ2) τού κοινοποίησε (του κατηγορουμένου) την από 10-11-2000 εξώδικη δήλωση καταγγέλοντας την από 15-4-1999 σύμβαση σύστασης αφανούς εταιρίας, με την οποία αυτός (ο εγκαλών) ως εμφανής εταίρος του παρέσχε την πληρεξουσιότητα να ενεργεί για λογαριασμό του, όσον αφορά στη διαχείριση της ατομικής του επιχείρησης με την επωνυμία Χ2 και διακριτικό τίτλο "....." 1) Στις 31-12-2000 αν και δεν είχε το σχετικό δικαίωμα εξέδωσε, θέτοντας την υπογραφή του, κατ' απομίμηση αυτής (του Χ2) και συμπλήρωσε κατά τα λοιπά στοιχεία την με αρ. .... επιταγή της Τράπεζας Αττικής, ποσού 3.000.000 δραχμών, που φέρεται να εκδόθηκε από τον εγκαλούντα σε διαταγή του και που σφραγίστηκε ως ακάλυπτη στις 8-1-2001 εμφανισθείσα από τον κομιστή της Ζ1 στον οποίο την μετεβίβασε ο κατηγορούμενος με οπισθογράφηση, 2) Στις 31-8-2001 οπισθογράφησε, θέτοντας την υπογραφή, κατ' απομίμηση αυτής, του Χ2, κάτω από την επωνυμία της ατομικής επιχείρησης του εγκαλούντα Χ2, σε διαταγή της Α.Ε. με την επωνυμία "Οργανισμός δημοσιογραφικού χάρτου Α.Ε.", αν και δεν είχε το δικαίωμα να ενεργεί για λογαριασμό του εγκαλούντα, την με αρ. ... επιταγή της Τράπεζας Κύπρου, ποσού 2.500.000 δραχμών, με ημερομηνία έκδοσης την 31-8-2001,η οποία σφραγίστηκε ως ακάλυπτη, 3) Στις 31-7-2001 οπισθογράφησε, θέτοντας την υπογραφή του Χ2 , παράνομα εν αγνοία και παρά τη θέληση του τελευταίου, σε διαταγή της ως άνω Α.Ε., επί της με αρ. ... επιταγής της Αχαϊκής Συνεταιριστικής Τράπεζας, ποσού 3.721.450 δραχμών, με ημερομηνία έκδοσης την 31-7-2001, επιταγή που προεξοφλήθηκε.....Με βάση δε την κατηγορία προέβη ο κατηγορούμενος Χ1 στις ως άνω ενέργειες προκειμένου, χρησιμοποιώντας τα ως άνω έγγραφα, να παραπλανήσει αυτούς στο όνομα των οποίων μετεβίβασε τις εν λόγω επιταγές, ότι ενεργούσε για λογαριασμό του εγκαλούντα και πολιτικώς ενάγοντα Χ2, μολονότι στις ανωτέρω ημερομηνίες δεν είχε δικαίωμα αντιπροσώπευσής του (του Χ2), πράγμα το οποίο γνώριζε. Με την πλαστογράφηση δε των ως άνω τριών επιταγών - κατά τον προεκτεθέντα τρόπο - σκόπευε να προσπορίσει ο κατηγορούμενος στον εαυτό του περιουσιακό όφελος συνολικού ποσού 9.221.450 δραχμών, βλάπτοντας αντίστοιχα τον εγκαλούντα, ο οποίος κατέστη οφειλέτης των κομιστών των επιταγών. Τέτοιες δε πράξεις πλαστογραφίας διαπράττει ο κατηγορούμενος κατ' επάγγελμα, καθόσον από την επανειλημμένη τέλεσή τους και την υποδομή που διαμόρφωσε με πρόθεση επανειλημμένης τέλεσης προκύπτει σκοπός του για πορισμό εισοδήματος καθόσον από τη δέουσα εκτίμηση του κατά την ενεργηθείσα κυρία ανάκριση συλλεγέντος αποδεικτικού υλικού και δη από τις καταθέσεις των ενόρκως εξετασθέντων μαρτύρων λαμβανομένων υπόψει σε συνδυασμό με τα έγγραφα της δικογραφίας και την απολογία του κατηγορουμένου προκύπτει ότι ο κατηγορούμενος πλαστογράφησε τις ως άνω επίδικες επιταγές. Καθόσον το από 27-2-2001 ιδιωτικό συμφωνητικό, το οποίο επικαλείται ο κατηγορούμενος ,βάσει του οποίου δήθεν αυτός ρύθμισε με τον εγκαλούντα τις μεταξύ τους διαφορές και ως εκ τούτου (δήθεν) ο κατηγορούμενος είχε το δικαίωμα να θέσει, ως πληρεξούσιος του εγκαλούντα, δυνάμει του εν λόγω ιδιωτικού εγγράφου, την υπογραφή