Αριθμός 1096/2023 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Δ' Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μυρσίνη Παπαχίου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αικατερίνη Βλάχου, Γεωργία Κατσιμαγκλή, Ασπασία Μεσσηνιάτη - Γρυπάρη και Μαρί Δεργαζαριάν, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 18 Νοεμβρίου 2022, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ: Του αναιρεσείοντος: Β. Κ. του Δ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Μπανάκα με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ. Των αναιρεσιβλήτων: 1) Χ. Κ. του Π., κατοίκου ... και 2) ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "Ε. Π. Α.", που εδρεύει στο ….και εκπροσωπείται νόμιμα, εκ των οποίων η 2η εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Γεωργουλόπουλο με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, ενώ ο 1ος δεν παραστάθηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20-7-2015 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Λάρισας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 164/2017 μη οριστική και 137/2018 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 37/2020 του Μονομελούς Εφετείου Λάρισας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 7-10-2020 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Μαρί Δεργαζαριάν, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκαν μόνο ο αναιρεσείων και η 2η των αναιρεσιβλήτων όπως σημειώνεται πιο πάνω. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Από τις διατάξεις του άρθρου 576 παρ. 1 και 2 ΚΠολΔ προκύπτει ότι, αν κάποιος από τους διαδίκους δεν εμφανιστεί κατά τη συζήτηση της υπόθεσης ή εμφανισθεί και δεν λάβει μέρος, με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως ποιος επισπεύδει τη συζήτηση. Αν την επισπεύδει ο απολιπόμενος διάδικος η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι, αν όμως την επισπεύδει ο αντίδικός του, τότε ερευνάται αν ο απολιπόμενος ή ο μη παριστάμενος, με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, διάδικος, κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα και σε καταφατική περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση, παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί, ενώ σε αποφατική περίπτωση κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση (ΟλΑΠ 14/2015). Στην προκειμένη περίπτωση, από την υπ` αριθ. …/21-9-2021 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Λάρισας (με έδρα το Πρωτοδικείο Λάρισας) Δ. Τ., την οποία επικαλείται και προσκομίζει νόμιμα ο αναιρεσείων, με επιμέλεια του οποίου προσδιορίστηκε η συζήτηση της ένδικης αίτησης για την ορισθείσα δικάσιμο της 18-11-2022, προκύπτει ότι αντίγραφο της άνω αίτησης, με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για την ως άνω δικάσιμο, επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα στον πρώτο των αναιρεσιβλήτων. Από τα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά του Δικαστηρίου τούτου προκύπτει ότι κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας νόμιμη δικάσιμο της υποθέσεως, κατά την οποία συζητήθηκε η υπόθεση με εκφώνησή της από τη σειρά του οικείου πινακίου, δεν εμφανίσθηκε ο πρώτος αναιρεσίβλητος ούτε κατέθεσε δήλωση σύμφωνα με το άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ που εφαρμόζεται, κατά την διάταξη του άρθρου 573 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, και στην διαδικασία της αναιρετικής δίκης. Επομένως, εφόσον ο απολιπόμενος αναιρεσίβλητος έχει κλητευθεί νομίμως πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία του, σύμφωνα με την προαναφερόμενη διάταξη του άρθρου 576 παρ. 2 ΚΠολΔ. Με τη κρινόμενη από 7-10-2020 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα, κατά την ειδική διαδικασία των διαφορών για ζημίες από αυτοκίνητο, και από τη σύμβαση ασφάλισής του (άρθρο 614 αρ. 6 ΚΠολΔ) με αριθμό 37/2020 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Λάρισας, που απέρριψε την έφεση του αναιρεσείοντος-εκκαλούντος κατά της υπ' αριθ. 137/2018 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λάρισας, με την οποία είχε απορριφθεί κατ` ουσίαν η αγωγή του αναιρεσείοντος. Η αίτηση ασκήθηκε νομότυπα με την κατάθεση του δικογράφου αυτής στη Γραμματεία του ως άνω Δικαστηρίου (άρθρα 495 παρ. 1 ΚΠολΔ) και εμπρόθεσμα ήτοι εντός της διετούς προθεσμίας από τη δημοσίευσή της, σύμφωνα με το άρθρο 564 παρ. 3 ΚΠολΔ (όπως ισχύει για τα ένδικα μέσα που ασκούνται από 1-1-2016, σύμφωνα με το άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ. 