Αριθμός 1469/2023 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Δ' Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μυρσίνη Παπαχίου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεωργία Κατσιμαγκλή, Ασπασία Μεσσηνιάτη - Γρυπάρη, Αλεξάνδρα Αποστολάκη και Σωκράτη Πλαστήρα, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 3 Φεβρουαρίου 2023, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ: Του αναιρεσείοντος: I. (Ι.) M. (Μ.) του Μ. (M.), κατοίκου ... ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Σαργιαννίδη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ. Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ε. Μ. του Ι., κατοίκου ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο και 2) ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "... ΑΕ" και ήδη "... ΑΕ", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Κλεάνθη Χατζησιδερή με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και η οποία στην ως άνω από 1-2-2023 δήλωση, καθώς και με τις κατατεθείσες προτάσεις της δήλωσε την ως άνω μεταβολή της αναιρεσίβλητης εταιρείας. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 24-3-2015 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος και άλλων προσώπων, μη διαδίκων στην παρούσα δίκη, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4825/2017 εν μέρει οριστική και 9143/2018 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2311/2020 του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 23-6-2021 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Γεωργία Κατσιμαγκλή, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκαν μόνο ο αναιρεσείων και η 2η των αναιρεσιβλήτων όπως σημειώνεται πιο πάνω. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Η κρινόμενη από 23-6-2021 (με αριθμό έκθεσης κατάθεσης .../23-6-2021) αίτηση για την αναίρεση της υπ' αριθμ. 2311/2020 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των διαφορών για ζημίες από αυτοκίνητο, καθώς και από τη σύμβαση ασφάλισης αυτού (άρθρα 681 Α, 666, 667, 670 - 676 Κ.Πολ.Δ., όπως ίσχυαν πριν από την αντικατάστασή τους με το άρθρο τέταρτο του άρθρου 1 του Ν. 4335/2015), έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553 παρ. 1β, 556, 558, 564 παρ. 3 και 566 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.). Επομένως, είναι παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ.). Από τις διατάξεις του άρθρου 576 παρ.1-3 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι, αν κατά τη συζήτηση της αναίρεσης, δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί και δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος κάποιος από τους διαδίκους, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως ποιος επισπεύδει τη συζήτηση. Αν την επισπεύδει ο διάδικος που απουσιάζει, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι. Αν όμως την επισπεύδει ο αντίδικός του, ερευνάται αν ο διάδικος, ο οποίος δεν εμφανίστηκε ή, αν και εμφανίστηκε, δεν έλαβε μέρος στη συζήτηση με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα από εκείνον που επισπεύδει τη συζήτηση. Στην περίπτωση που δεν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, η συζήτηση κηρύσσεται απαράδεκτη και η υπόθεση επαναφέρεται με νέα κλήτευση. Στην αντίθετη περίπτωση, ο Άρειος Πάγος προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Ειδικότερα, από τις πιο πάνω διατάξεις προκύπτει ότι επί αίτησης αναίρεσης στρεφόμενης κατά περισσότερων αναιρεσίβλητων, που συνδέονται μεταξύ τους με σχέση απλής ομοδικίας, εάν κάποιος από τους αναιρεσίβλητους αυτούς, παρότι έχει κλητευθεί νόμιμα και εμπρόθεσμα από το διάδικο που επισπεύδει τη συζήτηση, δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί και δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης χωρεί νομίμως ως προς όλους τους αναιρεσίβλητους, παρά την απουσία εκείνου που έχει νομίμως κλητευθεί (AΠ 91/2020, ΑΠ 546/2020, ΑΠ 242/2015, ΑΠ 546/2015). Στην προκειμένη περίπτωση από την υπ' αριθμ. .../18-4-2022 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή της Περιφέρειας του Εφετείου Θεσσαλονίκης, με έδρα το Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης, Ι. Ε.. Μ., την οποία επικαλείται και προσκομίζει ο αναιρεσείων, προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της κρινόμενης από 23-6-2021 αίτησης αναίρεσης, με την κάτω από αυτήν πράξη κατάθεσης δικογράφου και ορισμού δικασίμου για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο (3-2-2023) και κλήση για να παραστεί κατά τη συζήτηση αυτής, επιδόθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, στον πρώτο αναιρεσίβλητο. Ο αναιρεσίβλητος όμως αυτός, δεν εμφανίστηκε στο ακροατήριο κατά τη συζήτηση της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης κατά την ανωτέρω δικάσιμο, κατά την οποία εκφωνήθηκε νόμιμα η υπόθεση κατά τη σειρά της από το οικείο πινάκιο, ούτε και κατέθεσε δήλωση, σύμφωνα με τα άρθρα 242 παρ. 2 και 573 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ., ότι δεν θα παραστεί κατά την εκφώνησή της. Επομένως, σύμφωνα με την ανωτέρω νομική σκέψη, πρέπει να προχωρήσει το Δικαστήριο στη συζήτηση της υπόθεσης, παρά την απουσία του (άρθρο 576 παρ. 2 περ. α' και γ' Κ.Πολ.Δ.). Κατά τη διάταξη του άρθρου 914 Α.Κ. όποιος ζημιώσει άλλον παράνομα και υπαίτια έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει. Ο τρόπος και η έκταση της αποζημίωσης, η οποία οφείλεται από αδικοπραξία, κατά το άρθρο 914 ΑΚ, προσδιορίζεται στις διατάξεις των άρθρων 297, 298 ΑΚ, καθώς και στη διάταξη του άρθρου 929 ΑΚ. Ειδικότερα, κατά το άρθρο 298 εδ. α' Α.Κ. η αποζημίωση περιλαμβάνει τη μείωση της υπάρχουσας περιουσίας του δανειστή (θετική ζημία), καθώς και το διαφυγόν κέρδος και ως τέτοιο λογίζεται εκείνο που προσδοκά κανείς με πιθανότητα σύμφωνα με τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων ή τις ειδικές περιστάσεις και ιδίως τα προπαρασκευαστικά μέτρα που έχουν ληφθεί, ενώ κατά το άρθρο 929 εδάφιο α' του ίδιου Κώδικα, σε περίπτωση βλάβης του σώματος ή της υγείας προσώπου η αποζημίωση περιλαμβάνει, εκτός από τα νοσήλια και τη ζημία που έχει ήδη επέλθει, οτιδήποτε ο παθών θα στερείται στο μέλλον, ή θα ξοδεύει επιπλέον εξαιτίας της αύξησης των δαπανών του. Από τις παραπάνω διατάξεις συνάγεται ότι αυτός που υπέστη από αδικοπραξία βλάβη στο σώμα του ή την υγεία του και, εξαιτίας τούτου, κατέστη ανίκανος για εργασία, έχει το δικαίωμα να ζητήσει από τον κατά νόμο υπόχρεο, ως αποζημίωση και καθετί, που στο μέλλον με πιθανότητα, σύμφωνα με τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων, θα κέρδιζε, αν δεν γινόταν, εξαιτίας της βλάβης του σώματος ή της υγείας του, ανίκανος για εργασία (ΑΠ 210/2020, ΑΠ 938/2010, ΑΠ 426/2000). Στο νομοθετικό, εξάλλου, ορισμό της έννοιας του διαφυγόντος κέρδους περιλαμβάνονται και τα, κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων ή κατά τις (συντρέχουσες) ειδικές περιστάσεις, με πιθανότητα προσδοκώμενα έσοδα, τα οποία ο δικαιούχος (ζημιωθείς), αν δεν μεσολαβούσε το ζημιογόνο γεγονός, θα προσποριζόταν, από σύμβαση εργασίας. Ειδικότερα, αυτός που έπαθε βλάβη στο σώμα ή στην υγεία του, δικαιούται να αξιώσει και τη μελλοντική αποθετική ζημία (διαφυγόν κέρδος) γιατί, λόγω της ολικής ή μειωμένης ικανότητας προς εργασία από βλάβη του σώματος ή της υγείας του, χάνει τα εισοδήματα από την εργασία του, την οποία, έχοντας πλήρη ικανότητα, κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων, θα ασκούσε στο μέλλον. Για την εφαρμογή της εν λόγω διάταξης του άρθρου 298 Α.