Αριθμός 279/2023 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Β2' Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ζαμπέττα Στράτα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Όλγα Σχετάκη - Μπονάτου, Ιωάννη Δουρουκλάκη, Γεώργιο Αυγέρη και Mαρία Σιμιτσή - Βετούλα - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες. Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 27 Σεπτεμβρίου 2022, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ: Της αναιρεσείουσας: Μ. Τ. του Η. Π., κατοίκου………., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ανδρέα Κατσαούνη, ο oποίος δεν κατέθεσε προτάσεις. Του αναιρεσιβλήτου: νομικού προσώπου ιδιωτικού δικαίου με την επωνυμία "ΔΗΜΟΤΙΚΗ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΗ ΑΝΑΠΤΥΞΗΣ ………..- ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ Ο.Τ.Α." και τον διακριτικό τίτλο "Δ.Ε.Α….. Α.Ε. - Ο.Τ.Α.", που εδρεύει στον ………και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αθανάσιο Μητρούση, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., ο oποίος κατέθεσε προτάσεις. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10-5-2011 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2532/2014 του ίδιου Δικαστηρίου και 1381/2016 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 16-9-2016 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη της αντιδίκου της στη δικαστική δαπάνη της. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Με την από 16.9.2016 και με αριθμό κατάθεσης 809/19.9.2016 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η με αριθμό 1381/12.4.2016 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, που δίκασε αντιμωλία των διαδίκων κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών την από 8.10.2014 και με αριθμό κατάθεσης 6711/2014 έφεση της εναγομένης ? εκκαλούσας και ήδη αναιρεσίβλητης δημοτικής επιχείρησης κατά της με αριθμό 2532/2014 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία εκδόθηκε επίσης αντιμωλία των διαδίκων κατά την ίδια ειδική διαδικασία. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με την ως άνω απόφασή του, αφού απέρριψε ως μη νόμιμη την κύρια βάση της από 10.5.2011 και με αριθμό κατάθεσης 93018/2954/2011 αγωγής της ενάγουσας- αναιρεσείουσας, που θεμελιωνόταν σε έγκυρη μεταξύ των διαδίκων σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, στη συνέχεια δέχθηκε ως νομικά και ουσιαστικά βάσιμη την επικουρική βάση αυτής, κατά την οποία, σε περίπτωση που κριθεί ότι η μεταξύ των διαδίκων σύμβαση εργασίας ήταν άκυρη, οι αγωγικές αξιώσεις θεμελιώνονται απευθείας στο νόμο και στις διατάξεις από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό. Έτσι, το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών αναγνώρισε την υποχρέωση της εναγομένης?αναιρεσίβλητης να καταβάλει στην ενάγουσα-αναιρεσείουσα το συνολικό ποσό των 102.790 ευρώ, με το νόμιμο τόκο κατά τα οριζόμενα στην απόφασή του, το οποίο (ποσό) αφορά μη καταβληθείσα αμοιβή για την πέρα του νομίμου ωραρίου εργασία της, μη καταβληθέντα επιδόματα εορτών και αδείας, μη καταβληθείσες αποδοχές αδείας, μη καταβληθείσα αμοιβή για την εργασία της την έκτη ημέρα της εβδομαδιαίας της απασχόλησης και για την εργασία της σε Κυριακές, αργίες και νύκτα μέσα στο στην πρωτόδικη απόφαση καθοριζόμενο χρονικό διάστημα και, τέλος, για μη καταβληθείσα αποζημίωση απόλυσης. Το Μονομελές Εφετείο Αθηνών με την προσβαλλόμενη απόφασή του, αφού έκρινε ότι (και) η επικουρική βάση της αγωγής είναι μη νόμιμη, δέχθηκε τυπικά και κατ' ουσίαν την από 8.10.2014 έφεση της εναγομένης ? εκκαλούσας και ήδη αναιρεσίβλητης και στη συνέχεια εξαφάνισε τη με αριθμό 2532/2014 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και, αφού κράτησε και δίκασε την υπόθεση, απέρριψε (και) την επικουρική βάση της από 10.5.2011 αγωγής. Η αίτηση αναίρεσης έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα από ηττηθείσα διάδικο, δεδομένου ότι, σύμφωνα με τη σημείωση της Δικαστικής Επιμελήτριας Ι. Μ. Σ.. Π., που έχει τεθεί στο πρώτο φύλλο της προσβαλλόμενης