2 του ν. 4335/2015), εφόσον από τα προσκομιζόμενα έγγραφα δεν προκύπτει, ούτε ο αναιρεσείων επικαλείται επίδοση αυτής (η προσβαλλομένη απόφαση δημοσιεύθηκε στις 21-1-2020, η προθεσμία για την άσκηση της ένδικης αίτησης αναίρεσης άρχιζε στις 22-1-2020 και έληγε στις 22-1-2022, η δε αναίρεση ασκήθηκε εμπρόθεσμα στις 26-6-2020, πριν τη λήξη της διετούς προθεσμίας. Συνεπώς, ενόψει και των διατάξεων των άρθρων 552, 553 παρ. 1β, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ. 1 και 577 παρ. 1 ΚΠολΔ είναι παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ). Από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 300, 330 εδ. β` και 914 του ΑΚ προκύπτει ότι η αδικοπρακτική ευθύνη προς αποζημίωση προϋποθέτει συμπεριφορά παράνομη και υπαίτια, επέλευση ζημίας και αιτιώδη σύνδεσμο μεταξύ της συμπεριφοράς του δράστη και της ζημίας. Παράνομη είναι η συμπεριφορά που αντίκειται σε επιτακτικό ή απαγορευτικό κανόνα δικαίου, ο οποίος απονέμει δικαίωμα ή προστατεύει συγκεκριμένο συμφέρον του ζημιωθέντος, μπορεί δε η συμπεριφορά αυτή να συνίσταται σε θετική ενέργεια ή σε παράλειψη ορισμένης ενέργειας. Μορφή υπαιτιότητας είναι και η αμέλεια, η οποία υπάρχει όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, δηλαδή αυτή που αν καταβαλλόταν, με μέτρο τη συμπεριφορά του μέσου συνετού και επιμελούς ανθρώπου του κύκλου δραστηριότητας του ζημιώσαντος, θα καθιστούσε δυνατή την αποτροπή του παράνομου και ζημιογόνου αποτελέσματος. Αιτιώδης σύνδεσμος υπάρχει όταν η παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά του δράστη ήταν, σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας, ικανή, κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων, να επιφέρει τη ζημία και την επέφερε στην συγκεκριμένη περίπτωση. Η ύπαρξη του αιτιώδους συνδέσμου σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση είναι ζήτημα καθαρά πραγματικό και κρίνεται από το δικαστήριο της ουσίας. Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε κυριαρχικώς ως αποδειχθέντα, επιτρέπουν το συμπέρασμα να θεωρηθεί, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, ορισμένο γεγονός ως πρόσφορη αιτία της ζημίας, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, γιατί είναι κρίση νομική, αναγόμενη στην ορθή ή μη υπαγωγή από το δικαστήριο της ουσίας των διδαγμάτων της κοινής πείρας στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας. Η ύπαρξη της υπαιτιότητας δεν αποκλείεται κατ` αρχήν από το γεγονός ότι στο αποτέλεσμα του ατυχήματος συνετέλεσε και συντρέχον πταίσμα του ζημιωθέντος, εφόσον δεν διακόπτεται ο αιτιώδης σύνδεσμος, αλλά η ύπαρξη αυτού, προβαλλόμενη από τον υπαίτιο κατ` ένσταση, συνεπάγεται τη μη επιδίκαση από το δικαστήριο αποζημιώσεως ή τη μείωση του ποσού της (άρθρο 300 ΑΚ). Ακόμη, από τις προαναφερόμενες διατάξεις συνάγεται ότι οι έννοιες της αμέλειας και της συνυπαιτιότητας είναι νομικές και επομένως η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ως προς τη συνδρομή ή μη συντρέχοντος πταίσματος του ζημιωθέντος κατά την επέλευση της ζημίας, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου ως προς το εάν τα περιστατικά που το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ανελέγκτως ως αποδειχθέντα, συγκροτούν την έννοια του προαναφερόμενου πταίσματος. Αντιθέτως, ο καθορισμός της βαρύτητας του πταίσματος και του ποσοστού κατά το οποίο εξ αυτού του λόγου πρέπει να μειωθεί η αποζημίωση, αφορά εκτίμηση πραγμάτων που δεν ελέγχεται ακυρωτικώς. Εξάλλου, η παράβαση διατάξεων του ΚΟΚ δεν θεμελιώνει αυτή καθ` εαυτή υπαιτιότητα στην επέλευση αυτοκινητικού ατυχήματος, αποτελεί όμως στοιχείο, η στάθμιση του οποίου από το δικαστήριο της ουσίας θα κριθεί σε σχέση με την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συγκεκριμένης πράξης και του αποτελέσματος που επήλθε. Ειδικότερα, στο άρθρο 19 παρ. 1, 2 και 3 του ν. 2696/1999 (ΚΟΚ), όπως ίσχυε κατά τον κρίσιμο χρόνο που έγινε το επίδικο ατύχημα, προβλέπονται τα ακόλουθα: Ο οδηγός οδικού οχήματος επιβάλλεται να έχει τον πλήρη έλεγχο του οχήματός του, ώστε να μπορεί σε κάθε στιγμή να εκτελεί τους απαιτούμενους χειρισμούς (παρ. 1). Ο οδηγός επιβάλλεται να ρυθμίζει την ταχύτητα του οχήματός του, λαμβάνων