Αριθμός 1527/2023 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ A1' Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χρήστο Κατσιάνη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, Ασημίνα Υφαντή, Στέφανο - Σπυρίδωνα Πανταζόπουλο, Γεώργιο Παπαγεωργίου και Αικατερίνη Χονδρορίζου - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες. Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 20 Μαρτίου 2023, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Των αναιρεσειόντων: 1) Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "... ΑΒΕΕ", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, 2) Α. Π. του Χ., κατοίκου ..., οι οποίοι δεν εκπροσωπήθηκαν στο ακροατήριο. Της αναιρεσιβλήτου: Α. Π., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιάκωβο Βενιέρη με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10/2/2014 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αλεξανδρούπολης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 285/2015 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 168/2017 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αλεξανδρούπολης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 8/9/2017 αίτησή τους. Με την υπ' αριθμ. 75/2022 Πράξη του Προέδρου του Α1' Πολιτικού Τμήματος, ορίστηκε, κατ' εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 307 του ΚΠολΔ, η δικάσιμος, που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Από τη διάταξη του άρθρου 307 του Κ.Πολ.Δ., η οποία έχει εφαρμογή και στη διαδικασία της δίκης για την αναίρεση (άρθρο 573 παρ.1 του Κ.Πολ.Δ.), προκύπτει ότι, αν για οποιοδήποτε λόγο που παρουσιάζεται μετά το τέλος της συζητήσεως της υποθέσεως καταστεί αδύνατη η έκδοση της αποφάσεως (παραίτηση, παύση δικαστή κτλ), η συζήτηση επαναλαμβάνεται με τον ορισμό νέας δικασίμου και κοινοποίηση κλήσεως προς τους διαδίκους, ενέργειες που λαμβάνουν χώρα με την επιμέλεια είτε κάποιου εκ των διαδίκων, είτε της γραμματείας του δικαστηρίου (Α.Π.2113/2022, Α.Π.1763/2022, Α.Π.582/2016). Η επαναλαμβανόμενη κατ' άρθρο 307 του ΚΠολΔ συζήτηση αποτελεί, όπως και η από το άρθρο 254 του ΚΠολΔ συζήτηση, συνέχεια της προηγούμενης και όχι νέα συζήτηση (Α.Π.2113/2022, Α.Π. 936/2018). Στην προκειμένη περίπτωση, με την υπ' αριθμ. 75/2022 Πράξη του Προέδρου του Α1 Τμήματος του Αρείου Πάγου, νόμιμα επαναλαμβάνεται η συζήτηση της από 8-9-2017 κρινόμενης αίτησης αναιρέσεως, κατ'εφαρμογή του άρθρου 307 Κ.Πολ.Δ., μετά τη διαπίστωση, όπως αναφέρεται, αδυναμίας για την έκδοση αποφάσεως επί της αιτήσεως αυτής, η οποία είχε συζητηθεί ενώπιον του Α1 Πολιτικού Τμήματος του Αρείου Πάγου κατά τη δικάσιμο της 18-3-2019, και ορίστηκε ως νέα δικάσιμος για τη συζήτηση αυτής η αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας με κλήση των διαδίκων να παραστούν κατ' αυτήν. Από το από 8-4-2022 αποδεικτικό επιδόσεως του επιμελητή Δικαστηρίων του Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, ύστερα από παραγγελία του Προέδρου του Α1 Πολιτικού Τμήματος του Αρείου Πάγου, προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της ως άνω υπ'αριθ.75/2022 πράξης του Προέδρου του Α1 Πολιτικού Τμήματος του Αρείου Πάγου με κλήση για να παραστούν κατά την πιο πάνω δικάσιμο της 20-3-2023, επιδόθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα για τους αναιρεσείοντες κατά το άρθρο 143 παρ.3 Κ.Πολ.Δ. στον αντίκλητο δικηγόρο τους Αθανάσιο Δαρά. Οι τελευταίοι, μολονότι κλήθηκαν, δεν εμφανίστηκαν μετά πληρεξουσίου δικηγόρου, ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο, ούτε κατατέθηκε δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ.2 ΚΠολΔ., στη δικάσιμο αυτή, όταν εκφωνήθηκε η υπόθεση από τη σειρά του οικείου πινακίου, είχαν όμως εκπροσωπηθεί από πληρεξούσιο δικηγόρο κατά τη συζήτηση της ένδικης αίτησης αναίρεσης στην αρχική δικάσιμο της 18-3-2019, συνέχεια της οποίας αποτελεί η προκείμενη, κατά τα ανωτέρω. Με την κρινόμενη από 8-9-2017 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η 168/2017 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αλεξανδρούπολης, το οποίο δικάζοντας ως εφετείο, αντιμωλία των διαδίκων κατά την τακτική διαδικασία, επί της από 14-6-2016 έφεσης των εναγόντων και ήδη αναιρεσειόντων κατά της 285/2015 οριστικής απόφασης του Ειρηνοδικείου Αλεξανδρούπολης, κρίνοντας όμοια με το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, απέρριψε ως κατ'ουσίαν αβάσιμη την έφεσή τους. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο είχε απορρίψει ως κατ'ουσίαν αβάσιμη την από 10-2-2014 αγωγή αποζημίωσης λόγω της εις βάρος τους αδικοπραξίας της αντιδίκου τους αναιρεσίβλητης-άμισθης Υποθηκοφύλακα με την, παρά το νόμο, είσπραξη αναλογικών τελών εγγραφής προσημείωσης υποθήκης, άλλως απόδοσης του χωρίς νόμιμη αιτία πλουτισμού της εις βάρος της περιουσία τους. Η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 495 παρ. 3 Β' εδ.