απόφασης (που προσκομίζεται σε επικυρωμένο αντίγραφο), αυτή επιδόθηκε με επιμέλεια της αναιρεσίβλητης στην αναιρεσείουσα στις 20.7.2016 και η ένδικη αίτηση κατατέθηκε στη Γραμματεία του Εφετείου Αθηνών στις 19.9.2016, ήτοι μέσα στην κατά το άρθρο 564 παρ. 1 του ΚΠολΔ τριακονθήμερη προθεσμία, στην οποία, κατά το άρθρο 147 παρ. 2 του ίδιου Κώδικα, δεν υπολογίζεται το χρονικό διάστημα από την 1η έως την 31η Αυγούστου (άρθρα 552, 553, 556, 564 παρ. 1, 566 παρ. 1, 144 και 147 παρ. 2 του ΚΠολΔ). Είναι, συνεπώς, παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 του ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων αυτής (άρθρο 577 παρ. 3 του ΚΠολΔ). Με τη διάταξη του άρθρου 904 εδαφ. α του ΑΚ ορίζεται ότι όποιος έγινε πλουσιότερος χωρίς νόμιμη αιτία από την περιουσία ή με ζημία άλλου έχει υποχρέωση να αποδώσει την ωφέλεια και με τη διάταξη του άρθρου 908 εδαφ. α του ιδίου Κώδικα ορίζεται ότι ο λήπτης υποχρεούται να αποδώσει το πράγμα που έλαβε ή το αντάλλαγμα που τυχόν έλαβε απ' αυτό. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι επί παροχής εργασίας από άκυρη για οποιονδήποτε λόγο σύμβαση, ο εργοδότης υποχρεούται, ως καθιστάμενος αδικαιολογήτως πλουσιότερος, στην απόδοση της ωφέλειας (πλουτισμού), που αποκόμισε από την εργασία του μισθωτού, ανεξαρτήτως της ζημίας του τελευταίου, με την επιφύλαξη τυχόν αντίθετης νομοθετικής ρύθμισης που αποσυνδέει ορισμένες μισθολογικές αξιώσεις από το κύρος της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας. Τέτοια αντίθετη νομοθετική ρύθμιση διαλαμβάνεται στις διατάξεις των άρθρων 1 παρ.1 του Ν. 1082/1980, 1 παρ.2 της 19040/1981 ΥΑ Οικονομικών και Εργασίας, 1 παρ. 1 και 2 του Α.Ν. 539/1945, 3 παρ. 16 του Ν. 4504/1966 και του άρθρου μόνου του Ν. 133/1975 που κύρωσε την από 26.2.1975 Εθνική Γενική Συλλογική Σύμβαση Εργασίας, από τις οποίες προκύπτει ότι των επιδομάτων (δώρων) εορτών και αδείας και των αποδοχών αδείας δικαιούνται όχι μόνο οι μισθωτοί οι απασχολούμενοι σε κάποιον εργοδότη με έγκυρη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, αλλά και όσοι προσφέρουν τις υπηρεσίες τους με άκυρη σύμβαση, δηλαδή με απλή σχέση εργασίας [Ολ ΑΠ 4/2021, ΑΠ 519/2022, ΑΠ 1242/2018, ΑΠ 879/2017, ΑΠ 131/2015, ΑΠ 1113/2013]. Επιπρόσθετα, αντίθετες νομοθετικές ρυθμίσεις διαλαμβάνονται και (α) στο άρθρο 4 του ν. 2874/2000 (ΦΕΚ Α 286/29.12.2000), όπως αυτό διατηρήθηκε μετά τις τροποποιήσεις που επήλθαν διαδοχικά με τα άρθρα 1 του ν. 3385/2005 (ΦΕΚ Α 210/19.8.2005) και 74 παρ. 10 του ν. 3863/2010 (ΦΕΚ Α 115/15.7.2010) [και πριν τη διαμόρφωσή του με το άρθρο 58 του ν. 4808/2021 (ΦΕΚ Α 101/19.6.2021)], με βάση το οποίο παρέχεται στο μισθωτό, ανεξάρτητα από το κύρος της εργασιακής του σχέσης, μία ενιαία αξίωση, που χαρακτηρίζεται ως αποζημίωση για την εργασία που προσφέρθηκε παρανόμως πέραν των νομίμων χρονικών ορίων [ΑΠ 1564/2018], (β) στις Κ.Υ.Α. 8900/1946, ΚΥΑ 18310/1946 και Κ.Υ.Α. 25825/1951, στο άρθρο 2 του Ν.Δ. 3755/1957 και στο άρθρο 2 του Ν. 435/1976, που προβλέπουν προσαύξηση 75% επί του νομίμου ημερομισθίου για τους απασχολούμενους σε Κυριακές, αργίες και προσαύξηση 25% επί του νομίμου ημερομισθίου για απασχολούμενους τη νύκτα (από 22:00 μέχρι 06:00 ώρα) ανεξάρτητα από το κύρος της απασχόλησής τους [ΑΠ 520/2015, ΑΠ 436/2010] και (δ) στο άρθρο 8 του ν. 3846/2010 (ΦΕΚ Α 66/11.5.2010), με το οποίο από τις 11.5.2010 ρυθμίστηκε νομοθετικά ο τρόπος αμοιβής του μισθωτού για απασχόλησή του την έκτη ημέρα της εβδομάδας σε επιχειρήσεις που εφαρμόζεται το σύστημα της πενθήμερης εργασίας, ανεξάρτητα από το κύρος της εργασιακής του σχέσης [ΑΠ 1076/2021]. Επομένως, η αμοιβή για εργασία κατά την έκτη ημέρα της εβδομάδας σε επιχειρήσεις που εφαρμόζουν το σύστημα της πενθήμερης εβδομαδιαίας απασχόλησης, εφόσον η μεταξύ του εργαζόμενου και του εργοδότη σύμβαση είναι άκυρη, μέχρι και τις 10.5.2010 αναζητείται με βάση τις περί αδικαιολόγητου πλουτισμού διατάξεις (άρθρα 904 και 908 εδαφ. α του ΑΚ), ενώ από τις 11.5.2010 ορίζεται απ' ευθείας από το νόμο (άρθρο 8 του ν. 3846/2010) ότι