του εγκαλούντα επί των επιμάχων πλαστών, ως άνω, επιταγών, δεν φέρει αυτό (το ιδιωτικό συμφωνητικό) βεβαίωση του γνησίου της υπογραφής του εγκαλούντα. Σημειωτέον ότι το εν λόγω ιδιωτικό συμφωνητικό από 27-2-2001 το έχει προσβάλλει ως πλαστό ο εγκαλών με την από 19-2-2004 έγκλησή του που στρέφεται κατά του κατηγορουμένου. Τονιστέον ότι ήδη, από την 17-11-2000, ο εγκαλών, όπως προεκτέθηκε, είχε καταγγείλει, την ως άνω, από 15-4-1999 εταιρική του σύμβαση με τον κατηγορούμενο, δι' επιδόσεως στις 17-11-2000 της από 10-11-2000 εξώδικης δήλωσής του προς αυτόν (τον κατηγορούμενο). Οπότε από την 17-11-2000 και εντεύθεν ο κατηγορούμενος δεν είχε κανένα δικαίωμα εκπροσώπευσης του εγκαλούντα και βεβαίως δεν είχε δικαίωμα να θέσει αυτός την υπογραφή του εγκαλούντα στις επίδικες επιταγές. Βεβαίως δε ο κατηγορούμενος δεν δίνει κάποια εξήγηση για το πώς γίνεται, ενώ ήδη από 17-11-2000 να μην έχει δικαίωμα να εμφανίζεται ως πληρεξούσιος του εγκαλούντα, λόγω ανάκλησης της σχετικής πληρεξουσιότητας από τον εγκαλούντα προς αυτόν, στη συνέχεια να εμφανίζεται το περίεργο να του χορηγεί ο εγκαλών εκ νέου πληρεξουσιότητα στις 27-2-2001. Με βάση τα παραπάνω περιστατικά, το Συμβούλιο Εφετών έκρινε ότι υπάρχουν κατά του αναιρεσείοντος σοβαρές ενδείξεις ενοχής για την παραπομπή του στο ακροατήριο για να δικαστεί ως υπαίτιος της αποδιδομένης σ' αυτόν ως άνω αξιόποινης πράξεως της κακουργηματικής πλαστογραφίας κατ' εξακολούθηση. Με τις παραδοχές όμως αυτές το Συμβούλιο Εφετών διέλαβε στο προσβαλλόμενο βούλευμά του ελλιπείς αιτιολογίες σχετικά με τα στοιχεία του αποδιδομένου στον αναιρεσείοντα εγκλήματος της πλαστογραφίας σε βαθμό κακουργήματος, καθόσον, ειδικότερα στο προσβαλλόμενο βούλευμα δεν αναφέρονται καθόλου περιστατικά από τα οποία να προκύπτει η κατ' επάγγελμα τέλεση από τον αναιρεσείοντα της αποδιδόμενης ως άνω αξιόποινης πράξεως, υπό την έννοια που αναφέρθηκε αρχικά, η δε σχετική με το ζήτημα αυτό αιτιολογία εξαντλείται στην επανάληψη της φρασεολογίας της διάταξης του άρθρου 13 περ.στ' του Π.Κ. Ενόψει της πιο πάνω ελλείψεως το προσβαλλόμενο βούλευμα δεν έχει την απαιτούμενη από τις προαναφερθείσες διατάξεις ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία και γι' αυτό πρέπει κατά παραδοχή ως βασίμου του σχετικού από το άρθρο 484 παρ.1 στοιχ. δ' του Κ.Π.Δ. τετάρτου λόγου αναίρεσης, να αναιρεθεί το ως άνω βούλευμα και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Συμβούλιο Εφετών, διότι είναι δυνατή η συγκρότησή του από άλλους δικαστές εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως (άρ. 485 παρ.1 και 519 Κ.Π.Δ.), παρελκούσης μετά ταύτα ,ως αλυσιτελούς της έρευνας των υπολοίπων λόγων της υπό κρίση αιτήσεως. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί το υπ' αριθμ. 1089/2006 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Παραπέμπει την υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Συμβούλιο Εφετών που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 27 Μαρτίου 2007. Και Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 3 Μαΐου 2007 Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