Αριθμός 394/2013 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ε' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χαράλαμπο Δημάδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βιολέττα Κυτέα - Εισηγήτρια, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Αικατερίνη Βασιλακοπούλου-Κατσαβριά και Δήμητρα Λεοντάρη-Μπουρνάκα, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 25 Ιανουαρίου 2013, με την παρουσία του Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Γεωργίου Κολιοκώστα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελεύς) και του Γραμματέως Γεράσιμου Βάλσαμου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Γ. Γ. του Π., κατοίκου ..., που παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Γανωτή, για αναίρεση της υπ' αριθ. 877/2012 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Με πολιτικώς ενάγοντα τον Α. Μ., κάτοικο ..., ο οποίος εμφανίστηκε στο ακροατήριο χωρίς πληρεξούσιο δικηγόρο και δήλωσε παρών κατά την εκφώνηση του ονόματός του από τον Πρόεδρο. Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 16 Ιουλίου 2012 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 907/2012. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά την έννοια του άρθρου 375 παρ.1 Π.Κ. προκύπτει ότι για την στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της υπεξαιρέσεως απαιτείται παράνομη ιδιοποίηση ξένου ολικά ή μερικά κινητού πράγματος που έχει περιέλθει στην κατοχή του δράστου με οποιονδήποτε τρόπο. Το πράγμα είναι ξένο όταν ευρίσκεται σε ξένη εν σχέση με τον δράστη κυριότητα όπως αυτή διαπλάσσεται στον Αστικό Κώδικα. Τοιαύτη περίπτωση ξένου κινητού πράγματος αποτελούν και τα χρήματα. Η δε ιδιοποίηση θεωρείται παράνομη όταν γίνεται χωρίς την συναίνεση του ιδιοκτήτου ή όταν ο δράστης κατακρατεί το ξένο πράγμα και το ιδιοποιείται χωρίς δικαίωμα αναγνωριζόμενο από τον νόμο και με δόλια προαίρεση να το ενσωματώσει στην ιδία αυτού περιουσία. Στην άνω περίπτωση, της παρ.1, ο δράστης τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι δύο ετών και αν το αντικείμενο της υπεξαιρέσεως είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους. Η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτουμένη από τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ (όπως το τελευταίο ετροποποιήθη και ισχύει, με το άρθρο 2 παρ.5 Ν. 2408/1996) ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγον αναιρέσεως εκ του άρθρου 510 παρ.4 στοιχ.Δ' ΚΠΔ, όταν αναφέρονται σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία απεδείχθησαν από την ακροαματική διαδικασία και από τα οποία το δικαστήριο που την εξέδωσε συνήγαγε την ύπαρξη των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος για το οποίο κατεδικάσθη ο κατηγορούμενος, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία προέκυψαν τα περιστατικά αυτά και οι νομικοί συλλογισμοί, με βάση τους οποίους έγινε η υπαγωγή αυτών των τελευταίων στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Δια την ύπαρξη της τοιαύτης αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και αρκεί να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα κατ' είδος γενικώς, χωρίς να εκτίθεται τι προέκυψεν εξ ενός εκάστου αυτών, ούτε να διευκρινίζεται από ποίο ή ποία αποδεικτικά μέσα απεδείχθη η κάθε παραδοχή. Απαιτείται μόνο να προκύπτει ότι το δικαστήριο έλαβεν υπ' όψη του και συνεξετίμησε όλα τα αποδεικτικά στοιχεία και όχι μόνο μερικά εξ αυτών κατ' επιλογήν, όπως αυτό επιβάλλεται από τις διατάξεις των άρθρων 177 παρ.1 και 178 ΚΠΔ (Ολ.