συνεχώς υπόψη του τις επικρατούσες συνθήκες, ιδιαίτερα δε τη διαμόρφωση του εδάφους, την κατάσταση και τα χαρακτηριστικά της οδού, την κατάσταση και το φορτίο του οχήματός του, τις καιρικές συνθήκες και τις συνθήκες κυκλοφορίας κατά τρόπον ώστε να είναι σε θέση να διακόψει την πορεία του οχήματός του μπροστά από οποιοδήποτε εμπόδιο που μπορεί να προβλεφθεί και το οποίο βρίσκεται στο ορατό από αυτόν μπροστινό τμήμα της οδού. Υποχρεούται επίσης να μειώνει την ταχύτητα του οχήματός του και, σε περίπτωση ανάγκης, να διακόπτει την πορεία του, όταν οι περιστάσεις το επιβάλλουν (παρ. 2). Ιδιαίτερα, ο οδηγός επιβάλλεται να μειώνει την ταχύτητα του οχήματός του... πλησίον των ισόπεδων οδικών κόμβων... κατά τις νυκτερινές ώρες... αν πεζοί, που βρίσκονται στην τροχιά του, καθυστερούν να απομακρυνθούν, ως και σε κάθε άλλη ειδική περίπτωση που επιβάλλεται μετριασμός ταχύτητας (παρ. 3 εδ. α`). Ακόμη, κατά τη διάταξη του άρθρου 12 παρ. 1 του ίδιου ΚΟΚ "Αυτοί που χρησιμοποιούν τις οδούς πρέπει να αποφεύγουν οποιαδήποτε συμπεριφορά που είναι ενδεχόμενο να εκθέσει σε κίνδυνο ή να παρεμβάλλει εμπόδια στην κυκλοφορία, να εκθέσει σε κίνδυνο πρόσωπα ή ζώα ή να προκαλέσει ζημιές σε δημόσιες ή ιδιωτικές περιουσίες. Οι οδηγοί υποχρεούνται να οδηγούν με σύνεση και με διαρκώς τεταμένη την προσοχή..." (ΑΠ 1090/2022). Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναιρέσεως και αν παραβιάσθηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου, εσωτερικού ή διεθνούς. Ο κανόνας παραβιάζεται, κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, είτε με ψευδή ερμηνεία, η οποία υπάρχει όταν αποδίδεται στον κανόνα δικαίου διαφορετική έννοια από την αληθινή, είτε, με μη ορθή εφαρμογή, η οποία συντελείται, όταν εφαρμόζεται κανόνας, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή όταν δεν εφαρμόζεται, ενώ έπρεπε να εφαρμοστεί ή όταν εφαρμόσθηκε εσφαλμένως. Επίσης, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση γιατί δεν έχει καθόλου ή έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, ο από αυτήν λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν, από το αιτιολογικό της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, δεν προκύπτουν σαφώς και επαρκώς, τα πραγματικά εκείνα περιστατικά που είναι, κατά το νόμο, αναγκαία για την εφαρμογή, στη συγκεκριμένη περίπτωση, του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε, όπως και όταν η απόφαση έχει ελλιπείς ή αντιφατικές αιτιολογίες σχετικά με τα πραγματικά περιστατικά που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με συνέπεια να μην είναι δυνατός ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή όχι εφαρμογής του κανόνα αυτού του ουσιαστικού δικαίου. Αντίθετα, δεν ιδρύεται λόγος αναιρέσεως κατά τη διάταξη αυτή, όταν οι ελλείψεις της αποφάσεως ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση και στάθμισή τους και στην αιτιολόγηση του εξαγομένου από αυτές πορίσματος, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανελέγκτως, κατά την διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές το πόρισμα και για τον λόγο αυτόν γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος (ΑΠ 521/2021, ΑΠ 464/2020, ΑΠ 1430/2019, ΑΠ 941/2018). Ως ζητήματα, των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί από την απόφαση τη νόμιμη βάση, νοούνται μόνο οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν, δηλαδή, στη θεμελίωση ή την κατάλυση του δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όχι όμως και η επιχειρηματολογία των διαδίκων ή του δικαστηρίου, ούτε η εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή διατυπώνεται σαφώς (ΟλΑΠ 24/ 1992, ΟλΑΠ 1/1999, ΑΠ 122/2020, 1373/2019, ΑΠ 918/2019, ΑΠ 564/2018). Το πόρισμα, δηλαδή το συμπέρασμα που προκύπτει από τις αποδείξεις είναι σαφές, όταν αναφέρεται στην απόφαση χωρίς ενδοιασμούς (με βεβαιότητα) ότι αποδείχθηκε συγκεκριμένο γεγονός και δεν χρησιμοποιούνται από το δικαστήριο εκφράσεις που κλονίζουν το πόρισμα, ως προϊόν πλήρους δικανικής πεποιθήσεως (ΑΠ 805/2021, ΑΠ 1397/2019, ΑΠ 1653/2018, ΑΠ 1206/2018). Δεν υπάρχει δε έλλειψη αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές μεν, αλλά πλήρεις αιτιολογίες, αφού αναγκαίο να εκτίθεται σαφώς στην απόφαση είναι μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε και όχι ο λόγος για τον οποίο αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΑΠ 1388/2021, ΑΠ 145/2021, ΑΠ 605/2020, ΑΠ 30/2020). Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναιρέσεως από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναιρέσεως, από το περιεχόμενο του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υποθέσεως που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 317/2021, ΑΠ 586/2020, ΑΠ 228/2020, ΑΠ 22/2020). Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, όπως από αυτήν προκύπτει, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη (άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ) περί των πραγμάτων κρίση του, ως αποδειχθέντα, μετά από συνεκτίμηση των αποδεικτικών μέσων που αναφέρει, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά, σχετικά με τις συνθήκες που έλαβε χώρα το ένδικο αυτοκινητικό ατύχημα: "Στις 13-3-2014 και περί ώρα 00:50 ο ενάγων και ήδη εκκαλών (ήδη αναιρεσείων) οδηγούσε την δίκυκλη μοτοσυκλέτα χωρίς αριθμό κυκλοφορίας, κυριότητας του -μη διαδίκου στην παρούσα δίκη - Κ. Κ. επί της οδού Βόλου με κατεύθυνση από Λάρισα προς Βόλο, στο σημείο που η οδός αυτή διασταυρώνεται με την οδό Αγγ. Σικελιανού. Στο σημείο αυτό της εν λόγω οδού Βόλου, ο δρόμος είναι ευθύς, έχει συνολικό πλάτος 19,40 μέτρα, δύο αντίρροπα ρεύματα κυκλοφορίας (προς Λάρισα και προς Βόλο), τα οποία έχουν ίδιο πλάτος, ήτοι 9,70 μέτρα και χωρίζονται κατά μήκος με διαχωριστική κεντρική νησίδα, το δε όριο ταχύτητας είναι τα 50 χλμ/ώρα για τα ΙΧΕ αυτοκίνητα και τα 40 χλμ/ώρα για τις δίκυκλες μοτοσυκλέτες. Τη συγκεκριμένη χρονική στιγμή το οδόστρωμα ήταν ξηρό, επικρατούσε νύκτα, ο φωτισμός ήταν επαρκής (υπήρχε ηλεκτροφωτισμός), ενώ η ορατότητα δεν περιοριζόταν, οι καιρικές συνθήκες ήταν καλές και η κυκλοφορία των οχημάτων αραιή. Αποδείχθηκε ότι ο ενάγων διήνυσε ευθεία πορεία, διερχόμενος από σημείο που βρίσκεται σε απόσταση περίπου 200 μέτρων από το σημείο συγκρούσεως και συγκεκριμένα από το κατάστημα ελαστικών ... επί της οδού Βόλου, στον αύλειο χώρο του οποίου βρίσκονταν φίλοι και ο αδερφός του και παρακολουθούσαν την πορεία του, καθώς δοκίμαζε τις δυνατότητες της εν λόγω μοτοσικλέτας, η οποία όμως δεν έπρεπε να κυκλοφορεί σε οδούς αλλά μόνο σε ειδικά διαμορφωμένες προς τούτο πίστες αγώνων ταχύτητας. Κατά την ίδια ως άνω χρονική στιγμή, ο πρώτος εναγόμενος και ήδη πρώτος εφεσίβλητος (ήδη πρώτος αναιρεσίβλητος) οδηγούσε το ΙΧΕ αυτοκίνητο με αριθμό κυκλοφορίας ... κυριότητάς του, που ήταν ασφαλισμένο για την προς τρίτους αστική ευθύνη, για σωματικές βλάβες και υλικές ζημίες, στη δεύτερη εναγομένη και ήδη εφεσίβλητη (ήδη δεύτερη αναιρεσίβλητη) ασφαλιστική εταιρεία επί της ίδιας οδού με αντίθετη όμως κατεύθυνση, ήτοι από Βόλο προς Λάρισα. Ο πρώτος εναγόμενος, έχοντας πρόθεση να διενεργήσει αριστερή στροφή ως προς την πορεία του και να εισέλθει στην οδό Σικελιανού, σταμάτησε το όχημά του στην διασταύρωση των εν λόγω οδών, ήλεγξε την κυκλοφορία των οχημάτων στο αντίθετο ρεύμα της κυκλοφορίας και έστριψε το όχημά του, κινούμενος με μικρή ταχύτητα, εισερχόμενος προκειμένου να το διασχίσει κάθετα στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας, όπου έβαινε ο ενάγων με την προαναφερόμενη μοτοσικλέτα του, όταν και συνέβη η επίδικη σύγκρουση. Ειδικότερα, η δίκυκλη μοτοσυκλέτα προσέκρουσε με το εμπρόσθιο μέρος της στη δεξιά πλευρά του ΙΧΕ αυτοκινήτου και συγκεκριμένα στην περιοχή της οπίσθιας δεξιάς πόρτας. Από τα ανωτέρω περιστατικά συνάγεται ότι αποκλειστικά υπαίτιος του ατυχήματος ήταν ο ενάγων-εκκαλών οδηγός της μοτοσικλέτας, ο οποίος, αμελώς ενεργώντας, προκάλεσε αιτιωδώς το ένδικο ατύχημα. Συγκεκριμένα, αν και όφειλε να οδηγεί με σύνεση και τεταμένη την προσοχή του (άρθρο 12 § 1 του ν. 2696/1999), εντούτοις έβαινε με υπερβολική συγκριτικά με την επιτρεπόμενη ταχύτητα, κατά παράβαση του άρθρου 20 παρ. 5 του ν. 2696/1999, μολονότι πλησίαζε σε ισόπεδο οδικό κόμβο και προκάλεσε το επίδικο τροχαίο ατύχημα, μη δυνάμενος να ελέγξει την πορεία της μοτοσικλέτας του και με αποτέλεσμα να επιπέσει στο ΙΧΕ αυτοκίνητο του εφεσιβλήτου οδηγού που ακολουθούσε την κατά τα ανωτέρω σύννομη πορεία. Επίσης λόγω της ταχύτητας που είχε αναπτύξει ο ενάγων δεν είχε τον πλήρη έλεγχο του οχήματος του ώστε να μπορεί σε κάθε στιγμή να εκτελεί τους απαιτούμενους χειρισμούς ή να διακόψει την πορεία της μοτοσικλέτας μπροστά σε οποιοδήποτε ευρισκόμενο στο μπροστινό τμήμα της οδού εμπόδιο μπορεί να