Κ., αρκεί η πραγματική δυνατότητα του ζημιωθέντος προς πορισμό εισοδήματος από την παρεχόμενη, αντί οικονομικού ανταλλάγματος (μισθού), εργασία και συνεπώς, η ύπαρξη, της από αυτή αναφυόμενης, αξίωση (ΑΠ 1053/2021, ΑΠ 67/2017, ΑΠ 600/2009). Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 19 Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται, αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, η οποία ορίζει ότι κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (Ολ. ΑΠ 1/2020, Ολ. ΑΠ 2/2019, Ολ. ΑΠ 8/2018, Ολ. ΑΠ 1/1999). Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες (ΑΠ 85/2020, ΑΠ 38/2020). Συνεπώς, κατά την έννοια του αναιρετικού αυτού λόγου η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υπάρχει, επομένως, εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι, να μην μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε (ΑΠ 78/2020, ΑΠ 59/2020). Ειδικότερα, αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που αναγράφονται σε αυτήν και στηρίζουν το αποδεικτικό της πόρισμα για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή κατάλυση του επίδικου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης. Αντίστοιχα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που, είτε είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση, της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, ή όταν η απόφαση έχει ελλείψεις, όσον αφορά το νομικό χαρακτηρισμό των κρίσιμων περιστατικών που έγιναν δεκτά (Ολ. ΑΠ 15/2006, ΑΠ 78/2020, 38/2020, ΑΠ 638/2019, ΑΠ 98/2017). Συνεπώς ως αιτιολογία που συγκροτεί τη νόμιμη βάση της απόφασης, της οποίας η έλλειψη θεμελιώνει τον προαναφερόμενο αναιρετικό λόγο, νοείται η παραδοχή ή άρνηση των περιστατικών που θεμελιώνουν το πραγματικό μέρος της οικείας διάταξης ουσιαστικού δικαίου, και όχι οι σκέψεις, κρίσεις ή τα επιχειρήματα, με τα οποία το δικαστήριο αιτιολογεί γιατί πείθεται ή δεν πείθεται ως προς τη συνδρομή των εν λόγω περιστατικών. Επομένως, δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης και δεν έχει εφαρμογή η παραπάνω διάταξη, όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση του εξαγόμενου από αυτές πορίσματος, γιατί στην κρίση αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανελέγκτως, κατ` άρθρο 561 παρ.1 Κ.Πολ.Δ., εκτός αν δεν είναι σαφές και πλήρες το αποδεικτικό πόρισμα και για το λόγο αυτό καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος (Ολ. ΑΠ 1/2020). Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς, και όχι γιατί αποδείχθηκε ή γιατί δεν αποδείχθηκε (ΑΠ 354/2022, ΑΠ 53/2021, ΑΠ 414/2019). Τα νομικά ή πραγματικά επιχειρήματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, που συνέχονται με την ερμηνεία του νόμου ή την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματος του δικαστηρίου και, επομένως, αιτιολογία της απόφασης ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος (ΑΠ 354/2022, ΑΠ 182/2021, ΑΠ 1112/2020, ΑΠ 797/2020, ΑΠ 882/2019, ΑΠ 565/2018, ΑΠ 813/2017). Στην προκειμένη περίπτωση, από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ., επισκόπηση της προσβαλλόμενης υπ' αριθμ. 2311/2020 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, προκύπτει ότι το Εφετείο αυτό δέχθηκε ως αποδειχθέντα, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικώς κρίση του (άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.), μετά από εκτίμηση των επικληθέντων και προσκομισθέντων αποδεικτικών μέσων, που αναφέρει και κατά το ενδιαφέρον την παρούσα αναιρετική δίκη μέρος της, τα ακόλουθα : "Την 26η-06-2014 περίπου στις 22.45 το βράδυ, ο πρώτος ενάγων [ήδη αναιρεσείων] οδηγώντας το με στοιχεία κυκλοφορίας Ρουμανίας ... Ι.Χ. επιβατηγό αυτοκίνητο, ιδιοκτησίας του, έχοντας ως συνεπιβάτες, τη δεύτερη ενάγουσα σύζυγό του, τον τρίτο ενάγοντα ανήλικο υιό του και την τέταρτη ενάγουσα μητέρα του, έβαινε επί της επαρχιακής οδού ... με κατεύθυνση προς την ... και πλησίαζε στο 23,5 χιλιόμετρο της οδού. [...] Κατά τον ίδιο χρόνο, ο πρώτος εναγόμενος [ήδη πρώτος αναιρεσίβλητος] οδηγώντας το με στοιχεία κυκλοφορίας ... Ι.Χ. επιβατηγό αυτοκίνητο, ιδιοκτησίας του, που ήταν ασφαλισμένο στη δεύτερη εναγόμενη [ήδη δεύτερη αναιρεσίβλητη], για την έναντι τρίτων αστική ευθύνη από την κίνηση και την κυκλοφορία του, έβαινε επί της ίδιας επαρχιακής οδού με αντίθετη κατεύθυνση, δηλαδή προς Θεσσαλονίκη και, βαίνοντας με μεγάλη για τις περιστάσεις ταχύτητα, επιχείρησε προσπέραση από αριστερά των προπορευόμενων οχημάτων του πάνω στη στροφή (δεξιά κατά την πορεία του), με αποτέλεσμα να εισέλθει στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας και να μην μπορέσει να επαναφέρει το όχημά του εντός του ρεύματος κυκλοφορίας του εγκαίρως. Ο πρώτος ενάγων αιφνιδιασμένος από την ξαφνική κίνηση του αυτοκινήτου του πρώτου εναγόμενου επιχείρησε αποφευκτικό ελιγμό προς τα δεξιά, με αποτέλεσμα το αυτοκίνητο του πρώτου εναγόμενου να επιπέσει με μεγάλη ταχύτητα στο εμπρόσθιο αριστερό μέρος του αυτοκινήτου του πρώτου ενάγοντος, να το ωθήσει, αυτό να περιστραφεί κατά 90° και να ακινητοποιηθεί εκτός οδοστρώματος κάθετα προς το οδόστρωμα του ρεύματος κυκλοφορίας προς ..., ενώ το αυτοκίνητο του πρώτου εναγόμενου ακινητοποιήθηκε μερικά εντός και μερικά εκτός οδοστρώματος του ρεύματος κυκλοφορίας προς ... [...]. Από τα παραπάνω, αποδεικνύεται ότι αποκλειστικά υπαίτιος για την πρόκληση του ανωτέρω ατυχήματος είναι ο πρώτος εναγόμενος, ο οποίος επέδειξε αμέλεια κατά την οδήγηση του οχήματος του, παραβιάζοντας και τα άρθρα 4 § 2, 5 §§§§1,2,3 και 8, 16 §§§§. 