ΑΠ 1/2005), ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα δεν σημαίνει ότι δεν ελήφθησαν υπ' όψη τα άλλα. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως ή εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, ή εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων ή παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού μέσου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ των συσχετίσεως και εκτιμήσεως, καθ' όσον στην περίπτωση αυτή πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Η απαιτουμένη κατά τ' άνω αιτιολογία εκτείνεται όχι μόνο στην απόφαση για την ενοχή, αλλά σε όλες ανεξαιρέτως τις αποφάσεις, ανεξαρτήτως εάν αυτές είναι οριστικές ή παρεμπίπτουσες ή αν η έκδοσή τους αφίεται εις την διακριτική ή ανέλεγκτη, κυριαρχική κρίση του δικαστηρίου της ουσίας που τις εξέδωσε. Ούτω και η παραδοχή ή μη του αιτήματος αναβολής απόκειται μεν εις την ελευθέρα κρίση του δικαστηρίου, όμως οφείλει τούτο να απαντήσει στο αίτημα αυτό και σε περίπτωση απορρίψεώς του να αιτιολογήσει ειδικώς και εμπεριστατωμένως αυτή, υπό την προϋπόθεση όμως ότι η υποβολή του έγινε σαφώς, ακριβώς και ορισμένως, με όλα τα αναγκαία περιστατικά, τα οποία απαιτούνται για την θεμελίωση του, ώστε να τα κρίνει το δικαστήριο. Άλλως, εάν δηλαδή παραλείψει να απαντήσει σε ένα ... ορισμένο αίτημα ή δεν αιτιολογήσει ειδικώς και εμπεριστατωμένως την απορριπτική του κρίση, δημιουργείται λόγος αναιρέσεως εκ του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ.Δ' ΚΠΔ και εάν εχώρησε, μετά ταύτα, εις κατ' ουσίαν έρευνα της υποθέσεως και την καταδίκη του κατηγορουμένου, δημιουργείται ο λόγος αναιρέσεως εκ του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ.Η' ΚΠΔ περί υπερβάσεως εξουσίας. Η αιτιολογία αυτή δεν είναι απαραίτητο να είναι αυτοτελής, αλλά μπορεί να διατυπώνεται σε συνδυασμό προς τις παραδοχές του σκεπτικού της αποφάσεως για την ενοχή ως αποτελούσα ενιαίο σύνολο με εκείνες. Τέλος, κατά την διάταξη του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ.Ε' ΚΠΔ λόγον αναιρέσεως της καταδικαστικής αποφάσεως συνιστά η εσφαλμένη εφαρμογή ή ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει όταν το δικαστήριο, αποδίδει στο νόμο έννοια διαφορετική από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη είναι η εφαρμογή αυτού, όταν το δικαστήριο, χωρίς να παρερμηνεύει το νόμο, δεν υπάγει στην αληθινή έννοια του τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται ότι προέκυψαν, καθώς και όταν η σχετική διάταξη παρεβιάσθη εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του σκεπτικού προς το διατακτικό της και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος της ορθής εφαρμογής της ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, οπότε η απόφαση στερείται νομίμου βάσεως. Στην προκειμένη περίπτωση το Τριμελές Εφετείο Αθηνών με την προσβαλλομένη απόφασή του υπ' αριθμ. 877/2012, με αναφορά όλων κατ' είδος των αποδεικτικών μέσων, τα οποία έλαβεν υπ' όψη του και δη "καταθέσεις των μαρτύρων της κατηγορίας και της υπεράσπισης που εξετάσθηκαν ενόρκως το Δικαστήριο τούτο, την ανώμοτη κατάθεση του πολιτικώς ενάγοντα, τα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης που αναγνώσθηκαν, καθώς και τα έγγραφα που αναγνώσθηκαν και αναφέρονται στα πρακτικά, την απολογία του κατηγορουμένου", εδέχθη, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του, (ότι απεδείχθησαν) τα εξής πραγματικά περιστατικά. "Ο κατηγορούμενος τέλεσε την