προβλεφθεί (άρθρ. 19 παρ. 2 του ν. 2626/1999). Ειδικότερα αποδείχθηκε ότι ο πρώτος εναγόμενος-εφεσίβλητος οδηγός του ΙΧΕ αυτοκινήτου δεν φέρει κανενός είδους ευθύνη, καθώς δεν προκάλεσε καθ' οιονδήποτε τρόπο το επίδικο συμβάν, τηρώντας τις διατάξεις του άρθρου 23 παρ. 2 του ν. 2696/1999, και συγκεκριμένα προκειμένου να αλλάξει κατεύθυνση προς τα αριστερά, πλησίασε προοδευτικά προς τη διαχωριστική νησίδα και με ασφαλή τρόπο πραγματοποίησε τη στροφή στο κέντρο της διασταύρωσης, ώστε το όχημα να εισέλθει στη δεξιά πλευρά του οδοστρώματος αυτής της κάθετης οδού Σικελιανού, το γεγονός δε ότι δεν επέτρεψε τη διέλευση της μοτοσικλέτας του ενάγοντος που κινούνταν αντίθετα στο οδόστρωμα της οδού Βόλου, την οποία είχε την πρόθεση να εγκαταλείψει, οφείλεται στο ότι αυτή (η μοτοσικλέτα) συνεπεία της ελλείψεως συστήματος φωτισμού και της μεγάλης ταχύτητας που είχε αναπτύξει δεν ήταν δυνατό να γίνει άμεσα αντιληπτή υπό τις προαναφερόμενες επικρατούσες συνθήκες τη στιγμή μάλιστα που ο εναγόμενος οδηγός εισήλθε πρώτος στην ως άνω διασταύρωση, οπότε δεν ήταν δυνατόν να αντιληφθεί την αιφνίδια εκ δεξιών του κάθετη κίνηση της μοτοσικλέτας. Το ότι ο εναγόμενος οδηγός κινήθηκε, ως ανωτέρω περιγράφεται, ήτοι σταμάτησε και ήλεγξε, καταδεικνύεται και από το ότι αμέσως μετά τη σύγκρουση ακινητοποιήθηκε σε απόσταση περίπου 2,80 μέτρων, ήτοι απόσταση σημαντικά μικρότερη από το μήκος του (που ήταν 4,25 μ.), δηλαδή είχε αναπτύξει μικρή ταχύτητα (της τάξεως των 7 χλμ/ώρα σύμφωνα με τον μηχανικό Β. Κ.). Στην κρίση του αυτή το παρόν Δικαστήριο καταλήγει, συνεκτιμώντας ιδίως και τα εξής αποδεδειγμένα πραγματικά περιστατικά: 1)Το σημείο της σύγκρουσης, το οποίο, λαμβάνοντας υπόψη τα θραύσματα των υάλων που βρέθηκαν επί του οδοστρώματος, προσδιορίζεται στο δεξιό άκρο της δεξιάς λωρίδας κυκλοφορίας της οδού Βόλου, με κατεύθυνση από Λάρισα προς Βόλο, στην διασταύρωσή της με την οδό Αγγ. Σικελιανού, σε χρονικό σημείο κατά το οποίο το ΙΧΕ αυτοκίνητο είχε εισέλθει κατά το μεγαλύτερο μέρος του μήκους του (4,25 μέτρα) στην οδό Αγγ. Σικελιανού και μάλιστα στη δεξιά πλευρά του οδοστρώματος της οδού Αγγ. Σικελιανού κατ' άρθρο 23 παρ. 2 του ν. 2696/1999, 2)την αυξημένη ταχύτητα της δίκυκλης μοτοσυκλέτας, υπερβαίνουσα κατά πολύ το νόμιμο όριο των 40 χλμ/ώρα, όπως τούτο συνάγεται αφενός μεν από τις σωματικές βλάβες που υπέστη ο ενάγων (θρόμβωση μέσης εγκεφαλικής αρτηρίας αριστερά, κάταγμα κροταφογναθικής αριστερά, πολλαπλά κατάγματα κάτω γνάθου, έλλειμμα σκιαγράφησης έσω καρωτίδας αριστερά, κάταγμα μηριαίου δεξιά και κάταγμα αριστερής και δεξιάς πηχεοκαρπικής), αφετέρου δε από τις υλικές ζημίες που υπέστη η δίκυκλη μοτοσυκλέτα [θραύση του επίσωστρου (ελαστικού) του εμπρόσθιου τροχού, στρέβλωση και θραύση του σώστρου (ζάντας) του εμπρόσθιου τροχού και θραύση και ολική αποκόλληση της βάσης του συστήματος διεύθυνσης (τιμόνι)] και το ΙΧΕ αυτοκίνητο (εκτεταμένες υλικές ζημίες στην δεξιά πλευρά, στην περιοχή της οπίσθιας δεξιάς πόρτας), ενώ είναι χαρακτηριστικό ότι ενεργοποιήθηκαν οι πλευρικοί αερόσακοί του, 3)το γεγονός ότι το ΙΧΕ αυτοκίνητο είχε ήδη διασχίσει πριν την σύγκρουση απόσταση όλη την διασταύρωση της οδού Βόλου με την οδό Αγγ. Σικελιανού, κάθετα στο ρεύμα της κυκλοφορίας και έμπροσθεν της πορείας της δίκυκλης μοτοσυκλέτας, 4)το ότι η δίκυκλη μοτοσυκλέτα ήταν αταξινόμητη και δεν είχαν εκδοθεί άδεια κυκλοφορίας και κρατικές πινακίδες γι' αυτήν, κατά παράβαση των διατάξεων των άρθρων 87, 88 και 90 του ν. 2696/199990, επομένως δεν επιτρεπόταν επ' ουδενί η κυκλοφορία της, 5)το γεγονός ότι η δίκυκλη μοτοσυκλέτα δεν διέθετε στοιχεία φωτισμού, κατά παράβαση του άρθρου 63 επ. του ν. 2696/1999, αφού επρόκειτο για όχημα που χρησιμοποιείται σε ειδικά διαμορφωμένες πίστες αγώνων ταχύτητας. Η ταχύτητα με την οποία κινούνταν η ως άνω μοτοσικλέτα σε συνδυασμό με το ότι δεν διέθετε σύστημα φωτισμού καταδεικνύουν ότι ακόμη και εάν είχε προλάβει να αντιληφθεί νωρίτερα την κίνησή της ο εναγόμενος οδηγός θα ήταν αλυσιτελής οιοσδήποτε αποφευκτικός της συγκρούσεως ελιγμός εκ μέρους του, αφού δεν είχε περιθώρια αντίδρασης. Τουναντίον ο ενάγων οδηγός της μοτοσικλέτας, κινούμενος ευθεία, είχε τη δυνατότητα να μην προκαλέσει την επίδικη σύγκρουση εάν είχε τον έλεγχο του οχήματος του και κυρίως εάν έβαινε με τέτοια ταχύτητα που θα του επέτρεπε να ενεργήσει τον απαιτούμενο ελιγμό και να κινηθεί στο ελεύθερο