Αριθμός 127/2013 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Β2' Πολιτικό Τμήμα ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αντώνιο Αθηναίο, Δημήτριο Μουστάκα, Νικόλαο Τρούσα και Ασπασία Καρέλλου, Αρεοπαγίτες. ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 11 Δεκεμβρίου 2012, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ: Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Εταιρίας με την επωνυμία "MEDITERRANEAN MANAGEMENT S.A.", που εδρεύει στη ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ευάγγελο Ρουπακιώτη και κατέθεσε προτάσεις. Της αναιρεσιβλήτου: Φ. συζύγου Π. Α., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Λεβέντη και κατέθεσε προτάσεις. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15/6/2008 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιώς. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1868/2010 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 220/2011 του Εφετείου Πειραιώς. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 13/6/2011 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ασπασία Καρέλλου ανέγνωσε την από 15/3/2012 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της από 13/6/2011 αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Επειδή, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 του Κ.Πολ.Δ. λόγος αναιρέσεως για παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ιδρύεται, εάν αυτός εφαρμοσθεί, αν και κατά τις σχετικές παραδοχές της αποφάσεως του δικαστηρίου της ουσίας δεν υπάρχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις εφαρμογής του, ή αντίθετα, όταν δεν εφαρμοσθεί, μολονότι κατά τις παραδοχές αυτές, συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις εφαρμογής του ή εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.ΑΠ 31/2009). Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.19 του Κ.Πολ.Δ ιδρύεται λόγος αναιρέσεως και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Έλλειψη νόμιμης βάσης, κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, υπάρχει όταν από το αιτιολογικό της αποφάσεως που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία σύμφωνα με το νόμο είναι αναγκαία για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση ότι συντρέχουν οι όροι της εφαρμογής της. Ιδρύεται δηλαδή, ο λόγος αυτός, όταν από τις παραδοχές της αποφάσεως δημιουργούνται αμφιβολίες για το αν παραβιάσθηκε ή όχι ορισμένη ουσιαστική διάταξη νόμου. Αναφέρεται ο λόγος αυτός σε πλημμέλειες αναγόμενες στη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος και δεν ιδρύεται όταν υπάρχουν ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, αρκεί τούτο να εκτίθεται σαφώς, πλήρως και χωρίς αντιφάσεις. Ως ζητήματα, τέλος, των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί από την απόφαση τη νόμιμη βάση, νοούνται μόνον οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν δηλαδή, στη θεμελίωση ή κατάλυση του δικαιώματος που ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όχι όμως και τα πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα που συνέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, για τα οποία η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας δεν ιδρύει λόγο αναιρέσεως (Ολ.Α.Π. 24/1992). Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε, κατ' ανέλεγκτη κρίση, τα ακόλουθα: Η ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη προσλήφθηκε από τους νομίμους εκπροσώπους της εδρεύουσας στον ..., εγκατεστημένης όμως νόμιμα και διατηρούσας γραφεία στον ..., εταιρείας, διαχειρίσεως φορτηγών πλοίων με την επωνυμία "I. SHIPPING CORPORATION", προκειμένου να παράσχει τις υπηρεσίες της ως προϊσταμένη του τμήματος πληρωμάτων, δυνάμει συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, που καταρτίσθηκε κατά μήνα Δεκέμβριο 1999 και με συμφωνημένες αποδοχές τις εκάστοτε προβλεπόμενες από τις οικείες Σ.Σ.Ε., που ρυθμίζουν τους όρους αμοιβής και εργασίας του υπαλληλικού προσωπικού των ναυτιλιακών πρακτορείων και ναυτιλιακών επιχειρήσεων. Ειδικότερα η ενάγουσα στα πλαίσια ανατεθέντων σε αυτήν καθηκόντων, είχε αναλάβει να διεκπεραιώνει όλα τα ζητήματα που αφορούσαν τη ναυτολόγηση των μελών των πληρωμάτων των φορτηγών πλοίων, των οποίων τη διαχείριση είχε αναλάβει η ως άνω εταιρεία, διόριζε εκπροσώπους των πλοιοκτητριών εταιρειών (οι περισσότερες των οποίων ανήκαν στον όμιλο συμφερόντων του αδελφού της Σ. Η., στον οποίο υπαγόταν και η εργοδότρια εταιρεία), ενώ παράλληλα υποστήριζε το λογιστήριο της ανωτέρω εταιρείας, δεδομένου ότι δια της συνεχούς και σε μόνιμη βάση χρήσεως ηλεκτρονικού υπολογιστή, τηρούσε τους λογαριασμούς εκμεταλλεύσεως των διαχειριζομένων πλοίων, καταχωρώντας παράλληλα τα λογιστικά στοιχεία των πλοιοκτητριών εταιρειών και τα δεδομένα που αφορούσαν τα πληρώματα στους Η/Υ της εταιρείας. Ακολούθως η ενάγουσα συνέχισε να παρέχει τις ανωτέρω υπηρεσίες της στην εταιρεία με την επωνυμία "I. MANAGEMENT CO" η οποία επίσης ανήκε στον εφοπλιστικό όμιλο συμφερόντων του αδελφού της και η οποία, από το έτος 2002, υπεισήλθε στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις εκ της επίδικης συμβάσεως εργασίας . Δέχεται στη συνέχεια το Εφετείο, ότι από το έτος 2003, η εναγομένη εταιρεία κατέστη διάδοχος της προαναφερθείσας εταιρείας, αναλαμβάνοντας το σύνολο του κύκλου των εργασιών της τελευταίας, υπεισερχόμενη δε αυτοδικαίως στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις της δικαιοπαρόχου της και όσον αφορά στις ήδη συναφθείσες συμβάσεις εργασίας με το απασχολούμενο προσωπικό. Στα πλαίσια δε της ως άνω διάδοχης καταστάσεως, η ενάγουσα συνέχισε να παρέχει τις προαναφερθείσες υπηρεσίες της αδιαλείπτως και υπό τις ίδιες συνθήκες, με τη διαφορά όμως ότι η νέα πλέον εργοδότρια (εναγομένη) επέβαλε στην ενάγουσα να υπαχθεί από τις 16/1/2007, για λόγους τυπικούς (φορολογικούς και ασφαλιστικούς) στο προσωπικό της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΝΑΥΠΗΓΕΙΑ ΧΑΛΚΙΔΟΣ Α.Ε.", η οποία δεν σχετιζόταν μεν εξ απόψεως αντικειμένου δραστηριότητας με την εναγομένη εταιρεία, ανήκε όμως στον ίδιο κύκλο οικονομικών συμφερόντων με την τελευταία, δεδομένου, ότι στο μετοχικό κεφάλαιο αμφοτέρων των εταιρειών συμμετέχουν οι κληρονόμοι του αποβιώσαντος Σ. Η.. Η ενάγουσα εργάσθηκε ανελλιπώς στην εναγομένη εταιρεία παρέχοντας τις προαναφερθείσες υπηρεσίες μέχρι και τις 3/4/2009, οπότε καταγγέλθηκε η επίδικη σύμβαση εργασίας, ενώ τυπικά πραγματοποιήθηκε η καταγγελία από τη φερόμενη ως εργοδότρια της ενάγουσας εταιρεία "ΝΑΥΠΗΓΕΙΑ ΧΑΛΚΙΔΟΣ Α.