ΑΡΙΘΜΟΣ 1631/2007 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ A΄ ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΔΙΑΚΟΠΩΝ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χαράλαμπο Δημάδη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος της σύνθεσης, Μιχαήλ Θεοχαρίδη - Εισηγητή, Βασίλειο Λυκούδη, Ελευθέριο Νικολόπουλο και Γεώργιο Γιαννούλη, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 20 Ιουλίου 2007, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Δημητρίου - Πριάμου Λεκκού (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ1, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Μουρκογιάννη, περί αναιρέσεως της 103, 104, 105, 106/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Ναυπλίου. Με πολιτικώς ενάγοντα τον Ψ1, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Θαλή Πολυχρονάκο. Το Τριμελές Εφετείο Ναυπλίου, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ΄ αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 20 Μαρτίου 2007 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 506/2007. Αφού άκουσε Τους πληρεξούσιους δικηγόρους των πιο πάνω διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ ΕΠΕΙΔΗ, η υπό κρίση από 9-2-2007 αίτηση αναίρεσης του κατηγορουμένου Χ1, κατά της υπ' αριθμ. 103-107/2007 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Ναυπλίου, με την οποία αυτός καταδικάσθηκε σε συνολική ποινή φυλάκισης δύο ετών και εννέα μηνών, που ανεστάλη επί τριετία, για ηθική αυτουργία σε πλαστογραφία, με την επιβαρυντική περίσταση της χρήσης πλαστού, και για απάτη, από την οποία προξενήθηκε ζημία ιδιαίτερα μεγάλη, έχει ασκηθεί νομοτύπως και εμπροθέσμως, κατά τα άρθρα 473 παρ. 1,2,3 και 474 του Κ.Π.Δ, Επομένως είναι τυπικά παραδεκτή και πρέπει να εξετασθεί ως προς το βάσιμο των λόγων της. ΕΠΕΙΔΗ, κατά τη διάταξη του άρθρου 386 παρ.1 του ΠΚ, όποιος με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος βλάπτει ξένη περιουσία πείθοντας κάποιον σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων σαν αληθινών ή την αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και αν η ζημία που προξενήθηκε είναι ιδιαίτερα μεγάλη με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της απάτης απαιτούνται α) σκοπός του δράστη να περιποιήσει στον εαυτό του ή σε άλλο παράνομο περιουσιακό όφελος, β) εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών ή αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών από την οποία ως παραγωγό αιτία παραπλανήθηκε κάποιος και προέβη σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή και γ) βλάβη ξένης περιουσίας που να τελεί σε αιτιώδη συνάφεια με τις παραπλανητικές ενέργειες ή παραλείψεις, και η οποία υπάρχει σε περίπτωση μειώσεως ή χειροτερεύσεως της περιουσίας του παθόντος, έστω και αν αυτός έχει ενεργό αξίωση προς ανόρθωση της προσγενομένης ζημίας. Το πρόσωπο που παραπλανήθηκε δεν απαιτείται να είναι το ίδιο με εκείνο που υφίσταται τη βλάβη, και έτσι υπάρχει απάτη και όταν ο παραπλανηθείς είναι πρόσωπο άλλο από το περιουσιακώς βλαπτόμενο, αρκεί ο απατώμενος να μπορεί από τα πράγματα ή από το νόμο να ενεργήσει την επιζήμια για τον βλαπτόμενο πράξη ή παράλειψη. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 46 παρ.1 εδ. α' του ΠΚ με την ποινή του αυτουργού τιμωρείται όποιος με πρόθεση προκάλεσε σε άλλον την απόφαση να εκτελέσει την άδικη πράξη που διέπραξε. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για την ύπαρξη ηθικής αυτουργίας απαιτούνται α) πρόκληση από τον ηθικό αυτουργό σε κάποιον άλλο της απόφασης να διαπράξει ορισμένη άδικη πράξη, η πρόκληση δε αυτή μπορεί να γίνει με οποιοδήποτε τρόπο ή μέσο, όπως υπόσχεση ή χορήγηση αμοιβής, πειθώ, απειλή κ.λ.π. β) διάπραξη από τον άλλο της πράξης αυτής και γ) δόλος του αυτουργού, δηλαδή ηθελημένη πρόκληση της απόφασης για τη διάπραξη από τον άλλο της αντικειμενικής υπόστασης ορισμένου εγκλήματος με γνώση και θέληση ή αποδοχή της συγκεκριμένης εγκληματικής πράξης. Εξάλλου η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναίρεσης, όταν εκτίθενται σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, που αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και που συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος για το οποίο κηρύχθηκε ένοχος ο κατηγορούμενος, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία αυτά προέκυψαν και οι σκέψεις με τις οποίες έγινε η υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Ειδικώς ως προς τα αποδεικτικά μέσα, δεν απαιτείται αναλυτική παράθεση τους και μνεία του τι προέκυψε από το καθένα, πρέπει όμως να υπάρχει βεβαιότητα, για την οποία αρκεί η μνεία όλων, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα κ.λ.π.), ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη το σύνολο τούτων και όχι ορισμένα μόνο από αυτά, το γεγονός δε ότι εξαίρονται ορισμένα, δεν υποδηλώνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα. Στην περίπτωση της ηθικής αυτουργίας για να έχει η καταδικαστική απόφαση την από τα ανωτέρω άρθρα του Συντάγματος και του ΚΠΔ απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, πρέπει να αναφέρονται σ' αυτή ο τρόπος και τα μέσα με τα οποία ο ηθικός αυτουργός προκάλεσε στη συγκεκριμένη περίπτωση στο φυσικό αυτουργό την απόφαση να εκτελέσει την άδικη πράξη που διέπραξε, καθώς και τα πραγματικά περιστατικά από τα οποία το δικαστήριο συνήγαγε ότι ο ηθικός αυτουργός προκάλεσε με τον τρόπο και τα μέσα αυτά στο φυσικό αυτουργό την απόφαση του. Στην προκειμένη περίπτωση, το Τριμελές Εφετείο Ναυπλίου, με την προσβαλλόμενη απόφαση του, όπως προκύπτει από το αιτιολογικό της, το οποίο παραδεκτώς συμπληρώνεται από το διατακτικό της, δέχθηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, ότι από τα μνημονευόμενα στο σκεπτικό της κατ' είδος αποδεικτικά μέσα (ανωμοτί κατάθεση του πολιτικώς ενάγοντος, καταθέσεις των ονομαστικώς αναφερομένων μαρτύρων κατηγορίας και υπερασπίσεως, αναγνωσθέντα έγγραφα και απολογία του κατηγορουμένου), αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Ο αναιρεσείων κατηγορούμενος Χ1, ο πολιτικώς ενάγων Ψ1 και οι ...., ...., .... και ..... είναι αμφιθαλείς αδελφοί, τέκνα από νόμιμο γάμο της Ζ1, κατοίκου εν ζωή ....., η οποία αποβίωσε στις 23-7-2000. Ο πρώτος είναι μόνιμα εγκατεστημένος με την οικογένεια του στο ...... και πλησίον του διέμενε η ανωτέρω μητέρα του, την οποία κυρίως αυτός και η σύζυγος του φρόντιζαν, συντηρούσαν και περιέθαλπαν μέχρι το θάνατο της, ο δε δεύτερος έχει εγκατασταθεί οικογενειακώς από μακρού χρόνου στην Αμερική, όμως επισκεπτόταν κάθε έτος τη μητέρα του, η οποία τόσο αυτόν, όσο και τον κατηγορούμενο, όπως και τα υπόλοιπα τέκνα της, τα αγαπούσε εξίσου, χωρίς να κάνει μέχρι το θάνατο της διακρίσεις και να εκδηλώσει τη βούληση να περιέλθουν μετά το θάνατο της σε κάποιο από τα τέκνα της περιουσιακά της στοιχεία. Στις 19-10-2000, με τα υπ' αριθμ. 