δ', 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ). Είναι, συνεπώς παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα) και πρέπει να ερευνηθεί, περαιτέρω, ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων αυτής, κατ' άρθρο 577 παρ. 3 του ίδιου Κώδικα. Κατά τη διάταξη του άρθρ. 14 του του ν. 3156/2003, η έκδοση ομολογιακού δανείου του νόμου αυτού, η παροχή κάθε είδους ασφαλειών, όλες οι συμβάσεις που προβλέπονται στο νόμο αυτό, καθώς και κάθε σχετική ή παρεπόμενη σύμβαση ή πράξη και η καταχώριση αυτών σε δημόσια βιβλία όπου απαιτείται, απαλλάσσονται από κάθε άμεσο ή έμμεσο φόρο, περιλαμβανομένου και του φόρου υπεραξίας, τέλος, ανταποδοτικό ή μη, τέλος χαρτοσήμου, εισφορά, εισφορά του ν. 128/1975, προμήθεια, δικαίωμα ή άλλη επιβάρυνση υπέρ του Δημοσίου ή τρίτων με την επιφύλαξη των διατάξεων που αφορούν το Κεντρικό Αποθετήριο Αξιών, ενώ κατά την παρ. 2 του ίδιου άρθρ. 14 του ν. 3156/2003, για κάθε εγγραφή σύστασης ή μεταβίβασης ή άρση ή διαγραφή εμπραγμάτων δικαιωμάτων ή σημειώσεων σε οποιοδήποτε δημόσιο βιβλίο, μητρώο ή κτηματολόγιο και για την καταχώριση των συμβάσεων των άρθρων 10 και 11 του νόμου αυτού καταβάλλονται μόνον πάγια δικαιώματα εμμίσθων ή αμίσθων υποθηκοφυλάκων 100 ευρώ, αποκλειόμενης οποιασδήποτε άλλης επιβάρυνσης ή τέλους. Ο περιορισμός αυτός δεν αφορά μόνον τα εισπραττόμενα από τον υποθηκοφύλακα δικαιώματα υπέρ τρίτων, αλλά και τα δικά του δικαιώματα, δηλαδή την αμοιβή του, που αντιδιαστέλλεται από τα υπέρ τρίτων δικαιώματα (Α.Π. 1358/1998), εμπίπτει δε στην παραπάνω ατέλεια και συνεπώς δεν υπόκειται στα οριζόμενα στο ν. 325/1976 αναλογικά δικαιώματα, αλλά σε πάγιο μόνον τέλος 100 ευρώ και η εγγραφή υποθήκης ή προσημείωσης υποθήκης όταν μ' αυτές ασφαλίζονται απαιτήσεις από ομολογιακό δάνειο οποιασδήποτε κατηγορίας από τις παραπάνω αναφερόμενες (ΑΠ 2252/2013). Εξάλλου, κατά το άρθρο 1344 ΑΚ, ο φύλακας υποθηκών ευθύνεται σε αποζημίωση όποιου ζημιώθηκε από πράξεις ή παραλείψεις σχετικές με την εκπλήρωση των υποχρεώσεων που του επιβλήθηκαν, ενώ κατά το άρθρ. 914 ΑΚ, όποιος ζημίωσε άλλον παράνομα και υπαίτια έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει, κατά τα οριζόμενα ειδικότερα στα άρθρ. 297 και 298 ΑΚ. Από τις διατάξεις των παραπάνω άρθρων, συνδυαζόμενες και με τις διατάξεις των άρθρων 330 ΑΚ και 15 ΠΚ, συνάγεται ότι αναγκαίες προϋποθέσεις της αδικοπρακτικής ευθύνης προς αποζημίωση είναι η ύπαρξη παράνομης συμπεριφοράς που να οφείλεται σε υπαιτιότητα του δράστη, η πρόκληση ζημίας και η αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της παράνομης συμπεριφοράς και της ζημίας που προκλήθηκε. Παράνομη είναι η συμπεριφορά που προσβάλλει τα προστατευόμενα από το νόμο δικαιώματα ή συμφέροντα άλλου και μπορεί να συνίσταται σε θετική πράξη ή παράλειψη, εφόσον στην τελευταία περίπτωση υπήρχε ιδιαίτερη νομική υποχρέωση προφύλαξης του προσβληθέντος δικαιώματος ή συμφέροντος και αποτροπής του ζημιογόνου αποτελέσματος. Υπαίτια είναι η συμπεριφορά που επιτρέπει να αποδοθεί στο δράστη προσωπική μομφή, δηλαδή η υπαιτιότητα βασίζεται στον ψυχικό δεσμό του δράστη με την αδικοπραξία. Στην έννοια της υπαιτιότητας περιλαμβάνεται ο δόλος και η αμέλεια. Η αμέλεια είναι αόριστη νομική έννοια (ΟλΑΠ 15/2006, Α.Π. 436/2015, Α.Π.180/2011, Α.Π.1167/2004, Α.Π. 1107/2002), η οποία, κατά το άρθρ. 330 εδ. β' ΑΚ, υπάρχει όταν δεν καταβάλλεται η απαιτούμενη στις συναλλαγές επιμέλεια που μπορούσε να καταβληθεί, με συνέπεια έτσι ο δράστης είτε να μην έχει προβλέψει το ζημιογόνο αποτέλεσμα της συμπεριφοράς του είτε να το έχει μεν προβλέψει ως δυνατό, να έχει όμως πιστέψει ότι δεν θα επερχόταν. Εξάλλου πρόσφορη αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της παράνομης συμπεριφοράς του δράστη και της ζημίας που προκλήθηκε, υπάρχει όταν η συμπεριφορά αυτή, κατά το χρόνο και τις συνθήκες που έλαβε χώρα, ήταν ικανή, κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων και χωρίς τη μεσολάβηση άλλου περιστατικού, να επιφέρει τη συγκεκριμένη ζημία. Επομένως, και ο υποθηκοφύλακας, ο οποίος ενεργώντας υπαίτια (από δόλο ή αμέλεια) ζήτησε και έλαβε για την εγγραφή προσημείωσης υποθήκης στα τηρούμενα από αυτόν οικεία βιβλία αμοιβή μεγαλύτερη από την προβλεπόμενη στο νόμο, διαπράττει αδικοπραξία και υποχρεούται να αποζημιώσει με το επιπλέον ποσό που έλαβε για αμοιβή του εκείνον που το κατέβαλε (Α.Π.436/2015, Α.Π. 1666/2014, Α.Π. 410/1988). Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1, 2, 3, 19 του α.ν. 153/1967, άρθρ. 1, 2 ν.δ. 811/1971, 1, 2 - 9,16, 19, 25 ν. 325/1976, 3/1967, σε συνδ.με τις 150525/26-9-2002 απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης και 26233/8-3-2005 κοινή απόφαση των Υπουργών Δικαιοσύνης και Οικονομικών, εκδοθείσες βάσει της εξουσιοδοτικής διάταξης του άρθρου 19 παρ.2 ν. 325/1976, προκύπτει ότι οι άμισθοι υποθηκοφύλακες, κατά την εγγραφή κάθε πράξης στα τηρούμενα στο Υποθηκοφυλακείο τους βιβλία, εισπράττουν "δικαιώματα", πάγια και αναλογικά, όπως αυτά καθορίζονται, κατά βάση, στα άρθρα 2 έως 9 του ν. 325/1976, από τα ανωτέρω δε "δικαιώματα", τόσο τα υπέρ του Δημοσίου απευθείας εισπραττόμενα, (σύμφωνα με το άρθρο 4 του ν. 325/1976 επί των αναφερόμενων στο άρθρο 3 του ίδιου νόμου πράξεων), όσο και από τα υπέρ των άμισθων υποθηκοφυλάκων καταβαλλόμενα, (σύμφωνα με τα άρθρα 2 και 5 του ίδιου ως άνω νόμου), εκείνα που υπερβαίνουν αφενός τα οριζόμενα στο άρθρο 16 του ν. 325/1976 ποσά, τα οποία αυτός δικαιούται να παρακρατήσει ως αμοιβή του και για την αντιμετώπιση των γενικών εξόδων κανονικής λειτουργίας του Υποθηκοφυλακείου του (όπως τα ποσά αυτά ισχύουν κάθε φορά αναπροσαρμοζόμενα διαδοχικά με κοινές αποφάσεις των Υπουργών Δικαιοσύνης και Οικονομικών, εκδοθείσες βάσει της εξουσιοδοτικής διάταξης του άρθρου 19 παρ.2 ν. 325/1976), αφετέρου τα οριζόμενα στην παρ. 4 του άρθρου 56 του καν. δ/τος της 19/23.7.1941, (άρθρο 1 ν.δ. 811/1971), ποσά των νόμιμων δαπανών μισθοδοσίας και ασφάλισης του απασχολούμενου από τον υποθηκοφύλακα προσωπικού κ.