Αριθμός 1236/2023 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Β1' Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Λουκά Μόρφη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δήμητρα Ζώη, Ιωάννα Μαργέλλου-Μπουλταδάκη, Ιωάννη Δουρουκλάκη και Δημητρία Στρούζα-Ξένου, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 1η Φεβρουαρίου 2022, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ: Της αναιρεσείουσας: Ετερόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία "Τ. Ε. Α. Α. και Σ. ΕΕ", όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στην ..., στην οποία νόμιμα μετετράπη η ομόρρυθμη εταιρεία με την επωνυμία "Α. Α. και Σ. Ο.Ε." και παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του πληρεξουσίου δικηγόρου Γεώργιου Λαμπρόπουλου, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις. Των αναιρεσίβλητων: 1) S. L. M. του I. L., ατομικά και ως ασκούσα την γονική μέριμνα των ανήλικων τέκνων της: α) D. L. του I. και της S. β) N. L. του I. και της S., 4) H. L. του D., κατοίκων ..., που παραστάθηκαν δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του πληρεξουσίου δικηγόρου Στάθη Φίλη, ο οποίος δεν κατέθεσε προτάσεις. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 22-1-2013 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο .... Εκδόθηκαν η 148/2015 μη οριστική και 603/2017 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως και πρόσθετων λόγων εφέσεως, η 170/2020 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου .... Την αναίρεση της τελευταίας, ζητά η αναιρεσείουσα με την από 7-5-2020 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγητής ορίσθηκε ο Αρεοπαγίτης Ιωάννης Δουρουκλάκης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά τη διάταξη του άρθρου 1 του Ν. 551/1915 "περί ευθύνης προς αποζημίωσιν των εξ ατυχημάτων εν τη εργασία παθόντων εργατών ή υπαλλήλων", όπως κωδικοποιήθηκε με το Β.Δ/μα της 24.7/25.8.1920 και διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρ. 38 εδ. α` ΕισΝΑΚ, ως ατύχημα από βίαιο συμβάν, το οποίο επήλθε κατά την εκτέλεση της εργασίας ή εξ αφορμής αυτής σε εργάτη ή υπάλληλο των εργασιών ή επιχειρήσεων που αναφέρονται στο άρθρ. 2 του ίδιου νόμου (εργατικό ατύχημα), στις οποίες περιλαμβάνονται και τα λατομεία, για το οποίο παρέχεται δικαίωμα αποζημίωσης κατά τις διατάξεις του νόμου αυτού, θεωρείται κάθε βλάβη, περιλαμβανομένου και του θανάτου, η οποία είναι αποτέλεσμα βίαιης και αιφνίδιας επενέργειας εξωτερικού αιτίου, άσχετου μεν με τη σύσταση του οργανισμού του παθόντος και τη βαθμιαία φθορά του από τις συνθήκες της εργασίας, αλλά συνδεόμενου οπωσδήποτε με αυτή λόγω της εμφάνισής του κατά την εκτέλεσή της ή εξ αφορμής αυτής, δηλαδή θα πρέπει το αίτιο, στο οποίο οφείλεται το εργατικό ατύχημα, να μην ανάγεται αποκλειστικά στην οργανική ή παθολογική προδιάθεση του παθόντος και το οποίο συνεπώς δεν θα συνέβαινε χωρίς την εργασία και τις περιστάσεις εκτέλεσής της (ΟλΑΠ 1287/1986). Περαιτέρω από τις διατάξεις των άρθρων 1 και 16 του ως άνω νόμου σε συνδυασμό προς εκείνες των άρθρων 914 και 932 του ΑΚ προκύπτει ότι χρηματική ικανοποίηση προς αποκατάσταση της ηθικής βλάβης ή της ψυχικής οδύνης σε περίπτωση θανάτου οφείλεται και επί εργατικού ατυχήματος, όταν συντρέχουν οι όροι της αδικοπραξίας και μάλιστα ανεξαρτήτως του εάν ο παθών ήταν ή όχι ασφαλισμένος στο ΙΚΑ. Ειδικότερα η διάταξη του άρθρου 16 παρ. 1 του ως άνω κωδικοποιηθέντος Νόμου 551/1915, κατά την οποία ο παθών σε εργατικό ατύχημα ή τα δικαιούμενα αντ` αυτού πρόσωπα δικαιούνται να εγείρουν την αγωγή του κοινού αστικού δικαίου και να ζητήσουν πλήρη αποζημίωση μόνο όταν το ατύχημα μπορεί να αποδοθεί σε δόλο του εργοδότη ή των προστηθέντων του ή όταν επήλθε σε εργασία στην οποία δεν τηρήθηκαν οι διατάξεις νόμων, διαταγμάτων ή κανονισμών για τους όρους ασφαλείας των εργαζομένων και εξαιτίας της μη τήρησης των διατάξεων αυτών, αναφέρεται μόνο στην επιδίκαση αποζημίωσης για περιουσιακή ζημία και όχι στη χρηματική ικανοποίηση, για την οποία δεν υπάρχει πρόβλεψη στον ανωτέρω νόμο, οπότε εφαρμόζονται γι` αυτή μόνο οι γενικές διατάξεις (ΟλΑΠ 1117/1986, ΑΠ 910/2015, 876/2014, 938/2013). Επομένως, για να δικαιούται ο παθών σε εργατικό ατύχημα χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης ή, σε περίπτωση θανάτου του, οι συγγενείς του χρηματική ικανοποίηση, λόγω ψυχικής οδύνης, αρκεί να συντέλεσε στην επέλευση του ατυχήματος πταίσμα του εργοδότη ή των προστηθέντων από αυτόν προσώπων, με την έννοια του άρθρου 914 του ΑΚ, δηλαδή αρκεί να συντρέχει οποιαδήποτε αμέλεια αυτών και όχι μόνο η ειδική αμέλεια ως προς την τήρηση των όρων ασφαλείας του άρθρου 16 παρ. 1 του κωδικοποιηθέντος Ν. 551/1915 (ΑΠ 910/2015, 876/2014, 19/2014, 81/2013, 412/2008). Από δε τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 330, 914 και 922 του ΑΚ συνάγεται ότι προϋποθέσεις της ευθύνης προς αποζημίωση από αδικοπραξία είναι η υπαιτιότητα του υποχρέου ή των προστηθέντων από αυτόν προσώπων, η οποία υπάρχει και στην περίπτωση της αμέλειας, δηλαδή όταν δεν καταβάλλεται η δέουσα στις συναλλαγές προσοχή και επιμέλεια που κάθε συνετός άνθρωπος, κατά κρίση αντικειμενική, όφειλε και μπορούσε, κάτω από τις συγκεκριμένες περιστάσεις, να καταβάλει, το παράνομο της πράξης ή παράλειψης αυτών και η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της πράξης ή της παράλειψης κα της επελθούσας ζημίας. Η παράνομη έναντι του ζημιωθέντος συμπεριφορά μπορεί να συνίσταται όχι μόνο σε θετική πράξη αλλά και σε παράλειψη, εφόσον στην τελευταία περίπτωση ο υπαίτιος ήταν υποχρεωμένος να ενεργήσει, η υποχρέωσή του δε αυτή σε πράξη μπορεί να επιβάλλεται από δικαιοπραξία, από το νόμο ή από την καλή πίστη, κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη, πράγμα που υπάρχει ιδίως, όταν ο υπαίτιος με ενέργειές του δημιούργησε μια επικίνδυνη κατάσταση από την οποία είναι δυνατό να προκύψει ζημία σε τρίτους. Αιτιώδης συνάφεια υπάρχει, όταν η πράξη ή παράλειψη του ευθυνόμενου προσώπου ήταν κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ικανή και μπορούσε αντικειμενικά να επιφέρει κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων το επιζήμιο αποτέλεσμα, το οποίο και πράγματι επέφερε (ΑΠ 1893/2017, 81/2013). Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 922, 681, 688-691 ΑΚ, καθώς και εκείνης του άρθρου 4 παρ. 1 του ν. 1396/1983, συνάγεται ότι ο εργολάβος, γενικώς και στο μέτρο που ενεργεί χωρίς να εξαρτάται από τον εργοδότη, δεν θεωρείται ότι βρίσκεται σε σχέση προστήσεως μαζί του. Συνεπώς, ο εργοδότης είναι ανεύθυνος για τις υπαίτιες και παράνομες πράξεις του εργολάβου ή των υπ' εκείνου προστηθέντων προσώπων κατά την εκτέλεση του έργου. Στην περίπτωση, όμως, που ο εργοδότης έχει επιφυλάξει για τον εαυτό του ρητά ή σιωπηρά τη διεύθυνση και επίβλεψη της εκτελέσεως του έργου και μάλιστα το δικαίωμα παροχής οδηγιών προς τον εργολάβο, ο εργολάβος θεωρείται ότι βρίσκεται σε σχέση προστήσεως προς τον εργοδότη (ΑΠ 412/2018, 1048/2018). Στο Π.