αμείβεται με το καταβαλλόμενο ημερομίσθιο προσαυξημένο κατά ποσοστό 30% [ΑΠ 1076/2021]. Τέλος, από τις διατάξεις των άρθρων 1 παρ. 2, 5 παρ. 3, 6 παρ. 1, 8 και 9 παρ. 1 Ν. 3198/1955 και εκείνες των άρθρων 1 και 3 του ν. 2112/1920 συνάγεται ότι και σε περίπτωση σχέσης εργασίας από άκυρη σύμβαση, ο εργοδότης, όταν θέλει να παύσει να δέχεται την εργασία που του προσφέρεται, πρέπει να καταγγείλει τη σχέση και να πληρώσει την αποζημίωση που οφείλει κατά το Ν. 2112/1920 ανάλογα με το χρόνο διάρκειας της σχέσης. Η αποζημίωση αυτή οφείλεται στον εργαζόμενο αμέσως από το νόμο και όχι κατά τις διατάξεις για αδικαιολόγητο πλουτισμό [ΟλΑΠ 192/1962, ΑΠ 768/2018, ΑΠ 790/2017, ΑΠ 131/2015], υπολογίζεται δε με βάση τις τακτικές αποδοχές του μισθωτού κατά τον τελευταίο μήνα υπό καθεστώς πλήρους απασχόλησης, δηλαδή με βάση το μισθό (ή το ημερομίσθιο) και με κάθε άλλη παροχή, η οποία χορηγείται σταθερά και μόνιμα ως συμβατικό ή νόμιμο αντάλλαγμα της παρεχόμενης εργασίας [ΑΠ 768/2018, ΑΠ 790/2017, ΑΠ 1254/2013]. Επομένως, με την επιφύλαξη των ως άνω διατάξεων, στις περιπτώσεις απλής σχέσης εργασίας λόγω ακυρότητας της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας για οποιονδήποτε λόγο, για την αμοιβή του εργαζομένου λόγω της από αυτόν παροχής της εργασίας του προς τον εργοδότη, δεν οφείλεται από τον εργοδότη μισθός, αλλά γεννάται υποχρέωση αυτού προς απόδοση της ωφέλειας (πλουτισμού) κατά τις διατάξεις των άρθρων 904 επ. ΑΚ [ΟλΑΠ 4/2021, ΑΠ 519/2022, ΑΠ 509/2016, ΑΠ 933/2015, ΑΠ 126/2015, ΑΠ 885/2014]. Ειδικότερα, η ωφέλεια που ο εργοδότης υποχρεούται να αποδώσει στον ακύρως απασχοληθέντα εργαζόμενο συνίσταται στην αμοιβή, την οποία αναγκαίως θα κατέβαλλε εάν ήταν έγκυρη η σύμβαση εργασίας υπό τις επικρατούσες στον τόπο της παροχής συνθήκες για την ίδια εργασία σε πρόσωπο με τις ικανότητες και τα προσόντα του απασχοληθέντος. Η ωφέλεια αυτή δεν μπορεί να είναι κατώτερη από τις αποδοχές που προβλέπουν οι τυχόν υπάρχουσες συλλογικές συμβάσεις εργασίας και διαιτητικές αποφάσεις [ΑΠ 186/2019, ΑΠ 907/2017, ΑΠ 58/2015, ΑΠ 131/2015], σε περίπτωση δε έλλειψης τέτοιων, δεν μπορεί να είναι κατώτερη από εκείνη που, στη συγκεκριμένη περίπτωση, αποδεικνύεται ότι ο εργοδότης καταβάλλει σε άλλο εργαζόμενο με έγκυρη σύμβαση εργασίας υπό τις παραπάνω προϋποθέσεις [ΟλΑΠ 4/2021, ΑΠ 519/2022], χωρίς, όμως, να λαμβάνονται υπόψη οι προσωπικές ιδιότητες του ακύρως απασχοληθέντος (λόγω γάμου, τέκνων, προϋπηρεσίας) και τα συναφή με αυτές επιδόματα, καθόσον αυτές δεν θα συνέτρεχαν κατ' ανάγκη στο πρόσωπο του δυνάμενου να απασχοληθεί με έγκυρη σύμβαση εργασίας [ΟλΑΠ 4/2021, ΑΠ 1076/2021, ΑΠ 506/2017). Επίσης, η αναφορά στην ύπαρξη έγκυρης σύμβασης εργασίας γίνεται αποκλειστικά και μόνο για την αποτίμηση της αξίας της εργασίας ως στοιχείο για τον προσδιορισμό της έκτασης του πλουτισμού του εργοδότη και όχι για τη θεμελίωση αυτού (πλουτισμού), ο οποίος γεννάται από αυτή καθ' εαυτή τη χωρίς νόμιμη αιτία παρασχεθείσα προς όφελός του εργασία. Σύμφωνα με τα παραπάνω, η ωφέλεια (πλουτισμός) του εργοδότη απορρέει από μόνο το γεγονός της πραγματικής παροχής των υπηρεσιών του μισθωτού στο πλαίσιο άκυρης σύμβασης εργασίας, ως προέχοντος στοιχείου για τη γένεση αξίωσης από αδικαιολόγητο πλουτισμό και, κατά συνέπεια, είναι αδιάφορο εάν στη συγκεκριμένη περίπτωση ο εργοδότης από οικονομικούς ή άλλους λόγους δεν θα προέβαινε στην πρόσληψη άλλου μισθωτού με έγκυρη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας. Ο ως άνω γενικός κανόνας των άρθρων 904 επ. ΑΚ, ο οποίος απορρέει από τις κοινωνικές αντιλήψεις περί ισότητας και επιείκειας, έχει εφαρμογή και επί του Δημοσίου και γενικότερα επί φορέων του ευρύτερου δημόσιου τομέα, αφού υπέρ αυτών δεν καθιερώνεται εξαίρεση με τη διάταξη αυτή ή με άλλη [ΟλΑΠ 4/2021, ΟλΑΠ 218/1977]. Εξαίρεση υπέρ αυτών δεν εισάγεται ούτε και με τις διατάξεις του άρθρου 103 παρ. 2 και 6 του Συντάγματος, που απαγορεύουν την πρόσληψη υπαλλήλου σε μη νομοθετημένη θέση ή εκείνων των παρ. 7 και 8 του ιδίου άρθρου, που προστέθηκαν μετά την