τ.λ., αποτελούν έσοδα του Δημοσίου, που ανήκουν στη διαχείριση του οικείου άμισθου υποθηκοφύλακα, ο οποίος υποχρεούται να τα αποδίδει στο Δημόσιο Ταμείο, σύμφωνα με τα ειδικότερα οριζόμενα στο άρθρο 2 του α.ν. 153/1967. Προς τούτο οι άμισθοι υποθηκοφύλακες τηρούν και "βιβλίο εισοδημάτων", στο οποίο καταχωρίζονται και αθροίζονται ανά τρίμηνο, κατά τον αναλυτικώς παρατιθέμενο στην απόφαση αυτή τρόπο, αφενός το σύνολο των εισπραττόμενων ποσών των δικαιωμάτων που προκύπτουν από το "βιβλίο εισαγομένων εγγραφών" και το "βιβλίο εκδόσεως πιστοποιητικών και αντιγράφων" και αφετέρου τα ποσά υπέρ του άμισθου υποθηκοφύλακα (άρθρο 16 ν. 325/1976), τα καταβαλλόμενα για τη μισθοδοσία των απασχολούμενων στο άμισθο υποθηκοφυλακείο υπαλλήλων - βοηθών και για την εργοδοτική εισφορά του άμισθου υποθηκοφύλακα στο ΙΚΑ ή σε άλλο ασφαλιστικό ταμείο, καθώς και οι αναλογούσες υπέρ του Ταμείου Νομικών εισφορές του και το προκύπτον υπόλοιπο από τα ποσά αυτά κατατίθεται από τον άμισθο υποθηκοφύλακα στο δημόσιο ταμείο, ως δημόσιο έσοδο, ανά τρίμηνο και εντός του πρώτου δεκαημέρου του επόμενου μήνα της λήξεως του τριμήνου, σύμφωνα με την αντίστοιχη εκκαθαριστική δήλωση απόδοσης στο Δημόσιο των δικαιωμάτων του, την οποία υποβάλλουν. Επομένως, το αρχικό σύνολο των ποσών που εισπράττει ο άμισθος υποθηκοφύλακας ως νόμιμα αυτού δικαιώματα, πριν ακόμη εκκαθαριστούν κατά τα ανωτέρω, περιέρχονται άμεσα στην περιουσία του, έχοντας όμως νόμιμη υποχρέωση να αποδώσει στο Δημόσιο την ως άνω διαφορά, αν φυσικά υπάρξει. Αν λοιπόν μεταξύ των εισπραχθέντων και υπό εκκαθάριση τελούντων δικαιωμάτων περιλαμβάνεται και κάποιο που εισπράχθηκε αχρεωστήτως, (λ.χ. ως μη προβλεπόμενο από το νόμο ή καθ' υπέρβαση του προβλεπόμενου) και επομένως συνιστά αποδοτέο κατά τα άρθρα 904 επ. ΑΚ αδικαιολόγητο πλουτισμό, το ποσό αυτό περιέρχεται στην περιουσία του υποθηκοφύλακα και για τούτο είναι εφαρμοστέες οι διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού, αφού συντρέχει η προϋπόθεση της αμεσότητας της περιουσιακής μετακίνησης. Σε περίπτωση όμως που, μετά την εκκαθάριση, ένα μέρος του αποδίδεται ως πλεονάζον στο Δημόσιο, είναι ζήτημα πραγματικό, εξεταζόμενο στο πλαίσιο της έρευνας, καταλυτικού του δικαιώματος του ενάγοντος, ισχυρισμού του εναγομένου, εκ του άρθρου 909 Α.Κ. περί του αν σώζεται και σε ποια έκταση ο πλουτισμός του, να ευρεθεί η επί του αχρεωστήτως εισπραχθέντος ποσού αναλογία εκείνου του μέρους, που αποδόθηκε στο Δημόσιο (Ολ.Α.Π.6/2020). Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 560 αρ.1 του Κ.Πολ.Δ., που είναι ταυτόσημη με την διάταξη του άρθρου 559 παρ.1 εδ. α' του ίδιου κώδικα, αναίρεση επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 7/2006). Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικώς και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (Α.Π.141/2021, ΑΠ 259/2019, Α.Π.319/2017, Α.Π. 130/2016, Α.Π. 1420/2013). Με τη διάταξη του άρθρου 560 αρ.1 εδ.β' Κ.Πολ.Δ., που είναι ταυτόσημη με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 εδ. β' του ίδιου κώδικα, ορίζεται περαιτέρω ότι η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναίρεσης μόνο αν τα διδάγματα αυτά αφορούν την ερμηνεία των κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ' αυτούς. Ως διδάγματα της κοινής πείρας θεωρούνται οι γενικές και αφηρημένες αρχές που αντλούνται από την εμπειρική πραγματικότητα, τη συμμετοχή στις συναλλαγές και τις γενικές τεχνικές ή επιστημονικές γνώσεις που έχουν γίνει κοινό κτήμα και χρησιμοποιούνται από το δικαστήριο είτε για την ανεύρεση με βάση αυτά της αληθινής έννοιας κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ιδίως όταν αυτός περιέχει αόριστες νομικές έννοιες, ήτοι για την εξειδίκευση των αόριστων νομικών εννοιών, είτε για την έμμεση απόδειξη κρίσιμων γεγονότων ή την εκτίμηση της αποδεικτικής αξίας των αποδεικτικών μέσων ή στοιχείων που χρησιμοποιήθηκαν κατά το άρθρο 336 παρ. 4 του ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 8/2005). Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 560 αρ.6 Κ.Πολ.Δ., που είναι ταυτόσημη με τη διάταξη του άρθρου 559 παρ. 19 του ίδιου κώδικα, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα, που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζητήματα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι να μην μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόσθηκε ή δεν εφαρμόσθηκε (ΟλΑΠ 6/2006, Ολ.Α.Π.1/1999). Ειδικότερα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση, στη συγκεκριμένη περίπτωση, της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της. Αντίφαση δε στις αιτιολογίες υπάρχει, όταν τα πραγματικά περιστατικά ,που αναγράφονται σε αυτήν και στηρίζουν το αποδεικτικό της πόρισμα για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων, που τείνει στη θεμελίωση ή κατάλυση του επιδίκου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι τη κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της συγκεκριμένης ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης. Ελλείψεις όμως αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (ΑΠ 695/2020). Τέλος, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 560 αρ.5 Κ.Πολ.