μέρος της οδού και δη του ρεύματος κυκλοφορίας προς Βόλο. Επισημαίνεται δε ότι λόγω της ώρας του επιδίκου ατυχήματος η χρήση φώτων για να γίνει αντιληπτή η πορεία της μοτοσικλέτας ήταν απαραίτητη, έστω και εάν πρόκειται περί οδού με επαρκή ηλεκτροφωτισμό (όπως προαναφέρεται), πολλώ δε μάλλον καθόσον λόγω εποχής (13 Μαρτίου) αλλά και ώρας (00.50 μεταμεσονύκτια) συνήθως δεν κυκλοφορεί αυτοκίνητο με ανοιχτά παράθυρα ώστε να ακούσει έστω τον θόρυβο μιας μοτοσικλέτας που κινείται προς το μέρος του. Ο εκκαλών παραπονείται ότι δεν εκτιμήθηκαν περαιτέρω καλά οι αποδείξεις από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο όσον αφορά ειδικότερα στο ακριβές σημείο συγκρούσεως, στην ταχύτητα της μοτοσικλέτας και στην αιτιώδη συμβολή της έλλειψης συστήματος φωτισμού αυτής στο επίδικο ατύχημα. Όσον αφορά στο σημείο συγκρούσεως αποδείχθηκε κατά τα προαναφερόμενα ότι, όπως απεικονίζονται τα θραύσματα υάλων στο σχετικό σχεδιάγραμμα της Τροχαίας, αυτό (το σημείο συγκρούσεως) βρίσκεται στο μέσο περίπου των θραυσμάτων, ήτοι στο δεξιό άκρο της λωρίδας κυκλοφορίας της οδού Βόλου, το δε ΙΧΕ αυτοκίνητο του εναγομένου οδηγού είχε εισέλθει κατά το μεγαλύτερο μέρος του μήκους του στην οδό Αγγ. Σικελιανού και μάλιστα στη δεξιά πλευρά του οδοστρώματος αυτής. Όσον αφορά στην ταχύτητα της μοτοσικλέτας του ενάγοντος-εκκαλούντος αυτή υπερέβαινε τα 100 χλμ/ώρα και δη ήταν της τάξεως των 112 χλμ/ώρα (ήτοι υπερέβαινε σε ποσοστό πάνω από 100% το επιτρεπόμενο όριο ταχύτητας των 40 χλμ σύμφωνα με τον μηχανικό Β. Κ.), όπως καταδεικνύεται και από τις εκτεταμένες υλικές ζημίες που προκλήθηκαν τόσο στο εμπρόσθιο μέρος της μοτοσικλέτας όσο και στην οπίσθια δεξιά πλευρά του ΙΧΕ αυτοκινήτου και την ενεργοποίηση των αερόσακων και τη σφοδρότητα της σύγκρουσης σε συνδυασμό με το μικρό σχετικά βάρος της μοτοσικλέτας (107 κιλά και μεικτό βάρος 182 κιλά). Επίσης το γεγονός ότι το σώμα του ενάγοντος οδηγού της μοτοσικλέτας και αίματα βρέθηκαν σε απόσταση περίπου 20 μέτρων από το σημείο συγκρούσεως είναι ενδεικτικό της μεγάλης ταχύτητας που είχε αναπτύξει η μοτοσικλέτα. Τέλος, η έλλειψη συστήματος φωτισμού της μοτοσικλέτας, σε συνδυασμό με τις συνθήκες νύκτας που επικρατούσε, αποδείχθηκε ότι σαφέστατα συνδέεται αιτιωδώς και είχε καθοριστικό ρόλο στην πρόκληση του επιδίκου ατυχήματος, αφού, εάν η ως άνω μοτοσικλέτα διέθετε σύστημα φωτισμού, όπως έπρεπε αφού κυκλοφορούσε σε οδό, ο εναγόμενος οδηγός πιθανόν θα την είχε αντιληφθεί, χωρίς βέβαια να μπορεί κάποιος να επιβεβαιώσει με ακρίβεια εάν και πάλι θα απέφευγε την επίδικη σύγκρουση λόγω της μεγάλης ως άνω ταχύτητας που είχε αναπτύξει η μοτοσικλέτα. Άπαντα τα ανωτέρω προέκυψαν από τα ως άνω εκτιμηθέντα αποδεικτικά μέσα και δεν αναιρέθηκαν από τις καταθέσεις των αυτοπτών μαρτύρων και δη του αδερφού και των φίλων του ενάγοντος, οι οποίοι βρίσκονταν, όπως προαναφέρθηκε, κατά τον χρόνο του ατυχήματος σε απόσταση περίπου 200 μέτρων από τον τόπο του ατυχήματος ως προς την πορεία της μοτοσικλέτας, ήτοι βρίσκονταν σε απόσταση τέτοια που δεν τους επέτρεπε να αντιληφθούν όλα όσα κατέθεσαν και δη εάν ο εναγόμενος οδηγός έκανε ή όχι χρήση δείκτη κατεύθυνσης (φλας), εάν ενήργησε απότομη στροφή, εάν προέβη σε έλεγχο της κινήσεως των οχημάτων πριν στρίψει αριστερά και εισέλθει στην οδό Σικελιανού καθώς και την πορεία του σώματος του ενάγοντος οδηγού της μοτοσικλέτας. Πολύ περισσότερο η απόσταση, στην οποία βρίσκονταν οι ανωτέρω, δεν τους επέτρεπε να δουν την τόσο χαρακτηριστική λεπτομέρεια που περιγράφουν (τουλάχιστον οι Α. Π. και Δ. Γ. στην προαναφερόμενη υπ' αριθμ. 18/2018 ένορκη βεβαίωση) ότι είδαν τον εναγόμενο οδηγό (το αυτοκίνητο του οποίου διέθετε, όπως αναφέρουν σκούρες μεμβράνες στα τζάμια του) να στρίβει το κεφάλι δεξιά όταν ήδη βρισκόταν στο ρεύμα πορείας της μοτοσικλέτας και τότε μόλις να αντιλαμβάνεται την κίνησή της. Λόγω δε της ανωτέρω αποστάσεως άπαντες οι φίλοι και αδερφός του ενάγοντος επιβιβάσθηκαν σε όχημα προκειμένου να προσέλθουν στον τόπο του ατυχήματος, χωρίς φυσικά να αντέχει στη βάσανο της λογικής ο ισχυρισμός τους ότι πήραν αυτοκίνητο για να το βάλουν πίσω από το τραυματισμένο σώμα του ενάγοντος, αφού έστω και γι' αυτήν την ενέργεια αρκούσε ένας να μεταφέρει το αυτοκίνητο στο εν λόγω σημείο και οι λοιποί να προστρέξουν πεζοί για βοήθεια, κίνηση αναμενόμενη για κάποιον που βρίσκεται σε απόσταση 50 μέτρων , όπως τουλάχιστον ο Δ. Γ. ισχυρίζεται στην προαναφερόμενη ένορκη βεβαίωση. Επισημαίνεται ότι ο εναγόμενος οδηγός κατηγορήθηκε και καταδικάσθηκε ως ένοχος σε ποινή φυλακίσεως δέκα μηνών για την αξιόποινη πράξη της σωματικής βλάβης από αμέλεια σε βάρος του ενάγοντος για το επίδικο συμβάν με την οριστική υπ' αριθμ. 