αναθεώρηση του Συντάγματος από 18.4.2001 με το από 6.4.2001 Ψήφισμα της Ζ' Αναθεωρητικής Βουλής των Ελλήνων, ως και εκείνων του Ν. 2190/1994, που αφορούν το σύστημα προσλήψεων στο Δημόσιο και τον ευρύτερο δημόσιο τομέα ορίζοντας τους τρόπους πρόσληψης προσωπικού από τους εν λόγω φορείς, και παράλληλα αποκλείουν τη μετατροπή των συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου σε συμβάσεις αορίστου χρόνου. Και τούτο, διότι η παρά την απαγόρευση αυτή ενέργεια, η οποία συνεπάγεται την ακυρότητα της πρόσληψης κατά τα άρθρα 174 και 180 του ΑΚ, συνιστά απλά τη βασική προϋπόθεση της έλλειψης νόμιμης αιτίας, ένεκα της οποίας και, εφόσον συντρέχουν οι λοιπές προϋποθέσεις του άρθρου 904 ΑΚ, το Δημόσιο ή το νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου και γενικότερα ο φορέας του Δημοσίου, στον οποίο παρασχέθηκε η εργασία του ακύρως προσληφθέντος μισθωτού, ενέχεται σε απόδοση της ωφέλειας που προήλθε από την εργασία, η οποία παρασχέθηκε σε αυτό και από την οποία αυτό κατέστη πλουσιότερο και δεν συνιστά αιτία αποκλεισμού αυτού που εργάστηκε από την αναζήτηση της ωφέλειας (ΟλΑΠ 4/2021, ΟλΑΠ 218/1977, ΑΠ 519/2022, ΑΠ 186/2019). Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 παρ.1 εδ. α του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 7/2006). Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικώς και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (ΑΠ 194/2020, ΑΠ 1082/2018, ΑΠ 1420/2013). Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης η αναιρεσείουσα αιτιάται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση, απορρίπτοντας την αγωγή της κατά την επικουρική αυτής βάση ως μη νόμιμη, εσφαλμένα ερμήνευσε τις διατάξεις των άρθρων 21 του ν. 2190/1994, 103 παρ. 2, 3, 7 και 8 του Συντάγματος και 5 και 6 του π.δ. 164/2004 και εσφαλμένα ερμήνευσε και δεν εφάρμοσε τη διάταξη του άρθρου 904 ΑΚ, που ήταν εφαρμοστέα. Από την κατά το άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων και της προσβαλλόμενης απόφασης, προκύπτουν τα εξής: Με την από 10.5.2011 και με αριθμό κατάθεσης 93018/2954/2011 αγωγή, που άσκησε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα εξέθετε τα εξής: Ότι την 1.1.2005 προσλήφθηκε από την εναγομένη και ήδη αναιρεσίβλητη δημοτική επιχείρηση ανάπτυξης του Δήμου …….. με άτυπη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, για να απασχοληθεί με ημερομίσθιο 30 ευρώ και πενθήμερη εβδομαδιαία απασχόληση ως βοηθός μαγειρείου. Ότι καθ' όλη τη διάρκεια της εργασιακής της σχέσης, με εξαίρεση τη χρονική περίοδο από 14.8.2010 μέχρι 14.10.2010, κατά την οποία με πρωτοβουλία και με πίεση της εναγομένης - αναιρεσίβλητης εργάσθηκε με δίμηνη σύμβαση εργασίας ως καθαρίστρια στον 8ο Παιδικό Σταθμό του Δήμου …….., απασχολήθηκε και τις επτά ημέρες της εβδομάδας, καθώς και τις αργίες στα αναψυκτήρια - εστιατόρια της εναγομένης που κατονομάζει, με ωράριο, το οποίο: α) τα έτη 2005, 2006 και 2007 κατά τους μήνες από τον Ιανουάριο μέχρι τον Απρίλιο και από τον Οκτώβριο μέχρι το Δεκέμβριο ήταν από την 9:00 ώρα μέχρι την 17:00 ώρα και κατά τους μήνες Μάιο μέχρι Σεπτέμβριο ήταν από την 8:00 μέχρι την 18:00 ώρα από Δευτέρα μέχρι Πέμπτη, ενώ κάθε Παρασκευή, Σάββατο και Κυριακή ήταν από την 8:00 μέχρι την 16:00 ώρα και από την 18:00 μέχρι την 02:00 ώρα και β) τα έτη 2009, 2010 και μέχρι τις 28.2.2011 ήταν κατά τους χειμερινούς μήνες από την 8:00 ώρα μέχρι την 16:00 ώρα και κατά τους θερινούς μήνες (δηλαδή από το Μάιο μέχρι και το Σεπτέμβριο κάθε έτους) ήταν από την 8:00 μέχρι την 18:00 ώρα από Δευτέρα μέχρι και Πέμπτη και από την 08:00 μέχρι την 16:00 ώρα και από την 17:00 μέχρι την 02:00 ώρα κάθε Παρασκευή, Σάββατο και Κυριακή και ότι υπό τις ως άνω συνθήκες εργάσθηκε μέχρι τις 28.2.2011, οπότε η εναγομένη ? αναιρεσίβλητη, επικαλούμενη τη λήξη της από 3.1.2011 δίμηνης σύμβασης εργασίας, που κατ' απαίτησή της είχαν συνάψει, σταμάτησε να αποδέχεται την εργασία της, και έτσι στην πραγματικότητα κατήγγειλε τη μεταξύ τους σύμβαση χωρίς να της καταβάλει αποζημίωση απόλυσης, με συνέπεια