Δ., που είναι ταυτόσημη του άρθρου 559 αρ.8 του ίδιου κώδικα, αναίρεση επιτρέπεται και εάν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής ως "πράγματα", των οποίων η λήψη υπόψη, καίτοι μη προταθέντων ή αντίθετα η μη λήψη υπόψη, καίτοι προταθέντων, ιδρύει τον ως άνω αναιρετικό λόγο, νοούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί και παραδεκτά προβαλλόμενοι ισχυρισμοί που συγκροτούν την ιστορική βάση και, επομένως, στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως ουσιαστικού ή δικονομικού δικαίου (Ολ.ΑΠ 22/2005, Ολ.ΑΠ 25/2003, ΑΠ 757/2015). Στοιχείο ενός αυτοτελούς ισχυρισμού είναι κάθε περιστατικό το οποίο, αφηρημένως λαμβανόμενο, οδηγεί κατά νόμο στη γέννηση ή στην κατάλυση του δικαιώματος που ασκείται με την αγωγή ή την ένσταση (AΠ 50/2020, ΑΠ 1795/2008). Επομένως, δεν αποτελούν "πράγματα" οι μη νόμιμοι, απαράδεκτοι, αόριστοι και αλυσιτελείς ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης και το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει σ' αυτούς, ούτε και οι αρνητικοί ισχυρισμοί, που συνέχονται με την ιστορική βάση της αγωγής, ένστασης ή αντένστασης και αποτελούν αιτιολογημένη άρνηση καθεμιάς εξ αυτών, αφού αυτοί αποκρούονται με την παραδοχή ως βασίμων των θεμελιωτικών τους γεγονότων. (ΟλΑΠ 8/2013, Ολ ΑΠ 3/1997, ΑΠ 1142/2019, ΑΠ 630/2020). Ως εκ τούτου, και ο λόγος εφέσεως αποτελεί "πράγμα" κατά την ως άνω έννοια του άρθρου 559 αρ. 8 ΚΠολΔ, μόνον όταν επαναφέρει προς κρίση στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο αυτοτελή πραγματικό ισχυρισμό και όχι άρνηση της αγωγής ή της ένστασης (ΑΠ 1187/2021, 1588/2017). Στην προκειμένη περίπτωση, από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), το Εφετείο, δέχτηκε, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά περί των πραγμάτων κρίση του, τα ακόλουθα: "Δυνάμει του από 5-6-2013 Προγράμματος εκδόσεως κοινού εμπραγμάτως εξασφαλισμένου ομολογιακού δανείου μέχρι ποσού 14.035.000,00 € μετά συμβάσεων καλύψεως και πρωτογενούς διαθέσεως και ορισμού πληρεξουσίου καταβολών και εκπροσώπου των ομολογιούχων, συνήφθη στη Θεσσαλονίκη στις 5-6-2013 μεταξύ της πρώτης ενάγουσας ως εκδότριας, του δευτέρου ενάγοντος ως εγγυητή και της ΕΜΠΟΡΙΚΗΣ ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε. (της οποίας καθολική διάδοχος τυγχάνει η τράπεζα με την επωνυμία "ΑΛΦΑ ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΙΑ") ως εκπροσώπου των ομολογιούχων και πληρεξουσίου καταβολών και των ανωνύμων τραπεζικών εταιριών με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ", "ΤΡΑΠΕΖΑ ΕUROBANK ΕRGASIAS ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", "ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΙΑ" και "ΑΤΤΙCΑ ΒΑΝΚ ΑΝΩΝΥΜΗ ΤΡΑΠΕΖΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" ως αρχικών ομολογιούχων, ομολογιακό δάνειο συνολικής ονομαστικής αξίας (κεφαλαίου) 14.035.000,00 €, διεπόμενο από τις διατάξεις του Ν. 3156/2003 και από τους ειδικότερους όρους της σύμβασης. Προς εξασφάλιση των απαιτήσεων των ομολογιούχων δανειστών, δυνάμει της υπ' αριθ. 7947Σ/29-7-2013 απόφασης του Ειρηνοδικείου Αθηνών (διαδικασία ασφαλιστικών μέτρων), χορηγήθηκε η άδεια στην "ΑΛΦΑ ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΙΑ" ως εκπροσώπου και για λογαριασμό των ανωτέρω ομολογιούχων δανειστών να εγγράφει προσημειώσεις υποθήκης συνολικού ποσού 14.257.600,00€ επί ακινήτων ιδιοκτησίας των εναγόντων, μεταξύ των οποίων και των περιγραφόμενων στην υπό κρίση αγωγή ακινήτων στα βιβλία υποθηκών του αρμόδιου Υποθηκοφυλακείου Αλεξανδρούπολης, το κόστος δε της εγγραφής των προσημειώσεων είχαν αναλάβει οι ενάγοντες. Στις 23-8-2013 οι ενάγοντες υπέβαλαν προς την εναγόμενη, άμισθη υποθηκοφύλακα Αλεξανδρούπολης, τις υπ' αριθ. πρωτ. ...23-8-2013 αιτήσεις εγγραφής προσημείωσης υποθήκης και έκδοσης πιστοποιητικού εγγραφής προσημείωσης και πιστοποιητικών ιδιοκτησίας, βαρών και μη διεκδικήσεων, με ημερομηνία επομένη της εγγραφής, για τα ακίνητα επί των οποίων ζητείτο η εγγραφή προσημείωσης, ζητώντας η εγγραφή να γίνει με καταβολή παγίων δικαιωμάτων 100,00€ σύμφωνα με όσα ορίζει το άρθρο 14 παρ. 2 του Ν. 3156/2013. Η εναγόμενη με τις ταυτάριθμες υπ' αριθ. ...23-8-2013 πράξεις της, απέρριψε τις ανωτέρω αιτήσεις και αρνήθηκε να εγγράψει στα βιβλία υποθηκών του Υποθηκοφυλακείου Αλεξανδρούπολης τις αιτούμενες προσημειώσεις, επικαλούμενη: α) ότι η παρ. 2 του άρθρου 14 του Ν. 3156/2003 εφαρμόζεται μόνο στα ομολογιακά δάνεια τιτλοποίησης επιχειρηματικών απαιτήσεων και απαιτήσεων από ακίνητα και όχι στα κοινά ομολογιακά δάνεια, β) ότι η διάταξη της παρ. 2 του άρθρου 14 του Ν. 3156/2003 είναι αντισυνταγματική επειδή περιορίζει υπέρμετρα την οικονομική και επαγγελματική ελευθερία των υποθηκοφυλάκων, γ) ότι η ίδια διάταξη αντίκειται σε Κοινοτικές διατάξεις που απαγορεύουν τη χορήγηση ενισχύσεων υπό οποιαδήποτε μορφή από τα κράτη ή με κρατικούς πόρους και νοθεύουν ή απειλούν να νοθεύσουν τον ανταγωνισμό, και, δ) ότι η προσημείωση υποθήκης δεν αποτελεί εμπράγματο δικαίωμα και δεν εφαρμόζεται επ' αυτής η διάταξη της παρ. 2 του άρθρου 14 του Ν. 3156/2003. Στη συνέχεια, οι ενάγοντες στις 28-8- 2013 κατέβαλαν το ποσό των 8.996,65 ευρώ στην εναγόμενη, εκ των οποίων το ποσό των 8.681,42 € για πληρωμή αναλογικών τελών εγγραφής τεσσάρων (4) προσημειώσεων υποθήκης. Στη σχετική εντολή πληρωμής προς την πληρώτρια τράπεζα (ΑLPHA ΒΑΝΚ) σημειώνεται "Με ρητή επιφύλαξη δικαιώματος δικαστικής αναζήτησης του ποσού". Κατόπιν δε των υπ' αριθ. πρωτ. ...29-8-2013 αιτήσεων της ΑLPHA ΒΑΝΚ ενεγράφησαν αυθημερόν οι αιτούμενες προσημειώσεις στα βιβλία υποθηκών του