3212/12-10-2018 απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Λάρισας. Κατόπιν τούτων είναι προφανές ότι ουδεμία υπαιτιότητα βαρύνει τον εναγόμενο οδηγό του ΙΧΕ αυτοκινήτου για την πρόκληση της επίδικης συγκρούσεως και τον συνεπεία αυτής τραυματισμό του ενάγοντος και επομένως, η αγωγή είναι απορριπτέα ως ουσία αβάσιμη. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο με την εκκαλουμένη απόφαση έκρινε ομοίως, έστω και με διαφορετικές αιτιολογίες όσον αφορά στο κεφάλαιο κατά το οποίο αυτή εκκαλείται, τις οποίες το Δικαστήριο τούτο αντικαθιστά (άρθρ. 534 ΚΠολΔ) με τις ορθές, όπως αναλυτικά έχουν εκτεθεί χωρίς να πρέπει να εξαφανιστεί, η εκκαλουμένη απόφαση, εφόσον οι εσφαλμένες αιτιολογίες δεν περιέχουν στοιχεία διατακτικού και δεν δημιουργούν δεδικασμένο (...), δεν έσφαλε και ορθώς εκτίμησε τις αποδείξεις. Συνακόλουθα ο μοναδικός λόγος της εφέσεως, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμος. Κατόπιν τούτων και εφόσον δεν προβάλλονται άλλοι λόγοι, η έφεση πρέπει ν' απορριφθεί κατ' ουσίαν". Έτσι που έκρινε το Εφετείο, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ως άνω εφαρμοσθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 914 ΑΚ, 12 § 1, 19 §§ 1, 2 και 3 του Κ.Ο.Κ., καθόσον, τα ανελέγκτως πιο πάνω δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, πληρούν το πραγματικό της έννοιας της αποκλειστικής υπαιτιότητας του αναιρεσείοντος και δικαιολογούν την απόρριψη του ισχυρισμού αυτού για αποκλειστική υπαιτιότητα του πρώτου αναιρεσιβλήτου. Επομένως, τα όσα αντίθετα υποστηρίζει, με το δεύτερο λόγο αναιρέσεως, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, κρίνονται αβάσιμα και πρέπει ν` απορριφθούν. Επίσης, το Δικαστήριο, δεν παραβίασε εκ πλαγίου τις ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του ΑΚ, και διέλαβε στην απόφασή του πλήρεις, σαφείς και χωρίς λογικά κενά και αντιφάσεις αιτιολογίες ως προς τα ζητήματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, οι οποίες καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο, ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή των ως άνω διατάξεων και, συνεπώς, η προσβαλλόμενη απόφαση δεν στερείται νομίμου βάσεως. Ειδικότερα, το Εφετείο διέλαβε πλήρη αιτιολογία ως προς την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της αμελούς συμπεριφοράς, που επέδειξε ο αναιρεσείων και του επελθόντος ζημιογόνου αποτελέσματος (του τραυματισμού αυτού), καθώς και ειδικότερα τα συγκροτούντα την έννοια της αμελείας περιστατικά που επέδειξε αυτός για την πρόκληση του εν λόγω τροχαίου ατυχήματος, σε συνδυασμό με τις παραβάσεις των διατάξεων του Κ.Ο.Κ., οι οποίες βρίσκονται σε αιτιώδη συνάφεια με το επελθόν αποτέλεσμα. Δεν συντρέχει δε η επικαλούμενη από τον αναιρεσείοντα πλημμέλεια της παραθέσεως ανεπαρκούς και ασαφούς αιτιολογίας στην προσβαλλόμενη απόφαση, επειδή, όπως αυτός διατείνεται, η προσβαλλόμενη απόφαση, περιέχει ελλιπείς και ανεπαρκείς αιτιολογίες, ισχυριζόμενος ότι (α) στην περιγραφή του τόπου του ατυχήματος δεν αναφέρει πόσες λωρίδες κυκλοφορίας είχαν τα δύο αντίρροπα ρεύματα κυκλοφορίας [προς Λάρισα και προς Βόλο] και πόσο πλάτος έχει κάθε λωρίδα κυκλοφορίας, και ποια λωρίδα κυκλοφορίας και ποιο μέρος του οδοστρώματος της κατεύθυνσης και ρεύματος πορείας προς Βόλο, καταλάμβανε η δίκυκλη μοτοσυκλέτα που αυτός οδηγούσε (β) Δεν αναφέρει την απόσταση που χώριζε τα δύο οχήματα, όταν ο πρώτος αναιρεσίβλητος σταμάτησε στην διασταύρωση των οδών Λάρισας - Βόλου και Σικελιανού και άρχισε να διενεργεί στροφή προς τα αριστερά (γ) Δεν αναφέρει αν, στην απόσταση που χώριζε τα δύο οχήματα, όταν ο πρώτος αναιρεσίβλητος σταμάτησε το όχημά του στην διασταύρωση των εν οδών Λάρισας -Βόλου και Σικελιανού, υπήρχε η δυνατότητα να γίνει αντιληπτή η κίνηση της μοτοσικλέτας (δ) Δεν προσδιορίζει πόσο οδόστρωμα είχε διανύσει κάθετα το με αριθμό κυκλοφορίας ... Ι.Χ.