Δ. 22 της 9/12.1.1976: Περί επιβλέψεως της λειτουργίας, χειρισμού και συντηρήσεως μηχανημάτων εκτελέσεως τεχνικών έργων, όπως αντικαταστάθηκε και ίσχυε κατά το χρόνο του επιδίκου εργατικού ατυχήματος με το Π.Δ. 31/1990 (ΦΕΚ 11Α'/05.02.1990) "επίβλεψη της λειτουργίας, χειρισμός και συντήρηση μηχανημάτων εκτέλεσης τεχνικών έργων" εκδοθέντα αμφότερα δυνάμει εξουσιοδοτήσεως εκ του άρθρου 5 Ν.6422/1934: Α) στο άρθρο 1 ορίζεται: Όλα τα κινητά και μεταθετά μηχανήματα εκτέλεσης τεχνικών έργων που λειτουργούν με κινητήρια θερμική μηχανή ή ηλεκτροκινητήρα για την εφαρμογή του άρθρου 3 του Ν.6422/34, θεωρούνται απλές μηχανολογικές εγκαταστάσεις. (α) Για την επίβλεψη της λειτουργίας και τη συντήρηση, εφόσον η κινητήρια δύναμή τους δεν υπερβαίνει τους 800 ΗΡ. (β) Για το χειρισμό, ανεξάρτητα από την κινητήρια δύναμή τους. Β) Στο άρθρο 2 ορίζεται: παρ. 1 Τα αναφερόμενα στο άρθρο 1 κινητά και μεταθετά μηχανήματα εκτελέσεως τεχνικών έργων, που λειτουργούν με κινητήρες εσωτερικής καύσεως (θερμικούς) διακρίνονται σε δώδεκα (12) Ομάδες μηχανημάτων από Α' έως ΙΒ'. .... Στην ομάδα Ε' περιλαμβάνονται: 1. Οι μπουλτόζες: προωθητήρες γαιών παντός τύπου και συστήματος λειτουργίας. 2. Οι τορναντόζες παντός τύπου και συστήματος λειτουργίας. 3. Οι φορτωτές αλυσότροχοι και λαστιχοφόροι παντός τύπου. 4. Οι αποξέστες γαιών ΣΚΡΕΙΠΕΡ, ΤΟΡΝΕΜΠΟΥΛ και λοιπών τύπων. Γ) Στο άρθρο 4 ορίζεται: Δικαιούχοι επίβλεψης - συντήρησης - χειρισμού: 1. Κανείς δεν μπορεί να ασκεί υπεύθυνη επίβλεψη λειτουργίας, ούτε να χειρίζεται ή να ενεργεί τη συντήρηση κάθε κινητού ή μεταθετού μηχανήματος ή μηχανήματος επί αυτοκινήτου με κινητήρα θερμική μηχανή ισχύος από (17) ίππους και πάνω (όσον αφορά τα μηχανήματα που αναφέρονται στις δώδεκα (12) ομάδες του άρθρου 2 παρ. 1 και συνολική ισχύ των ηλεκτροκινήτων (ΜΟΤΕΡ) από (15) ίππους και πάνω (όσον αφορά τα ηλεκτροκίνητα μηχανήματα των πέντε (5) ομάδων του άρθρου 2, παρ. 2) εάν δεν είναι εφοδιασμένος με αντίστοιχη άδεια μηχανοδηγού-χειριστού που εκδίδεται σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος Διατάγματος. 2) Στο Π.Δ. 305/1996, ΦΕΚ Α' 212/1996, "Ελάχιστες προδιαγραφές ασφάλειας και υγείας που πρέπει να εφαρμόζονται στα προσωρινά ή κινητά εργοτάξια σε συμμόρφωση προς την οδηγία 92/57/ΕΟΚ" εκδοθέν κατ' εξουσιοδότηση των άρθρων 1 και 3 Ν.1338/1983, όπως τροποποιήθηκαν μεταγενέστερα, όπου : Α) στο άρθρο 2 ορίζεται: Για την εφαρμογή των διατάξεων του παρόντος νοούνται ως: παρ. 1. Προσωρινό ή κινητό εργοτάξιο, που στο εξής αποκαλείται "εργοτάξιο": Κάθε εργοτάξιο όπου πραγματοποιούνται εργασίες οικοδομικές ή/και πολιτικού μηχανικού και γενικά εκτελείται τεχνικό έργο. Στο παράρτημα I του άρθρου 12 περιλαμβάνεται ενδεικτικός κατάλογος τέτοιος εργασιών. παρ. 2. Κύριος του έργου: Κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο για λογαριασμό του οποίου πραγματοποιείται ένα έργο.... παρ. 4. Εργοδότης: Κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο το οποίο συνδέεται με σχέση εργασίας με τον εργαζόμενο και εν προκειμένω οι παράγοντες του έργου που αναφέρονται στα εδάφια (α) και (β) της προηγούμενης παραγράφου, μη αποκλειομένου και του κυρίου του έργου όταν αυτός συνδέεται απευθείας με σχέση εργασίας με τον εργαζόμενο. Παρ. 5 Εργαζόμενος: Κάθε πρόσωπο που απασχολείται από έναν εργοδότη με οποιαδήποτε σχέση εργασίας, συμπεριλαμβανομένων των ασκουμένων και των μαθητευομένων. Β) Στο άρθρο 3 "Υποχρέωση απασχόλησης συντονιστών. - Σχέδιο και φάκελος ασφάλειας και υγείας. - Εκ των προτέρων γνωστοποίηση" ορίζεται: παρ. 3. Πριν από την έναρξη λειτουργίας του εργοταξίου ο εργολάβος ολόκληρου του έργου και εάν δεν υπάρχει ο κύριος του έργου μεριμνά για την εκπόνηση σχεδίου ασφαλείας και υγείας και για την κατάρτιση φακέλου ασφαλείας και υγείας. Γ) Στο άρθρο 8 "Γενικές υποχρεώσεις των εργοδοτών" ορίζεται: παρ. 2. Για να διαφυλάξουν την ασφάλεια και την υγεία στο εργοτάξιο και υπό τις προϋποθέσεις των άρθρων 6 και 7 του παρόντος διατάγματος οι εργολάβοι και υπεργολάβοι. α. Λαμβάνουν μέτρα σύμφωνα με τις ελάχιστες προδιαγραφές που περιλαμβάνονται στο παράρτημα IV του άρθρου 12 του παρόντος διατάγματος, ιδίως κατά την εφαρμογή του παρόντος άρθρου. β. Λαμβάνουν υπόψη τις υποδείξεις των συντονιστών για θέματα ασφάλειας και υγείας. Δ) Στο άρθρο 12 - Τμήμα ΙΙ "Θέσεις εργασίας σε εργοτάξια εκτός των εγκαταστάσεων", στην παρ. 8 "Οχήματα χωματουργικά μηχανήματα και μηχανήματα διακίνησης υλικών" ορίζεται: 8.1. Όλα τα οχήματα και τα χωματουργικά μηχανήματα καθώς και τα μηχανήματα διακίνησης υλικών πρέπει: α. Να είναι σωστά σχεδιασμένα και κατασκευασμένα λαμβάνοντας υπόψη, στο μέτρο του δυνατού, τις εργονομικές αρχές β. Να διατηρούνται σε καλή κατάσταση λειτουργίας και τυχόν μετατροπές να εγκρίνονται σύμφωνα με την ισχύουσα νομοθεσία λαμβάνοντας υπόψη την υγεία και ασφάλεια των εργαζομένων. γ. Να χρησιμοποιούνται σωστά και από πρόσωπα κατάλληλα και εφοδιασμένα με τις απαιτούμενες άδειες σύμφωνα με την ισχύουσα νομοθεσία. 8.2. Οι οδηγοί και χειριστές των οχημάτων και των χωματουργικών μηχανημάτων καθώς και των μηχανημάτων διακίνησης υλικών πρέπει να έχουν λάβει ειδική εκπαίδευση και να διαθέτουν την απαιτούμενη από την ισχύουσα νομοθεσία άδεια. 8.3. Πρέπει να λαμβάνονται προληπτικά μέτρα ώστε να αποφεύγεται η πτώση των εν λόγω οχημάτων και των μηχανημάτων στο χώρο εκσκαφής ή στο νερό. 8.4. Τα χωματουργικά μηχανήματα και τα μηχανήματα διακίνησης υλικών πρέπει, να είναι εφοδιασμένα με τα κατάλληλα συστήματα σύμφωνα με τις προβλέψεις του κατασκευαστή, ώστε ο οδηγός να προστατεύεται κατά της σύνθλιψης σε περίπτωση ανατροπής του μηχανήματος, καθώς και κατά της πτώσης αντικειμένων. 8.5. Όλα τα αποδεικτικά στοιχεία, άδειες κλπ. πρέπει να συνοδεύουν το μηχάνημα ή τον οδηγό και να είναι στη διάθεση των ελεγκτικών αρχών. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 19 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 εδ. α του Συντάγματος που επιτάσσει ότι κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά "έλλειψη αιτιολογίας", ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της "ανεπαρκής αιτιολογία", ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους "αντιφατική αιτιολογία" (ΟλΑΠ 1/1999). Ειδικότερα, αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που αναγράφονται σε αυτήν και στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή κατάλυση του επιδίκου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της συγκεκριμένης ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης. Αντίστοιχα ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι όμως όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση των αποδείξεων εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (ΟλΑΠ 15/2006). Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Στην προκειμένη περίπτωση από την επισκόπηση της προσβαλλομένης απόφασης προκύπτει ότι το δευτεροβάθμιο δέχθηκε κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του, τα εξής: "Ο υπήκοος ... lndrit L. του lashar και της H., ετών 34, κάτοικος εν ζωή ... ..., προσλήφθηκε την 21.8.2012, από την πρώτη εναγομένη ομόρρυθμη εταιρεία, η οποία είχε ως αντικείμενο την κατασκευή τεχνικών έργων συμπεριλαμβανομένων μεταξύ άλλων και της κατασκευής και συντήρησης έργων οδοποιίας και εργαζόταν σ' αυτήν, με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, με την ειδικότητα του βοηθού χειριστή μηχανημάτων έργου. Δυνάμει άτυπης και δη προφορικής σύμβασης έργου που καταρτίσθηκε μεταξύ της πρώτης εναγομένης ομόρρυθμης εταιρείας και του δευτέρου εναγομένου Δ. Α., νομίμως εκπροσωπούμενου από τον Δήμαρχο αυτού, η πρώτη εναγομένη ανέλαβε την εκτέλεση εργασιών βελτίωσης της βατότητας και καθαρισμού του αγροτικού δρόμου, στην θέση "...", της περιφέρειας του τοπικού διαμερίσματος ... του δευτέρου εναγομένου Δήμου, τις δε απαιτούμενες εργασίες υπέδειξε επί τόπου ο Πρόεδρος του ως άνω τοπικού διαμερίσματος, καθώς δεν υπήρχε εργολαβικό συμφωνητικό για την ανάληψη του έργου με σχετική μελέτη και σχετικές τεχνικές προδιαγραφές και υποχρεώσεις κατασκευής. Συγκεκριμένα οι εργασίες περιελάμβαναν, με τη χρήση μηχανήματος έργων, τον καθαρισμό και την βελτίωση της βατότητας του αγροτικού δρόμου, ο οποίος ήταν χωμάτινος, σε μικρή έκταση περί τα 400 μέτρα, καθώς η επιφάνειά του είχε υποστεί παραμορφώσεις από τις βροχοπτώσεις του προηγούμενου χειμώνα. Ο δρόμος αυτός εξυπηρετεί αγροτικές ιδιοκτησίες και έχει πλάτος που κυμαίνεται από 2,80 μ. έως 3,50 μέτρα περίπου, σε επικλινές έδαφος και ανάντη και κατάντη κλίση περίπου 8-10%, δηλαδή στη μία πλευρά υπάρχει ανάχωμα και στην άλλη κενό. Στο πλαίσιο υλοποίησης του ανωτέρω έργου, την 27.8.2012, ημέρα Δευτέρα, ο ανωτέρω εργαζόμενος lndrit L. ανέλαβε το χειρισμό του μηχανήματος έργου-φορτωτή, με αριθμό κυκλοφορίας ..., τύπου CATERPILLAR 920, βάρους 8.400 Kg, με ανασηκώμενη μεταλλική δαγκάνα (κουβά), με τέσσερις ελαστικούς τροχούς διαμέτρου περί το 1,50 μέτρο έκαστος, ισχύος 80 ίππων, με μεταλλική καμπίνα οδηγού, πλάτους του μηχανήματος 2,310 μέτρων, έτους πρώτης άδειας κυκλοφορίας 1972, ιδιοκτησίας Α. και Δ. Α.. Οι εργασίες που εκτελούσε ο ανωτέρω εργαζόμενος συνίσταντο στο σύρσιμο του κουβά του φορτωτή επί της οδού και την παράσυρση με αυτόν τον τρόπο του χώματος για την εξομάλυνση της επιφάνειας του δρόμου, το δε υλικό (χώμα) από τον καθαρισμό συγκεντρωνόταν στον κουβά ή περίσσευε στα άκρα του δρόμου. Κατά την εκτέλεση της ανωτέρω εργασίας, περί ώρα 12.30 μ.μ. της ίδιας ημέρας, ο ανωτέρω εργαζόμενος-χειριστής κινούμενος κατά τη μία φορά του δρόμου από βορρά προς νότο, στο σημείο καθαρισμού που του είχε υποδειχθεί, αφού το πέρασε με ανασηκωμένο τον κουβά, προχώρησε πέραν του σημείου αυτού, σε παρακείμενο πλάτωμα για να κάνει αναστροφή ώστε να επιστρέψει και να κινηθεί με αντίθετη φορά. Όταν έφθασε στο πλάτωμα, ενήργησε ελιγμό οπισθοπορείας με ανασηκωμένο τον κουβά λόγω του είδους του ελιγμού και με αναστροφή έλαβε με τον φορτωτή αντίθετη θέση, με φορά δηλαδή από νότο προς βορρά, όπου ο δρόμος παρουσιάζει κατωφέρεια. Ακολούθως ο ανωτέρω εργαζόμενος-χειριστής ξεκίνησε κανονικά την πορεία του στο δρόμο, δηλαδή προς βορρά, πλην όμως λίγο μετά το πλάτωμα, από αδέξιο χειρισμό του, απώλεσε τον έλεγχο του φορτωτή, παρεξέκλινε της πορείας του δεξιά, έπεσε στο κενό πρανές σημείο και ανετράπη ο φορτωτής μαζί με τον χειριστή, με αποτέλεσμα να συνθλιβεί κατά την ανατροπή η καμπίνα του φορτωτή και να καταπλακωθεί ο χειριστής και ακολούθως αφού διένυσε απόσταση 17,30 περίπου μέτρων στο πρανές ακινητοποιήθηκε σε κανονική θέση με τον κουβά κατεβασμένο εντός παρακείμενου καλλιεργημένου αγρού. Εξαιτίας της ανατροπής του φορτωτή και της σύνθλιψης της μεταλλικής καμπίνας, ο ανωτέρω εργαζόμενος-χειριστής, ο οποίος καταπλακώθηκε και απεγκλωβίστηκε από την καμπίνα με την βοήθεια της ΕΚΑΜ ... και μεταφέρθηκε στο νοσοκομείο ..., υπέστη πολλαπλές κρανιοεγκεφαλικές κακώσεις εξαιτίας των οποίων επήλθε ακαριαία ο θάνατός του. Το ανωτέρω ατύχημα χαρακτηρίζεται ως εργατικό, διότι πρόκειται, για βίαιο συμβάν, που συνέβη από εξωτερικά αίτια, με αφορμή και κατά τη διάρκεια της εργασίας του θανόντος. Το ατύχημα οφείλεται σε συνυπαιτιότητα (αμέλεια) τόσο της εργοδότριας εταιρείας-πρώτης εναγομένης, όσο και του εργαζομένου θανόντος, οι οποίοι δεν επέδειξαν στην συγκεκριμένη περίπτωση, την, κατ' αντικειμενική κρίση, επιμέλεια και προσοχή, την οποία κάθε μέσος συνετός άνθρωπος οφείλει και μπορεί να επιδείξει υπό τις ανάλογες περιστάσεις. Ειδικότερα η αμέλεια της πρώτης εναγομένης, η οποία ως εργολάβος είχε αναλάβει την εκτέλεση του έργου βελτίωσης και διαμόρφωσης του αγροτικού δρόμου, συνίσταται στο γεγονός ότι δεν επέδειξε την αναγκαία επιμέλεια για την τήρηση των οριζομένων από τον νόμο όρων και μέτρων ασφαλείας του εργαζομένου ως βοηθού χειριστή του μηχανήματος έργων κατά την εκτέλεση της εργασίας του στη διαμόρφωση του αγροτικού δρόμου, κατά την οποία έλαβε χώρα το ατύχημα. Ειδικότερα: 1) Κατά παράβαση των διατάξεων του Π.Δ.305/1990 "Ελάχιστες προδιαγραφές ασφάλειας και υγείας που πρέπει να εφαρμόζονται στα προσωρινά ή κινητά εργοτάξια σε συμμόρφωση προς την οδηγία 92/57/ΕΟΚ", κατά τις οποίες θεμελιώνεται η υποχρέωση εκπόνησης σχεδίου ασφάλειας και υγείας σε κάθε έργο, που περιλαμβάνει την ανάλυση της πορείας των εργασιών, τις μεθόδους εργασίας, την επιλογή των κατάλληλων μηχανημάτων-εξοπλισμών, την ασφαλή πρόσβαση στη θέση εργασίας, την ασφαλή κυκλοφορία των μηχανημάτων κλπ., η πρώτη εναγομένη δεν τήρησε, ως όφειλε, στο συγκεκριμένο έργο σχέδιο ασφαλείας και υγείας, παρά τη δυσχερή φύση του έργου. Συγκεκριμένα, επρόκειτο για εργασίες βελτίωσης και διαμόρφωσης χωματόδρομου με μεγάλη κλίση, με κενό στην μία πλευρά του δρόμου, με μικρό πλάτος του δρόμου, οπότε θα έπρεπε εκ των προτέρων να προγραμματισθεί η επιλογή του κατάλληλου μηχανήματος έργου ανάλογα με τα ανωτέρω χαρακτηριστικά του δρόμου, το είδος του χειρισμού και των εργασιών που θα εκτελούσε ο χειριστής, καθώς και τα ατομικά μέτρα ασφάλειας του οδηγού-χειριστή του μηχανήματος, ούτως ώστε να εξασφαλιστεί η ασφαλής κίνηση του μηχανήματος έργου επί της οδού, η ασφαλής οδήγηση και ο εν γένει χειρισμός του από τον χειριστή, καθώς και η ευχερής είσοδος και έξοδος του μηχανήματος από το έργο. Χωρίς τον εκ των προτέρων σχεδιασμό του έργου από την πρώτη εναγομένη, με εντοπισμό των κινδύνων και των απαιτουμένων μέτρων ασφαλείας, ο θανατωθείς χειριστής δεν μπορούσε να γνωρίζει όλους τους κινδύνους του έργου. 2) Κατά παράβαση των διατάξεων του Π.Δ. 22 της 9/12.1.1976: Περί επιβλέψεως της λειτουργίας, χειρισμού και συντηρήσεως μηχανημάτων εκτελέσεως τεχνικών έργων, όπως αντικαταστάθηκε και ίσχυε κατά το χρόνο του επιδίκου εργατικού ατυχήματος με το Π.