Υποθηκοφυλακείου Αλεξανδρούπολης και χορηγήθηκαν στην αιτούσα τα σχετικά πιστοποιητικά εγγραφής προσημείωσης και πιστοποιητικά ιδιοκτησίας, βαρών και μη διεκδικήσεων για τα ακίνητα επί των οποίων ενεγράφησαν οι προσημειώσεις. Για τις εγγραφές αυτές, η εναγόμενη αξίωσε και έλαβε από την πρώτη ενάγουσα, αντί του πάγιου ποσού των 100,00 € που προβλέπεται από τη διάταξη του άρθρου 14 παρ. 2 του Ν. 3156/2003 για κάθε προσημείωση, ήτοι εν προκειμένω αντί του ποσού των 300,00 €, το ποσό των 7.311,63 €, και, από το δεύτερο ενάγοντα, αντί του ποσού των 100,00 €, το ποσό των 1.369,79 €, σύμφωνα με τα επικαλούμενα και νόμιμα προσκομιζόμενα υπ' αριθ. ...29-8-2013 τιμολόγια παροχής υπηρεσιών της εναγόμενης. Το πιο πάνω, συνολικό ποσό των (7.311,63 + 1.369,79) = 8.681,42 € που εισέπραξε η εναγόμενη Υποθηκοφύλακας, υπολόγισε σε ποσοστό επί του ύψους της ασφαλιζόμενης απαίτησης με βάση τις διατάξεις των άρθρων 1 επ. Ν. 325/1976, 20 παρ. 5 του Ν. 2145/1993, 5 του Ν. 2408/1996, 17 παρ. 4 του Ν. 3226/2004, σε συνδυασμό και με την υπ' αριθ. 100132/1996 απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης περί αναλογικών δικαιωμάτων, που ισχύουν γενικά για τις καταχωρούμενες στα Υποθηκοφυλακεία πράξεις και όχι, όπως έπρεπε, με βάση την ως άνω ειδική διάταξη του άρθρου 14 παρ. 2 του Ν. 3156/2003. Τούτο δε, διότι η εγγραφή των παραπάνω προσημειώσεων υποθήκης είχε επιτραπεί κατά τη διάταξη του άρθρου 12 του Ν. 3156/2003, προς το σκοπό της εξασφάλισης απαιτήσεων των ομολογιούχων δανειστών από κοινό ομολογιακό δάνειο. Σύμφωνα δε με όσα εκτέθηκαν παραπάνω και δη κατά τις διατάξεις του άρθρου 14 παρ. 1 και 2 του Ν. 3156/2003, κάθε ομολογιακό δάνειο του νόμου αυτού απαλλάσσεται από κάθε εισφορά, φόρο ή τέλος, και κάθε εγγραφή εμπραγμάτου δικαιώματος στα οικεία δημόσια βιβλία προς εξασφάλιση της σχετικής απαίτησης, όπως είναι και η προσημείωση υποθήκης στην ένδικη περίπτωση, επιβαρύνεται μόνο με πάγια δικαιώματα υποθηκοφύλακα ύψους 100,00 €. Από τα ως άνω αποδεικτικά μέσα, όμως, αποδεικνύεται ότι η εναγόμενη Υποθηκοφύλακας έπραξε τούτο όχι με δόλο ή με σκοπό βλάβης των εναγόντων, ούτε από αμέλειά της ως προς την εκπλήρωση των καθηκόντων της, αλλά διότι πίστευε στην ορθότητα του γενόμενου απ' αυτήν υπολογισμού. Στην κρίση της δε αυτή οδηγήθηκε δικαιολογημένα, όχι μόνο από προσωπική πεποίθηση, αλλά έχοντας υπόψη της, γνωμοδοτήσεις και δικαστικές αποφάσεις που ενίσχυαν την κρίση της, εφόσον, κατά τον κρίσιμο χρόνο που ενήργησε η εναγόμενη (23-8-2013), μερίδα της νομολογίας και της θεωρίας υποστήριζαν την άποψη ότι η διάταξη του άρθρου 14 παρ. 2 του Ν. 3156/2003 αντίκειται στη συνταγματική αρχή της αναλογικότητας και αποτελεί ανεπίτρεπτο περιορισμό της κατοχυρωμένης με το άρθρο 5 παρ. 1 του Συντάγματος οικονομικής και επαγγελματικής ελευθερίας των υποθηκοφυλάκων ....... Η παράλειψη της εναγομένης να ακολουθήσει την αντίθετη νομολογία, δεν συνιστά σε κάθε περίπτωση αμέλεια κατά την άσκηση των καθηκόντων της, δεδομένου ότι η έκδοση αντιφατικών αποφάσεων εκ μέρους των δικαστηρίων της ουσίας επί του αυτού ζητήματος δικαιολογεί την επιλογή από τον ενδιαφερόμενο της γνώμης, που, κατά την κρίση του, είναι η ορθότερη, η οποία εντεύθεν αποκλείει την ύπαρξη αμέλειας ....... Περαιτέρω, ούτε η επισήμανση από τους ενάγοντες της διαφορετικής άποψής τους και η παρά ταύτα παράλειψη της εναγομένης να ακολουθήσει αυτή συνιστά αμελή συμπεριφορά. Εξάλλου, οι ενάγοντες είχαν το δικαίωμα να προσφύγουν κατά των επίδικων πράξεων άρνησης της Υποθηκοφύλακα Αλεξανδρούπολης ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αλεξανδρούπολης με τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας (άρθρο 791 ΚΠολΔ), όπως τους είχε υποδείξει η ίδια η ενάγουσα με τις άνω αρνητικές της απαντήσεις. Ο ισχυρισμός των εναγόντων ότι υπήρχε κατεπείγουσα ανάγκη για εξόφληση ληξιπρόθεσμων απαιτήσεων και ότι η προσφυγή στο αρμόδιο Δικαστήριο κατ' άρθρο 791 ΚΠολΔ θα καθυστερούσε την εκταμίευση των χρημάτων του δανείου, δεν είναι βάσιμος, διότι, η δανειολήπτρια διατυπώνοντας το αίτημά της να καταβάλει πάγια και όχι αναλογικά δικαιώματα υποθηκοφύλακα δεν χάνει κανένα δικαίωμά της αφού η αίτησή της καταχωρείται άμεσα στο γενικό βιβλίο του Υποθηκοφυλακείου και έχει τη δυνατότητα να λάβει πιστοποιητικά βαρών μέχρι και τη συγκεκριμένη ημεροχρονολογία και ώρα, τα οποία δύναται να προσκομίσει στη δανείστρια τράπεζα, η οποία και εξασφαλίζεται, γιατί όταν εκδοθεί η απόφαση του Δικαστηρίου με την οποία αίρεται η εκκρεμότητα αναφορικά με το ύψος των δικαιωμάτων, είτε θετικά είτε αρνητικά για την αιτούσα, η προσημείωση ανατρέχει στο χρόνο υποβολής του αιτήματος και όχι στο χρόνο έκδοσης της οριστικής ή τελεσίδικης απόφασης. Τέλος, ούτε η παράλειψη της εναγομένης να ζητήσει γνωμοδότηση του αρμοδίου εισαγγελέα σχετικά με τη δυνατότητα εφαρμογής της άνω διάταξης στην ένδικη περίπτωση, συνιστά αμέλεια, αφού για το ζήτημα αυτό είχαν ήδη κρίνει τα δικαστήρια και κατά το άρθρο 25 παρ. 2 του Κώδικα Οργανισμού Δικαστηρίων ο εισαγγελέας γνωμοδοτεί για νομικά ζητήματα, τα οποία όμως δεν έχουν εισαχθεί στα δικαστήρια ....... Με τα δεδομένα αυτά και ανεξάρτητα από το αν στην προκείμενη περίπτωση τα τέλη των τεσσάρων (4) προσημειώσεων έπρεπε να υπολογιστούν διαφορετικά, δεν αποδείχθηκε ότι η εναγόμενη βαρύνεται με υπαιτιότητα (δόλο ή έστω αμέλεια) ως προς την είσπραξη του παραπάνω ποσού. Επομένως, η υπό κρίση αγωγή ως προς την κύρια βάση της από την αδικοπραξία είναι απορριπτέα ως ουσιαστικά αβάσιμη. Οι διατάξεις των άρθρων 5 του Ν. 325/1976, της απόφασης του Υπουργού Δικαιοσύνης 150525/26-9-2002 (ΦΕΚ Β' 1291/4-10-2002), των άρθρων 1, 2 και 3 του Α.