Ε.". Συνεχίζει το Εφετείο ότι από κανένα στοιχείο δεν βεβαιώθηκε ότι " .. η ενάγουσα σχετίσθηκε πράγματι, καθ' οιονδήποτε τρόπο, με την ως άνω φερόμενη ως εργοδότρια εταιρεία. Αντιθέτως, αποδείχθηκε ότι, η ενάγουσα, όπως κατά τρόπο αρκούντως σαφή και ορισμένο επικαλείται στην ένδικη αγωγή της πάντοτε λάμβανε εντολές και οδηγίες κατά την άσκηση των καθηκόντων της από την εναγομένη, απασχολήθηκε δε συνεχώς και αδιαλείπτως ως προϊσταμένη του τμήματος πληρωμάτων των φορτηγών πλοίων, που εκτελούσε και στο παρελθόν, ήτοι κατά την περίοδο που η εν λόγω επιχείρηση λειτουργούσε υπό τη διοίκηση των εταιρειών "I. SHIPPING CO" και "I. MANAGEMENT CO"...", ότι "... μόνο το γεγονός ότι η ενάγουσα τυπικώς φέρεται ως μισθοδοτούμενη από την εταιρεία "ΝΑΥΠΗΓΕΙΑ ΧΑΛΚΙΔΟΣ" δεν μπορεί να αναιρέσει τη σημασία του πραγματικού δεδομένου της προσφοράς της εργασίας της ενάγουσας αποκλειστικά στην εναγομένη, εν όψει και του πρόσθετου γεγονότος ότι αμφότερες οι προαναφερθείσες εταιρείες εντάσσονται ... στον ίδιο επιχειρηματικό όμιλο ...", ότι η ενάγουσα προσφέροντας τις προαναφερθείσες υπηρεσίες στην επιχείρηση της εναγομένης, ήταν ενταγμένη στο υπαλληλικό προσωπικό και έπρεπε να λαμβάνει τις αντίστοιχες αποδοχές, σύμφωνα με τις οικείες Σ.Σ.Ε. για τους όρους αμοιβής και εργασίας των εργαζομένων σε διαχειρίστριες εταιρείες ποντοπόρων φορτηγών πλοίων και ότι ήταν "... καθ' όλα έγκυρη και ισχυρή η συνδέουσα τους διαδίκους σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου ...". Κατέληξε δε το Εφετείο, ότι η ενάγουσα δικαιούται διαφορές αποδοχών για το από 1/7/2004 μέχρι την καταγγελία χρονικό διάστημα, σύμφωνα με τις Κλαδικές Συλλογικές Συμβάσεις Εργασίας για τους όρους αμοιβής και εργασίας των εργαζομένων σε διαχειρίστριες εταιρείες ποντοπόρων φορτηγών πλοίων και απέρριψε την έφεση και τους πρόσθετους λόγους εφέσεως της εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας κατά της πρωτόδικης αποφάσεως που είχε κρίνει ομοίως. Κρίνοντας έτσι το Εφετείο, δεν παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 648 επ.Α.Κ., οι οποίες ήταν εφαρμοστέες στην κρινόμενη περίπτωση, ενόψει των παραδοχών ότι πραγματική εργοδότρια της αναιρεσίβλητης από το έτος 2003, οπότε υπεισήλθε στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις της προηγούμενης εργοδότριας ("I. MANAGEMENT") μέχρι την καταγγελία (3/4/2009) ήταν η αναιρεσείουσα, στην οποία η πρώτη προσέφερε αδιαλείπτως και αποκλειστικά τις υπηρεσίες της, λαμβάνοντας απ' αυτήν εντολές και οδηγίες κατά την άσκηση των καθηκόντων της και δεχόμενη "εκ του πράγματος" ότι ουδέποτε καταρτίσθηκε σύμβαση εργασίας μεταξύ αναιρεσίβλητης και της Α.Ε. "ΝΑΥΠΗΓΕΙΑ ΧΑΛΚΙΔΟΣ", με τις ως άνω αιτιολογίες, που είναι πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις και καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο της ορθής εφαρμογής των ως άνω διατάξεων. Επιπλέον, το ότι, κατά τις παραδοχές του δικαστηρίου της ουσίας, πραγματική εργοδότρια της αναιρεσίβλητης, από το 2003 μέχρι την καταγγελία της συμβάσεως εργασίας ήταν η αναιρεσείουσα και όχι η "ΝΑΥΠΗΓΕΙΑ ΧΑΛΚΙΔΟΣ Α.Ε.", στην οποία "για λόγους τυπικούς (φορολογικούς και ασφαλιστικούς )" υπήχθη η αναιρεσίβλητη, δεν είναι προϊόν αξιολόγησης και ερμηνευτικής αποσαφήνισης των σχετικών δηλώσεων βουλήσεως των συμβαλλομένων μερών, αλλά πραγματική διαπίστωση, συναχθείσα από την εκτίμηση των μνημονευομένων στην προσβαλλόμενη απόφαση αποδεικτικών μέσων και ως εκ τούτου η "εκ του πράγματος" παραδοχή ότι σύμβαση εργασίας καταρτίσθηκε μόνο μεταξύ της αναιρεσίβλητης και της αναιρεσείουσας και όχι μεταξύ της αναιρεσίβλητης και της Α.Ε. ΝΑΥΠΗΓΕΙΑ ΧΑΛΚΙΔΟΣ, δεν ιδρύει λόγο αναιρέσεως για ευθεία ή εκ πλαγίου παραβίαση του άρθρου 138 Α.