η καταγγελία αυτή να είναι άκυρη και η ίδια να δικαιούται μισθούς υπερημερίας για το χρονικό διάστημα από 1.3.2011 μέχρι 31.3.2013, συνολικά ανερχόμενους στο ποσό των 25.000 ευρώ. Τέλος ισχυρίστηκε ότι καθ' όλο το ως άνω χρονικό διάστημα η εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα, της κατέβαλε μόνο το ημερομίσθιό της, το οποίο (1) κατά τα έτη 2005, 2006, 2007 και 2008, κατά τους χειμερινούς μήνες για όλες τις ημέρες και κατά τους θερινούς μήνες από Δευτέρα έως Πέμπτη ανερχόταν σε 30 ευρώ και από Παρασκευή έως και Κυριακή σε 60 ευρώ και (2) κατά τα έτη 2009, 2010 και μέχρι 28.2.2011 κατά τους χειμερινούς μήνες για όλες τις ημέρες και κατά τους θερινούς μήνες από Δευτέρα έως Πέμπτη ανερχόταν σε 40 ευρώ και από Παρασκευή έως Κυριακή σε 80 ευρώ, ενώ δεν της κατέβαλε: (α) την αμοιβή της για νυκτερινή εργασία, για εργασία Κυριακών, για εργασία Σαββάτων χωρίς "ρεπό" και για παράνομες υπερωρίες και (β) τις αποδοχές αδείας, τα επιδόματα αδείας και την αναλογία επιδομάτων εορτών, που εδικαιούτο, Εκθέτοντας τους ως άνω ισχυρισμούς της και επικαλούμενη, κατά την κύρια βάση της ως άνω αγωγής, ότι η μεταξύ των διαδίκων σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου είναι έγκυρη, η ενάγουσα - αναιρεσείουσα, μετά από τον περιορισμό του καταψηφιστικού αγωγικού αιτήματος σε αναγνωριστικό, στον οποίο προέβη πρωτοδίκως, ζήτησε: α) να αναγνωρισθεί η ακυρότητα της από 28.2.2011 καταγγελίας της σύμβασης εργασίας της, στην οποία προέβη η εναγομένη - αναιρεσίβλητη και β) να αναγνωρισθεί η υποχρέωση της εναγομένης - αναιρεσίβλητης να της καταβάλει το συνολικό ποσό των 126.590 ευρώ για μισθούς υπερημερίας και για τις ως άνω υπό στοιχεία (α) και (β) αιτίες, με το νόμιμο τόκο κατά τις διακρίσεις της αγωγής, άλλως από την επίδοση αυτής. Επικουρικά δε, για την περίπτωση που κριθεί ότι η μεταξύ αυτής και της εναγομένης εργασιακή σχέση συνιστούσε άκυρη σύμβαση εργασίας, ζήτησε να αναγνωρισθεί η υποχρέωση της εναγομένης - αναιρεσίβλητης να της καταβάλει το συνολικό ποσό των 102.790 ευρώ, με το νόμιμο τόκο κατά τις διακρίσεις της αγωγής, που αναλύεται: 1) στο ποσό των 88.780 ευρώ που αφορά τις αξιώσεις της που παρατίθενται στην υπό στοιχείο (α) αιτία, 2) στο ποσό 12.810 ευρώ που αφορά την αξίωσή της για μη καταβληθέντα επιδόματα εορτών και αδείας και μη καταβληθείσες αποδοχές αδείας και 3) στο ποσό των 1.200 ευρώ, που αφορά την αξίωσή της για αποζημίωση απόλυσης. Επί της ως άνω αγωγής εκδόθηκε η με αριθμό 2532/2014 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο απέρριψε ως μη νόμιμη την κύρια βάση της αγωγής, που στηριζόταν σε έγκυρη μεταξύ των διαδίκων σύμβαση εργασίας και δέχθηκε ως νομικά και ουσιαστικά βάσιμη την επικουρική βάση αυτής, αναγνωρίζοντας την υποχρέωση της εναγομένης - αναιρεσίβλητης να καταβάλει στην ενάγουσα - αναιρεσείουσα το αιτούμενο με την επικουρική αυτή αγωγική βάση συνολικό ποσό των 102.790 ευρώ με το νόμιμο τόκο υπερημερίας από τότε που κάθε επιμέρους κονδύλιο κατέστη ληξιπρόθεσμο. Η ενάγουσα- αναιρεσείουσα δεν προσέβαλε την πρωτόδικη απόφαση. Η εναγομένη ? αναιρεσίβλητη, όμως, άσκησε την από 8.10.2014 και με αριθμό κατάθεσης 6711/2014 έφεση, επικαλούμενη ότι το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών εσφαλμένα έκρινε την επικουρική βάση της ένδικης αγωγής ως νόμιμη και ότι κακώς εκτίμησε τις αποδείξεις. Το Μονομελές Εφετείο Αθηνών, που δίκασε την ως άνω έφεση, με την προσβαλλόμενη, με αριθμό 1381/2016 απόφασή του, δέχθηκε κατά λέξη τα ακόλουθα: "Στο άρθρο 6 παρ. 1 και 6 του ν. 2527/1997 καθορίζεται ό τρόπος και οι προϋποθέσεις για τη σύναψη μίσθωσης έργου από υπηρεσίες και νομικά πρόσωπα του δημοσίου τομέα καθώς και τους ΟΤΑ πρώτου και δεύτερου βαθμού και τα νομικά πρόσωπα αυτών με φυσικά πρόσωπα σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 681 ΑΚ. Από τις διατάξεις αυτές και κυρίως του τελευταίου εδαφίου της παραγράφου 1, συνάγεται ότι η σύμβαση μισθώσεως έργου, η οποία συνάπτεται κατά το άρθρο 6 του ανωτέρω νόμου, έχει πάντοτε κατά την ανωτέρω ρητή νομοθετική επιταγή