1,2,3 και 4, 17 §§§§ 1,2,3,4 και 12 § 1, 19 §§§ 1,2,3 ΚΟΚ, συμπεριφορά που είχε αναμφισβήτητα αιτιώδη συνάφεια με την πρόκληση του ατυχήματος, καθώς κατά την οδήγηση του οχήματός του δεν είχε τεταμένη την προσοχή του, όπως όφειλε και μπορούσε ως μέσος συνετός οδηγός, και, μολονότι υπήρχε τόσο οριζόντια σήμανση επί του οδοστρώματος (συνεχής διπλή διαχωριστική γραμμή), η οποία του απαγόρευε την υπέρβαση αυτής, όσο και προειδοποιητική σήμανση για την ύπαρξη στροφών, αυτός, από έλλειψη της προσοχής του, διενεργώντας απαγορευμένη προσπέραση προπορευόμενων οχημάτων (στροφή και διπλή διαχωριστική γραμμή) και έχοντας αναπτύξει μεγάλη ταχύτητα για τις περιστάσεις, την οποία κανονικά έπρεπε να είχε μειώσει, τόσο εξαιτίας των συνεχόμενων στροφών, όσο και εξαιτίας της επικείμενης διασταύρωσης, υπερέβη τη διπλή διαχωριστική γραμμή εισερχόμενος στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας, με αποτέλεσμα να επιπέσει με σφοδρότητα με το εμπρόσθια τμήμα του αυτοκινήτου του στο εμπρόσθιο αριστερό τμήμα του αυτοκινήτου του πρώτου ενάγοντος και να προξενήσει τις ανωτέρω περιγραφόμενες συνέπειες. Ακολούθως, αποδείχθηκε ότι όλοι οι ενάγοντες διακομίστηκαν με ασθενοφόρο στο Γ.Ν.Θ. "...", όπου διαπιστώθηκε [...] ότι ο πρώτος ενάγων, 37 ετών, υπέστη κάκωση κεφαλής, κάταγμα αριστερής κλείδας, κατάγματα εγκαρσίων αποφύσεων 04-05, κατάγματα πυελικής επιφάνειας πτερύγων ιερού οστού... Από το είδος των τραυμάτων που υπέστησαν οι ενάγοντες καθίσταται φανερό ότι έφεραν προστατευτική ζώνη ασφαλείας, καθόσον λόγω της σφοδρότητας της σύγκρουσης οι συνέπειες θα ήταν ολέθριες για όλους τους με αποτέλεσμα να απορριφθεί η ένσταση συνυπαιτιότητας των πρώτου και δεύτερης εναγόντων ως προς την έκταση του τραυματισμού τους, την οποία πρότειναν οι εναγόμενοι. [...]. Όσον αφορά τον πρώτο ενάγοντα, αυτός νοσηλεύτηκε στο ανωτέρω νοσοκομείο μέχρι την 4η -07-2014 ... Τοποθετήθηκε, δε, ανάρτηση στο αριστερό άνω άκρο του, ενώ διαπιστώθηκε ότι στο επίπεδο Θ5-Θ6 δημιουργήθηκε ενδομυελικά σύριγγα που αντιστοιχεί σε υδρομυελία- ... [...]. Ο πρώτος ενάγων εξήλθε από το νοσοκομείο και μεταφέρθηκε στο Πανεπιστημιακό Νοσοκομείο Επειγόντων Περιστατικών …, όπου νοσηλεύτηκε από την 4η-07 μέχρι την 18η-07-2014 ... Κατά τη διάρκεια της νοσηλείας του, υποβλήθηκε σε χειρουργική επέμβαση για τη σταθεροποίηση του οπίσθιου τμήματος της λεκάνης με δύο ειδικές βίδες μέσω των οπίσθιων άνω λαγόνιων ακάνθων, ενώ κατά την έξοδό του, του συστήθηκε ... η πλήρης αποφόρτιση για 2 μήνες (μέχρι την 18η-09-2014), η ακινητοποίηση του στο κρεβάτι ..., η ακινητοποίηση σε νάρθηκα ώμου για άλλες 3 εβδομάδες, έλεγχος σε έναν μήνα και η λήψη φαρμακευτικής θεραπείας .... Την 18η-09-2014 εξετάστηκε στο ανωτέρω νοσοκομείο, του συστήθηκε η βάδιση με πλαίσιο στήριξης για 3 μήνες και η επανάληψη της ακτινογραφίας σε 3 μήνες [...]. Την 21η-11-2014 εξετάστηκε εκ νέου προκειμένου να αποφασιστεί το πρόγραμμα αποκατάστασης του ασθενούς και διαπιστώθηκε ότι παρουσίαζε διακριτό περιορισμό της κινητικότητας σε αντιαλγική θέση στην άρθρωση ωμοπλάτης - βραχίονα κατά το γέρσιμο προς τα εμπρός, χαλαρή οσφυϊκή ουλή, κινητή, διακριτά μειωμένη μυϊκή δύναμη στο επίπεδο του δεξιού κάτω άκρου, συνοδό ισχιαλγία στο επίπεδο του αριστερού κάτω άκρου και του συστήθηκε η υποβολή σε 10 συνεδριάσεις κινησιοθεραπείας ... Ο πρώτος ενάγων κατά τη διάρκεια της ανάρρωσης του έλαβε σχετικές συνεχόμενες αναρρωτικές άδειες μέχρι την 31η-03-2015 ... Την 20η-02-2015, δε, ο πρώτος ενάγων, μηχανικός, ελέγχθηκε από ιατρό εργασιακής ιατρικής, μετά από αίτημα της εταιρίας "... ΕΠΕ", στην οποία εργαζόταν ο πρώτος ενάγων, και κρίθηκε ικανός μόνον για δουλειά γραφείου χωρίς εργασία σε ύφος, με αποφυγή παρατεταμένης ορθοστασίας και χωρίς μεγάλη σωματική προσπάθεια, ενώ προσδιορίστηκε νεότερος έλεγχος την 20η-02-2016 (βλ. την από 20-02-2015 ιατρική γνωμάτευση σε ακριβή μετάφραση). Ακολούθως, απολύθηκε από την ανωτέρω εταιρία, καθώς η τελευταία δεν μπορούσε να του προσφέρει κατάλληλη για αυτόν εργασία (βλ. τη με αριθμό ...-2015 απόφαση της ανωτέρω εταιρίας). Την 8η-07-2015 εισήχθη στο Ορθοπεδικό Νοσοκομείο ... και υποβλήθηκε σε χειρουργική αφαίρεση υλικού οστεοσύνθεσης. Νοσηλεύτηκε, δε, μέχρι την 9η-07-2015 ... ενώ, επίσης αποδείχθηκε ότι ο πρώτος ενάγων κατά τον χρόνο του ατυχήματος ήταν ασφαλισμένος στο Ταμείο Ασφάλισης Υγείας του Δήμου … με κωδικό αριθμό .... [...]. Ακόμη, δεν αποδείχθηκε από κανένα αποδεικτικό μέσο ότι το ανωτέρω αυτοκίνητο του πρώτου ενάγοντος μεταφέρθηκε και φυλάχθηκε για χρονικό διάστημα περίπου 8 μηνών από το ατύχημα σε ιδιωτικό χώρο φύλαξης αυτοκινήτων, με αποτέλεσμα να πρέπει να απορριφθεί το σχετικό κονδύλιο. [...]. Όμως, δεν αποδείχθηκε από κανένα αποδεικτικό μέσο ότι ο πρώτος ενάγων έχει καταστεί ισοβίως ανάπηρος, όπως ισχυρίζεται, καθώς οι σοβαρές σωματικές βλάβες που υπέστη μπορούν να βελτιωθούν τόσο με κατάλληλες θεραπείες (π.χ. κινησιοθεραπείες) όσο και με χειρουργικές επεμβάσεις (π.χ. αισθητική επέμβαση βελτίωσης ουλών), ενώ δεν αποδείχθηκε ότι μπορούν να επηρεάσουν την επαγγελματική του εξέλιξη και το οικονομικό του μέλλον, αφού η κρίση του ειδικού ιατρού ότι δεν μπορεί να επιτελέσει την εργασία του, όπως πριν, σε ύψη, αφορούσε μόνον συγκεκριμένο χρονικό διάστημα, με αποτέλεσμα να πρέπει να απορριφθεί το σχετικό κονδύλιο στην ουσία του. Στο σημείο αυτό, πρέπει να επισημανθεί ότι το παραπάνω αποδεικτικό υλικό είναι ικανό για τη διαμόρφωση πλήρους δικανικής πεποίθησης για το εν λόγω ζήτημα και δεν χρειάζεται η διενέργεια ιατρικής πραγματογνωμοσύνης. [...]. Περαιτέρω, από τη με αριθμό πρωτ. ...-07-2017 απάντηση του Ελληνικού Ινστιτούτου Διεθνούς και Αλλοδαπού Δικαίου δεν προκύπτει ότι αναγνωρίζεται στο Ρουμάνικο δίκαιο η ex legem υποκατάσταση των πρώτου και δεύτερης εναγόντων από τον ασφαλιστικό φορέα στον οποίο υπάγονται, ενώ από την από 28-08-2017 απάντηση του Ταμείου Ασφάλισης Υγείας του Δήμου ... με αριθμό γενικού πρωτ. ... αποδεικνύεται ότι το Ταμείο Ασφάλισης Υγείας του Δήμου ... δεν καταβάλει κανένα ποσό για απώλεια μισθών εξαιτίας ατυχήματος, ενώ καλύπτει μόνον ιατρικές υπηρεσίες που παρέχονται στους ασφαλισμένους του από παρόχους ιατρικών υπηρεσιών. Ακολούθως, αποδείχθηκε ότι ο πρώτος ενάγων κατά τον χρόνο του ατυχήματος εργαζόταν ως μηχανικός στην εταιρία "... ΕΠΕ" επί 8ωρο καθημερινώς για 5 ημέρες την εβδομάδα έναντι μηνιαίου μισθού 5.704 νέων λέι Ρουμανίας, όμως, αφού κρίθηκε ικανός μόνον για δουλειά γραφείου χωρίς εργασία σε ύψος, με αποφυγή παρατεταμένης ορθοστασίας και χωρίς μεγάλη σωματική προσπάθεια μέχρι την 20n-2-2016 (χρόνος κατά τον οποίο προσδιορίστηκε νέος έλεγχος), τελικά απολύθηκε από την ανωτέρω εταιρία, καθώς η τελευταία δεν μπορούσε να του προσφέρει κατάλληλη για αυτόν εργασία [...]