281/2000 πρακτικά και την ταυτάριθμη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Σπάρτης, δημοσιεύθηκε και κηρύχθηκε κυρία η φερόμενη ως ιδιόγραφη και με ημερομηνία 10-9-1999, διαθήκη της ανωτέρω θανούσας Ζ1, την οποία προσκόμισε στο άνω δικαστήριο και ζήτησε τη δημοσίευση της, όπως από τα ίδια πρακτικά προκύπτει, ο συμβολαιογράφος Σκάλας Λακωνίας Δημήτριος Αλικάκος, που την κατείχε. Με τη διαθήκη αυτή φέρεται ότι η Ζ1 εγκαθιστά γενικούς κληρονόμους της τον κατηγορούμενο γιο της Χ1 και τα τέκνα του τελευταίου ...., .... και ....., "στους οποίους αφήνει όλη την περιουσία της". Στις 10-9-1999, που φέρεται ότι συνέταξε αυτή τη διαθήκη της, η Ζ1 ήταν ηλικίας 82 ετών και κατά το αμέσως προηγούμενο χρονικό διάστημα από 22-6-1999 μέχρι 2-7-1999 είχε νοσηλευθεί στο Γενικό Νοσοκομείο Σπάρτης, γιατί έπασχε από αγγειακό εγκεφαλικό επεισόδιο και ατροφία εγκεφάλου (νόσο αλτσχάιμερ) και δε μπορούσε να διαμορφώσει βούληση με σφαιρική θεώρηση των δεδομένων, όπως σαφώς κατέθεσε ο μάρτυρας νευρολόγος ψυχίατρος Μ1 και γνωμοδότησε ο ίδιος στην από 25-5-2004 γνωμοδότηση του, η οποία δεν αναιρείται από άλλα περί του αντιθέτου αποδεικτικά μέσα. Λόγω δε της κατάστασης της αυτής, ούσα σχεδόν παράλυτη και ευρισκόμενη συχνά σε σύγχυση, επειδή δεν μπορούσε να επιμεληθεί του εαυτού της, συντηρούνταν και διατρεφόταν από τον κατηγορούμενο και την οικογένεια του, που για το σκοπό αυτό είχαν προσλάβει τη μάρτυρα Μ2, η οποία και πρόσφερε στη φερόμενη ως διαθέτιδα από τις 10-7-1999 μέχρι τις 10-9-1999 όλες τις υπηρεσίες της, διαμένοντας συνεχώς μαζί της, στην οικία που και εκείνη διέμενε. Τα περιστατικά αυτά αποδεικνύονται από την κατάθεση του ρηθέντος μάρτυρα Μ1, σε συνδυασμό με όσα διαλαμβάνονται στην αναγνωσθείσα υπ' αριθμ. 6646/9-4-2001 ένορκη βεβαίωση, ενώπιον της συμβολαιογράφου Κροκεών Αφροδίτης Γεωργακοπούλου, της ως άνω μάρτυρος Μ2, το περιεχόμενο της οποίας αυτή επιβεβαίωσε κατά την εξέταση της στο ακροατήριο. Ενόψει των περιστατικών αυτών που κατατέθηκαν από τους ανωτέρω δύο μάρτυρες, από τους οποίους ο πρώτος ως ειδικός για τα ζητήματα αυτά, η δε δεύτερη ως έχουσα ιδία γνώση και αντίληψη και καταθέτουσα ειδικότερα ότι τη φερόμενη ως διαθέτιδα "την τάιζε, την έπλενε και τη σήκωνε από το κρεβάτι, γιατί δεν μπορούσε να κάνει τίποτε μόνη της και ότι εκείνη τις περισσότερες φορές δεν τη γνώριζε και τη φώναζε με το όνομα της νύφης της ή της κόρης της, όπως επίσης δε γνώριζε και τον πολιτικώς ενάγοντα γιο της, που τον αποκαλούσε .... ή ....", οι για τα αντίθετα καταθέσεις των λοιπών μαρτύρων που εξετάσθηκαν στο ακροατήριο κρίνονται μη πειστικές. Έτσι αποδεικνύεται ότι η εν λόγω ιδιόγραφη διαθήκη δεν έχει γραφεί, χρονολογηθεί και υπογραφεί εξολοκλήρου με το χέρι της φερόμενης ως διαθέτιδας - μητέρας των διαδίκων, αλλά από τρίτο, ο οποίος, όμως, δεν αποδείχθηκε ότι