το χαρακτήρα της μισθώσεως έργου, έστω και αν ο συμβασιούχος παρέχει στην πραγματικότητα εξαρτημένη εργασία, στα πλαίσια της οποίας καλύπτει πάγιες και διαρκείς ανάγκες του αντισυμβαλλομένου του. Συνεπώς, εφόσον ο νόμος δεν επιτρέπει διαφορετικό νομικό χαρακτηρισμό της ανωτέρω συμβάσεως έργου, δεν είναι δυνατόν να τεθεί θέμα εκτιμήσεως αυτής ως συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας. Όταν, όμως απαγορεύεται από το νόμο η μετατροπή της εγκύρως συναπτόμενης συμβάσεως μισθώσεως έργου, σε σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, δεν είναι δυνατός και ο χαρακτηρισμός αυτής ως έγκυρης ή άκυρης σύμβασης εργασίας, αφού ·δεν είναι νομικώς δυνατό η ίδια έννομη σχέση να χαρακτηρίζεται αναγκαίως (κατά νομοθετική επιταγή) ως σύμβαση μισθώσεως έργου και, παραλλήλως, να θεωρείται ως σύμβαση εξαρτημένης εργασίας. Ακόμη στις διατάξεις του άρθρου 21 § 1 και 2 του ν. 2190/1994, ορίζεται ότι οι δημόσιες υπηρεσίες και τα νομικά πρόσωπα που αναφέρονται στη παράγραφο 1 του άρθρου 14 του νόμου αυτού, δηλαδή και οι ΟΤΑ, μπορούν να απασχολούν προσωπικό με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου, για την αντιμετώπιση εποχιακών ή άλλων περιοδικών ή πρόσκαιρων αναγκών, με τις προϋποθέσεις και τη διαδικασία των διατάξεων του νόμου αυτού και ότι η διάρκεια της απασχόλησης του εν λόγω προσωπικού δεν μπορεί να υπερβαίνει τους οκτώ μήνες σε συνολικό χρόνο δώδεκα μηνών, καθώς και ότι η παράταση ή η σύναψη νέας σύμβασης κατά το αυτό ημερολογιακό έτος ή η μετατροπή σε σύμβαση αορίστου χρόνου είναι άκυρες. Οι παραπάνω διατάξεις, που θέτουν τους ως άνω περιορισμούς, ως προς τη σύναψη και τη διάρκεια των εν λόγω συμβάσεων εργασίας, με ποινή ακυρότητας αυτών, χαρακτηρίζονται ως αναγκαστικού δικαίου, όπως συνάγεται από το όλο περιεχόμενο του κεφαλαίου Γ' του παραπάνω νόμου (που φέρει τον τίτλο "Σύστημα προσλήψεων στο δημόσιο τομέα"), στο οποίο εντάσσονται, καθώς και από τον πρόδηλο σκοπό του νόμου αυτού. Μάλιστα στην παρ. 4 του ίδιου άρθρου του παραπάνω νόμου (άρθρο 21 Ν. 2190/1994) ορίζεται ότι τα όργανα, που διενεργούν την εκκαθάριση των αποδοχών, υποχρεούνται να παύσουν την καταβολή των αποδοχών του προσωπικού, που συμπλήρωσε την ως άνω νόμιμη διάρκεια απασχόλησης, άλλως καταλογίζονται σε αυτά οι αποδοχές που καταβλήθηκαν και απειλούνται ποινικές κυρώσεις κατά των αρμοδίων, για την περίπτωση παράβασης των διατάξεων που ρυθμίζουν τη σχέση εργασίας του ως άνω προσωπικού (παράβαση καθήκοντος άρθρ. 259 ΠΚ), ενώ ακόμη προβλέπεται υποχρεωτική παραπομπή στην αρμόδια πειθαρχική διαδικασία. Έτσι, η εργασία, που προσφέρεται κατά παράβαση των διατάξεων αυτών, απαγορεύεται απόλυτα από το νόμο και ως τέτοια δεν δημιουργεί καμιά αξίωση αμοιβής, αφού σε καμιά περίπτωση δεν θα μπορούσε να είναι έγκυρη και ειδικότερα δεν δημιουργεί αξίωση ούτε από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, αφού τέτοιος πλουτισμός δεν προκύπτει για τον εργοδότη (Δημόσιο, ΟΤΑ), ενόψει του ότι αυτός (εργοδότης) στη θέση του, παρά τις άνω διατάξεις, διατηρηθέντος προσωπικού, δεν θα προσελάμβανε άλλο, με έγκυρη σύμβαση εργασίας και δεν θα υποβαλλόταν έτσι αναγκαίως στις δαπάνες αμοιβής του (μισθούς κλπ.) με αντίστοιχη ωφέλεια, αφού μάλιστα ρητά προβλέπεται από το νόμο ότι τα καταβληθέντα στο προσωπικό αυτό, που διατηρείται παράνομα, ποσά καταλογίζονται σε βάρος των αρμοδίων για την εκκαθάριση των αποδοχών τους οργάνων. Συνακόλουθα δεν προκύπτει η υποχρεωτική πρόσληψη άλλου προσωπικού, την οποία κατέστησε περιττή η προσφορά των υπηρεσιών των αναιρεσιβλήτων [εννοείται της ενάγουσας ? εφεσίβλητης], με αποτέλεσμα την αποφυγή της σχετικής δαπάνης από τον αναιρεσείοντα [εννοείται από την εναγομένη - εκκαλούσα δημοτική επιχείρηση] και τον εντεύθεν αδικαιολόγητο πλουτισμό του [...].. Με βάση λοιπόν την παραπάνω νομική σκέψη, [...] και η επικουρική βάση του αδικαιολόγητου πλουτισμού τυγχάνει μη νόμιμη και ως εκ τούτου απορριπτέα [...]