. Στη συνέχεια, αποδείχθηκε ότι ο πρώτος ενάγων κρίθηκε ικανός μόνον για δουλειά γραφείου χωρίς εργασία σε ύψος, με αποφυγή παρατεταμένης ορθοστασίας και χωρίς μεγάλη σωματική προσπάθεια μέχρι την 20η-02-2016 (βλ. παραπάνω), το γεγονός, όμως, αυτό δεν σημαίνει ότι ο πρώτος ενάγων δεν θα καταφέρει εντός του παραπάνω χρονικού διαστήματος να εξεύρει κατάλληλη εργασία, με αποτέλεσμα να πρέπει να απορριφθεί το αγωγικό κονδύλιο που αφορά τους μισθούς 12 μηνών (ήτοι από την 20η-02-2015 μέχρι την 20η-02-2016) ως αναπόδεικτο. [...]. Αποδείχθηκε, επίσης, ότι ο πρώτος ενάγων φέρει ουλές λόγω των ανωτέρω χειρουργείων, όμως, δεν αποδείχθηκε από κανένα ιατρικό έγγραφο η έκταση αυτών, ούτε και η συνιστώμενη από τους ιατρούς αντιμετώπισή τους, με αποτέλεσμα να πρέπει να απορριφθεί στο σύνολο του το σχετικό αγωγικό κονδύλιο. [...]. Συνεπώς, το Πρωτόδικο Δικαστήριο, που επιδίκασε με την εν μέρει οριστική απόφαση με αρ. 4825/2017 α) στον πρώτο ενάγοντα το συνολικό ποσό των είκοσι εννέα χιλιάδων πεντακοσίων εξήντα ευρώ (29.560,00 ευρώ) ... και με την οριστική με αρ. 9143/2018 απόφαση του στον μεν πρώτο ενάγοντα το συνολικό ποσό των επτά χιλιάδων τριακοσίων πέντε ευρώ και ογδόντα δύο λεπτών (7.305,82 ευρώ), ... έσφαλε στην εκτίμηση των αποδείξεων, δεχόμενο εν μέρει την ένσταση συνυπαιτιότητας των εναγομένων για ποσοστό 30%, καθόσον ως προαναφέρθηκε, αποδείχθηκε ότι οι ενάγοντες φορούσαν ζώνη ασφαλείας. Ακολούθως, έσφαλε, στην επιδίκαση με την αρ. 9143/2018 των εκεί αναφερομένων κονδυλίων μειωμένων κατά το ποσοστό συνυπαιτιότητάς των εναγόντων, τα οποία έπρεπε να επιδικάσει χωρίς τη σχετική μείωση, όπως έσφαλε και στην επιδίκαση των αναφερομένων στην αρ. 4825/2017 απόφαση του χρηματικών ποσών για την ικανοποίηση της ηθικής βλάβης των εναγόντων, τα οποία από το παρόν Δικαστήριο, κρίνονται χαμηλότερα, ενόψει των ιδιαίτερων συνθηκών που έλαβε χώρα το επίδικο ατύχημα ... δεκτών γενομένων των σχετικών λόγων της έφεσης. Δεν έσφαλε όμως το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο στην εκτίμηση των αποδείξεων, καθώς και στην ερμηνεία και εφαρμογή των ανωτέρω διατάξεων του νόμου, στην απόρριψη ως αβασίμων των αναφερομένων στο αιτιολογικό της παρούσας απόφασης επί μέρους αιτημάτων, απορριπτόμενων ως αβασίμων των λοιπών λόγων της έφεσης. Ενόψει όλων αυτών πρέπει: 1] να γίνει δεκτή η 14-11-2018 ΕΦΕΣΗ με αριθμό κατάθεσης δικογράφου Γ.Α.Κ./Ε.Α.Κ./ΕΤΟΣ .../2018 κατά της αριθμ. 4825/2017 εν μέρει οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης καθώς και της με αριθμ. 9143/2018 οριστικής απόφασης του, 2) να εξαφανιστούν οι ανωτέρω εκκαλούμενες αποφάσεις στο σύνολό τους και κατά την διάταξη περί δικαστικών εξόδων, τα οποία θα καθοριστούν εξυπαρχής, 3) να διακρατηθεί η υπόθεση από το Δικαστήριο τούτο για να ερευνηθεί κατ' ουσίαν και 4) να γίνει εν μέρει δεκτή η ανωτέρω αγωγή και να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι εις ολόκληρον ο κάθε ένας να καταβάλουν α) στον πρώτο ενάγοντα το συνολικό ποσό των εβδομήντα τεσσάρων εννιακοσίων ενενήντα επτά ευρώ (74.997,00) ευρώ ..., με το νόμιμο τόκο από την επομένη της επίδοσης της αγωγής και μέχρι την πλήρη εξόφληση". Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο, δέχθηκε τυπικά την από 12-11-2018 έφεση του πρώτου ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος [καθώς και των λοιπών εναγόντων που δεν είναι διάδικοι στην παρούσα αναιρετική δίκη], εξαφάνισε τις εκκαλούμενες αποφάσεις και δη την υπ' αριθμ. 4825/2017 εν μέρει οριστική και την υπ' αριθμ. 9143/2018 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης [με τις οποίες κρίθηκε αποκλειστικά υπαίτιος του ένδικου αυτοκινητικού ατυχήματος ο πρώτος εναγόμενος ήδη πρώτος αναιρεσίβλητος και έγινε εν μέρει δεκτή, ως κατ' ουσίαν βάσιμη, η από 24-3-2015 αγωγή του πρώτου ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος και του επιδικάστηκαν τα αναφερόμενα στις ανωτέρω πρωτόδικες αποφάσεις χρηματικά ποσά για αποζημίωση και χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, για την αποκατάσταση της περιουσιακής ζημίας και της ηθικής της βλάβης, αντίστοιχα, που υπέστη από τον τραυματισμό του κατά το ένδικο ατύχημα] και αφού κράτησε και δίκασε την υπόθεση, δέχθηκε ομοίως με τις εκκαλούμενες αποφάσεις ότι αποκλειστικά υπαίτιος του ένδικου ατυχήματος είναι ο πρώτος εναγόμενος και ήδη πρώτος αναιρεσίβλητος και επιδίκασε στον αναιρεσείοντα τα σ' αυτή αναφερόμενα χρηματικά ποσά για αποζημίωση και χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης. Ήδη με τους δεύτερο και τρίτο λόγους της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, συνδυαστικά ερευνώμενους, ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., με την αιτίαση ότι παραβίασε εκ πλαγίου τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 914, 298, 929 Α.Κ. [οι οποίες δεν αναφέρονται μεν αριθμητικά, πλην όμως από το όλο περιεχόμενο του αναιρετηρίου προκύπτει χωρίς αμφιβολία το πραγματικό αυτών (ΑΠ 3/2021, ΑΠ 681/2021, ΑΠ 425/2019, ΑΠ 200/2018, ΑΠ 146/2018)], με το να απορρίψει με αντιφατικές, ασαφείς και ανεπαρκείς αιτιολογίες το αίτημα της ένδικης αγωγής του περί επιδίκασης σ' αυτόν αποζημίωσης για διαφυγόντα κέρδη και ειδικότερα λόγω απώλειας εισοδημάτων από την εργασία του, κατά το χρονικό διάστημα από 20-2-2015 έως 20-2-2016, κατά το οποίο δεν εργάστηκε εξ αιτίας του τραυματισμού του κατά το ένδικο ατύχημα. Έτσι που έκρινε και με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο, διέλαβε στην απόφασή του αντιφατικές, ασαφείς και ανεπαρκείς αιτιολογίες ως προς το ουσιώδες ζήτημα, περί του εάν εργάστηκε ή όχι ο αναιρεσείων, κατά το άνω χρονικό διάστημα, επί του οποίου αυτός θεμελιώνει το αγωγικό αίτημά του για επιδίκαση αποζημίωσης, λόγω απώλειας εισοδημάτων από την εργασία του, κατά το διάστημα αυτό, κατά το οποίο, κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, όπως ισχυρίστηκε στην αγωγή του, θα εργαζόταν, αν δεν μεσολαβούσε ο επίμαχος τραυματισμός του και, έτσι, καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος, ως προς την ορθή ή μη ερμηνεία και εφαρμογή των προαναφερομένων ουσιαστικού δικαίου διατάξεων, αναφορικά με το αγωγικό αυτό κεφάλαιο, τις οποίες παραβίασε εκ πλαγίου, στερώντας την απόφασή του νόμιμης βάσης. Ειδικότερα, το Εφετείο, ενώ δέχθηκε ότι ο αναιρεσείων, με την από 20-02-2015 ιατρική γνωμάτευση κρίθηκε ικανός μόνο για εργασία γραφείου μέχρι την 20-2-2016 και, κατόπιν αυτού, απολύθηκε από την εταιρεία, στην οποία εργαζόταν κατά το χρόνο