είναι ο κατηγορούμενος. Το ότι η διαθήκη αυτή δεν έχει συνταχθεί εξολοκλήρου με το χέρι και με την ελεύθερη προς τούτο βούληση της θανούσας Ζ1 αποδεικνύεται α) από τη σαφή και κατηγορηματική κατάθεση της μάρτυρος γραφολόγου Μ3, σε συνδυασμό με τα πορίσματα της γραφολογικής ερευνάς της που διατυπώνονται στις συνταχθείσες από αυτήν, κατόπιν αιτήσεως του πολιτικώς ενάγοντος, και αναγνωσθείσες στο ακροατήριο από 5-12-2003 έκθεση γραφολογικής γνωμοδότησης και από 24-9-2005 βεβαίωση γραφολογικών παρατηρήσεων της επί της από 28-8-2005 έκθεσης γραφολογικής γνωμοδότησης του γραφολόγου Μ4 β) από την ως άνω από 28-8-2005 έκθεση γραφολογικής γνωμοδότησης του γραφολόγου Μ4, που ενήργησε τη σχετική γραφολογική έρευνα μετά από αίτηση του κατηγορουμένου, ο οποίος διατυπώνει τη γνώμη ότι η διαθήκη γράφηκε με το χέρι της διαθέτιδας υποβασταζόμενο, αλλ' όχι καθοδηγούμενο, από άγνωστο πρόσωπο, γ) από το ότι κατά το χρόνο σύνταξης της διαθήκης η φερόμενη ως διαθέτιδα έπασχε αποδειγμένα από τις προαναφερθείσας παθήσεις, νοητικές και κινητικές, οι οποίες καθιστούσαν αδύνατη τη με ελεύθερη βούληση και ενσυνείδητη κίνηση του χεριού της γραφή της διαθήκης, δ) από τη διαφορετικότητα μεταξύ της γραφής στο κείμενο της διαθήκης αυτής και εκείνης που υπάρχει στην επιστολή της διαθέτιδος του έτους 1987, η οποία αναγνωρίσθηκε ως γνήσια της μητέρας του από τον κατηγορούμενο. Το ότι δε η διαθήκη αυτή δεν έχει συνταχθεί από τον κατηγορούμενο αποδεικνύεται από τις παραπάνω γραφολογικές γνωμοδοτήσεις και την κατάθεση της μάρτυρος γραφολόγου Μ3, σύμφωνα με τις οποίες στο κείμενο της διαθήκης δεν διαγνώσθηκε ο γραφικός χαρακτήρας του κατηγορουμένου, ενώ μόνο το γεγονός ότι αυτός έχει έννομο συμφέρον και όφελος από τη διαθήκη αυτή δεν οδηγεί σε αντίθετη καταφατική κρίση. Αποδεικνύεται, επομένως, ότι η εν λόγω διαθήκη δεν είναι γνήσια, αλλά είναι πλαστή και ότι έχει καταρτισθεί όχι από τη θανούσα Ζ1, ούτε από τον κατηγορούμενο, αλλά από τρίτο άγνωστο πρόσωπο, με σκοπό, υπό το ανωτέρω περιεχόμενο της, να εμφανισθεί στο αρμόδιο δικαστήριο για δημοσίευση, σε συμβολαιογράφο για αποδοχή της κληρονομιάς και σε υποθηκοφύλακα για τη μεταγραφή της σχετικής δήλωσης αποδοχής της κληρονομιάς, και να παραπλανηθούν, αντίστοιχα, ο αρμόδιος δικαστής, ο συμβολαιογράφος και ο υποθηκοφύλακας, για το ότι ο κατηγορούμενος και οι ως άνω γιοί του είναι οι μοναδικοί εκ διαθήκης κληρονόμοι της ανωτέρω θανούσας και ότι οι ίδιοι μπορούσαν νομίμως να αποδεχθούν την κληρονομιά της αυτή και, μεταγράφοντας τη σχετική δήλωση αποδοχής της, να καταστούν κύριοι των κληρονομιαίων ακινήτων της. Περαιτέρω αποδεικνύεται ότι ο κατηγορούμενος είναι εκείνος που, με προς τούτο θέληση και γνωρίζοντας ότι διαπράττει την αξιόποινη αυτή πράξη, κατέπεισε τον άγνωστο τρίτο να καταρτίσει την έχουσα το πιο πάνω περιεχόμενο πλαστή διαθήκη, σκοπεύοντας να χρησιμοποιήσει αυτήν για να αποκτήσουν αυτός και οι γιοί του όλη την κληρονομιαία περιουσία της μητέρας του. Εν συνεχεία αυτός, στις 29-11-2002, ενώ, κατά τα προαναφερόμενα, γνώριζε ότι η εν λόγω διαθήκη ήταν πλαστή, έκανε χρήση αυτής, αφού την προσκόμισε στο συμβολαιογράφο Σκάλας Λακωνίας Δημήτριο Αλικάκο και, ενεργώντας για δικό του λογαριασμό και για λογαριασμό των