Ν. 153/1967, του Ν.Δ. 811/1971 και της απόφασης των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών και Δικαιοσύνης 26233/8-3-2005 (ΦΕΚ Β' 341/16-3- 2005), προβλέπουν, μεταξύ άλλων, και την εκκαθάριση των εισπραττομένων από τον άμισθο υποθηκοφύλακα και υπέρ αυτού δικαιωμάτων ανά τρίμηνο, μετά από παρακράτηση της αμοιβής του, των δαπανών μισθοδοσίας των υπαλλήλων, των εισφορών (εργατικών και εργοδοτικών) υπέρ των ασφαλιστικών ταμείων και των εξόδων λειτουργίας και μηχανοργάνωσης του Υποθηκοφυλακείου. Τα επιπλέον των ανωτέρω εισπραττόμενα δικαιώματα κατατίθενται ως δημόσιο έσοδο στο οικείο Δημόσιο Ταμείο ανά τρίμηνο και εντός του πρώτου δεκαημέρου του επομένου μηνός της λήξεως του τριμήνου (άρθρο 2 του Α.Ν. 153/1967). Στην προκείμενη περίπτωση, ως προς την επικουρική βάση του αδικαιολόγητου πλουτισμού της ένδικης αγωγής, από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά μέσα, αποδεικνύεται ότι η εναγόμενη Υποθηκοφύλακας, πριν την επίδοση της αγωγής: α) απέδωσε αυτούσιο στο Ελληνικό Δημόσιο το ποσό των 6.794,24€ τη 10η-10-2013 (βλ. το υπ' αριθ. .../10-10-2013 διπλότυπο είσπραξης της Δ.Ο.Υ. Αλεξανδρούπολης όπου αναφέρεται στις παρατηρήσεις: "3ο ΤΡΙΜΗΝΟ 2013 ΕΓΓΡΑΦΗ ΠΡΟΣΗΜ. ΜΕ ΤΙΣ ΥΠ'ΑΡΙΘ..../2013 ΚΑΤΑΧΩΡΗΣΕΙΣ ΤΗΣ ΥΠ'ΑΡΙΘ.7947Σ/2013 ΑΠΟΦΑΣΗΣ ΤΟΥ ΕΙΡΗΝΟΔΙΚΕΙΟΥ ΑΘΗΝΩΝ"), που είχε εισπράξει από τους ενάγοντες ως αναλογικά δικαιώματα (βλ. υπ' αριθ. ...29-8-2013 τιμολόγια παροχής υπηρεσιών με την ένδειξη αξία υποκείμενη σε ΦΠΑ), β) απέδωσε στο Ελληνικό Δημόσιο (Δ.Ο.Υ. Φ.Α.Ε. Αθηνών) το ποσό των 140,00€, που είχε εισπράξει από τους ενάγοντες ως δικαιώματα υπέρ του ΟΚΧΕ (βλ. υπ' αριθ. ...29-8-2013 τιμολόγια παροχής υπηρεσιών με την ένδειξη αξία μη υποκείμενη σε ΦΠΑ σε συνδυασμό με την από Αύγουστο 2013 μηνιαία κατάσταση απόδοσης παγίων τελών μηχανογράφησης και το από 3-9-2013 παραστατικό της Τράπεζας Πειραιώς), γ) απέδωσε στο Ελληνικό Δημόσιο (Υπουργείο Δικαιοσύνης) το ποσό των 184,50 €, που είχε εισπράξει από τους ενάγοντες ως δικαιώματα υπέρ του ΤΑΧΔΙΚ (βλ. υπ' αριθ. ...29-8-2013 τιμολόγια παροχής υπηρεσιών με την ένδειξη αξία μη υποκείμενη σε ΦΠΑ σε συνδυασμό με το προσκομιζόμενο μετ' επικλήσεως ακριβές αντίγραφο - απόσπασμα του βιβλίου εισαγωγής εγγράφων και εισπράξεως τελών του Υποθηκοφυλακείου Αλεξανδρούπολης με α.α. καταχώρισης ...), και, δ) απέδωσε στο Ελληνικό Δημόσιο το ποσό των 1.562,68€, που αντιστοιχεί στο ΦΠΑ 23% του ποσού των 6.794,24€ (βλ. υπ' αριθ. ...29-8-2013 τιμολόγια παροχής υπηρεσιών με την ένδειξη αξία ΦΠΑ σε συνδυασμό με τα στοιχεία είσπραξης περιοδικής δήλωσης ΦΠΑ του τρίτου τριμήνου έτους 2013 μέσω internet). Έτσι, η εναγόμενη κατά τα ανωτέρω ποσά που ανέρχονται συνολικά σε (6.794,24 + 140 + 184,50 + 1.562,68) = 8.681,42€, ήτοι για όλο το ποσό της ένδικης αγωγής, δεν κατέστη αδικαιολόγητα πλουσιότερη, αφού το ποσό αυτό εν τέλει δεν παρέμεινε στην περιουσία της σε εκτέλεση διατάξεων του νόμου. Επομένως, η από τη διάταξη του άρθρου 909 ΑΚ ένσταση της εναγομένης, η οποία ως αυτοτελής πραγματικός ισχυρισμός που περιέχει πραγματικά περιστατικά διάφορα από εκείνα που αποτελούν την ιστορική βάση της αγωγής και με τα οποία επιδιώκεται η απόρριψη της τελευταίας, είναι επαρκώς ορισμένη περιλαμβάνουσα σαφή έκθεση των γεγονότων που τη θεμελιώνουν και ορισμένο αίτημα ...., είναι βάσιμη κατ' ουσίαν και ως εκ τούτου και η αγωγή ως προς την επικουρική της βάση από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό είναι απορριπτέα ως κατ' ουσίαν αβάσιμη. Σύμφωνα με όλα όσα προαναφέρθηκαν, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που έστω με εν μέρει διαφορετική αιτιολογία, απέρριψε ως κατ' ουσίαν αβάσιμη την αγωγή τόσο ως προς την κύρια βάση της από τις διατάξεις περί αδικοπραξιών, όσο και ως προς την επικουρική της βάση από τις διατάξεις περί αδικαιολόγητου πλουτισμού, ορθά εκτίμησε τις προσαχθείσες ενώπιον του αποδείξεις και εφάρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 1 επ. του Ν. 325/1976 και 1, 2, 3 του Α.Ν. 153/1967, όσα δε αντίθετα ισχυρίζονται οι εκκαλούντες κρίνονται απορριπτέα...". Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο, απέρριψε κατ' ουσία την έφεση των ήδη αναιρεσειόντων-εναγόντων, επικυρώνοντας την απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, το οποίο απέρριψε την αγωγή τους ως ουσιαστικά αβάσιμη κατά την κύρια και την επικουρική της βάση. Ειδικότερα, κατά την κύρια αγωγική βάση, με τις παραδοχές αυτές το Εφετείο δέχθηκε ότι δεν υπήρχε αδικοπρακτική ευθύνη της αναιρεσίβλητης, λόγω έλλειψης υπαιτιότητάς της, είτε υπό τη μορφή του δόλου, είτε υπό τη μορφή της αμέλειας και απέρριψε κατ'ουσίαν την έφεση, επικυρώνοντας την πρωτόδικη απόφαση, που είχε απορρίψει την αγωγή, κατά την κύρια βάση της, ως ουσιαστικά αβάσιμη. Συγκεκριμένα, το Εφετείο δέχθηκε ότι η αναιρεσίβλητη, ανεξαρτήτως του ότι παρανόμως αξίωσε για την καταχώριση των ενδίκων τεσσάρων προσημειώσεων υποθήκης αναλογικά δικαιώματα εγγραφής, συνολικού ποσού 8.681,42 ευρώ, όπως επιτάσσει ο ν. 325/1976 και όχι πάγιο μόνον τέλος 100 ευρώ, όπως η διάταξη του άρθρου 14 παρ.2 του ν. 3156/2003 προβλέπει και βάσει αυτής έπρεπε να υπολογισθεί το τέλος για τη συγκεκριμένη εγγραφή, δεν