του ατυχήματος, γιατί η τελευταία δεν μπορούσε να του προσφέρει τέτοια κατάλληλη για αυτόν εργασία γραφείου, ακολούθως, απέρριψε το αγωγικό του αίτημα για αποζημίωση λόγω απώλειας εισοδημάτων από την εργασία του για το εν λόγω χρονικό διάστημα από 20-2-2015 έως 20-2-2016, με την αιτιολογία ότι ο αναιρεσείων "κρίθηκε ικανός μόνον για δουλειά γραφείου ... μέχρι την 20η-02-2016, το γεγονός, όμως, αυτό δεν σημαίνει ότι δεν θα καταφέρει εντός του παραπάνω χρονικού διαστήματος να εξεύρει κατάλληλη εργασία, με αποτέλεσμα να πρέπει να απορριφθεί το αγωγικό κονδύλιο που αφορά τους μισθούς 12 μηνών (ήτοι από την 20η-02-2015 μέχρι την 20η-02-2016) ως αναπόδεικτο". Με την προαναφερθείσα κρίση του όμως το Εφετείο διέλαβε: α) αντιφατική αιτιολογία, καθόσον, κατά το χρόνο που συζητήθηκε η υπόθεση ενώπιον του άνω δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου (3-12-2020), το χρονικό διάστημα, στο οποίο αφορά το ανωτέρω αγωγικό αίτημα, ήτοι από 20-2-2015 έως 20-2-2016, αποτελούσε παρελθούσα χρονική περίοδο, αφού είχε ολόκληρο ήδη, προ πολλού, τότε παρέλθει, πλην όμως στην προσβαλλόμενη απόφαση, με αντιφατικό τρόπο, το χρονικό αυτό διάστημα εκλαμβάνεται και αντιμετωπίζεται ως μελλοντική χρονική περίοδος, η οποία έπεται, δηλαδή, της συζήτησης ενώπιον του Εφετείου και, έτσι, αποφαίνεται για μελλοντική δυνατότητα ανεύρεσης εργασίας από τον αναιρεσείοντα, και όχι, όπως έπρεπε, για το εάν έλαβε πράγματι χώρα εργασιακή απασχόληση ή όχι αυτού, κατά το εν λόγω παρελθόν χρονικό διάστημα και β) ασαφή και ανεπαρκή αιτιολογία, καθόσον, ενόψει του ότι το ανωτέρω επίμαχο χρονικό διάστημα, όπως προαναφέρθηκε, αποτελούσε παρελθούσα χρονική περίοδο, το Εφετείο, με την ανωτέρω, επί του ζητήματος αυτού, παραδοχή του, δεν αποφαίνεται, όπως είχε χρονική και ουσιαστική δυνατότητα, κατά τρόπο σαφή, επαρκή και συγκεκριμένο για το εάν πράγματι εργάστηκε ή όχι ο αναιρεσείων κατά το επίδικο αυτό παρελθόν χρονικό διάστημα, αλλά δέχεται αορίστως, όπως συνάγεται από τις ανωτέρω παραδοχές του, ότι αυτός ενδεχομένως να καταφέρει να εξεύρει κατάλληλη εργασία στο χρονικό αυτό διάστημα, που όμως είχε ήδη προ πολλού παρέλθει, με αποτέλεσμα το άνω αποδεικτικό του πόρισμα ως προς το ζήτημα αυτό, που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης και επιδρά στη διαμόρφωση του διατακτικού της απόφασής του, αναφορικά με το άνω αγωγικό αίτημα της επιδίκασης αποζημίωσης για απώλεια εισοδήματος από την εργασία του, κατά το άνω χρονικό διάστημα, να μην είναι σαφές, επαρκές και αναμφίβολο. Επομένως οι ερευνώμενοι δεύτερος και τρίτος αναιρετικοί λόγοι είναι βάσιμοι και πρέπει να γίνουν δεκτοί και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση κατά το ανωτέρω κεφάλαιό της, ενώ παρέλκει η έρευνα του πρώτου αναιρετικού λόγου, από τον αριθμό 11γ του άρθρου 559 ΚΠολΔ, που αφορά το ίδιο κεφάλαιο της προσβαλλόμενης απόφασης και καλύπτεται από την αναιρετική εμβέλεια των ανωτέρω λόγων που έγιναν δεκτοί. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 931 του Α.Κ. "η αναπηρία ή η παραμόρφωση που προξενήθηκε στον παθόντα λαμβάνεται υπόψη κατά την επιδίκαση της αποζημίωσης αν επιδρά στο μέλλον του". Ως "αναπηρία" θεωρείται κάποια έλλειψη της σωματικής, νοητικής ή ψυχικής ακεραιότητας του προσώπου, ενώ ως "παραμόρφωση" νοείται κάθε ουσιώδης αλλοίωση της εξωτερικής εμφάνισης του προσώπου, η οποία καθορίζεται, όχι αναγκαίως κατά τις απόψεις της ιατρικής, αλλά κατά τις αντιλήψεις της ζωής. Ως "μέλλον" νοείται η επαγγελματική, οικονομική και κοινωνική εξέλιξη του προσώπου. Δεν απαιτείται βεβαιότητα δυσμενούς επιρροής της αναπηρίας ή παραμόρφωσης στο μέλλον του προσώπου. Αρκεί και απλή δυνατότητα κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων. Η διάταξη του άρθρου 931 του Α.Κ. προβλέπει επιδίκαση από το δικαστήριο χρηματικής παροχής στον παθόντα αναπηρία ή παραμόρφωση, εφόσον βεβαίως αυτές είναι μόνιμες και διαρκείς και συνεπεία αυτών επηρεάζεται το μέλλον του. Όμως, η αναπηρία ή η παραμόρφωση ως τοιαύτη δεν σημαίνει κατ' ανάγκη πρόκληση στον παθόντα περιουσιακής ζημίας. Κατά συνέπεια γίνεται δεκτό ότι προβλέπεται από τη διάταξη αυτή η επιδίκαση, στον παθόντα αναπηρία ή παραμόρφωση, ενός εύλογου χρηματικού ποσού ακριβώς λόγω της αναπηρίας ή της παραμόρφωσης, χωρίς σύνδεση με συγκεκριμένη περιουσιακή ζημία, η οποία άλλωστε και δεν δύναται να προσδιορισθεί. Είναι πρόδηλο ότι η κατά τη διάταξη του άρθρου 931 του Α.Κ. αξίωση για αποζημίωση, λόγω αναπηρίας ή παραμόρφωσης, είναι διαφορετική από την κατά τη διάταξη του άρθρου 929 του Α.Κ. αξίωση αποζημίωσης για διαφυγόντα εισοδήματα του παθόντος, που, κατ' ανάγκη, συνδέεται με επίκληση και απόδειξη συγκεκριμένης περιουσιακής ζημίας, λόγω της ανικανότητας του παθόντος προς εργασία και από την, κατά τη διάταξη του άρθρου 932 του Α.Κ., αξίωση για χρηματική ικανοποίηση, λόγω ηθικής βλάβης και είναι αυτονόητο ότι όλες οι παραπάνω αξιώσεις δύνανται να ασκηθούν, είτε σωρευτικά, είτε μεμονωμένα, αφού πρόκειται για αυτοτελείς αξιώσεις και η θεμελίωση κάθε μιας από αυτές δεν προϋποθέτει αναγκαία την ύπαρξη και των λοιπών (ΑΠ 790/2022, ΑΠ 1043/2021, ΑΠ 677/2019, ΑΠ 599/2018, ΑΠ 158/2016, ΑΠ 150/2015). Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 11 περ. γ' του Κ.Πολ.Δ, αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα, που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Από τη διάταξη αυτή σε συνδυασμό και με τις διατάξεις των άρθρων 335, 338 έως 340 Κ.Πολ.Δ προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει την κρίση του για τους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, για την απόδειξη και ανταπόδειξη ισχυρισμού, που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Έτσι, ο λόγος αυτός αναίρεσης ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη του υποστατά και αναλόγως έγκυρα αποδεικτικά μέσα, που παραδεκτά επικαλέστηκε ο αναιρεσείων και νόμιμα προσκόμισε ο ίδιος ή οποιοσδήποτε από τους λοιπούς διαδίκους (ΑΠ 344/2020, ΑΠ 620/2019, ΑΠ 1169/2019, ΑΠ 70/2008, ΑΠ 222/2008), προς άμεση ή έμμεση απόδειξη ή ανταπόδειξη κρίσιμων γεγονότων ή λυσιτελών ισχυρισμών, δηλαδή νόμιμων ισχυρισμών, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (Ολ. ΑΠ 42/2002), διαμορφώνοντας το διατακτικό της απόφασης, το οποίο θα ήταν διαφορετικό χωρίς τη σχετική παράλειψη (ΑΠ 781/2020, ΑΠ 1169/2019, ΑΠ 1/2018, ΑΠ 1874/2008), εφόσον, βέβαια, προτάθηκαν παραδεκτά στο Δικαστήριο της ουσίας, πρωτοβάθμιο ή δευτεροβάθμιο (ΑΠ 1126/2020). Ωστόσο δεν επιβάλλεται από κάποια διάταξη να γίνεται ειδική αναφορά και χωριστή αξιολόγηση του καθενός από τα αποδεικτικά μέσα, αλλά αρκεί να καθίσταται απολύτως βέβαιο από όλο το περιεχόμενο της απόφασης, ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα, που με επίκληση προσκομίστηκαν από τους διαδίκους. Ο ανωτέρω λόγος απορρίπτεται ως κατ' ουσίαν αβάσιμος, αν αποδεικνύεται από την απόφαση, ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία προσκομίστηκαν και των οποίων έγινε επίκληση, αρκεί δε προς τούτο η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου (μάρτυρες, έγγραφα κ.