αποδιδόμενη σ' αυτόν, με το κατηγορητήριο, αξιόποινη πράξη, δηλαδή την υπεξαίρεση, όπως αυτή κατά τα περιστατικά που τη συνθέτουν περιγράφονται στο διατακτικό της παρούσας απόφασης και, συνεπώς, πρέπει να κηρυχθεί ένοχος αυτής. Συγκεκριμένα, αποδείχθηκε ότι στην Αθήνα, στις 10-3-2005, ως νόμιμος εκπρόσωπος της εταιρείας με την επωνυμία "G-TRADE ΑΝΩΝΥΜΗ ΧΡΗΜΑΤΙΣΤΗΡΙΑΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΠΑΡΟΧΗΣ ΕΠΕΝΔΥΤΙΚΩΝ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ" ιδιοποιήθηκε παράνομα ξένα εν όλω κινητά πράγματα που περιήλθαν στην κυριότητά του. Πιο συγκεκριμένα, πώλησε τις μετοχές που διατηρούσε στην εν λόγω εταιρεία του κατηγορουμένου ο εγκαλών και αναφέρονται στο διατακτικό της παρούσας απόφασης, εκτός από 5 μετοχές της εταιρείας ΚΕΡΠ αξίας 1,45 € και 8 μετοχές της εταιρείας ΝΟΤΟΣ αξίας 29,76 €, χωρίς εντολή του εγκαλούντος, και ιδιοποιήθηκε παράνομα το τίμημα της πώλησης αυτών ήτοι 25.250,06€ ενσωματώνοντας το στην περιουσία του, χωρίς κανένα νόμιμο δικαίωμα. Το ποσό όμως αυτό δεν κρίνεται ιδιαίτερα μεγάλης αξίας. Η ημερομηνία πώλησης των μετοχών δεν ήταν το 2001, όπως ο κατηγορούμενος ισχυρίζεται αφού μέχρι τέλος του μηνός Φεβρουαρίου 2005 το χαρτοφυλάκιο του εγκαλούντος ήταν ανέπαφο όπως αυτός ενημερώθηκε από τον εγκαλούντα. Η ίδια ενημέρωση του είχε γίνει και στο τέλος Δεκεμβρίου 2004. Το αίτημα του κατηγορουμένου να κληθεί και εξεταστεί ως μάρτυς ο Λ. πρέπει να απορριφθεί, καθόσον δεν κρίνεται απαραίτητη η εξέτασή του, αφού τις εντολές για αγορές και πωλήσεις των μετοχών, ο εγκαλών τις έδινε στον κατηγορούμενο και όχι στον Λ. που ήταν ... του. Τέλος, πρέπει να αναγνωριστεί στον κατηγορούμενο, η ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 84 παρ.2 εδ.α' του ΠΚ καθόσον μέχρι τον χρόνο που τέλεσε την προπεριγραφόμενη αξιόποινη πράξη έζησε έντιμη ατομική, οικογενειακή και γενικά κοινωνική ζωή". Μετά ταύτα εκήρυξεν ένοχο τον κατηγορούμενο του ότι: "Στην Αθήνα, την 10-3-05, ιδιοποιήθηκε παράνομα ξένα εν όλω κινητά πράγματα που περιήλθαν στην κατοχή του με οποιονδήποτε τρόπο, και ειδικότερα, ως νόμιμος εκπρόσωπος της εταιρείας με την επωνυμία "G - TRADE ΑΝΏΝΥΜΗ ΧΡΗΜΑΤΙΣΤΗΡΙΑΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΠΑΡΟΧΗΣ ΕΠΕΝΔΥΤΙΚΏΝ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ" στην οποία ο νυν εγκαλών, Α. Μ. διατηρούσε χαρτοφυλάκιο μετοχών εταιρειών εισηγμένων προς διαπραγμάτευση στο Χρηματιστήριο Αξιών Αθηνών και συγκεκριμένα 500 μετοχών της εταιρείας ΒΑΡΓ αξίας 625 ευρώ, 400 μετοχών της εταιρείας ΓΕΝΑΚ αξίας 1.840 ευρώ, 700 μετοχών της ΕΘΝΕΧ αξίας 1.589 ευρώ, 487 μετοχών της εταιρείας ΕΤΕ αξίας 11.824,36 ευρώ, 1000 μετοχών της εταιρείας ΙΝΤΕΚ αξίας 150 ευρώ, 625 μετοχών της εταιρείας ΚΕΡΠ αξίας 293,75 ευρώ, 1.200 μετοχών της εταιρείας ΜΑΞΙΜ αξίας 420 ευρώ, 2.000 μετοχών της εταιρείας ΜΕΣΟΧ αξίας 700 ευρώ, 228 μετοχών της εταιρείας ΝΟΤΟΣ αξίας 761, 52 ευρώ, 650 μετοχών της εταιρείας ΡΙΛΚΕ αξίας 4.160 ευρώ, 600 μετοχών της εταιρείας ΠΡΔ αξίας 252 ευρώ και 206 μετοχών της ΠΕΙΡ αξίας 2.665, 64 ευρώ, ήτοι μετοχών συνολικής αξίας 25.281, 27 ευρώ προέβη δήθεν κατ' εντολήν και δια λογαριασμό του ως άνω εγκαλούντος σε πωλήσεις αυτών πλήν 5 μετοχών της εταιρείας ΚΕΡΠ αξίας 1,45€ και 8 μετοχών της εταιρείας ΝΟΤΟΣ αξίας 29,76 ευρώ, χωρίς να καταβάλλει το τίμημα της πωλήσεως στον άνω εγκαλούντα παρά τις συνεχείς οχλήσεις του, αλλ' ενσωμάτωσε στην περιουσία του, χωρίς νόμιμο δικαίωμα, το χρηματικό ποσό των 25.250,06 ευρώ". Με αυτά που εδέχθη