Δ. 31/1990 (ΦΕΚ 11Α/05.02.1990) "επίβλεψη της λειτουργίας, χειρισμός και συντήρηση μηχανημάτων εκτέλεσης τεχνικών έργων" και των διατάξεων της Εγκυκλίου 371/02.07.1984 του Υπ. Εθν. Οικονομίας, στις οποίες θεμελιώνεται η υποχρέωση της πρώτης εναγομένης να απασχολεί τον εργαζόμενο της ως βοηθό χειριστή μόνο με την επίβλεψη και εποπτεία αδειούχου χειριστή, η πρώτη εναγομένη, μολονότι γνώριζε ότι ο εργαζόμενός της απασχολούμενος ως βοηθός χειριστή δεν διέθετε επαρκή γνώση και εμπειρία χειρισμού του ανωτέρω μηχανήματος έργου και δεν κατείχε την απαιτούμενη άδεια ικανότητας χειριστή, παρά ταύτα δεν εξασφάλισε, ως όφειλε, ότι κατά την εκτέλεση της εργασίας του, θα παρευρίσκετο στο χώρο εργασίας ο αδειούχος χειριστής με την απαιτούμενη γνώση και εμπειρία, ο οποίος θα επέβλεπε την εργασία, θα επόπτευε τον εργαζόμενο και θα έδινε τις απαραίτητες οδηγίες και εντολές για την ασφαλή εκτέλεση του έργου. Εάν η πρώτη εναγομένη είχε τηρήσει όλους τους όρους και μέτρα ασφαλείας των προαναφερομένων διατάξεων, για την ασφαλή εκτέλεση του έργου και τον ασφαλή χειρισμό του μηχανήματος, το επίδικο ατύχημα και ο εξ αυτού θάνατος του εργαζομένου δεν θα επερχόταν. Πρέπει δε να επισημανθεί ότι παρά την παλαιότητα του μηχανήματος έργου και την εκτεταμένη φθορά των ελαστικών του, δεν αποδείχθηκε μηχανική βλάβη ή άλλη τεχνική ατέλεια του μηχανήματος η οποία να συνέβαλε αιτιωδώς στην πρόκληση του ατυχήματος. Όμως στην επέλευση του επίδικου εργατικού ατυχήματος συνετέλεσε και η υπαίτια συμπεριφορά και δη αμέλεια του θανόντος εργαζομένου, η οποία συνίσταται στο γεγονός ότι αυτός, ενώ γνώριζε ότι δεν είχε επαρκή γνώση και εμπειρία για τον χειρισμό του ανωτέρω μηχανήματος έργου, ότι δεν κατείχε την απαιτούμενη κατά νόμο άδεια χειριστή και ότι επρόκειτο να εκτελέσει τις προαναφερόμενες εργασίες σε σχετικά δύσβατο, με μεγάλη κλίση και στενότητα αγροτικό δρόμο και χωρίς την επίβλεψη και εποπτεία του αδειούχου χειριστή της πρώτης εναγομένης, παρά ταύτα ανέλαβε τον χειρισμό και την οδήγηση του μηχανήματος αυτού, χωρίς να έχει διαρκώς τεταμένη την προσοχή του κατά τον χειρισμό και την οδήγηση αυτού και χωρίς να έχει τον πλήρη έλεγχο της θέσης του επί του αγροτικού δρόμου ανά πάσα στιγμή ώστε να μπορεί να ενεργεί τους απαιτούμενους ελιγμούς κίνησης και διατήρησης της πορείας του μηχανήματος εντός του δρόμου, ως θα έπραττε κάθε μέσος συνετός άνθρωπος ο οποίος ευρισκόμενος υπό τις αυτές συνθήκες επιχειρούσε χωρίς την κατάλληλη άδεια, γνώση και εμπειρία ενός μέσου χειριστή βαρέος μηχανήματος να αναλάβει τον χειρισμό ενός τέτοιου μηχανήματος. Υπό τα δεδομένα αυτά, η συγκλίνουσα αμέλεια της πρώτης εναγομένης και του θανόντος εργαζομένου της υπολογίζεται, κατά την κρίση του Δικαστηρίου σε ποσοστό 50% για τον καθένα εξ αυτών, κατά (μερική) παραδοχή της ένστασης συντρέχοντος πταίσματος (ΑΚ 300), που παραδεκτά πρόβαλε η πρώτη εναγομένη στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου και η οποία (συνυπαιτιότητα) λαμβάνεται υπόψη, για τον προσδιορισμό της χρηματικής ικανοποίησης, λόγω ψυχικής οδύνης των εναγόντων. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι με την με αριθμό 51/22.1.2019 αμετάκλητη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου ... ο νόμιμος εκπρόσωπος της πρώτης εναγομένης ομόρρυθμης εταιρείας Δ. Α. κηρύχθηκε αθώος της κατηγορίας της ανθρωποκτονίας από αμέλεια παρά υποχρέου, με το σκεπτικό ότι: "ο κατηγορούμενος δεν ευθύνεται για την επέλευση του επιδίκου συμβάντος που είχε ως συνέπεια το θάνατο του οδηγού του ως άνω μηχανήματος". Ωστόσο όμως, όλα τα ανωτέρω αποδειχθέντα ουδόλως αναιρούνται από το γεγονός της έκδοσης της ποινικής αυτής απόφασης, η οποία εκδόθηκε μετά την έκδοση της εκκαλουμένης και μετά την άσκηση της υπό στοιχείο Α έφεσης της πρώτης εναγομένης και η οποία ουδεμία ασκεί επιρροή στην προκειμένη δίκη, προεχόντως διότι, κατ' άρθρο 321 ΚΠολΔ, στην πολιτική δίκη δεν παράγεται δεδικασμένο από απόφαση ποινικού δικαστηρίου (καταδικαστική ή αθωωτική για εγκληματικές πράξεις), αλλά οι ποινικές αποφάσεις εκτιμώνται ελεύθερα από το πολιτικό Δικαστήριο για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων". Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο, υπό τις ειδικότερες παραδοχές του: α) ότι ο Δήμος ..., κύριος του έργου, εκπροσωπούμενος από τον Δήμαρχο ..., με άτυπη προφορική σύμβαση, ανέθεσε στην πρώτη εναγομένη-αναιρεσείουσα την εκτέλεση του ενδίκου έργου διαμόρφωσης και βελτίωσης του αγροτικού δρόμου, β) ότι η πρώτη εναγομένη-αναιρεσείουσα επέδειξε αμέλεια, καθ' όσον δεν κατάρτισε ως όφειλε στο συγκεκριμένο έργο σχέδιο ασφάλειας και υγείας, λαμβάνοντας υπ' όψη τη δυσχερή φύση του έργου (χωματόδρομος με μεγάλη κλίση, κενό στη μία πλευρά του δρόμου) και προγραμματισμό εκ των προτέρων επιλογής καταλλήλου μηχανήματος, το είδος του χειρισμού και των εργασιών του χειριστή και ατομικά μέτρα ασφαλείας του οδηγού-χειριστή του μηχανήματος, γ) ότι επίσης, η πρώτη εναγομένη-εργολάβος, ενώ γνώριζε, ότι ο εργαζόμενος που απασχολούσε, αφενός μεν δεν κατείχε την απαιτούμενη άδεια ικανότητος χειριστή του μηχανήματος, αφετέρου δε δεν είχε επαρκή γνώση και εμπειρία χειρισμού αυτού, δεν εξασφάλισε τη συνεχή παρουσία αδειούχου χειριστή, ως όφειλε, ο οποίος με τη γνώση και εμπειρία του θα επέβλεπε και θα έδινε τις απαραίτητες οδηγίες και εντολές για την ασφαλή εκτέλεση του έργου, σε συνδυασμό με το όλο περιεχόμενο της προσβαλλομένης αποφάσεώς του, δεν στέρησε αυτήν από νόμιμη βάση, καθ' όσον διέλαβε σε αυτή, ως προς το κρίσιμο ζήτημα της υπαιτιότητας (αμέλειας) της αναιρεσείουσας, σχετικά με την τήρηση των μέτρων ασφαλείας και της πρόνοιας του υπ' αυτήν εργαζομένου και της ύπαρξης αιτιώδους συνάφειας, μεταξύ των πράξεων και παραλείψεων αυτής και του επελθόντος θανάτου του εργαζομένου, χειριστή του φορτωτή, την απαιτούμενη αιτιολογία, που ανταποκρίνεται στο πραγματικό των προδιαληφθεισών διατάξεων των άρθρων 914, 932 και 330 ΑΚ καθώς και των διατάξεων του Π.Δ 305/1996 και άρθρο 4 παρ. 1 του Π.Δ 31/1990, και καθιστά εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο περί της ορθής εφαρμογής αυτών, τις οποίες δεν παραβίασε ούτε εκ πλαγίου, αφού αναφέρονται με σαφήνεια και επάρκεια τα πραγματικά περιστατικά που θεμελιώνουν το σαφώς διατυπούμενο αποδεικτικό της πόρισμα. Κατά συνέπεια, ο σχετικός περί του αντιθέτου, τρίτος, από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, είναι αβάσιμος. Περαιτέρω, με το άρθρο 6 παρ. 2 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, που κυρώθηκε με το ν. 53/1974, ορίζεται ότι: "Παν πρόσωπον κατηγορούμενον επί αδικήματι, τεκμαίρεται αθώον μέχρι της νομίμου αποδείξεως της ενοχής του". Ταυτόσημη είναι και η διάταξη του άρθρου 14 παρ. 3 του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα, το οποίο κυρώθηκε με το ν. 2642/1997 και ορίζει ότι "Κάθε πρόσωπο που κατηγορείται για ποινικό αδίκημα τεκμαίρεται ότι είναι αθώο εωσότου η ενοχή του αποδειχθεί σύμφωνα με το νόμο". Τούτο οφείλεται στο γεγονός, ότι το τεκμήριο της αθωότητας, ως δικονομικό δικαίωμα, συμβάλλει κυρίως στην τήρηση των δικαιωμάτων υπεράσπισης και προωθεί ταυτόχρονα το σεβασμό της τιμής και της αξιοπρέπειας του διωκόμενου προσώπου και σε τέτοιες περιπτώσεις, το τεκμήριο της αθωότητας έχει ήδη εμποδίσει να απαγγελθεί άδικη ποινική καταδίκη. Χωρίς προστασία που αποσκοπεί στην