Κ. Επομένως, ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως, και ως προς τα δύο μέρη, από το άρθρο 559 αρ.1 και 19 του Κ.Πολ.Δ., με τον οποίο η αναιρεσείουσα αιτιάται το Εφετείο, για ευθεία και εκ πλαγίου παράβαση του άρθρου 138 του Α.Κ. είναι αβάσιμος. Επειδή, ο από το άρθρο 559 αρ. 8 του Κ.Πολ.Δ. προβλεπόμενος λόγος αναιρέσεως ιδρύεται, αν το δικαστήριο της ουσίας, παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα, κατά την έννοια της διατάξεως αυτής θεωρούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων, δηλαδή ισχυρισμοί θεμελιωτικοί κατά νόμο αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως, οι οποίοι είναι παραδεκτοί και νόμιμοι. Στην προκείμενη περίπτωση η αναιρεσείουσα με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως, με την επίκληση του άρθρου 559 αρ. 8 του Κ.Πολ.Δ. προσάπτει στο Εφετείο την αιτίαση ότι ενώ στην αγωγή η ενάγουσα αναφέρει ότι από το 2003 ο εκπρόσωπος της εναγομένης της ζήτησε να υπαχθεί μισθολογικά και τυπικά στο μισθολογικό καθεστώς της ΝΑΥΠΗΓΕΙΑ ΧΑΛΚΙΔΟΣ Α.Ε., δίχως να αλλάξει το εργασιακό και μισθολογικό της καθεστώς με αυτή ( εναγομένη ) το Εφετείο δέχθηκε ότι χρονικό σημείο κατάρτισης της συμβάσεως εργασίας με τη ΝΑΥΠΗΓΕΙΑ ΧΑΛΚΙΔΟΣ Α.Ε. ήταν όχι το έτος 2003 αλλά το έτος 2007. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, ως ερειδόμενος επί εσφαλμένης προϋποθέσεως, καθόσον, ούτε στην αγωγή αναφέρεται, ούτε το Εφετείο δέχθηκε, ότι η ενάγουσα συνήψε καθ' οιονδήποτε χρόνο σύμβαση εργασίας με την ΝΑΥΠΗΓΕΙΑ ΧΑΛΚΙΔΟΣ Α.Ε, αλλ' αντίθετα δέχθηκε ότι πραγματική εργοδότρια της ενάγουσας, από το 2003 μέχρι και την καταγγελία της συμβάσεως εργασίας της ενάγουσας, στις 3/4/2009, ήταν η εναγομένη και όχι η ΝΑΥΠΗΓΕΙΑ ΧΑΛΚΙΔΟΣ ΑΕ. Επειδή, από τη διάταξη του άρθρου 7 παρ. 1 του ν. 1876/1990, που ορίζει ότι οι κανονιστικοί όροι της συλλογικής συμβάσεως εργασίας έχουν άμεση και αναγκαστική ισχύ, σε συνδυασμό προς τη διάταξη του άρθρου 22 παρ. 2 του Συντάγματος, κατά την οποία οι συλλογικές συμβάσεις εργασίας συμπληρώνουν τους καθοριζόμενους από το νόμο γενικούς όρους εργασίας, προκύπτει ότι οι συνδικαλιστικές οργανώσεις ασκούν κατά τη σύναψη των Σ.Σ.Ε. νομοθετική (κανονιστική) εξουσία, η οποία έχει παραχωρηθεί σ' αυτές από την ως άνω διάταξη του άρθρου 22 παρ. 2 του Συντάγματος, δηλαδή είναι φορείς δημόσιας εξουσίας κατά παραχώρηση από το Κράτος και συνεπώς οι Σ.Σ.Ε. ως προς το κανονιστικό τους μέρος έχουν ισχύ ουσιαστικού νόμου. Για το λόγο αυτό δεν απαιτείται να αναφέρεται στο δικόγραφο της αγωγής, με την οποία ζητείται η καταβολή ή η συμπλήρωση των νομίμων αποδοχών του εργαζομένου, οι εφαρμοστέες Σ.Σ.Ε., οι οποίες εφαρμόζονται αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο, εφόσον εκτίθενται στην αγωγή, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 216 παρ. 1 στοιχ. α' Κ.Πολ.Δ, τα πραγματικά γεγονότα που επισύρουν την εφαρμογή τους, όπως είναι η υφιστάμενη μεταξύ των διαδίκων εργασιακή σχέση, το επάγγελμα ή η ειδικότητα του εργαζομένου και ο χρόνος για τον οποίο αξιώνονται οι αποδοχές. Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 3 παρ. 1β, 8 παρ. 2 και 11 παρ. 2 και 3 του ν.1876/1990, προκύπτει ότι οι κλαδικές και ομοιοεπαγγελματικές Σ.Σ.