το άνω δικαστήριο διέλαβε στην προσβαλλομένη απόφασή του την απαιτουμένη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή με πληρότητα και σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία απεδείχθησαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος της υπεξαιρέσεως όχι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, για το οποίο και κατεδικάσθη ο αναιρεσείων κατηγορούμενος, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά καθώς και τους συλλογισμούς με βάση τους οποίου υπήγαγε τα περιστατικά αυτά στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 παρ.1, 27 και 375 παρ.1 περ.α' Π.Κ. που εφήρμοσε, χωρίς ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου να τις παραβιάσει με ελλιπή ή αντιφατική αιτιολογία και να στερήσει ούτω την απόφασή του νομίμου βάσεως. Ειδικότερα αναφέρει η απόφαση όλα τα αποδεικτικά μέσα τα οποία ελήφθησαν υπ' όψη για να καταλήξει στην ενοχή του κατηγορουμένου. Επίσης (η απόφαση) αναφέρει ότι ο αναιρεσείων ετέλεσε την άνω πράξη ων νόμιμος εκπρόσωπος της εις αυτήν χρηματιστηριακής εταιρίας, με την ιδιοποίηση των ξένων εν όλων χρημάτων, τα οποία περιήλθον στην κατοχή του εκ της πωλήσεως των μετοχών του εγκαλούντος, άνευ εντολής του, και την ενσωμάτωση στην περιουσία του την 10/3/2005, ότε και εξεδηλώθη η τελευταία αυτή πρόθεσή του, ενώ εκ του ότι εις το σκεπτικό αναφέρει ότι τα χρήματα περιήλθαν στην "κυριότητά" του, και εις το διατακτικό στην "κατοχή" του ουδεμία αντίφαση ή ασάφεια υπάρχει, εφόσον πρόκειται περί προδήλου παραδρομής, μη επηρεαζούσης την πλήρη αιτιολογία, ούτε τον έλεγχο της εφαρμογής του άρθρου 375 παρ.1 Π.Κ., όπως αβασίμως περί του αντιθέτου αιτιάται ο αναιρεσείων. Επίσης η απόφαση αναφέρει ... εκ περισσού διατί πρέπει να απορριφθεί το αίτημα της αναβολής, το οποίον υπεβλήθη, επί λέξει: "ώστε να κληθεί και να εξετασθεί ως μάρτυς ο Κ. Λ.", ήτοι αορίστως, χωρίς να προσδιορίζεται παντάπασιν επί ποίον θέματος ή θεμάτων θα κληθεί να καταθέσει, ώστε το δικαστήριο να κρίνει εάν η μαρτυρία του είναι ουσιώδης για την διερεύνηση της υποθέσεως όπως από την παραδεκτή επισκόπηση των πρακτικών της δίκης προκύπτει. Συνεπώς το δικαστήριο δεν είχεν υποχρέωση να απαντήσει επί του άνω αιτήματος, το οποίο, πρέπει να σημειωθεί, ότι δεν συνεπληρώθη, ούτε εβελτιώθη κατά τα εκτεθέντα αναγκαία στοιχεία του ούτε κατά την αγόρευση του συνηγόρου του κατηγορουμένου και την εμμονή του στο αίτημα της αναβολής. Μετά ταύτα οι σχετικοί μόνοι λόγοι αναιρέσεως, περί ελλείψεως αιτιολογίας και εσφαλμένης εφαρμογής του νόμου όσον αφορά την κρίση του δικαστηρίου περί ενοχής του κατηγορουμένου, και περί ελλείψεως αιτιολογίας, όσον αφορά την απόρριψη του αιτήματος της αναβολής και (της) εντεύθεν υπερβάσεως εξουσίας είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι. Κατ' ακολουθίαν όλων αυτών, μη υπάρχοντος ετέρου λόγου αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η κρινομένη δήλωση αναιρέσεως, καταδικασθεί δε ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρ.583 παρ.1 ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 16 Ιουλίου 2012 δήλωση του Γ. Γ. του Π. επιδοθείσα στον εισαγγελέα του Αρείου Πάγου την 18/7/2012, για αναίρεση της υπ' αριθμ. 877/2012 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα εξ ευρώ διακοσίων πενήντα (250). Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 15 Φεβρουαρίου 2013. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 8 Μαρτίου 2013. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