ενήργησε υπαιτίως (από δόλο ή αμέλεια), ενόψει του ότι, κατά τα παραπάνω γενόμενα δεκτά, στις 23-8-2013 που ενήργησε η αναιρεσίβλητη, δεν μπορούσε να θεωρηθεί δεδομένη, κατά την κρατούσα νομολογία η εφαρμογή της επίμαχης διάταξης του άρθ. 14 παρ. 2 του Ν. 3156/2003 και στην κρινόμενη ένδικη περίπτωση, αυτή δε εντεύθεν εύλογα υιοθέτησε την άποψη που ακολουθούσε μερίδα της, κατά τον κρίσιμο χρόνο, υπάρχουσας νομολογίας των δικαστηρίων, σύμφωνα με την οποία η διάταξη αυτή (άρθ.14 παρ. 2 του ν. 3156/2003), δεν είχε εφαρμογή στην προκείμενη περίπτωση, διότι δεν καλύπτει τα κοινά ομολογιακά δάνεια, αλλά μόνο τιτλοποιήσεις απαιτήσεων, και γνωμοδοτήσεις, σύμφωνα με τις οποίες δεν πρόκειται περί ομολογιακού δανείου στην περίπτωση περιέλευσης του συνόλου των ομολογιών σε ένα μόνο ομολογιούχο δανειστή, όπως αυτό για το οποίο οι αναιρεσείοντες εγγυήθηκαν και ζήτησαν την εγγραφή των ως άνω προσημειώσεων υποθήκης επί ακινήτων τους. Έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν παραβίασε ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου την προαναφερόμενη διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ, αλλά ορθά υπήγαγε τα γενόμενα δεκτά ως άνω πραγματικά περιστατικά στην αόριστη νομική έννοια της αμέλειας, και έκρινε ότι με βάση αυτά αποκλείεται η ύπαρξη αμελούς συμπεριφοράς στο πρόσωπο της αναιρεσίβλητης, αφού αυτή κατέβαλε την απαιτούμενη στις συναλλαγές επιμέλεια, που μπορούσε να καταβάλει και διέλαβε σαφείς, πλήρεις και επαρκείς αιτιολογίες με το άνω εξαχθέν αποδεικτικό πόρισμα το οποίο εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο, ως προς τη μη εφαρμογή της άνω διάταξης. Η παράλειψη της αναιρεσίβλητης να ακολουθήσει την αντίθετη νομολογία δεν συνιστά σε κάθε περίπτωση αμέλεια κατά την άσκηση των καθηκόντων της, δεδομένου ότι η έκδοση αντιφατικών αποφάσεων εκ μέρους των δικαστηρίων της ουσίας επί του αυτού ζητήματος δικαιολογεί την επιλογή από τον ενδιαφερόμενο της γνώμης, που, κατά την κρίση του, είναι η ορθότερη, η οποία εντεύθεν αποκλείει την ύπαρξη αμέλειας. Περαιτέρω, ούτε η επισήμανση από τις αναιρεσείουσες της διαφορετικής άποψής τους και η παρά ταύτα παράλειψη της αναιρεσίβλητης να ακολουθήσει αυτή συνιστά αμελή συμπεριφορά αυτής. Εξάλλου, ούτε η παράλειψη της αναιρεσίβλητης να ζητήσει γνωμοδότηση του αρμοδίου εισαγγελέα σχετικά με τη δυνατότητα εφαρμογής της άνω διάταξης στην ένδικη περίπτωση, συνιστά αμέλεια, αφού για το ζήτημα αυτό είχαν ήδη κρίνει τα δικαστήρια και κατά το άρθρο 25 παρ.2 του Κώδικα Οργανισμού Δικαστηρίων ο εισαγγελέας γνωμοδοτεί για νομικά ζητήματα, τα οποία όμως δεν έχουν εισαχθεί στα δικαστήρια (ΑΠ 1666/2014). Επομένως, οι πρώτος, δεύτερος και τρίτος-κατά το πρώτο σκέλος του- λόγοι της αίτησης αναίρεσης με τους οποίους προβάλλονται αιτιάσεις από τους αριθ.1 και 6 του άρθρου 560 Κ.Πολ.Δ. (ταυτόσημοι με αριθμ 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ) και υποστηρίζονται τα αντίθετα είναι αβάσιμοι. Περαιτέρω, ο πρώτος λόγος αναίρεσης, κατά τις λοιπές αιτιάσεις των αναιρεσειόντων, ότι το Εφετείο, παρά το νόμο (αρθ.1 του ν.325/1976), δέχθηκε ότι η αναιρεσίβλητη, αρνούμενη τις επίδικες καταχωρήσεις εγγραφής προσημείωσης υποθήκης, είχε νόμιμο δικαίωμα να εκφέρει κρίση για το είδος του εξασφαλιζόμενου με αυτή δανείου, είναι αβάσιμος ως στηριζόμενος σε εσφαλμένη προϋπόθεση, διότι, στην προσβαλλομένη απόφαση δεν διαλαμβάνεται τέτοια παραδοχή. Περαιτέρω, ο τρίτος κατά το δεύτερο σκέλος του, λόγος αναίρεσης με τον οποίο οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην προσβαλλομένη απόφαση πλημμέλεια από τους αριθμ. 1 εδ.β' του άρθρου 560 ΚΠολΔ, με αιτιάσεις ότι η κατεπείγουσα ανάγκη τους για εξόφληση ληξιπρόθεσμων χρεών με τραπεζικό δάνειο, του οποίου η εκταμίευση προϋπέθετε την επίδικη εγγραφή προσημείωσης υποθήκης επί ακινήτων τους, συνιστά δίδαγμα της κοινής πείρας προς θεμελίωση της αόριστης έννοιας της αμέλειας της αναιρεσίβλητης, το οποίο δεν δέχθηκε και παραβίασε η προσβαλλόμενη απόφαση, είναι αβάσιμος. Και τούτο διότι τα ανωτέρω επικαλούμενα περιστατικά δεν συγκροτούν δίδαγμα της κοινής πείρας, κατά την έννοια του άρθρου 560 αρ. 1 εδ.β' ΚΠολΔ, για την εξειδίκευση της αόριστης νομικής έννοιας της αμέλειας, όπως εσφαλμένως υπολαμβάνουν οι αναιρεσείοντες, όσα δε διαλαμβάνονται στην προσβαλλομένη απόφαση σχετικά με τα περιστατικά αυτά δεν συνδέονται με το ουσιώδες ζήτημα της αμέλειας της αναιρεσίβλητης προς θεμελίωση της αδικοπρακτικής της ευθύνης, περιλαμβάνονται άνευ ανάγκης και συνιστούν πλεοναστική αιτιολογία. Με τους τέταρτο και πέμπτο λόγους της αίτησης αναίρεσης, οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην προσβαλλομένη απόφαση πλημμέλειες από τους αριθμούς 5 και 1 εδ.α' του άρθρου 560 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το Εφετείο αναφορικά με την επικουρική βάση της αγωγής, του αδικαιολογήτου πλουτισμού, ως προς το επίδικο ποσό των 6.794,24 ευρώ, έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν και ασκούσαν ουσιώδη επιρροή στη δίκη και συγκεκριμένα έκρινε νόμιμη και βάσιμη την εκ του άρθρου 909 ΑΚ σε συνδ. με το άρθ.2 παρ.2 του ν.153/1967 ένσταση της αντιδίκου τους αναιρεσίβλητης, ενώ η ένσταση αυτή δεν είχε το αναγκαίο κατά τις άνω διατάξεις περιεχόμενο (άρθρ.560 αρ.5) και επιπρόσθετα εσφαλμένως ερμήνευσε και εφάρμοσε τις διατάξεις αυτές, αρκούμενο σε λιγότερα από όσα απαιτούν για τη θεμελίωση της εν λόγω ένστασης (άρθρ. 560 αρ.1 εδ.