τήρηση, σε κάθε μεταγενέστερη διαδικασία, μιας αθώωσης ή μιας απόφασης παύσης της ποινικής δίωξης, οι εγγυήσεις μιας δίκαιης δίκης που προβλέπει το άρθρο 6 παρ. 2 της ΕΣΔΑ θα κινδύνευαν να καταστούν θεωρητικές και απατηλές. Αυτό που είναι κρίσιμο, επίσης, μόλις τελειώσει η ποινική διαδικασία, είναι η φήμη του ενδιαφερομένου και ο τρόπος με τον οποίο την αντιλαμβάνεται το κοινό. Έτσι, δικαστικές αποφάσεις, οι οποίες μετά την αμετάκλητη αθώωση του κατηγορουμένου ερμηνεύουν, για τις ανάγκες της νέας δίκης, την ποινική αθωωτική απόφαση, που στηρίζεται στα ίδια πραγματικά περιστατικά, με εκείνα της νέας δίκης, κατά τρόπο που δημιουργεί αμφιβολίες, ως προς την προηγούμενη απαλλαγή του, παραβιάζουν το τεκμήριο της αθωότητάς του. Το τεκμήριο της αθωότητας δεν αποτελεί μόνο ένα θεμελιώδες δικαίωμα του κατηγορουμένου να τεκμαίρεται αθώος μέχρι τη νόμιμη απόδειξη της ενοχής του, αλλά έχει εφαρμογή και ενώπιον οποιουδήποτε άλλου δικαστηρίου που επιλαμβάνεται αστικών αξιώσεων του παθόντος. Επομένως, η επιδίκαση αποζημίωσης σε βάρος του πρώην κατηγορουμένου δεν είναι επιτρεπτό στο πλαίσιο της ενότητας της έννομης τάξης, να δημιουργεί αμφιβολίες, όσον αφορά την προηγούμενη αθώωσή του. Το τεκμήριο της αθωότητας, δηλαδή, πέραν της παραδοσιακής διαδικαστικής-δικονομικής εγγυήσεως που παρέχει, κατοχυρώνει παράλληλα το σεβασμό της τιμής και της αξιοπρέπειας του κατηγορουμένου, επεκτείνοντας το πεδίο εφαρμογής της εν λόγω διατάξεως και εκτός του στενού πλαισίου της ποινικής δίκης, δηλαδή και σε κάθε άλλο δικαστήριο ποινικό ή πολιτικό. Προϋπόθεση εφαρμογής του τεκμηρίου της αθωότητας σε μεταγενέστερες μη ποινικές διαδικασίες αποτελεί η ύπαρξη συνάφειας - ουσιαστικού συνδέσμου μεταξύ της ποινικής δίκης και της μεταγενέστερης μη ποινικής δίκης, όπως συμβαίνει όταν ασκείται αγωγή αποζημιώσεως λόγω αδικοπραξίας, την οποία οφείλει να καταβάλει ο υπαίτιος στον παθόντα κατά τις διατάξεις των άρθρων 914 επ. του ΑΚ, η οποία δεν έχει τον χαρακτήρα ποινής, αλλά, σε αντίθεση με την ποινική δίκη, της οποίας σκοπός είναι η διάγνωση της αλήθειας και η τιμωρία του δράστη, ο σκοπός της επιδικάσεως αποζημιώσεως είναι η ικανοποίηση της ζημίας, που ο αδικοπραγήσας προξένησε στον ενάγοντα-παθόντα. Επίσης το μέτρο της επιμέλειας δεν είναι το ίδιο στο αστικό και ποινικό δίκαιο, καθόσον για τη διάγνωσή της στο ποινικό λαμβάνεται υπόψη όχι μόνο το στοιχείο του "όφειλε" αλλά και το στοιχείο του "ηδύνατο", ενώ η ερμηνεία της αμέλειας στο αστικό είναι η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές. Στην ποινική δίκη ο κατηγορούμενος έχει δικαίωμα όχι μόνο να σιωπήσει, αλλά και, μετά την ενσωμάτωση της Οδηγίας 2016/343 με το ν. 4596/2019, δικαίωμα μη αυτοενοχοποιήσεως, (άρθρο 104 παρ.1 Κ.Π.Δ.), ενώ στα πολιτικά δικαστήρια ο εναγόμενος έχει βάρος να απαντήσει επί της αγωγής, είτε αρνούμενος απλά ή αιτιολογημένα είτε υποβάλλοντας ενστάσεις, εάν δεν ανταποκριθεί στο βάρος αυτό, το δικαστήριο μπορεί να θεωρήσει ως ομολογημένη την ιστορική βάση της αγωγής (άρθρο 261 ΚΠολΔ). Εξ άλλου, είναι ενδεχόμενο ακόμα και μετά την αθώωση του κατηγορουμένου στην ποινική δίκη, αυτός, ως εναγόμενος, να ομολογήσει την ιστορική βάση της αγωγής κατά το άρθρο 352 του ΚΠολΔ, σε αντίθεση με την προαναφερθείσα μη αυτοενοχοποίησή του, οπότε το δικαστήριο είναι υποχρεωμένο να θεωρήσει ως αποδεδειγμένη την ιστορική βάση της αγωγής, επί ποινή μάλιστα του αναιρετικού ελέγχου, κατ' άρθρο 559 αριθμ.12 του ΚΠολΔ, και να την δεχθεί κατ' ουσίαν. Επίσης, υπάρχει διαφορά ως προς τα αποδεικτικά μέσα και τη διαφορετική αποδεικτική τους δύναμη στην πολιτική και ποινική δίκη, με το σύστημα της νόμιμης και της ηθικής αποδείξεως, αντίστοιχα, με τις εντεύθεν απορρέουσες συνέπειες, καθώς και τον απαιτούμενο διαφορετικό βαθμό δικανικής πεποιθήσεως του καθενός δικαστηρίου. Απαιτείται διαφορετικός βαθμός δικανικής πεποιθήσεως για την κήρυξη ενός κατηγορουμένου ενόχου από το ποινικό δικαστήριο σε σχέση με την παραδοχή πολιτικού δικαστηρίου ότι συντελέστηκε ένα αστικό αδίκημα, που είναι συγχρόνως και έγκλημα. Το πολιτικό δικαστήριο πρέπει να παραμένει εντός των ορίων της πολιτικής δίκης, αποφεύγοντας χαρακτηρισμούς και κρίσεις που σχετίζονται με το ποινικό αδίκημα, εφόσον δεν άπτονται του αντικειμένου της συναφούς πολιτικής δίκης. Έτσι στην ποινική δίκη, επί αμφιβολιών ως προς την ενοχή του κατηγορουμένου, αυτός κηρύσσεται αθώος, κατ' εφαρμογήν της αρχής in dubito pro reo, ενώ στην πολιτική δίκη δεν ισχύει η αρχή αυτή, για την κατάφαση δε αν διαπράχθηκε το ταυτιζόμενο με το ποινικό αστικό αδίκημα ο πολιτικός δικαστής πρέπει να σχηματίσει πλήρη και βεβαία δικανική πεποίθηση. Ειδικά επί αθωωτικής αποφάσεως, το τεκμήριο της αθωότητας δεν συνεπάγεται αποδεικτική δέσμευση του πολιτικού δικαστηρίου που οδηγεί υποχρεωτικά σε αποδεικτικό πόρισμα σύμφωνο με την αθωωτική ποινική απόφαση και κατ' ανάγκη σε αποκλεισμό της αστικής αδικοπρακτικής ευθύνης του αθωωθέντος και συνακόλουθα σε ουσιαστική απόρριψη της αποζημιωτικής αγωγής, με την αιτιολογία ότι διαφορετικά δημιουργούνται αμφιβολίες για την αθώωση και παραβιάζεται η αρχή του άρθρου 6 παρ. 2 ΕΣΔΑ και 14 παρ. 3 του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα. Η απαλλαγή, δηλαδή, από την ποινική ευθύνη δεν συνεπάγεται αυτόματα την απαλλαγή από την αστική ευθύνη, ακόμα και στην περίπτωση της ταυτότητας των πραγματικών περιστατικών, ανεξάρτητα, μάλιστα, από το εάν έληξε ή όχι η ποινική διαδικασία με αθώωση ή παύση της ποινικής διώξεως, δοθέντος ότι μόνο το γεγονός ότι τα αποδεικτικά στοιχεία της ποινικής διαδικασίας θα χρησιμοποιηθούν στην αστική δίκη, καθώς και ότι βάση της αστικής αξιώσεως για αποζημίωση είναι τα συστατικά στοιχεία του ποινικού αδικήματος, δεν είναι αρκετά για να χαρακτηρισθεί η συναφής (πολιτική) δίκη ως (δεύτερη) ποινική διαδικασία, που απαγορεύεται, βάσει της αρχής ne bis in idem. Ο σεβασμός δε του τεκμηρίου της αθωότητας δεν αποκλείει τις αστικές διεκδικήσεις και η απαλλαγή από την ποινική ευθύνη δεν συνεπάγεται αυτόματα την απαλλαγή από την αστική ευθύνη ακόμα και στην περίπτωση της ταυτότητας των πραγματικών περιστατικών και επιπλέον δεν παράγεται δεδικασμένο κατά το άρθρο 321 ΚΠολΔ στην πολιτική δίκη από απόφαση ποινικού δικαστηρίου (ΟλΑΠ4/2020). Στην προκειμένη περίπτωση, η αναιρεσείουσα, με τον πρώτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ισχυρίζεται ότι ο νόμιμος εκπρόσωπος αυτής, Δ. Α., κατηγορούμενος για το ποινικό αδίκημα της ανθρωποκτονίας από αμέλεια κατά συναυτουργία για το ένδικο εργατικό ατύχημα, που στηρίζεται στα αυτά πραγματικά περιστατικά με το αστικό αδίκημα, επί του οποίου θεμελιώθηκε η αστική αντικειμενική ευθύνη του για την καταβολή χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ψυχικής οδύνης, κηρύχθηκε αθώος με την υπ' αριθμ. 51/22-1-2019 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου ..., που έχει καταστεί αμετάκλητη. Ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δεν εναρμόνισε τις πραγματικές παραδοχές της με τις αθωωτικές παραδοχές της ποινικής αποφάσεως, αποκλείοντας ως εκ τούτου την αστική του ευθύνη, αλλά αντίθετα έκανε δεκτή την αγωγή, δεχόμενη την αστική της ευθύνη, με αποτέλεσμα να παραβιάσει ευθέως τις διατάξεις του άρθρου 6 παρ. 2 Ε.Σ.Δ.Α. και συνακόλουθα η προσβαλλόμενη απόφαση εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τις προεκτεθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις παραβιάζοντας το υπέρ αυτού τεκμήριο αθωότητας. Ο ως άνω αναιρετικός λόγος είναι παραδεκτός, διότι η αναιρεσείουσα επικαλείται στο αναιρετήριο, ότι τα πραγματικά περιστατικά που αναφέρονται στην αμετάκλητη ποινική απόφαση είχε επικαλεσθεί τόσο στο πρωτοβάθμιο, όσο και στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο (με σχετικό λόγο έφεσης). Όμως, σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν, ο λόγος αυτός της ένδικης αιτήσεως αναιρέσεως είναι αβάσιμος, διότι το Εφετείο, μη εναρμονίζοντας τις πραγματικές παραδοχές του με τις παραδοχές της αμετάκλητης αθωωτικής ποινικής αποφάσεως, δεν παραβίασε τις ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του άρθρου 6 παρ. 2 της Ε.Σ.Δ.Α., αφού ο σεβασμός του τεκμηρίου αθωότητας δεν έχει την έννοια ότι το πολιτικό δικαστήριο, που εξετάζει το ίδιο βιοτικό συμβάν, κωλύεται να καταλήξει - μετά από αποδείξεις και αιτιολογημένα - σε διαφορετικό αποδεικτικό πόρισμα, υποχρεούμενο να αποδεχθεί την ποινική αθώωση και να την θέσει ως βάση στην απόφασή του. Και ναι μεν το πολιτικό δικαστήριο έχει υποχρέωση συνεκτιμήσεως των αθωωτικών αποφάσεων χάριν σεβασμού του τεκμηρίου αθωότητας, όμως, η υποχρέωση συνεκτιμήσεως δεν ισοδυναμεί σε καμία περίπτωση με δέσμευση του πολιτικού δικαστή από την αθωωτική ποινική απόφαση, καθ' όσον ειδικότερα από τις προεκτεθείσες παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε την ως άνω αθωωτική απόφαση του Τριμελούς Εφετείου ..., χωρίς να προβεί σε οποιαδήποτε ερμηνεία της ως προς τους λόγους απαλλαγής του τότε κατηγορουμένου και νομίμου εκπροσώπου της αναιρεσείουσας εταιρείας με την επωνυμία "Α. Α. και Σ. Ο.Ε.", ούτε αποφάνθηκε άμεσα ή έμμεσα για την ποινική ενοχή του, ώστε να ανακύπτει ζήτημα αμφισβητήσεως του εκ της αθωωτικής ποινικής αποφάσεως παραγομένου τεκμηρίου αθωότητας του νομίμου εκπροσώπου της για την πράξη για την οποία κατηγορήθηκε και αθωώθηκε, ενώ, εξ άλλου, η περιεχόμενη στην προσβαλλομένη απόφαση παραδοχή ότι "η συγκλίνουσα αμέλεια της πρώτης εναγομένης (αναιρεσείουσα)..... υπολογίζεται σε ποσοστό 50%", δεν αποτελεί παραδοχή σχετικά με την ποινική ενοχή του τότε κατηγορουμένου-νομίμου εκπροσώπου της, εφόσον, από το σύνολο των προεκτεθεισών αιτιολογιών της προσβαλλομένης αποφάσεως καθίσταται σαφές ότι το Εφετείο, το μεν αξιολόγησε μόνον τα στοιχεία της σχετικής ποινικής διατάξεως, που θα μπορούσαν να αποτελέσουν τη βάση τόσο της ποινικής, όσο και της αστικής ευθύνης, το δε περιορίστηκε ρητώς μόνον σε αυτά, χωρίς να διαλάβει δηλώσεις καταλογισμού ποινικής ευθύνης στον αμετακλήτως αθωωθέντα. Ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 11γ του άρθρου 559 ΚΠολΔ ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη υποστατά και αναλόγως έγκυρα αποδεικτικά μέσα, που παραδεκτά επικαλέσθηκε ο αναιρεσείων και νόμιμα προσκόμισε ο ίδιος ή οποιοσδήποτε από τους λοιπούς διαδίκους προς άμεση ή έμμεση απόδειξη ή ανταπόδειξη κρίσιμων γεγονότων ή ισχυρισμών, δηλαδή λυσιτελών, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, διαμορφώνοντας το διατακτικό της απόφασης (ΟλΑΠ 42/2002), το οποίο θα ήταν διαφορετικό χωρίς τη σχετική παράλειψη. Κατά την έννοια αυτή ο ισχυρισμός, για την απόδειξη ή ανταπόδειξη του οποίου έγινε η προσκόμιση και η επίκληση του κρίσιμου αποδεικτικού μέσου, πρέπει να είναι νόμιμος και να προτάθηκε παραδεκτά στο δικαστήριο της ουσίας. Για την ίδρυση πάντως του παραπάνω λόγου αναίρεσης αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για τη λήψη υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας επικληθέντων και προσκομισθέντων αποδεικτικών μέσων, τα οποία όφειλε αυτό να λάβει υπόψη (Ολ ΑΠ 8/2016). Ωστόσο, στην προσβαλλόμενη απόφαση δεν είναι ανάγκη να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση κάθε αποδεικτικού μέσου, αρκεί να γίνεται αδίστακτα βέβαιο από το όλο περιεχόμενο της απόφασης ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, έστω και αν στην απόφαση έχει γίνει ιδιαίτερη αναφορά σε ορισμένα μόνον από τα αποδεικτικά μέσα, επειδή θεωρήθηκαν μεγαλύτερης σημασίας κατά την ελεύθερη κρίση του δικαστηρίου (ΑΠ 466/2019, 1557/2018, 1349/2017). Με το δεύτερο λόγο της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως από τον αριθμό 11 εδ. γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, η αναιρεσείουσα αιτιάται πλημμέλεια στην προσβαλλομένη απόφαση, συνισταμένη στο ότι το Εφετείο, κατά τη διαμόρφωση του αποδεικτικού του πορίσματος, δεν έλαβε υπ' όψη νομίμως ενώπιόν του προσκομισθέν ουσιώδες αποδεικτικό μέσο και συγκεκριμένα την υπ' αριθμ. 51/22-1-2019 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου ... με την οποία ο νόμιμος εκπρόσωπος αυτής, Δ. Α., κηρύχθηκε αθώος ανθρωποκτονίας από αμέλεια παρά υποχρέου. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, διότι από τη βεβαίωση της προσβαλλομένης αποφάσεως, ότι λήφθηκαν υπ' όψη, πλην άλλων αποδεικτικών μέσων, "και όλα τα έγγραφα που οι διάδικοι προσκομίζουν και επικαλούνται είτε ως άμεσα αποδεικτικά μέσα είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων...", τη σχετική αναφορά της προσβαλλομένης στο 16ο φύλλο αυτής, σε συνδυασμό με τις σκέψεις που περιέχει για τη στήριξη του αποδεικτικού της πορίσματος, δεν γεννάται αμφιβολία ότι το Εφετείο έλαβε υπ' όψη και συνεκτίμησε με τις υπόλοιπες αποδείξεις για το σχηματισμό της δικανικής του πεποίθησης και την επικαλούμενη ως άνω απόφαση του ποινικού δικαστηρίου. Με το άρθρο 25 § 1 του Συντάγματος, όπως αυτό ισχύει μετά την αναθεώρησή του με το από 6/17.4.2001 Ψήφισμα της Ζ' Αναθεωρητικής Βουλής, ορίζεται ότι: "Οι κάθε είδους περιορισμοί που μπορούν κατά το Σύνταγμα να επιβληθούν στα δικαιώματα του ανθρώπου ως ατόμου και ως μέλους του κοινωνικού συνόλου πρέπει να προβλέπονται είτε απευθείας από το Σύνταγμα είτε από το νόμο, εφόσον υπάρχει επιφύλαξη υπέρ αυτού και να σέβονται την αρχή της αναλογικότητας". Με την νέα αυτή διάταξη ο αναθεωρητικός νομοθέτης επέλεξε να κατοχυρώσει ρητά, από το όλο σύστημα των εγγυήσεων για τα επιτρεπτά όρια των επιβαλλόμενων στα ατομικά δικαιώματα νομοθετικών περιορισμών, την εγγύηση εκείνη που είναι γνωστή ως "αρχή της αναλογικότητας". Απέκτησε έτσι ρητή συνταγματική υφή η αρχή αυτή, η οποία, ωστόσο, και προηγουμένως αναγνωριζόταν ως αρχή συνταγματικής ισχύος, που απορρέει από την ίδια την έννοια του κράτους δικαίου, αλλά και από την ουσία των θεμελιωδών ατομικών δικαιωμάτων, τα οποία, ως έκφραση της γενικότερης ελευθερίας του ατόμου, δεν πρέπει να περιορίζονται από την κρατική εξουσία περισσότερο από όσο είναι αναγκαίο για την προστασία των δημόσιων συμφερόντων. Η αρχή αυτή, υπό