τέκνων του, δυνάμει των υπ' αριθμ..... και ..... πληρεξουσίων του ίδιου συμβολαιογράφου, δήλωσε προς αυτόν ότι αποδέχεται την καταλειφθείσα με τη διαθήκη αυτή στον ίδιο και τα τέκνα του κληρονομιά της θανούσας μητέρας του, με συνέπεια να συνταχθεί από τον άνω συμβολαιογράφο η υπ' αριθμ. ...... πράξη αποδοχής κληρονομιάς, έτσι ώστε με την εν συνεχεία μεταγραφή της τελευταίας να προσπορισθεί σ' αυτόν και τους γιους του η αποκλειστική κυριότητα των ακινήτων της κληρονομιάς της μητέρας του. Από τα παραπάνω αποδεικνύεται ότι ο κατηγορούμενος τέλεσε, κατά την υποκειμενική και αντικειμενική του υπόσταση, το έγκλημα της ηθικής αυτουργίας στην πλαστογραφία της ανωτέρω διαθήκης υπό την επιβαρυντική περίσταση της από αυτόν χρήσης του πλαστού τούτου εγγράφου. Επίσης ο κατηγορούμενος, στο Δ.Δ. ....., στις 29-11-2002, με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος παράνομο περιουσιακό όφελος, έβλαψε ξένη περιουσία πείθοντας κάποιον σε πράξη με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων σαν αληθινών, η δε ζημία που προξενήθηκε από την πράξη του αυτή είναι ιδιαίτερα μεγάλη. Συγκεκριμένα αυτός κατά την πιο πάνω ημεροχρονολογία, με σκοπό να επιτύχει την επαύξηση της περιουσίας του ίδιου και των τέκνων του, χωρίς νόμιμη αιτία, εμφανίσθηκε, κατά τα προεκτιθέμενα, ενώπιον του συμβολαιογράφου Σκάλας Δημητρίου Αλικάκου και, ενεργώντας για δικό του λογαριασμό και για λογαριασμό των τέκνων του, βάσει των προαναφερθέντων συμβολαιογραφικών πληρεξουσίων, προσκόμισε στο συμβολαιογράφο αυτόν την επίμαχη από 10-9-1999 ιδιόγραφη δήθεν διαθήκη της μητέρας του Ζ1 και, ενώ τελούσε σε γνώση της πλαστότητάς της, του παρέστησε ψευδώς ότι η διαθήκη αυτή ήταν γνήσια και ότι ο ίδιος και οι γιοί του ...... και Ψ1τύγχαναν οι μοναδικοί, βάσει της διαθήκης αυτής, κληρονόμοι της αποβιώσασας μητέρας του και ότι αποδέχονται κοινώς, αδιαιρέτως και κατ' ίσα μέρη την ακίνητη κληρονομιαία περιουσία αυτής, η οποία αποτελείται από τα παρακάτω αναφερόμενα ακίνητα που εκείνη κατέλειπε, ήτοι: Α) 1) Μία παλαιά ισόγεια οικία, εμβαδού 25 τ.μ., που βρίσκεται μέσα στο ρυμοτομικό σχέδιο του χωριού ....., του ομώνυμου Δ.Δ. του Δήμου ...., η οποία μαζί με το οικόπεδο και την περιοχή της έχει εμβαδόν 35 τ. μ. 2) ένα πορτοκαλεοπερίβολο, ποτιστικό, εμβαδού 500 τ.μ., που βρίσκεται στη θέση "...." της κτηματικής περιφέρειας .... του Δήμου ....., 3) ένα ελαιοπερίβολο, ποτιστικό, με 80 ελαιόδεντρα, εκτάσεως δύο (2) στρεμμάτων, που βρίσκεται στη θέση "...." της περιφέρειας του Δ.Δ. ....., 4) ένα ελαιοπερίβολο, ποτιστικό, με 30 ελαιόδεντρα, εκτάσεως δύο και μισό (2 Υζ) στρεμμάτων, που βρίσκεται στη θέση "...." της περιφέρειας του Δ.Δ. .... του Δήμου ...., 5) μία παλαιά διώροφη οικία, από ισόγειο εμβαδού 40 τ.μ. και πρώτο υπέρ το ισόγειο όροφο εμβαδού 40 τ.μ., που βρίσκεται μέσα στον οικισμό .... του Δ.Δ. .... του Δήμου ....., μαζί με το οικόπεδο και την περιοχή της, συνολικού εμβαδού 200 τ.μ., 6) ένα ξηρικό αγρό, εκτάσεως πενήντα (50) στρεμμάτων, που βρίσκεται στη θέση "...." (....) της κτηματικής περιφέρειας του Δ.Δ. .... του Δήμου ..... και Β) Τα 4/16 εξ αδιαιρέτου 1) Μιας παλαιάς διώροφης οικίας, από ισόγειο εμβαδού 40 τ.μ. και πρώτο όροφο εμβαδού 40 τ.