Ε. δεσμεύουν μόνο τους μισθωτούς και τους εργοδότες που είναι μέλη των συμβαλλομένων συνδικαλιστικών οργανώσεων, εκτός αν κηρύχτηκαν γενικώς υποχρεωτικές, οπότε η ισχύς τους επεκτείνεται από το χρόνο εκδόσεως της σχετικής αποφάσεως του Υπουργού Εργασίας ( όχι αναδρομικώς ) και στους εργαζόμενους και εργοδότες του ίδιου κλάδου ή επαγγέλματος που δεν είναι μέλη των ως άνω οργανώσεων. Ενόψει αυτών η ιδιότητα του μέλους των παραπάνω συνδικαλιστικών οργανώσεων, ως στοιχείο προσδιοριστικό των υποκειμενικών ορίων της κανονιστικής ισχύος των άνω Σ.Σ.Ε αποτελεί προϋπόθεση της γενέσεως των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων που απορρέουν από αυτές και συνακόλουθα στοιχείο που απαιτείται για τη θεμελίωση της αγωγής. Το στοιχείο αυτό όμως, ενόψει της πιο πάνω φύσεως των Σ.Σ.Ε. δεν είναι απαραίτητο να αναφέρεται πανηγυρικά στο δικόγραφο της αγωγής, αλλ' αρκεί να συνάγεται από το περιεχόμενό του, τούτο δε συμβαίνει και όταν ο εργαζόμενος ζητεί μισθούς ή άλλες παροχές από κλαδική ή ομοιοεπαγγελματική Σ.Σ.Ε. που δεν έχει κηρυχθεί γενικά υποχρεωτική ή για χρόνο προγενέστερο της κηρύξεώς της ως υποχρεωτικής θεωρώντας την έτσι δεσμευτική για τον εργοδότη του. Στην περίπτωση αυτή, αν ο εναγόμενος εργοδότης αμφισβητήσει ειδικά την ιδιότητα αυτού ή του εργαζόμενου ως μελών των συνδικαλιστικών οργανώσεων, οι οποίες κατάρτισαν τη Σ.Σ.Ε., ο ενάγων εργαζόμενος οφείλει να επικαλεσθεί με τις προτάσεις και να αποδείξει, ότι αυτός και ο εναγόμενος είναι μέλη των οικείων συνδικαλιστικών οργανώσεων. Στην προκείμενη περίπτωση η αναιρεσείουσα με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 559 αρ. 14 του Κ.Πολ.Δ προβάλλει την αιτίαση ότι με τις πρωτόδικες προτάσεις της αμφισβήτησε ειδικά την ιδιότητα τόσο τη δική της όσο και της αναιρεσίβλητης ως μελών των συνδικαλιστικών οργανώσεων που κατάρτισαν τις αναφερόμενες στην αγωγή Σ.Σ.Ε., και ότι η αναιρεσίβλητη δεν επικαλέσθηκε ότι και οι δύο είναι μέλη των ως άνω συνδικαλιστικών οργανώσεων, άλλως και σε κάθε περίπτωση η προσβαλλόμενη απόφαση εφάρμοσε την από 29/7/2004 Σ.Σ.Ε., "Για τους όρους αμοιβής και εργασίας των εργαζομένων σε διαχειρίστριες εταιρείες ποντοπόρων πλοίων του ΑΝ 89/67", που δέχθηκε ότι κηρύχθηκε γενικώς υποχρεωτική με την 13490/2/12/2004 υπουργική απόφαση, ενώ με την ως άνω υπουργική απόφαση κηρύχθηκε υποχρεωτική η από 29/7/2004 Σ.Σ.Ε για "τους όρους αμοιβής και εργασίας του υπαλληλικού προσωπικού των ναυτιλιακών πρακτορείων και ναυτιλιακών επιχειρήσεων όλης της χώρας" και όχι η προαναφερόμενη. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, καθόσον η εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση των πρωτοδικών προτάσεών της (άρθρο 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ) δεν αμφισβήτησε ειδικά την ιδιότητα τη δική της και της ενάγουσας και ήδη αναιρεσίβλητης ως μελών των συνδικαλιστικών οργανώσεων που κατάρτισαν τις ως άνω Σ.Σ.Ε, αλλ' απλώς ανέφερε ότι η αγωγή είναι αόριστη, διότι δεν εκθέτει ( η αναιρεσίβλητη ) τους λόγους υπαγωγής της εν λόγω εργασιακής συμβάσεως στη συλλογική σύμβαση εργασίας υπαλληλικού προσωπικού των Ναυτιλιακών Επιχειρήσεων. Τούτο όμως δεν συνιστά ειδική αμφισβήτηση της ιδιότητας τόσο της δικής της όσο και της αναιρεσίβλητης ως μελών της συνδικαλιστικής οργανώσεως που κατάρτισαν τις Σ.Σ.Ε. με βάση τις οποίες η αναιρεσίβλητη ζητεί διαφορές αποδοχών. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 13/6/2011 αίτηση για αναίρεση της 220/2011 αποφάσεως του Εφετείου Πειραιά. Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 15 Ιανουαρίου 2013. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 29 Ιανουαρίου 2013. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