την έννοια του τηρητέου μέτρου της εύλογης αντιστάθμισης προσφοράς και οφέλους, που αποτελεί, όπως προαναφέρθηκε, κανόνα συνταγματικής βαθμίδας, επενεργεί σε κάθε είδους κρατική δραστηριότητα, καθώς και όταν πρόκειται για αντικρουόμενα συμφέροντα στο πεδίο του ιδιωτικού δικαίου, αφού η έκταση της αρχής αυτής δεν περιορίζεται μόνο σε ορισμένες περιοχές του δικαίου, αλλά, όπως προαναφέρθηκε, και πριν από την ρητή συνταγματική της κατοχύρωση, διέτρεχε το σύνολο της έννομης τάξης και συνεπώς πρέπει να λαμβάνεται υπόψη κατά την ερμηνεία και εφαρμογή οποιουδήποτε κανόνα δικαίου. Άλλωστε, με ρητή διατύπωση στο άρθ. 25 § 1 του Συντάγματος η θεσπιζομένη από αυτήν προστασία των δικαιωμάτων του ανθρώπου ως ατόμου ισχύει και "στις σχέσεις των ιδιωτών στις οποίες προσιδιάζει", και οριοθετείται έτσι η υποχρέωση και των αρμοδίων δικαιοδοτικών οργάνων, όταν επιλαμβάνονται της επίλυσης ιδιωτικών διαφορών, να τις επιλύουν κατά τέτοιο τρόπο, ώστε να υπάρχει μια δίκαιη ισορροπία ανάμεσα στα αντιτιθέμενα συμφέροντα, με παράλληλη προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων. Συγκεκριμένα, πρέπει τα λαμβανόμενα μέτρα και οι έννομες συνέπειες, να είναι πρόσφορα (κατάλληλα) για την πραγμάτωση του επιδιωκόμενου σκοπού, αναγκαία, υπό την έννοια να συνιστούν μέτρο, το οποίο σε σχέση με άλλα δυνάμενα να ληφθούν μέτρα να επάγεται τον ελάχιστο δυνατό περιορισμό για τον διάδικο σε βάρος του οποίου απαγγέλλονται, και αναλογικά υπό στενή έννοια, δηλ. να τελούν σε ανεκτή σχέση με τον επιδιωκόμενο σκοπό, προκειμένου η αναμενόμενη ωφέλεια να μην υπολείπεται της βλάβης που προκαλούν. Ενόψει τούτων, δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι η ως άνω συνταγματική διάταξη, έστω και αν δεν αναφέρεται τούτο ρητά σ' αυτήν, απευθύνεται και στον δικαστή, όσον αφορά τις σχέσεις των διαδίκων, καθιερώνοντας αυτήν ως δεσμευτική δικαιϊκή αρχή, όπως και άλλες τέτοιες αρχές που διατρέχουν το δίκαιο και είναι δεσμευτικές (αρχή του σεβασμού της αξίας του ανθρώπου, αρχή της δίκαιης δίκης κλπ). Εξάλλου, η αρχή αυτή, ως διάχυτη στην έννομη τάξη, υπερβαίνει τα όρια της ρητής συνταγματικής κατοχύρωσής της, με την οποία πάντως αναδείχθηκε η σημασία της ως βασικής εγγύησης για την προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων, οφείλει δε ο δικαστής κατά την ερμηνεία και την εφαρμογή των διατάξεων της κοινής νομοθεσίας, που άπτονται των δικαιωμάτων αυτών, να προστρέχει στο κρίσιμο για την όλη έννομη τάξη περιεχόμενο της συνταγματικής αρχής της αναλογικότητας, που όπως αναφέρθηκε απορρέει από την αρχή της ισότητας και την αρχή του κράτους δικαίου. Αποτελεί την αντίστροφη μορφή της απαγόρευσης της κατάχρησης δικαιώματος, όταν το ασκούμενο δικαίωμα υπερβαίνει τα ακραία όρια που θέτουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη, καθώς και ο οικονομικός και κοινωνικός σκοπός του δικαιώματος. Στην περίπτωση υπέρβασης της αρχής της αναλογικότητας πρόκειται για δυσαναλογία μέσου προς τον σκοπό, δηλ. το ασκούμενο δικαίωμα έχει απολέσει την αναλογία του προς τον επιδιωκόμενο σκοπό και συνακόλουθα η άσκησή του είναι απαγορευμένη. Επομένως, όπως και η κατάχρηση δικαιώματος, που αποτελεί απαγορευτικό κανόνα, και οριοθετεί αρνητικά την άσκηση των δικαιωμάτων, έτσι και η αρχή της αναλογικότητας αποτελεί κανόνα δικαίου (γενική νομική αρχή), η οποία προσδιορίζει την τελολογική λειτουργία των πάσης φύσεως δικαιωμάτων και του ιδιωτικού δικαίου. Από τα ως άνω συνάγεται, ως γενική νομική αρχή, ότι η έννομη συνέπεια που είτε προβλέπεται από κανόνα δικαίου κατώτερης τυπικής ισχύος από εκείνες του Συντάγματος, είτε απαγγέλλεται από δικαστικό ή διοικητικό όργανο, πρέπει να τελεί, σε σχέση ανεκτής αναλογίας προς το αντίστοιχο πραγματικό, δηλ. να μην υπερβαίνει τα όρια όπως διαγράφονται από τα δεδομένα της κοινής πείρας και της κοινής περί δικαίου συνείδησης σε ορισμένο τόπο και χρόνο, όπως αποτυπώνονται με την συνήθη πρακτική των δικαστηρίων. Η κρίση δηλ. του ουσιαστικού δικαστηρίου πρέπει να μην παραβιάζει την αρχή της αναλογικότητας, ούτε να υπερβαίνει τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας, που αποτελεί γενική αρχή του δικαίου και μέσο ελέγχου της κρίσης του δικαστηρίου, χωρίς να υπάγεται στην έννοια της αναλογικότητας. Ενόψει αυτών, αν διαπιστώνεται παραβίαση της προβλεπόμενης από το άρθρο 25 § 1 αρχής της αναλογικότητας, αλλά και όταν διαπιστώνεται υπέρβαση, από το δικαστήριο της ουσίας, των ακραίων ορίων της διακριτικής του ευχέρειας, ελέγχονται ως πλημμέλειες από το άρθρο 559 αριθμ. 1 και 19 ΚΠολΔ. Περαιτέρω, από το άρθρο 932 ΑΚ προκύπτει ότι σκοπός της διάταξης είναι να επιτυγχάνεται μία υπό ευρεία έννοια αποκατάσταση του παθόντος για την ηθική του βλάβη, λόγω της αδικοπραξίας, ώστε αυτός να απολαύει μία δίκαιη και επαρκή ανακούφιση και παρηγοριά, χωρίς, από το άλλο μέρος, να εμπορευματοποιείται η προσβληθείσα ηθική αξία και να επεκτείνεται υπέρμετρα το ύψος της αποζημίωσης για ηθική βλάβη, που δεν μπορεί να αποτιμηθεί επακριβώς σε χρήμα. Με βάση τον σκοπό αυτόν αντλούνται, στη συνέχεια, ως ουσιώδη χαρακτηριστικά της έννοιας του "ευλόγου" εκείνα τα στοιχεία που αποτελούν τα πλέον πρόσφορα μέσα για την εκπλήρωση του σκοπού αυτού της διάταξης. Τέτοια στοιχεία είναι κυρίως: το είδος και η βαρύτητα της ηθικής προσβολής, η περιουσιακή, κοινωνική και προσωπική κατάσταση των μερών και κυρίως του παθόντος, η βαρύτητα του πταίσματος του δράστη (στον βαθμό που επηρεάζει την ένταση της ηθικής βλάβης), η βαρύτητα του τυχόν συντρέχοντος πταίσματος του θύματος, οι όλες ειδικότερες συνθήκες πρόκλησης της ηθικής βλάβης. Τα στοιχεία αυτά πρέπει να οδηγούν τον δικαστή να σχηματίσει την κατά το άρθ. 932 ΑΚ εύλογη κρίση του (όχι κατά τις υποκειμενικές του ανέλεγκτες αντιλήψεις, αλλά) κατ' εφαρμογή του αντικειμενικού μέτρου που θα εφάρμοζε και ο νομοθέτης, αν έθετε ο ίδιος τον κανόνα αποκατάστασης της ηθικής βλάβης στην ατομική περίπτωση. Το αντικειμενικό αυτό μέτρο συνάγεται από τον ανωτέρω σκοπό του άρθ. 932 ΑΚ και, μέσω αυτού, από την όλη κλίμακα των υπερκειμένων σκοπών του συστήματος αποζημίωσης λόγω αδικοπραξίας του ΑΚ. Η κρίση του δικαστηρίου ουσίας, όσον αφορά το ύψος της επιδικαστέας χρηματικής ικανοποίησης αποφασίζεται (καταρχήν αναιρετικά ανέλεγκτα), με βάση τους ισχυρισμούς και τα αποδεικτικά στοιχεία που θέτουν στη διάθεσή του οι διάδικοι. Επιβάλλεται, όμως, σε κάθε περίπτωση να τηρείται, κατά τον καθορισμό του επιδικαζόμενου ποσού, η αρχή της αναλογικότητας ως γενική νομική αρχή και δη αυξημένης τυπικής ισχύος (άρθ. 2 παρ. 1 και 25 του ισχύοντος Συντάγματος) με την έννοια ότι η σχετική κρίση του δικαστηρίου, δεν πρέπει να υπερβαίνει τα όρια όπως αυτά διαπιστώνονται από τα δεδομένα της κοινής πείρας και την κοινή περί δικαίου συνείδηση σε ορισμένο τόπο και χρόνο, που αποτυπώνονται στη συνήθη πρακτική των δικαστηρίων. Και τούτο, διότι μία απόφαση, με την οποία επιδικάζεται ένα ευτελές ή υπέρμετρα μεγάλο ποσό, ως δήθεν εύλογο κατά την ελεύθερη κρίση του δικαστηρίου, προς αποκατάσταση