μ., που βρίσκεται μέσα στο σχέδιο πόλης του χωριού .... και στην τοποθεσία ".....", μαζί με το οικόπεδο της συνολικού εμβαδού 200 τ.μ. και 2) ενός αγρού ποτιστικού, με χίλια (10000 ελαιόδεντρα, συνολικής έκτασης σαράντα (40) στρεμμάτων, ο οποίος βρίσκεται στη θέση "....." της κτηματικής περιφέρειας του Δ.Δ...... του Δήμου ....... Με την εν γνώσει παράσταση του ψευδούς γεγονότος ότι η ρηθείσα διαθήκη της κληρονομουμένης μητέρας του ήταν γνήσια και ότι ο ίδιος και τα τέκνα του ήταν κληρονόμοι βάσει αυτής, ο κατηγορούμενος έπεισε τον ανωτέρω συμβολαιογράφο να συντάξει την υπ' αριθμ. ...... δήλωση αποδοχής κληρονομιάς, που έχει το εκτεθέν περιεχόμενο, η οποία και μεταγράφηκε ακολούθως με ενέργειες του στο αρμόδιο Υποθηκοφυλακείο Πρασιών Λεωνιδίου στις 12-12-2002, με αποτέλεσμα να φέρεται ότι αυτός (κατηγορούμενος) και τα τέκνα του κατέστησαν αποκλειστικοί κύριοι και νομείς των ως άνω κληρονομιαίων ακινήτων, η συνολική αξία των οποίων κατά το χρόνο αποδοχής της κληρονομιάς ανερχόταν στο ποσό των 63.147,88 ευρώ. Έτσι ο κατηγορούμενος έβλαψε την περιουσία των νομίμων κληρονόμων της αποβιώσασας μητέρας του Ζ1, ήτοι των λοιπών τέκνων αυτής Ψ1 (πολιτικώς ενάγοντος), ...., ....., .... και ......, αφού αποτέλεσμα των παραπάνω ενεργειών του ήταν να ματαιωθεί το δικαίωμα τους κτήσης των πιο πάνω ακινήτων με κληρονομική διαδοχή στην κληρονομιά αυτής, στην οποία θα καλούνταν ως εξ αδιαθέτου κληρονόμοι της κατά ποσοστό 1/6 εξ αδιαιρέτου ο καθένας, και να προξενηθεί βλάβη στην περιουσία καθενός από αυτούς κατά το 1/6 της συνολικής αξίας των ακινήτων αυτών, ήτοι κατά το ποσό των (63.147,88: 6) 10.524,64 ευρώ. Η ζημία δε αυτή, που προξενήθηκε στους ανωτέρω από την απώλεια του εξ αδιαθέτου κληρονομικού μεριδίου τους στα εν λόγω ακίνητα, είναι ιδιαίτερα μεγάλη. Επομένως ο κατηγορούμενος τέλεσε κα το έγκλημα της απάτης, από την οποία προκλήθηκε ιδιαίτερα μεγάλη ζημία. Με βάση τις σκέψεις αυτές το Εφετείο κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα κατηγορούμενο για τις πράξεις της ηθικής αυτουργίας σε πλαστογραφία, με την επιβαρυντική περίσταση της χρήσης του πλαστού, και της απάτης, από την οποία προξενήθηκε ζημία ιδιαίτερα μεγάλη. Με αυτά που δέχθηκε το Τριμελές Εφετείο Ναυπλίου διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση του την κατά τα ανωτέρω επιβαλλόμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία σε σχέση με την κρίση του περί ενοχής του αναιρεσείοντος για την πράξη της απάτης, με προξενηθείσα ζημία ιδιαίτερα μεγάλη, αφού εκθέτει σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του παραπάνω εγκλήματος, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά αυτά, καθώς επίσης και τους συλλογισμούς με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη του άρθρου 386 παρ.1 του ΠΚ, την οποία εφάρμοσε ορθά και δεν την παραβίασε ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου. Ειδικότερα το Εφετείο στην προσβαλλόμενη απόφαση του εκθέτει με επάρκεια και σαφήνεια τα περιστατικά στα οποία στήριξε την κρίση του ότι ο αναιρεσείων τελούσε σε γνώση ότι η επίμαχη διαθήκη της μητέρας του ήταν πλαστή, καθώς και τις ψευδείς παραστάσεις αυτού προς τον ανωτέρω συμβολαιογράφο, που αναφέρονται στη γνησιότητα της εν λόγω διαθήκης και οι οποίες