λ.π.), χωρίς ανάγκη ειδικής αξιολόγησης καθενός (Ολ. ΑΠ 2/2008) και χωρίς διάκριση από ποια αποδεικτικά μέσα προκύπτει άμεση και από ποια έμμεση απόδειξη (ΑΠ 1126/2020, ΑΠ 1167/2019). Μη λήψη υπόψη, πάντως, δεν συνάγεται από μόνο το γεγονός, ότι μνημονεύονται στην απόφαση ορισμένα μόνο από τα προσκομισθέντα με επίκληση αποδεικτικά μέσα, επειδή θεωρήθηκαν μεγαλύτερης σημασίας κατά την ελεύθερη κρίση του δικαστηρίου (ΑΠ 1167/2019, ΑΠ 798/2010 ΑΠ 22/2005), όχι όμως και τα επίδικα (ΑΠ 781/2020, ΑΠ 427/2020, ΑΠ 345/2020, ΑΠ 1167/2019). Δεν αποκλείεται βεβαίως το δικαστήριο της ουσίας να μνημονεύσει και εξάρει μερικά από τα αποδεικτικά μέσα, λόγω της, κατά την ελεύθερη κρίση του, μεγαλύτερης σημασίας τους, αρκεί για τον αναιρετικό έλεγχο να προκύπτει με βεβαιότητα το ότι από τη γενική, κατ' είδος αναφορά στα αποδεικτικά μέσα, καθίσταται βέβαιο ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα, που υποβλήθηκαν στην κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, χωρίς κανένα να παραληφθεί (Ολ. ΑΠ 8/2016, ΑΠ 1126/2020). Για να ιδρυθεί ο ανωτέρω λόγος αρκεί, παρά τη βεβαίωση του δικαστηρίου ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, να καταλείπονται, με βάση το όλο περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης, αμφιβολίες για το αν το συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο λήφθηκε υπόψη και συνεκτιμήθηκε μαζί με τις υπόλοιπες αποδείξεις για το σχηματισμό δικανικής πεποίθησης επί ενός ουσιώδους ισχυρισμού (Ολ. ΑΠ 2/2008, ΑΠ 1126/2020, ΑΠ 1034/2020, ΑΠ 412/2019, ΑΠ 705/2019). Εξάλλου ο ίδιος λόγος, όσον αφορά την προβαλλόμενη αιτίαση, ότι από τα εν λόγω αποδεικτικά μέσα και έγγραφα συνάγεται αντίθετο πόρισμα από εκείνο που δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας, ή ότι το δικαστήριο δεν προσέδωσε στο αποδεικτικό μέσο την αποδεικτική βαρύτητα που υποστηρίζει ο αναιρεσείων ότι αυτό έχει, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος (άρθρο 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.), διότι με την αιτίαση αυτή πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων (ΑΠ 688/2021, ΑΠ 1110/2020, ΑΠ 1113/2019, ΑΠ 75/2016, ΑΠ 100/2007). Στην προκείμενη περίπτωση ο αναιρεσείων με τον τέταρτο λόγο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, υποστηρίζει ότι το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 11γ' του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., με την αιτίαση ότι δεν έλαβε υπόψη του, όσον αφορά το αγωγικό του αίτημα για επιδίκαση πρόσθετης χρηματικής αποζημίωσης, κατ' άρθρο 931 ΑΚ, λόγω αναπηρίας και παραμόρφωσης, που ισχυρίστηκε ότι προκλήθηκαν από το ένδικο ατύχημα, αποδεικτικά μέσα, που νόμιμα προσκόμισε με επίκληση και ειδικότερα ότι δεν έλαβε υπόψη του: α) την από 26-2-2019 ιατρική γνωμάτευση που συνέταξε ο ιατρός ορθοπεδικός Τ. Ν., β) την από 6-3-2019 ιατρική γνωμάτευση του ιατρού ορθοπεδικού - τραυματολόγου Τ. Κ. Σ., γ) την από 6-3-2019 ιατρική γνωμάτευση της φυσιάτρου Σ. Π., δ) το άρθρο της νευρολόγου Σ. Μ. Κ., με τίτλο "...", ε) το άρθρο του τραυματολόγου - ορθοπεδικού χειρουργού Ι. Τ., με τίτλο "τραυματισμοί σπονδυλικής στήλης από ατυχήματα", στ) το άρθρο του νευροχειρουργού Κ. Δ., με τίτλο "..." και ζ) το άρθρο του φυσιάτρου Φ. Γ., με τίτλο "Τι είναι η κήλη μεσοσπονδυλίου δίσκου;". Επίσης, με τον πέμπτο λόγο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, ο αναιρεσείων, ομοίως αιτιάται ότι το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 11γ' του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., γιατί, όπως υποστηρίζει, δεν έλαβε υπόψη του, όσον αφορά το αγωγικό του αίτημα για επιδίκαση αποζημίωσης για δαπάνη φορτοεκφόρτωσης, μεταφοράς και αποθήκευσης του βλαβέντος ΙΧΕ αυτοκινήτου του, αποδεικτικά μέσα, που νόμιμα προσκόμισε με επίκληση και ειδικότερα: α) την υπ' αριθμ. .../04-07-2014 έκθεση πραγματογνωμοσύνης της εταιρείας με την επωνυμία "... Ο.Ε." προς την ... και β) το από 4-3-2019 έγγραφο του Τ. Ε. Θ.. Στην προσβαλλόμενη απόφαση, όσον αφορά τα επικληθέντα και προσκομισθέντα αποδεικτικά μέσα, τα οποία λήφθηκαν υπόψη από το Εφετείο για την κατάστρωση του αποδεικτικού του πορίσματος, αναφέρονται κατ' ακριβή λεκτική αντιγραφή, τα ακόλουθα : " Από την εκτίμηση της με αριθμό ...06-12-2016 ένορκης βεβαίωσης που δόθηκε μετά από νομότυπη και εμπρόθεσμη κλήτευση των εναγόμενων [...] ενώπιον της αρμόδιας Ειρηνοδίκη Θεσσαλονίκης, όλων ανεξαιρέτως των εγγράφων, που νόμιμα και εμπρόθεσμα προσκόμισαν και επικαλέστηκαν οι διάδικοι, άλλα από τα οποία λαμβάνονται υπόψη για άμεση απόδειξη και άλλα για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, μεταξύ των οποίων συμπεριλαμβάνονται και τα δημόσια έγγραφα της προηγηθείσας ποινικής προδικασίας [...], από τη με αριθμό πρωτ. ...-07-2017 απάντηση του Ελληνικού Ινστιτούτου Διεθνούς και Αλλοδαπού Δικαίου, από την από 28-08-2017 απάντηση του Ταμείου Ασφάλισης Υγείας του Δήμου ... με αριθμό γενικού πρωτ. ..., το οποίο προσκομίζεται σε ακριβή μετάφραση από τη ρουμανική γλώσσα στην ελληνική, και όσων ομολογούν με τις προτάσεις τους οι διάδικοι (άρθρα 261 και 352 ΚΠολΔ), όπως αναλυτικά αναφέρεται στο αιτιολογικό της απόφασης, σε συνδυασμό με τα διδάγματα της κοινής πείρας, που λαμβάνονται υπόψη (σε κάθε επιμέρους περίπτωση) αυτεπάγγελτα από το δικαστήριο και χωρίς απόδειξη (άρθρο 336 § 4 του ΚΠολΔ), αποδείχθηκαν πλήρως τα κάτωθι πραγματικά περιστατικά...". Από την ανωτέρω ρητή και σαφή βεβαίωση του Εφετείου στην προσβαλλομένη απόφασή του ότι στην περί των πραγμάτων κρίση του κατέληξε, αφού έλαβε υπόψη του όλα τα προαναφερόμενα αποδεικτικά μέσα, σε συνδυασμό και με όλες τις προεκτεθείσες αιτιολογίες και παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης, που περιέχονται στην ελάσσονα σκέψη της, ουδεμία καταλείπεται αμφιβολία, αλλά αντίθετα, καθίσταται απολύτως βέβαιο, ότι το Εφετείο, προς σχηματισμό του αποδεικτικού του πορίσματος, όσον αφορά τα αμέσως προαναφερόμενα αγωγικά αιτήματα του αναιρεσείοντος, έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε μετά των λοιπών αποδείξεων και