της ηθικής βλάβης, ευτελίζει, στην πρώτη περίπτωση (όσον αφορά τον παθόντα) τον σεβασμό της αξίας του ανθρώπου, και στην δεύτερη (όσον αφορά τον υπόχρεο) το δικαίωμα της περιουσίας του, αφού το δικαστήριο επεμβαίνοντας στην διαφορά μεταξύ ιδιωτών πρέπει, όπως προαναφέρθηκε, να τηρεί μια δίκαιη ισορροπία ανάμεσα στα αντιτιθέμενα συμφέροντα, με παράλληλη προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων. Στο σημείο αυτό σημειώνεται ότι η έννοια της αναλογικότητας είναι έννοια αυστηρότερη του "ευλόγου" και συνακόλουθα το "εύλογο" εμπεριέχεται αναγκαίως στο "ανάλογο". Άλλωστε την αρχή αυτή, υπό την προεκτεθείσα έννοια, εκφράζει και η υπερνομοθετικής ισχύος διάταξη του άρθ. 1 του πρώτου πρόσθετου πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, υπό την έννοια ότι πρέπει να υπάρχει μια ανεκτή σχέση αναλογικότητας μεταξύ των χρησιμοποιούμενων μέσων και του σκοπού που επιδιώκει κάθε μέτρο, το οποίο αποστερεί ένα άτομο από θεμελιακό δικαίωμά του, όπως από την ιδιοκτησία του. Ενόψει όλων αυτών η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, σε σχέση με το ύψος του ποσού της επιδικασθείσης χρηματικής ικανοποίησης, πρέπει να ελέγχεται αναιρετικά, ως προς την ευθεία ή εκ πλαγίου (άρθ. 559 αριθμ. 1 ή 19 ΚΠολΔ) παραβίαση της αρχής της αναλογικότητας (άρθ. 2 παρ. 1 και 25 του Συντάγματος) υπό την προεκτεθείσα έννοια, αλλά και όταν διαπιστώνεται υπέρβαση από το δικαστήριο της ουσίας των ακραίων ορίων της διακριτικής του ευχέρειας (ΟλΑΠ 9/2015, ΑΠ 15/2018, 2029/2017, 327/2017, 221/2016, 76/2016). Με τον τέταρτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως, η αναιρεσείουσα, προσάπτει στην προσβαλλομένη απόφαση τις πλημμέλειες από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενη ότι το Εφετείο προέβη στον καθορισμό της οφειλόμενης εκ του άρθρου 932 ΑΚ εύλογης αποζημιώσεως κατά παράβαση της τήρησης της αρχής της αναλογικότητας, που επιβάλλει το άρθρ. 25 § 1 του Συντάγματος, άλλως καθ' υπέρβαση των ακραίων ορίων της διακριτικής του ευχέρειας, επιδικάζοντας στους αναιρεσιβλήτους τα αναφερόμενα στην προσβαλλομένη απόφαση χρηματικά ποσά. Από την επισκόπηση κατ' άρθρ. 561 § 2 ΚΠολΔ, της προσβαλλομένης απόφασης προκύπτει ότι το Μονομελές Εφετείο ..., ως προς το κεφάλαιο αυτό, δέχθηκε τα εξής: "Ότι κατά το χρόνο του θανάτου, ο ανωτέρω εργαζόμενος, γεννηθείς το έτος 1978, ήταν 34 ετών ακμαιότατος, υγιής και αρτιμελής. Είχε τελέσει γάμο το έτος 2002 με την πρώτη ενάγουσα, υπήκοο ..., με την οποία απέκτησε δύο τέκνα, τη δεύτερη και τρίτο των εναγόντων που γεννήθηκαν στην ... τα έτη 2003 και 2007 αντίστοιχα, ηλικίας κατά τον χρόνο του θανάτου του 9 και 5 ετών αντίστοιχα, η δε τέταρτη των εναγόντων τυγχάνει μητέρα του. Εξαιτίας του απροσδόκητου θανάτου του συζύγου, πατέρα και υιού τους, οι ενάγοντες βίωσαν ψυχικό πόνο και θλίψη, υπέστησαν ψυχική οδύνη και δικαιούνται εύλογη χρηματική ικανοποίηση, η οποία κατά την κρίση του Δικαστηρίου, ανέρχεται: α) για την πρώτη ενάγουσα, στο ποσό των 35.000 ευρώ, β) για καθένα των δεύτερης και τρίτου των εναγόντων, στο ποσό των 40.000 ευρώ και γ) για την τέταρτη ενάγουσα στο ποσό των 20.000 ευρώ. Τα εν λόγω ποσά κρίνονται εύλογα, λαμβανομένων υπόψη των κατά νόμο στοιχείων, και συγκεκριμένα των συνθηκών τέλεσης του ατυχήματος, του βαθμού πταίσματος του θανόντος εργαζομένου, του στενού εξ αίματος συγγενικού αλλά και συναισθηματικού δεσμού των εναγόντων με τον θανόντα, της ηλικίας του θανόντος (34 ετών), των αρνητικών επιπτώσεων που επέφερε στον ψυχικό τους κόσμο ο θάνατός του και της κοινωνικής και οικονομικής κατάστασης των διαδίκων. Τυχόν μεγαλύτερα ποσά και δη τα αιτούμενα από τους ενάγοντες ποσά, θα αποτελούσαν ακραία εκτίμηση και θα κατέληγε σε οικονομική εξουθένωση των εναγομένων με αντίστοιχο υπέρμετρο πλουτισμό των εναγόντων και σε παραβίαση ως εκ τούτου της συνταγματικώς κατοχυρωμένης δικαιϊκής αρχής της αναλογικότητας, που εξειδικεύεται στο ζήτημα του προσδιορισμού του ύψους της χρηματικής ικανοποιήσεως με τα κριτήρια που λαμβάνει υπόψη του το Δικαστήριο για τον καθορισμό του εύλογου ποσού". Κρίνοντας, έτσι, το Εφετείο, δηλαδή με το να καθορίσει τη χρηματική ικανοποίηση των αναιρεσιβλήτων λόγω ψυχικής οδύνης, στα πιο πάνω ποσά, ήτοι: στην 1η αναιρεσίβλητη - σύζυγο του θανόντος I. L. στο ποσό των 35.000 ευρώ, σε καθένα από τους 2η και 3ο των αναιρεσιβλήτων, τέκνα του θανόντος στο ποσόν των 45.000 ευρώ και στην 4η αναιρεσίβλητη μητέρα του θανόντος στο ποσόν των 20.000 ευρώ, δεν υπερέβη τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας και κατά συνέπεια δεν παραβίασε την αρχή της αναλογικότητας, δεδομένου ότι τα ποσά αυτά, κατά την κοινή πείρα, τη δικαστηριακή πρακτική και τη συνείδηση για το δίκαιο, δεν υπερτερούν, ούτε υπολείπονται, και μάλιστα καταφανώς, εκείνων που συνήθως επιδικάζονται σε παρόμοιες περιπτώσεις χρηματικής ικανοποίησης. Επίσης, ρητά η προσβαλλόμενη απόφαση, προκειμένου να καθορίσει στα ως άνω ποσά το ύψος της οφειλόμενης στους αναιρεσιβλήτους χρηματικής ικανοποίησης για την ψυχική οδύνη που υπέστησαν από την αδικοπρακτική συμπεριφορά του νομίμου εκπροσώπου της αναιρεσείουσας, αναφέρεται, στις αποδειχθείσες συνθήκες του ατυχήματος, στη συνυπαιτιότητα, τόσο της αναιρεσείουσας εταιρείας, όσο και του εργαζομένου-παθόντος, συγγενούς των αναιρεσιβλήτων και στην κοινωνική και οικονομική θέση και κατάσταση όλων των διαδίκων φυσικών προσώπων, ως στοιχεία που συνεκτίμησε για τον καθορισμό της οφειλόμενης στους αναιρεσιβλήτους εύλογης χρηματικής ικανοποίησης, ενώ εξ άλλου στο πλαίσιο της ελεύθερης από μέρους του Εφετείου εκτίμησης όλων των στοιχείων, που προσδιορίζουν το ύψος της οφειλόμενης χρηματικής ικανοποίησης, δεν είχε υποχρέωση το Εφετείο να αιτιολογήσει ειδικότερα την απόφασή του ως προς κάθε ένα από τα στοιχεία αυτά. Επομένως ο τέταρτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως εκ του άρθρου 559 αριθμ. 1 και 19 ΚΠολΔ, ότι η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση παραβίασε την αρχή της αναλογικότητας επιδικάζοντας στους αναιρεσιβλήτους, τα ως άνω χρηματικά ποσά, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Μετά από αυτά, εφόσον δεν υπάρχει άλλος αναιρετικός λόγος προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα, λόγω της ήττας της στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, που κατέθεσαν προτάσεις (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), ως ορίζεται στο διατακτικό. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 7-5-2020 αίτηση για αναίρεση της με αρ. 170/2020 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Πατρών. Και Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσόν των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 30 Ιουνίου 2022. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ Και τούτου αποχωρήσαντος από την υπηρεσία η αρχαιότερη της συνθέσεως Αρεοπαγίτης Δήμητρα Ζώη ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 1η Αυγούστου 2023. Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