αποτέλεσαν τον τρόπο και τα μέσα της παραπλάνησης του συμβολαιογράφου να συντάξει την προαναφερόμενη συμβολαιογραφική πράξη αποδοχής της κληρονομιάς, με αποτέλεσμα να υποστεί ο πολιτικώς ενάγων και οι ρηθείσες αδελφές του την αναφερόμενη περιουσιακή βλάβη, η οποία και προσδιορίζεται στην προσβαλλόμενη απόφαση στο ποσό των 10.524,64 ευρώ για τον καθένα. Εξάλλου το ότι στην προσβαλλόμενη απόφαση εξαίρονται μερικά αποδεικτικά μέσα και ιδίως οι καταθέσεις ορισμένων μαρτύρων, δεν σημαίνει ότι το δικαστήριο δεν συνεκτίμησε και δεν αξιολόγησε και τα λοιπά, εφόσον υπάρχει ρητή μνεία στην απόφαση ότι έλαβε υπόψη του, για να καταλήξει στην περί ενοχής του κατηγορουμένου κρίση του, όλα τα λεπτομερώς κατονομαζόμενα αποδεικτικά μέσα. Συνεπώς οι πρώτος και δεύτερος λόγοι της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' του ΚΠΔ, κατά το μέρος με το οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα ως προς το έγκλημα της απάτης, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι. Καθόσον αφορά όμως την πράξη της ηθικής αυτουργίας στην πλαστογραφία της διαθήκης, με την επιβαρυντική περίσταση της χρήσης αυτής, για την οποία επίσης καταδικάσθηκε ο κατηγορούμενος, η αιτιολογία της προσβαλλόμενης απόφασης δεν είναι ειδική και εμπεριστατωμένη, όπως απαιτείται από τις προαναφερθείσες διατάξεις. Ειδικότερα για την πράξη αυτή της ηθικής αυτουργίας δεν αναφέρεται στην προσβαλλόμενη απόφαση ο τρόπος και τα μέσα με τα οποία ο αναιρεσείων κατηγορούμενος προκάλεσε στον άγνωστο φυσικό αυτουργό την απόφαση να διαπράξει την παραπάνω αξιόποινη πράξη της πλαστογραφίας της διαθήκης, της οποίας ακολούθως αυτός έκανε χρήση. Επομένως είναι βάσιμος, καθόσον αφορά την πράξη αυτή, και πρέπει να γίνει δεκτός ο πρώτος λόγος της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' του ΚΠΔ, με τον οποίο προβάλλεται η πλημμέλεια για ελλιπή αιτιολογία της προσβαλλομένης σε σχέση με την πράξη της ηθικής αυτουργίας στην πλαστογραφία. Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση κατά το μέρος που αφορά την πράξη της ηθικής αυτουργίας στην πλαστογραφία, με χρήση, και κατά τη διάταξη της περί επιβολής ποινής για την πράξη αυτή, κατ' ανάγκη δε και ως προς τη διάταξη της περί καθορισμού συνολικής ποινής. Περαιτέρω πρέπει να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, η σύνθεση του οποίου από δικαστές άλλους από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως είναι εφικτή ( άρθρο 519 ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ - Αναιρεί τη με αριθμό 103-106/2007 απόφαση του Εφετείου Ναυπλίου κατά το μέρος της που αφορά την πράξη της ηθικής αυτουργίας στην πλαστογραφία, με χρήση, και κατά τη διάταξη της περί επιβολής ποινής στον αναιρεσείοντα για την πράξη αυτή, καθώς επίσης και ως προς τη διάταξη της περί καθορισμού συνολικής ποινής. Παραπέμπει την υπόθεση για νέα συζήτηση κατά το πιο πάνω μέρος στο ίδιο Δικαστήριο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που είχαν δικάσει προηγουμένως. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε, στην Αθήνα, στις 23 Ιουλίου 2007. Δημοσιεύθηκε, στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο, στις 2 Αυγούστου 2007. Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