α'), και, εντεύθεν, έκρινε αβάσιμη την αγωγή τους και απέρριψε την έφεσή τους. Από την παραδεκτή επισκόπηση των προτάσεων της αναιρεσίβλητης ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου και την παραδεκτή εκτίμηση του περιεχομένου τους, προκύπτει ότι, αναφορικά με το επίδικο ποσό των 6.794,24 ευρώ η εναγομένη ήδη αναιρεσίβλητη υποθηκοφύλακας, προέβαλε τον ισχυρισμό ότι το ποσό αυτό, που εισέπραξε ως αναλογικά δικαιώματά της, κατά τις διατάξεις του ν.325/1976, για τις επίδικες τέσσερις καταχωρήσεις εγγραφής προσημείωσης υποθήκης, κατέστη δημόσιο έσοδο μετά την τριμηνιαία εκκαθάρισή του και το απέδωσε, όπως υποχρεούτο, στο Ελληνικό Δημόσιο στις 10-10-2013, εκδοθέντος του υπ'αριθμ. .../10-10-2013 διπλοτύπου είσπραξης τύπου Α' της Δ.Ο.Υ Αλεξανδρούπολης και έτσι κατά τούτο δεν ήταν πλουσιότερη κατά το χρόνο επίδοσης της ένδικης αγωγής και για το λόγο αυτό, πρέπει να απορριφθεί. Με το ανωτέρω περιεχόμενο, ο από το άρθρο 909 ΑΚ σε συνδ. με το άρθρο 2 παρ.2 του ν.153/1967 ισχυρισμός της εναγομένης αναιρεσίβλητης, στον οποίο αφορούν οι προβαλλόμενες αιτιάσεις, είχε το αναγκαίο, κατά τις ανωτέρω διατάξεις περιεχόμενο για τη θεμελίωσή του σε αυτές, με επίκληση συγκεκριμένων πραγματικών περιστατικών και συνεπώς ήταν ορισμένος και νόμιμος, στηριζόμενος στις διατάξεις αυτές. Από την επισκόπηση της προσβαλλομένης απόφασης, για τον ισχυρισμό αυτό, με βάση τις προαναφερόμενες παραδοχές, το Εφετείο δέχθηκε ότι το ποσό των 6.794,24 ευρώ, το οποίο εισέπραξε η εναγομένη αναιρεσίβλητη υποθηκοφύλακας στις 29-8-2013 από τους αναιρεσείοντες, ως αναλογικά δικαιώματά της, με τα υπ'αριθμ. ...29-8-2013 τιμολόγια παροχής υπηρεσιών, για τις καταχωρήσεις των επιδίκων τεσσάρων προσημειώσεων υποθήκης, μετά την εκκαθάριση του 3ου τριμήνου, το απέδωσε ως δημόσιο έσοδο, στο Ελληνικό Δημόσιο, πριν την επίδοση της ένδικης αγωγής και συγκεκριμένα στις 10-10-2013, εκδοθέντος του υπ'αριθμ. .../10-10-2013 Διπλότυπου Είσπραξης της Δ.Ο.Υ Αλεξανδρούπολης και έτσι κατά το ποσό αυτό δεν ήταν πλουσιότερη η εναγομένη κατά το χρόνο επίδοσης της αγωγής, καθόσον δεν παρέμεινε στην περιουσία της, σε εκτέλεση των διατάξεων των άρθρων 5 του Ν. 325/1976, της απόφασης του Υπουργού Δικαιοσύνης 150525/26-9-2002 (ΦΕΚ Β' 1291/4-10-2002), των άρθρων 1, 2 και 3 του Α.Ν. 153/1967, του Ν.Δ. 811/1971 και της απόφασης των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών και Δικαιοσύνης 26233/8-3-2005 (ΦΕΚ Β' 341/16-3- 2005), που προβλέπουν, μεταξύ άλλων, και την εκκαθάριση των εισπραττομένων από τον άμισθο υποθηκοφύλακα δικαιωμάτων του ανά τρίμηνο. Μετά ταύτα το Εφετείο, αφού έκρινε ορισμένη και νόμιμη την ανωτέρω ένσταση της εναγομένης-απορρίπτοντας τους περί του αντιθέτου λόγους έφεσης των εκκαλούντων-και στη συνέχεια την έκρινε και ουσία βάσιμη, έκρινε αβάσιμη κατ'ουσία την αγωγή των αναιρεσειόντων και επικυρώνοντας την πρωτοβάθμια απόφαση που έκρινε όμοια, απέρριψε την έφεσή τους. Έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν, γιατί η ανωτέρω ένσταση ήταν ορισμένη και νόμιμη, θεμελιούμενη στις προαναφερόμενες διατάξεις ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 909 ΑΚ σε συνδ. με το άρθρο 1, 2 παρ.2, 3 του ν.153/1967, 5 του Ν. 325/1976, ν.δ.811/1971, και των βάσει αυτών εκδοθεισών 150525/26-9-2002 απόφασης του Υπουργού Δικαιοσύνης και 26233/8-3-2005 κοινής απόφασης των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών και Δικαιοσύνης, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε ευθέως, ενόψει του ότι στην απόφασή του υπάρχει νομική ακολουθία μεταξύ των άνω πραγματικών περιστατικών που έγιναν δεκτά και υπήχθησαν στις παραπάνω διατάξεις και του συμπεράσματος του δικανικού συλλογισμού ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις τους, με αποτέλεσμα, με βάση τις παραδοχές αυτές να πληρούται το πραγματικό των ανωτέρω διατάξεων και να δικαιολογείται η παραδοχή της εν λόγω ένστασης της αναιρεσίβλητης και εντεύθεν η αβασιμότητα της αγωγής. Επομένως, οι υπό κρίση, τέταρτος και πέμπτος, λόγοι της αίτησης αναίρεσης, από τους αριθμούς 5 και 1 εδ.α' του άρθρου 560 ΚΠολΔ ,με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμοι. Κατόπιν αυτών, και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος προς έρευνα, η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της, και να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου που κατατέθηκε για την άσκησή της στο Δημόσιο Ταμείο, ενόψει της ήττας των αναιρεσειόντων (άρθρο 495 παρ. 3 εδ.δ' Κ.Πολ.Δ.), ενώ πρέπει να συμψηφιστούν τα δικαστικά έξοδα εξ ολοκλήρου μεταξύ των διαδίκων, λόγω της ιδιαίτερης δυσχέρειας κατά την ερμηνεία των ουσιαστικών και δικονομικών κανόνων, που εφαρμόστηκαν (άρθρ. 179 σε συνδ.173 του Κ.Πολ.Δ.), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 8-9-2017 αίτηση των 1) Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "... ΑΒΕΕ" και 2) Α. Π. του Χ., για αναίρεση της 168/2017 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αλεξανδρούπολης (δικάζοντας ως Εφετείο). Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του παραβόλου, που έχουν καταθέσει οι αναιρεσείοντες για την άσκηση της αναίρεσης. Συμψηφίζει εξ ολοκλήρου τα δικαστικά έξοδα μεταξύ των διαδίκων. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 5 Ιουλίου 2023. ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 10 Οκτωβρίου 2023. Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