. Μάλιστα εν προκειμένω η αγωγή στηρίζεται στις περί αδικαιολόγητου πλουτισμού διατάξεις με τη απλή αναφορά "αν ήθελε θεωρηθεί για οποιονδήποτε λόγο σαν άκυρη η μεταξύ μας σύμβαση εργασίας", χωρίς να γίνεται μνεία για ποιο λόγο το εναγόμενο [εννοείται η εναγομένη - εκκαλούσα δημοτική επιχείρηση] θα προέβαινε αναγκαίως στην υποχρεωτική πρόσληψη άλλου προσωπικού στη θέση της ενάγουσας (κατά παρέκκλιση των σχετικών διατάξεων που αφορούν προσλήψεις σε ΟΤΑ και στον ευρύτερο εν γένει δημόσιο τομέα), την οποία κατέστησε περιττή η προσφορά των υπηρεσιών της ενάγουσας. Επομένως, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο έκρινε νόμιμη την επικουρική βάση του αδικαιολόγητου πλουτισμού και επιδίκασε στην ενάγουσα όλο το αιτηθέν ποσό των 102.790 ευρώ [...] εσφαλμένα ερμήνευσε και εφήρμοσε το Νόμο, δεκτών γενομένων των σχετικών αιτιάσεων του εκκαλούντος [εννοείται της εναγομένης - εκκαλούσας]. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω η υπό κρίση έφεση θα πρέπει να γίνει δεκτή ως ουσιαστικά βάσιμη, να εξαφανισθεί η εκκαλουμένη, να διακρατηθεί η υπόθεση (αρθ. 535 ΚΠολΔ), να εξετασθεί κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών και να απορριφθεί και η επικουρική βάση της αγωγής στο σύνολό της ως νόμω αβάσιμη". Με την ως άνω κρίση του, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο εσφαλμένα δεν εφάρμοσε τις εκτεθείσες στην προηγηθείσα νομική σκέψη διατάξεις: α) των άρθρων 1 παρ. 1 του ν. 1082/1980, 1 παρ. 2 της 19040/1981 ΥΑ Οικονομικών και Εργασίας, 1 παρ. 1 και 2 του α.ν. 539/1945, 3 παρ. 16 του ν. 4504/1966 και του άρθρου μόνου του ν. 133/1975 που κύρωσε την από 26.2.1975 Εθνική Γενική Συλλογική Σύμβαση Εργασίας, σύμφωνα με τις οποίες τα επιδόματα (δώρα) εορτών και αδείας και τις αποδοχές αδείας δικαιούνται και όσοι προσφέρουν τις υπηρεσίες τους με άκυρη σύμβαση, δηλαδή με απλή σχέση εργασίας, β) του άρθρου 4 του ν. 2874/2000 (ΦΕΚ Α 286/29.12.2000), όπως αυτό διατηρήθηκε μετά τις τροποποιήσεις που επήλθαν διαδοχικά με τα άρθρα 1 του ν. 3385/2005 (ΦΕΚ Α 210/19.8.2005) και 74 παρ. 10 του ν. 3863/2010 (ΦΕΚ Α 115/15.7.2010) [και πριν τη διαμόρφωσή του με το άρθρο 58 του ν. 4808/2021 (ΦΕΚ Α 101/19.6.2021)], με βάση το οποίο παρέχεται στο μισθωτό, ανεξάρτητα από το κύρος της εργασιακής του σχέσης, μία ενιαία αξίωση, που χαρακτηρίζεται ως αποζημίωση για την εργασία που προσφέρθηκε παρανόμως πέραν των νομίμων χρονικών ορίων και που απορρέει ευθέως εκ του νόμου, (γ) των Κ.Υ.Α. 8900/1946, ΚΥΑ 18310/1946 και Κ.Υ.Α. 25825/1951, του άρθρου 2 του Ν.Δ. 3755/1957 και του άρθρου 2 του Ν. 435/1976, που προβλέπουν προσαύξηση 75% επί του νομίμου ημερομισθίου για τους απασχολούμενους σε Κυριακές, αργίες και προσαύξηση 25% επί του νομίμου ημερομισθίου για τους απασχολούμενους τη νύκτα (από 22:00 μέχρι 06:00 ώρα) ανεξαρτήτως του κύρους της απασχόλησής τους, (δ) του άρθρου 8 του ν. 3846/2010 (ΦΕΚ Α 66/11.5.2010), με το οποίο από τις 11.5.2010 ρυθμίστηκε νομοθετικά ο τρόπος αμοιβής του μισθωτού για απασχόλησή του την έκτη ημέρα της εβδομάδας σε επιχειρήσεις που εφαρμόζεται το σύστημα της πενθήμερης εργασίας, ανεξάρτητα από το κύρος της εργασιακής του σχέσης με τον εργοδότη και (ε) των άρθρων 1 παρ. 2, 5 παρ. 3, 6 παρ. 1, 8 και 9 παρ. 1 Ν. 3198/1955 σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 1 και 3 του ν. 2112/1920, σύμφωνα με τα οποία ο εργοδότης υποχρεούται να καταβάλει αποζημίωση απόλυσης και στον εργαζόμενο που απασχόλησε με άκυρη σύμβαση εργασίας, οι οποίες είναι εφαρμοστέες σύμφωνα με το ήδη εκτεθέν περιεχόμενο της ένδικης αγωγής, που επισκοπήθηκε. Επιπλέον, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο εσφαλμένα εφάρμοσε το άρθρο 6 παρ. 1 και 6 "Συμβάσεις μίσθωσης έργου" του ν. 2527/1997 "Τροποποίηση και συμπλήρωση των διατάξεων του ν. 2190/1994 και άλλες διατάξεις" (ΦΕΚ Α 206/8.10.1997), το οποίο δεν ήταν εφαρμοστέο με βάση το ιστορικό της επικουρικής βάσης της ένδικης αγωγής. Τέλος εσφαλμένα ερμήνευσε και δεν εφάρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 904 και 908 του ΑΚ, που ήσαν εφαρμοστέες για τις λοιπές αξιώσεις της ενάγουσας - εφεσίβλητης - αναιρεσείουσας, καθότι, όπως