όλα τα ανωτέρω φερόμενα ως αγνοηθέντα αποδεικτικά μέσα. Κατόπιν αυτού, οι ανωτέρω, από τον αριθμό 11γ' του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., τέταρτος και πέμπτος λόγοι της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι. Σε κάθε περίπτωση, οι λόγοι αυτοί, είναι απαράδεκτοι και ως εκ τούτου απορριπτέοι, καθόσον από το περιεχόμενό τους σαφώς προκύπτει ότι ο αναιρεσείων δεν διατυπώνει παράπονο για τη μη λήψη υπόψη από το Εφετείο των ανωτέρω αποδεικτικών μέσων, όπως απαιτεί για τη θεμελίωσή του ο ανωτέρω αναιρετικός λόγος, αλλά παραπονείται επειδή το Εφετείο από το περιεχόμενο των αποδεικτικών αυτών εγγράφων, κατέληξε σε αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από αυτό το οποίο ο ίδιος θεωρεί ορθό. Δηλαδή, οι προβαλλόμενες αιτιάσεις του αναιρεσείοντος, ανάγονται στην πραγματικότητα σε εσφαλμένη αποδεικτική αξιολόγηση των ως άνω αποδεικτικών εγγράφων και αποτελούν ουσιαστικές, εκ μέρους του, προσεγγίσεις, που εκτιμά διαφορετικά το περιεχόμενο των αποδεικτικών αυτών μέσων, οι οποίες όμως απαραδέκτως προβάλλονται, κατ' άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ. Περαιτέρω, ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. [που στόχο έχει τη διασφάλιση του συζητητικού συστήματος (άρθρο 106 Κ.Πολ.Δικ.), αλλά και της αρχής της ακρόασης των διαδίκων (άρθρο 110 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.)], ιδρύεται όταν το δικαστήριο, παρά το νόμο, έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, "πράγματα" είναι οι πραγματικοί ισχυρισμοί, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, παρακώλυση ή κατάλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, το οποίο ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό μέσο (βάση αγωγής, ανταγωγής), είτε ως αμυντικό μέσο (ένσταση, αντένσταση) και, συνακόλουθα, στηρίζουν το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης, αντένστασης ή λόγου έφεσης, όχι, όμως, και οι μη νόμιμοι, απαράδεκτοι, αόριστοι και αλυσιτελείς ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης και στους οποίους το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει, ούτε και οι αρνητικοί ισχυρισμοί που συνέχονται με την ιστορική βάση της αγωγής, ένστασης ή αντένστασης και αποτελούν αιτιολογημένη άρνηση καθεμιάς εξ αυτών, αφού οι τελευταίοι αποκρούονται με την παραδοχή ως βάσιμων των θεμελιωτικών τους γεγονότων, ούτε επίσης και τα επιχειρήματα νομικά ή πραγματικά, τα οποία αντλούνται από την εκτίμηση των αποδείξεων, καθώς και οι ισχυρισμοί, που συνιστούν επιχειρήματα για την υποστήριξη των απόψεων των διαδίκων, ούτε οι νομικοί ισχυρισμοί και η νομική επιχειρηματολογία του διαδίκου ή τα πορίσματα των αποδείξεων, τα οποία το δικαστήριο εκτιμά ανελέγκτως, έστω και αν τα ανωτέρω προτείνονται ως λόγοι έφεσης (Ολ. ΑΠ 14/2004, ΑΠ 231/2021, ΑΠ 172/2020, ΑΠ 1093/2020, ΑΠ 87/2013, ΑΠ 94/2008). Επίσης, δεν αποτελούν "πράγματα" και τα επικαλούμενα από τους διαδίκους αποδεικτικά μέσα και, πολύ περισσότερο, η αξιολόγηση από το δικαστήριο του περιεχομένου του εγγράφου και των λοιπών αποδεικτικών μέσων, αλλά ούτε και τα συμπεράσματα ή επιχειρήματα που διατυπώνονται κατά την εκτίμηση των αποδείξεων (ΑΠ 833/2020, ΑΠ 989/2018, ΑΠ 388/2018). Ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται, αν το δικαστήριο, που δίκασε, έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό και τον απέρριψε ρητά για οποιονδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (Ολ. ΑΠ 25/2003, ΑΠ 98/2020, ΑΠ 172/2020, ΑΠ 250/2014, ΑΠ 1418/2013), ή όταν το δικαστήριο αντιμετωπίζει και απορρίπτει εκ των πραγμάτων προβληθέντα ισχυρισμό, γεγονός που συμβαίνει και όταν η απόφαση περιέχει παραδοχές αντίθετες με τον ισχυρισμό (Ολ. ΑΠ 11/1996, ΑΠ 409/2021, ΑΠ 98/2020, ΑΠ 7/2020, ΑΠ 1150/2011, ΑΠ 421 - 425/2009), ή στην περίπτωση που το δικαστήριο τον απέρριψε ακόμη και σιωπηρώς, όταν είναι φανερό ότι όντως τον απέρριψε (ΑΠ 409/2021, ΑΠ 98/2020, ΑΠ 7/2020, ΑΠ 74/2019, ΑΠ 656/2016). Με τον έκτο λόγο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση, την αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 8 εδαφ. β' του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., με την αιτίαση ότι το Εφετείο, δεν έλαβε υπόψη του πράγματα που προτάθηκαν από αυτόν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης και ειδικότερα ότι δεν έλαβε υπόψη, τον ισχυρισμό του ότι εργαζόταν ως πολιτικός μηχανικός εγκαταστάσεων σε εργοτάξια κτιρίων για εγκαταστάσεις συστημάτων ύδρευσης, πυρόσβεσης, υγιεινής κλπ και ότι η εργασία του αυτή απαιτούσε ορθοστασία, εργασία σε ύψη, μεγάλη φυσική προσπάθεια, έκθεση σε κρύο, ζέστη, υγρασία, σκόνη, θορύβους κλπ και ότι δεν εργαζόταν απλώς "ως μηχανικός", όπως δέχθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση και τούτο ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, όσον αφορά το αγωγικό κεφάλαιο περί επιδίκασης χρηματικής αποζημίωσης, κατά το άρθρο 931 Α.Κ. Ο ερευνώμενος αυτός, έκτος αναιρετικός λόγος, είναι απορριπτέος προεχόντως ως απαράδεκτος, καθόσον: α) ο ανωτέρω ισχυρισμός του αναιρεσείοντος δεν συνιστά "πράγμα" κατά την προεκτεθείσα έννοια της διάταξης του άρθρου 559 αριθμός 8 Κ.Πολ.Δ., αλλά συνιστά πραγματικό επιχείρημα για την υποστήριξη των απόψεών του, αναφορικά με το ανωτέρω αγωγικό κεφάλαιο περί επιδίκασης αποζημίωσης κατά το άρθρο 931 Α.Κ. και β) υπό την επίφαση της αναιρετικής πλημμέλειας από το λόγο αυτόν, πλήττεται το αποδεικτικό πόρισμα της προσβαλλόμενης απόφασης, όσον αφορά τα άνω αγωγικό κεφάλαιο και η αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας (άρθρο 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.). Σε κάθε περίπτωση ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος και ως αβάσιμος, καθόσον από τις προεκτιθέμενες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, προκύπτει ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη τον ανωτέρω ισχυρισμό του αναιρεσείοντος και τον απέρριψε, καταλήγοντας σε αντίθετο πόρισμα από αυτό που ο ίδιος θεωρεί ως ορθό. Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 929 του Α.Κ., η οποία αναφέρεται στην έκταση και το περιεχόμενο της ευθύνης σε περίπτωση βλάβης του σώματος ή της υγείας προσώπου, προσδιορίζοντας τις αξιώσεις αποζημίωσης του αμέσως παθόντος, συνάγεται, ότι, όταν επέρχεται βλάβη στην υγεία ενός προσώπου, συνεπεία αδικοπρακτικής συμπεριφοράς, ο παθών έχει αξίωση αποζημίωσης, πλην άλλων και για τα νοσήλια. Τα νοσήλια έχουν ευρύ περιεχόμενο. Ειδικότερα, στον όρο "νοσήλια" περιλαμβάνεται κάθε δαπάνη που έγινε ή που κρίθηκε αναγκαία να γίνει για τη σωτηρία και την αποκατάσταση της υγείας του παθόντος. Στην έννοια των νοσηλίων περιλαμβάνεται, μεταξύ άλλων, η δαπάνη για την καταβολή των αμοιβών σε θεραπευτικό ίδρυμα (νοσοκομείο ή κλινική), η αμοιβή ιατρών, η δαπάνη αγοράς φαρμάκων κ.