Ε. όχημα, που οδηγούσε ο πρώτος εναγόμενος- αναιρεσίβλητος από το ρεύμα κυκλοφορίας που διέσχισε κάθετα και αν το εναπομείναν ρεύμα κυκλοφορίας προς Βόλο ήταν ελεύθερο, για να ενεργήσει ο αναιρεσείων ελιγμό αποφυγής προς τα αριστερά, ενώ δεν εξειδικεύει πόσο μήκος από το όχημα του εναγόμενου, είχε απομείνει στο οδόστρωμα της οδού Βόλου και ποιο μέρος καταλάμβανε από αυτό, για να κριθεί αν είχε τη δυνατότητα να αποφύγει ο αναιρεσείων τη σύγκρουση με πέδηση ή με ελιγμό αποφυγής προς τα αριστερά, (ε) δεν αιτιολογεί αν το ατύχημα οφείλεται αποκλειστικά ή σε ποιο βαθμό στο ότι δεν διέθετε στοιχεία φωτισμού, κατά παράβαση του άρθρου 63 επ. του ν. 2696/1999, και αν αυτό βρίσκεται σε αιτιώδη συνάφεια με το ατύχημα. Επίσης η προσβαλλόμενη απόφαση στερείται αιτιολογίας, (ί) εφόσον δεν διαλαμβάνει καθόλου σκέψεις, και δεν εξειδικεύει, αν ο αναιρεσίβλητος οδηγός του με αριθμό ... ΙΧΕ αυτοκινήτου, πριν διενεργήσει τον ελιγμό προς τα αριστερά, βεβαιώθηκε προηγουμένως, ότι μπορούσε να πράξει τούτο χωρίς κίνδυνο ή παρακώλυση των οδηγών που ακολουθούσαν, δηλαδή και της άνευ αριθμού κυκλοφορίας δίκυκλης μοτοσικλέτας, (ii) Δεν κάνει καμία αναφορά : (α) για το ακριβές σημείο συγκρούσεως των οχημάτων επί του οδοστρώματος και (β) για τις τελικές θέσεις των οχημάτων, μετά τη σύγκρουση. Οι προαναφερόμενες από τον αναιρεσείοντα ως ελλείψεις και ασάφειες, πέραν του ότι, υπό τις προεκτεθείσες παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως, δεν συνιστούν τέτοιες, κατά τα λοιπά συνέχονται με την αξιολόγηση, στάθμιση και εκτίμηση των αποδείξεων, υπό την επίκληση δε της προβαλλόμενης πλημμέλειας της εκ πλαγίου παραβάσεως των άνω ουσιαστικών διατάξεων, πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας (άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ), καθόσον ανάγονται στην εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών, την αιτιολόγηση, τον συσχετισμό και την ανάλυση των αποδείξεων από το Εφετείο, καθώς και στην σαφήνεια, επάρκεια και πειστικότητα των επιχειρημάτων, με βάση τα οποία αυτό στήριξε το σαφές αποδεικτικό του πόρισμα, σχετικά με το πιο πάνω ουσιώδες ζήτημα, ήτοι την υπαιτιότητα του αναιρεσείοντος στην πρόκληση του ατυχήματος και ειδικότερα ότι α)ο πρώτος αναιρεσίβλητος πλησίασε προοδευτικά προς τη διαχωριστική νησίδα και με ασφαλή τρόπο πραγματοποίησε τη στροφή στο κέντρο της διασταύρωσης, ώστε το όχημα να εισέλθει στη δεξιά πλευρά του οδοστρώματος αυτής της κάθετης οδού Σικελιανού, β)το γεγονός δε ότι δεν επέτρεψε τη διέλευση της μοτοσικλέτας του ενάγοντος που κινούνταν αντίθετα στο οδόστρωμα της οδού Βόλου, την οποία είχε την πρόθεση να εγκαταλείψει, οφείλεται στο ότι αυτή (η μοτοσικλέτα) συνεπεία της ελλείψεως συστήματος φωτισμού και της μεγάλης ταχύτητας που είχε αναπτύξει δεν ήταν δυνατό να γίνει άμεσα αντιληπτή υπό τις προαναφερόμενες επικρατούσες συνθήκες και γ) ο εναγόμενος οδηγός εισήλθε πρώτος στην ως άνω διασταύρωση, οπότε δεν ήταν δυνατόν να αντιληφθεί την αιφνίδια εκ δεξιών του κάθετη κίνηση της μοτοσικλέτας, η οποία εκινείτο με ταχύτητα 112 χλμ/ώρα (όριο ταχύτητας 40 χλμ/ώρα), παρά το γεγονός ότι ήταν νύκτα και πλησίαζε σε διασταύρωση. Κατ` ακολουθίαν, ο πρώτος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια αληθώς από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Κατόπιν των ανωτέρω εκτεθέντων, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και να διαταχθεί, κατά το άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ, η εισαγωγή του παραβόλου, που καταβλήθηκε από τον αναιρεσείοντα, στο Δημόσιο Ταμείο. Τα δικαστικά έξοδα της δεύτερης αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις, πρέπει, κατά το σχετικό αίτημά της, να επιβληθούν σε βάρος του αναιρεσείοντος, (ο πρώτος αναιρεσίβλητος δεν παρέστη και, ως εκ τούτου, δεν υποβλήθηκε σε δικαστικές δαπάνες)λόγω της ήττας του, όπως ειδικότερα αναφέρεται στο διατακτικό (άρθ. 176, 183, 191 ΚΠολΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 7-10-2020 αίτηση του Β. Κ. του Δ., για αναίρεση της υπ` αριθμ. 37/2020 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Λάρισας. ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την εισαγωγή του παραβόλου που καταβλήθηκε από τον αναιρεσείοντα στο Δημόσιο Ταμείο. ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της δεύτερης αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ. ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 5 Μαΐου 2023. ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 11 Ιουλίου 2023. Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