ήδη αναφέρθηκε στην προηγηθείσα νομική σκέψη, εξαίρεση για την εφαρμογή των ως άνω άρθρων του ΑΚ δεν εισάγεται ούτε και με τις διατάξεις του άρθρου 103 παρ. 2, 6, 7 και 8 του Συντάγματος, ούτε και με τις διατάξεις του ν. 2190/1994. Εάν δε ερμήνευε και εφάρμοζε σωστά τις ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, θα κατέληγε στην ορθή κρίση ότι είναι νόμιμη η επικουρική βάση της από 10.5.2011 και με αριθμό κατάθεσης 93018/2954/2011 αγωγής. Κατά συνέπεια, ο πρώτος από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, λόγος με τον οποίο υποστηρίζονται τα ίδια, είναι βάσιμος. Από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ προκύπτει ότι η αναίρεση επιτρέπεται αν η προσβαλλόμενη απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Για την ίδρυση του λόγου αυτού απαιτείται, ως προϋπόθεση, το δικαστήριο με την αναιρεσιβαλλόμενη να έχει καταρτίσει ελάσσονα πρόταση εκτίμησης των αποδείξεων, δηλαδή να εισήλθε στην ουσία της διαφοράς και να διατύπωσε αποδεικτικό πόρισμα. Συνεπώς δεν ιδρύεται ο λόγος αυτός όταν το δικαστήριο απέρριψε την αγωγή, την ανακοπή ή την ένσταση ως μη νόμιμη, διότι τότε το τυχόν σφάλμα ελέγχεται από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, (Ολ.ΑΠ 3/1997, ΑΠ 1704/2017). Με το δεύτερο (και τελευταίο), από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, λόγο η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι έχει τις ασαφείς, άλλως τις ανεπαρκείς αιτιολογίες που παραθέτει. Ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι, σύμφωνα με την προηγηθείσα νομική σκέψη, η από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ αιτίαση δεν ιδρύεται στην προκειμένη περίπτωση, καθότι το Μονομελές Εφετείο Αθηνών με την προσβαλλόμενη απόφασή του δεν κατήρτισε ελάσσονα πρόταση εκτίμησης των αποδείξεων, αλλά απέρριψε ως μη νόμιμη την επικουρική βάση της από 10.5.2011 και με αριθμό κατάθεσης 93018/2954/2011 αγωγής. Κατά παραδοχή, λοιπόν, του βάσιμου πρώτου, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγου αναίρεσης, η ένδικη, από 16.9.2016 και με αριθμό κατάθεσης 809/2016 αίτηση αναίρεσης πρέπει να γίνει δεκτή. Πρέπει, δηλαδή, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη με αριθμό 1381/2016 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών κατά το κεφάλαιό της που αφορά την επικουρική βάση της από 10.5.2011 (με αριθμό κατάθεσης 93018/2954/2011) αγωγής περί ύπαρξης απλής σχέσης εργασίας μεταξύ των διαδίκων και τις εντεύθεν εκ του αδικαιολογήτου πλουτισμού αξιώσεις της ενάγουσας - αναιρεσείουσας, καθώς και τις εκ των σχετικών διατάξεων, που τις προβλέπουν, αξιώσεις της ίδιας για επιδόματα εορτών και αδείας, αποδοχές αδείας, αμοιβή για την πέραν του νομίμου ωραρίου απασχόληση, προσαύξηση αμοιβής εργασίας σε Κυριακές, αργίες και νύκτα, αμοιβή εργασίας την έκτη ημέρα της εβδομάδας επί πενθήμερης εβδομαδιαίας απασχόλησης, που αφορά την επόμενη χρονική περίοδο από 11.5.2010 μέχρι 28.2.2011 και καταβολή αποζημίωσης απόλυσης. Στη συνέχεια πρέπει να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλο δικαστή, εκτός από εκείνον που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση (άρθρο 580 παρ. 3 του ΚΠολΔ). Τέλος, η αναιρεσίβλητη, που νικήθηκε, πρέπει να καταδικασθεί στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσείουσας, που παρέστη, αλλά δεν κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο αίτημα της τελευταίας (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 του ΚΠολΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί τη με αριθμό 1381/12.4.2016 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό της παρούσας κεφάλαιό της. Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλο δικαστή, πλην αυτού που εξέδωσε την αναιρούμενη απόφαση. Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων πεντακοσίων (1.500 ευρώ). ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 31 Ιανουαρίου 2023. ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 17 Φεβρουαρίου 2023. Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