λπ., όπως και οι δαπάνες για πλαστική χειρουργική επέμβαση προς αποκατάσταση μετεγχειρητικών ουλών, που έγινε, ή κρίθηκε αναγκαία να γίνει και έτσι, με κριτήριο την αναγκαιότητα ή όχι πραγματοποίησης της δαπάνης θα υποχρεωθεί ή όχι ο υπόχρεος σε αποζημίωση, να καταβάλει τη συγκεκριμένη δαπάνη ως οφειλόμενη ζημία (ΑΠ 567/2018, ΑΠ 1207/2017, ΑΠ 1935/2013, ΑΠ 2176/2009). Ήδη με τους έβδομο και όγδοο λόγους της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, συνδυαστικά ερευνώμενους, ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., με την αιτίαση ότι παραβίασε εκ πλαγίου την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 929 εδαφ. α' Α.Κ. [ η οποία δεν αναφέρεται αριθμητικά στο αναιρετήριο, πλην όμως από το περιεχόμενο αυτού προκύπτει χωρίς αμφιβολία το πραγματικό της (ΑΠ 3/2021, ΑΠ 681/2021, ΑΠ 425/2019, ΑΠ 200/2018, ΑΠ 146/2018)], με το να απορρίψει με αντιφατικές και ανεπαρκείς αιτιολογίες το αίτημα της ένδικης αγωγής του περί επιδίκασης σ' αυτόν αποζημίωσης για χειρουργική - πλαστική επέμβαση προς αποκατάσταση δύσμορφων ουλών στο σώμα του, λόγω των εγχειρήσεων, στις οποίες υποβλήθηκε μετά το ατύχημα. Με την προαναφερθείσα κρίση του το Εφετείο, όσον αφορά το ανωτέρω αγωγικό αίτημα [περί επιδίκασης αποζημίωσης για δαπάνη πλαστικής επέμβασης προς αποκατάσταση δύσμορφων μετεγχειρητικών ουλών], διέλαβε στην απόφασή του αντιφατικές και ανεπαρκείς αιτιολογίες και, έτσι, καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος ως προς την ορθή ή μη ερμηνεία και εφαρμογή της προαναφερόμενης ουσιαστικού δικαίου διάταξης, αναφορικά με το αγωγικό αυτό κεφάλαιο, την οποία παραβίασε εκ πλαγίου, στερώντας την απόφασή του νόμιμης βάσης. Ειδικότερα, το Εφετείο, ενώ δέχεται ότι ο αναιρεσείων φέρει ουλές συνεπεία των χειρουργείων στα οποία υποβλήθηκε λόγω του τραυματισμού του κατά το ένδικο ατύχημα, καθώς και ότι αυτές μπορούν να βελτιωθούν με αισθητική επέμβαση, περαιτέρω αντιθέτως δέχεται ότι "δεν αποδείχθηκε η συνιστώμενη από τους ιατρούς αντιμετώπισή τους" και έτσι η τελευταία αυτή παραδοχή έρχεται σε αντίφαση με την προηγούμενη ότι, δηλαδή, μπορούν να βελτιωθούν οι ουλές με αισθητική επέμβαση, αφού η γενομένη προηγουμένως δεκτή, από το Εφετείο, δυνατότητα βελτίωσής τους με αισθητική επέμβαση, συνιστά τρόπο αντιμετώπισής τους, υπό τις αντιφατικές δε αυτές παραδοχές έκρινε απορριπτέο το άνω αγωγικό κονδύλιο, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση του, για την υπαγωγή ή μη της ένδικης αυτής αξίωσης του αναιρεσείοντος στο πραγματικό της ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διάταξης, την οποία παραβίασε εκ πλαγίου. Επίσης το Εφετείο, αν και δέχθηκε την ύπαρξη των ουλών συνεπεία των χειρουργείων, απέρριψε το αίτημα αποζημίωσης για την πλαστική χειρουργική αποκατάσταση αυτών, - πλην της ανωτέρω αντιφατικής, όπως προεκτέθηκε, αιτιολογίας - και για το λόγο ότι, δεν αποδείχθηκε η "έκταση αυτών", διαλαμβάνοντας έτσι ασαφή και ανεπαρκή αιτιολογία, κατά τη διαμόρφωση του άνω απορριπτικού αποδεικτικού του πορίσματος, αφού το στοιχείο αυτό (ήτοι η "έκταση" των ουλών), δεν συνιστά, κατά το νόμο, αναγκαίο περιστατικό για τη στοιχειοθέτηση της άνω ουσιαστικού δικαίου διάταξης, η μη απόδειξη του οποίου να αποκλείει την εφαρμογή της και συνεπώς το στοιχείο αυτό δεν επαρκεί για πληρότητα της αιτιολογίας της άνω απορριπτικής κρίσης του Εφετείου, αναφορικά με το εν λόγω αγωγικό αίτημα. Έτσι δεν προκύπτουν από τις ανωτέρω παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που είναι αναγκαία για να κριθεί αν στην ένδικη περίπτωση συντρέχουν ή όχι οι προϋποθέσεις εφαρμογής ή μη της ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διάταξης, όσον αφορά το ως άνω αγωγικό κεφάλαιο. Επομένως, οι εξεταζόμενοι έβδομος και όγδοος λόγοι της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης είναι βάσιμοι και πρέπει να γίνουν δεκτοί και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση κατά το ανωτέρω κεφάλαιό της. Μετά από αυτά, αφού η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης γίνει εν μέρει δεκτή, κατά παραδοχή ως βάσιμων των παραπάνω λόγων της, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, κατά τα κεφάλαια που αναφέρονται στο σκεπτικό της παρούσας και ειδικότερα κατά το κεφάλαιό της που αφορά την επιδίκαση αποζημίωσης για διαφυγόντα κέρδη, λόγω απώλειας εισοδημάτων από την εργασία του αναιρεσείοντος κατά το χρονικό διάστημα από 20-2-2015 έως 20-2-2016 και την επιδίκαση αποζημίωσης για δαπάνη πλαστικής χειρουργικής επέμβασης. Ακολούθως, πρέπει να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση, μόνο κατά τα ανωτέρω αναιρούμενα κεφάλαιά της, στο ίδιο Δικαστήριο, αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλο Δικαστή, εκτός από εκείνου που δίκασε προηγουμένως (άρθρο 580 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ.), ενώ πρέπει περαιτέρω να διαταχθεί η επιστροφή του παράβολου, που έχει καταθέσει ο αναιρεσείων (άρθρο 495 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ., όπως ισχύει και εφαρμόζεται στην παρούσα υπόθεση μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015, που ισχύει, κατ' άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ. 2 αυτού, για τα κατατιθέμενα, από 1-1-2016, ένδικα μέσα). Τέλος πρέπει να καταδικαστούν οι αναιρεσίβλητοι στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσείοντος, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα του τελευταίου, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ. και κατέθεσε προτάσεις (άρθρα 176, 183, 189 παρ. 1, 191 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί εν μέρει, κατά τα αναφερόμενα στο σκεπτικό κεφάλαιά της, την υπ' αριθμ. 2311/2020 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.- Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω συζήτηση, κατά τα κεφάλαιά της αυτά, στο ίδιο Δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από Δικαστή άλλον από αυτόν που εξέδωσε την αναιρούμενη απόφαση. Διατάσσει την επιστροφή του παράβολου στον αναιρεσείοντα. Καταδικάζει τους αναιρεσίβλητους στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ. ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 30 Ιουνίου 2023. ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 27 Σεπτεμβρίου 2023. Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